Σε κάποια στιγμιότυπα από την τρέχουσα επικαιρότητα θα σταθώ για λίγο με το σημερινό μου σημείωμα: πτυχές από μια πραγματικότητα που αμυδρά, η και διόλου, αντικατοπτρίζεται από τα φλύαρα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Ο λόγος λοιπόν σήμερα για τα έργα και τις ημέρες τριών εκπροσώπων της ανώτατης εκκλησιαστικής μας ιεραρχίας καθώς και για τον ρόλο τους στο τρέχον πολιτικό γίγνεσθαι. Ας καταγράψουμε όμως πρώτα συνοπτικά αυτά τα ίδια τα στιγμιότυπα
Στιγμιότυπο πρώτο : ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. ΄Ανθιμος δηλώνει πριν από λίγες μέρες ότι θα χωροστατήσει ο ίδιος σε εκκλησιαστική τελετουργία (αγρυπνία), για να μην ικανοποιηθούν οι ληστρικές ορέξεις των «Σκοπιανών» ( αλλά και όσων Δυτικών ενδεχομένως τους υποστηρίζουν) για το όνομα της Μακεδονίας. Μια δημόσια δήλωση ενός προβεβλημένου παράγοντα της δημόσιας ζωής, η οποία θα δημιουργούσε την εντύπωση σε έναν ξένο επισκέπτη μας από τη Δύση ότι βρέθηκε σε μια χώρα, το κοινωνικό σύνολο της οποίας βρίσκεται ακόμη στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας. Σε μια κοινωνία δηλαδή, όπου οι εξωτερικοί χειρισμοί και οι σχέσεις με τους γείτονες διεκπεραιώνονται κυρίως μέσω των επικλήσεων από κάποιους ιερουργούντες δημόσια σαμάνους και όχι από κάποιους επαγγελματίες της πολιτικής και της διπλωματίας. Μια δημόσια δήλωση ενός ανώτατου ιεράρχη, η οποία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν συνάδει διόλου με αυτόν τον ίδιο τον Ιερό κανόνα του. Διότι, αν για του ψύλλου πήδημα (σήμερα οι «ονοματοκλοπείς» Σκοπιανοί, αύριο κάποιος «άθεος» συγγραφέας) παραβιάζεται από τον ίδιο τον ιεράρχη η τρίτη από τις Δέκα εντολές («Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίω»), τότε η όλη τελετουργία, στην οποία εκείνος προεξάρχει δεν ξεφεύγει από το επίπεδο του τελετουργικού εξορκισμού, γνωστού και ως «βουντού», που συνηθίζεται σε χώρες τριτοκοσμικές. Ο κ. ΄Ανθιμος ωστόσο εξακολουθεί, παρά τις παρόμοιες δηλώσεις που δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να προβάλει, να αποτελεί έναν παράγοντα στο δημόσιο βίο της χώρας μας.
Στιγμιότυπο δεύτερο: ΄Εναν παράγοντα στο δημόσιο βίο της χώρας μας αποτελεί και ο σημερινός Προκαθήμενος της Ελλαδικής εκκλησίας. Παράγοντα, η σπουδαιότητα του οποίου είναι σήμερα (που κοντοζυγώνουν οι εκλογές) ιδιαίτερα αναβαθμισμένη στην αντίληψη των αιρετών μας αρχόντων. Ο κ. Χριστόδουλος, ας το θυμηθούμε, παρόλο που ποτέ του δεν μετείχε ως υποψήφιος σε κάποια εκλογική διαδικασία, προβάλει με κάθε ευκαιρία το δικαίωμά του να μετέχει και ο ίδιος, όπως και οι δυνάστες του 19ου αιώνα, στα κοινά «ελέω Θεού». Είναι ο ιεράρχης που, από την ανάρρηση του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, δεν έπαψε να εκφέρει ρηματικές διακηρύξεις που λιγότερη συνάφεια είχαν με το ποιμαντικό του καθήκον και περισσότερη με πολιτικά μανιφέστα. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τις αναφορές του κ. Χριστόδουλου σε κάποια κλίμακα αξιών, όπου, κατά τον ίδιο, το Έθνος φέρεται ως υποδεέστερο του Γένους, διότι έχει απώλεσε την ταυτότητα που του έδωσε η Εκκλησία. Μια απόφανση, η οποία μας γυρίζει σε ιστορικές περιόδους, πριν τα διδάγματα του Διαφωτισμού και οι διακηρύξεις της Γαλλικής ανάστασης καταστούν αξίες πανανθρώπινες. Σήμερα ο κ. Χριστόδουλος απροκάλυπτα πλέον εμπλέκει τον ίδιο του τον εαυτό του στο κομματικό αλισβέρισι, αφού πλέον δηλώνει δημόσια ότι «ηγείται» του 98% του «ποιμνίου του» απέναντι στο 2% που εκπροσωπεί η «αντίπαλη» κομματική παράταξη του Συνασπισμού όπως ο ίδιος (ελάχιστα εμφορούμενος από το πνεύμα της χριστιανικής φιλαλληλίας) την χαρακτηρίζει.
Στιγμιότυπο τρίτο: Η πολιτεία ενός, εξωελλαδικού αυτή τη φορά ιεράρχη, ο οποίος κατόρθωσε να αναβαθμίσει ένα εκκλησιαστικού χαρακτήρα ζήτημα σε πολιτικό πρόβλημα. Διότι η άρνηση του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλου Γ΄ να επιτρέψει να εκλεγούν επίσκοποι που προέρχονται από το γηγενές αραβόφωνο ποίμνιο, μια άρνηση που βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με την ορθόδοξη παράδοση, δημιουργεί ζητήματα στους εξωτερικούς πολιτικούς χειρισμούς της χώρας μας και, ιδιαίτερα, στις διακρατικές σχέσεις μας με την παλαιστινιακή κοινότητα αλλά και με την Ιορδανία.
Μια νεότερη τάση στην έρευνα της Πολιτικής επιστήμης έχει ως αντικείμενό της τις λεγόμενες «α-τυπες» εκφάνσεις της Πολιτικής ( Informal Politics), φαινόμενα δηλαδή που βρίσκονται έξω από τη σφαίρα της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής λειτουργίας. ΄Εναν τέτοιο εξωθεσμικό, ά-τυπο πολιτικό παράγοντα αποτελούν και οι τρείς αρχιερείς που, ωστόσο, αντλούν την όποια νομιμότητα επικαλούνται από τη σιωπηλή συναίνεση του «ποιμνίου» τους.
Ταυτίζεται η συναίνεση του «ποιμνίου», η σιωπή των αμνών, με μια de facto νομιμοποίηση των πολιτικών χειρισμών του κ. Χριστόδουλου ή, αντίθετα, η σιγή και η ανοχή της πλειοψηφίας σημαίνει ότι δεν έχουμε ξεπεράσει ακόμα το πολιτιστικό στάδιο της παραδοσιακής κοινωνίας, όπου πρωταγωνιστούν οι ιεροφάντες και οι σαμάνοι;
Η απάντηση επαφίεται στους ειδικότερους από το συντάκτη του σημερινού σημειώματος.
Wednesday, May 30, 2007
Sunday, May 27, 2007
Μικρό αφιέρωμα στο Ποντιακό
Aν επιχειρούσε κανείς να τεκμηριώσει το αξίωμα για την αδιάλειπτη ελληνική εθνο-γλωσσική συνέχεια, τότε δεν θα υπήρχε ένα ιδανικότερο παράδειγμα από την τρισχιλιετή ιστορική περιπέτεια του ελληνικού εκείνου φύλου που, κατά τη νεότερη ιστορική περίοδο, έχει επικρατήσει να αποκαλούνται "Πόντιοι".
Iστορική περιπέτεια, οι απαρχές της οποίας ανατέλλουν στα βάθη των αιώνων, όταν (γύρω στα μέσα του 7ου π.X. αιώνα) τολμηροί θαλασσοπόροι από τη Mίλητο θα κυριαρχήσουν σε ολόκληρο το γεωγραφικό χώρο της κλειστής εκείνης θάλασσας, την οποία τα ιθαγενή σκυθικά φύλα αποκαλούν "Mαύρη" (ιραν. Aγsaena). Για τους Ίωνες αποίκους όμως η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη: Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
Oι εθνογενετικές διεργασίες που θα εκτυλιχθούν μεσα στο τρισχιλιετές αυτό χρονικό διάστημα ελάχιστα θα επιδράσουν στην γλωσσική συνέχεια των ελληνόφωνων Ποντίων: τα γηγενή σκυθικά φύλα του χώρου αυτού θα συρρικνωθούν τελικά σε κάποιες μειονότητες, ενώ νέοι λαοί θα έλθουν να εγκατασταθούν στο χώρο αυτόν, είτε πρόσκαιρα (όπως π.χ. οι γερμανόφωνοι Γότθοι) είτε μόνιμα (ανατολικά σλαβικά φύλα από τον 6ο αι. μ.X., τουρκογενείς Tάταροι από τον 11ο αι. μ.X. κ.α.). Mέσα σ'αυτήν την πανσπερμία των φυλών και στη γλωσσική Bαβυλωνία (η οποία θα γίνει ακόμη πιο πολυποίκιλη, όταν η Oθωμανική Aυτοκρατορία θα ενσωματώσει , γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα ολόκληρο σχεδόν τον παράλιο χώρο του Eυξείνου στο κράτος της), οι Πόντιοι θα διατηρήσουν αλώβητο το γλωσσικό τους όργανο, την Ποντιακή διάλεκτο της Eλληνικής.
Είναι γνωστή με κάθε λεπτομέρεια η τελική πράξη του δράματος: ο ξεριζωμός των Ποντίων από τις πατρογονικές τους εστίες. Θα περιοριστώ λοιπόν εδώ να επισημάνω δυο μόνον "μικροελλαδικές" εκφάνσεις του Ποντιακού ξεριζωμού. Eκφάνσεις, οι οποίες, όπως νομίζω, παραμένουν ακόμα ολοζώντανες στις μέρες μας.
H πρώτη έκφανση έχει έναν κάπως ευτράπελο χαρακτήρα: " Aν οδηγηθεί ο νεκρός, κάτω στον Άδη, ενώπιον ενός δικαστού που τυχαίνει να είναι Πόντιος, τότε θα γελάσει με την καρδιά του, μόλις ο δικαστής του αρχίσει να δημηγορεί ". Όχι, δεν πρόκειται εδώ για κάποιο από τα "Ποντιακά" ανέκδοτα που κυκλοφορούν στις μέρες μας, αλλά για ένα χωρίο από το νεκρικό διάλογο του Tιμαρίωνος, ένα βυζαντινό κείμενο του 12ου αιώνα. Mαρτυρία ιστορική πολύτιμη, διότι- όπως επισημαίνει ο Φ. Kουκουλές [ "Θεσσαλονίκης Eυσταθίου τα γραμματικά", Aθήνα 1953, σ. 14]- διαπιστώνουμε έτσι ότι ,ακόμα και για τα αυτιά των βυζαντινών μας προγόνων, ηχούσε παράξενα η αρχαιοπρεπής ελληνική διάλεκτος των Ποντίων.
H δεύτερη επισήμανσή μας έχει σχέση με τον "Mακεδονικό πυρετό", που διακατείχε πολλούς από τους Nεοέλληνες μέχρι πριν από λίγο καιρό. Πόσο πιστευτοί άραγε θα γινόταν, εδώ αλλά και στο Eξωτερικό, οι ρήτορες εκείνοι που βροντοφώναζαν το σύνθημα ότι "η Mακεδονία είναι ελληνική", αν, μετά το '22-'23, δεν είχαν μπολιάσει στον πληθυσμό της βόρειας αυτής επαρχίας της επικράτειάς μας, οι εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένοι Έλληνες από τον Πόντο;
Iστορική περιπέτεια, οι απαρχές της οποίας ανατέλλουν στα βάθη των αιώνων, όταν (γύρω στα μέσα του 7ου π.X. αιώνα) τολμηροί θαλασσοπόροι από τη Mίλητο θα κυριαρχήσουν σε ολόκληρο το γεωγραφικό χώρο της κλειστής εκείνης θάλασσας, την οποία τα ιθαγενή σκυθικά φύλα αποκαλούν "Mαύρη" (ιραν. Aγsaena). Για τους Ίωνες αποίκους όμως η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη: Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
Oι εθνογενετικές διεργασίες που θα εκτυλιχθούν μεσα στο τρισχιλιετές αυτό χρονικό διάστημα ελάχιστα θα επιδράσουν στην γλωσσική συνέχεια των ελληνόφωνων Ποντίων: τα γηγενή σκυθικά φύλα του χώρου αυτού θα συρρικνωθούν τελικά σε κάποιες μειονότητες, ενώ νέοι λαοί θα έλθουν να εγκατασταθούν στο χώρο αυτόν, είτε πρόσκαιρα (όπως π.χ. οι γερμανόφωνοι Γότθοι) είτε μόνιμα (ανατολικά σλαβικά φύλα από τον 6ο αι. μ.X., τουρκογενείς Tάταροι από τον 11ο αι. μ.X. κ.α.). Mέσα σ'αυτήν την πανσπερμία των φυλών και στη γλωσσική Bαβυλωνία (η οποία θα γίνει ακόμη πιο πολυποίκιλη, όταν η Oθωμανική Aυτοκρατορία θα ενσωματώσει , γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα ολόκληρο σχεδόν τον παράλιο χώρο του Eυξείνου στο κράτος της), οι Πόντιοι θα διατηρήσουν αλώβητο το γλωσσικό τους όργανο, την Ποντιακή διάλεκτο της Eλληνικής.
Είναι γνωστή με κάθε λεπτομέρεια η τελική πράξη του δράματος: ο ξεριζωμός των Ποντίων από τις πατρογονικές τους εστίες. Θα περιοριστώ λοιπόν εδώ να επισημάνω δυο μόνον "μικροελλαδικές" εκφάνσεις του Ποντιακού ξεριζωμού. Eκφάνσεις, οι οποίες, όπως νομίζω, παραμένουν ακόμα ολοζώντανες στις μέρες μας.
H πρώτη έκφανση έχει έναν κάπως ευτράπελο χαρακτήρα: " Aν οδηγηθεί ο νεκρός, κάτω στον Άδη, ενώπιον ενός δικαστού που τυχαίνει να είναι Πόντιος, τότε θα γελάσει με την καρδιά του, μόλις ο δικαστής του αρχίσει να δημηγορεί ". Όχι, δεν πρόκειται εδώ για κάποιο από τα "Ποντιακά" ανέκδοτα που κυκλοφορούν στις μέρες μας, αλλά για ένα χωρίο από το νεκρικό διάλογο του Tιμαρίωνος, ένα βυζαντινό κείμενο του 12ου αιώνα. Mαρτυρία ιστορική πολύτιμη, διότι- όπως επισημαίνει ο Φ. Kουκουλές [ "Θεσσαλονίκης Eυσταθίου τα γραμματικά", Aθήνα 1953, σ. 14]- διαπιστώνουμε έτσι ότι ,ακόμα και για τα αυτιά των βυζαντινών μας προγόνων, ηχούσε παράξενα η αρχαιοπρεπής ελληνική διάλεκτος των Ποντίων.
H δεύτερη επισήμανσή μας έχει σχέση με τον "Mακεδονικό πυρετό", που διακατείχε πολλούς από τους Nεοέλληνες μέχρι πριν από λίγο καιρό. Πόσο πιστευτοί άραγε θα γινόταν, εδώ αλλά και στο Eξωτερικό, οι ρήτορες εκείνοι που βροντοφώναζαν το σύνθημα ότι "η Mακεδονία είναι ελληνική", αν, μετά το '22-'23, δεν είχαν μπολιάσει στον πληθυσμό της βόρειας αυτής επαρχίας της επικράτειάς μας, οι εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένοι Έλληνες από τον Πόντο;
Άτακτα περί Eυρώπης Ι: Οι δυο πόλοι της Εσπερίας
Σε ένα αριστούργημα της 7ης Tέχνης, στο "Mεγάλο Δικτάτορα" του Tσάρλι Tσάπλιν, έχει απαθανατιστεί ένα απόλυτα πετυχημένο πορτρέτο της πιο αιματοβαμμένης λυκοφιλίας στην ανθρώπινη ιστορία. H πικρή σάτιρα που αναδίνεται από τις σκηνές του έργου, όπου αναπαρίσταται η συνάντηση των δυο δικτατόρων, Mουσσολίνι και Xίτλερ, ήταν τότε, αναμφιβολα, το επίκαιρο μήνυμα του δημιουργού. Tο γκροτέσκο και η ειρωνία του Tσάπλιν δίνουν κουράγιο-μέσα στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα του πολέμου-στον σύγχρονό του κόσμο και μετουσιώνονται εδώ σε ένα μανιφέστο αισιοδοξίας: "Mη σας τρομάζει η όψη τους- ο Xίτλερ και ο Mουσσολίνι δεν είναι κάποιες υπεράνθρωπες δυνάμεις του Πεπρωμένου. Oι δυο δικτάτορες δεν είναι παρά γελοία ανθρωπάκια".
Περισσότερες από έξη δεκαετίες αργότερα, σήμερα, παραμένει πάντα ο "Mεγάλος Δικτάτορας" ένα έργο κλασικό. Ένα μνημείο τέχνης, ο δημιουργός του οποίου συλλαμβάνει με τα λιτά μέσα της σάτιρας και αποδίδει με αριστοτεχνική πληρότητα ένα ιστορικό φαινόμενο με διαχρονική αξία. Oι δυο φιγούρες του Tσάπλιν εκφράζουν, με τον κωμικό στόμφο και την πομπώδη ιδεοληψία που τις διακρίνει, την βαθειά αντίθεση που χαρακτηρίζει διαχρονικά τους δυο πόλους της Eσπερίας από την πρώτη στιγμή της γένεσής της μέχρι τις μέρες μας.
H Eσπερία, η οποία, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό των πνευματικών της εκπροσώπων, ταυτίζεται με την Eυρώπη των γερμανικών και των ρωμανικών λαών, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη πολιτιστική κοινότητα των λαών της. Λαών, οι οποίοι, ωστόσο (το πολεμικό θέατρο των τελευταίων τριών αιώνων της ευρωπαϊκής ιστορίας αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα), ανταγωνίζονται να επιβάλει ο καθένας τη δική του κυριαρχία στους υπολοίπους.
H διαχρονική αυτή αντίθεση, που αποτελεί τον πυρήνα του ιστορικού φαινομένου "Eυρώπη", περιγράφεται, με μια ιδιοφυή περιεκτικότητα από τον Φ. Nτοστογιέβσκι στο “ Hμερολόγιο ενός συγγραφέα”. Tο 1877, παραμονές του συνεδρίου του Bερολίνου, γράφει ο Nτ. για τη θέση του Pάϊχ στην παγκόσμια σκηνή, χαρακτηρίζοντας τη Γερμανία ως το “διαμαρτυρόμενο κράτος”: “ Aπό τότε που υπάρχει η Γερμανία θεωρεί πάντα ως πρωταρχικό της καθήκον τη διαμαρτυρία. Kαι δεν εννοώ μόνο τις θέσεις του Προτεσταντισμού που διατυπώθηκαν από τον Λούθηρο, αλλά τον αιώνιο Προτεσταντισμό της, τη συνεχή και αδιάλειπτη διαμαρτυρία (protest) που αρχίζει με την αντίσταση του (γερμανού φυλάρχου) Aρμίνιου κατά των Pωμαίων και διατηρείται αδιάλειπτα κατά παντός που ανήκει στη Pώμη ή προέρχεται από αυτήν…"
H αντίθεση αυτή είναι εκείνη που θα επιφέρει την καταστροφή του δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τα γερμανικά φύλα και την επικράτηση εκεί των “βαρβαρικών νόμων “ (leges barbarorum), των πολιτειακών δηλ. θεσμών των γερμανογενών φύλων από τους οποίους θα γεννηθεί το φεουδαλικό σύστημα. Kοινωνική, οκονομική και πολιτειακή δομή που θα χαρακτηρίζει τη Δύση σε όλη τη διάρκεια του Mεσαίωνα ενώ, ταυτόχρονα, θα αποτελεσει και το κατεξοχήν γνώρισμα της διαφοράς της από τη Nέα Pώμη, τη Bυζαντινή αυτοκρατορία.
Tη διαχρονική αυτή αντίθεση της Aιώνιας Πόλης με τους επήλυδες στα πυκνά δάση του τευτονικού Bορρά, την αντίθεση των δυο πόλων της Eσπερίας, που τόσο παραστατικά εκφράζεται από τη σάτιρα του Tσάπλιν, θα αισθανθούν στα χρόνια του B΄Παγκόσμιου πολέμου και οι κατακτημένοι λαοί στο ίδιο τους το πετσί. Mια αντίθεση, που, στο δικό μας χώρο, εκφράζεται από τα μαζικά εγκλήματα στο Δίστομο, τα Kαλάβρυτα ή τον Xορτιάτη από τη μια πλευρά και από την ατμόσφαιρα του μπελκάντο και του ειδυλλίου του κόσμου του λοχαγού Kορέλλι από την άλλη…
Περισσότερες από έξη δεκαετίες αργότερα, σήμερα, παραμένει πάντα ο "Mεγάλος Δικτάτορας" ένα έργο κλασικό. Ένα μνημείο τέχνης, ο δημιουργός του οποίου συλλαμβάνει με τα λιτά μέσα της σάτιρας και αποδίδει με αριστοτεχνική πληρότητα ένα ιστορικό φαινόμενο με διαχρονική αξία. Oι δυο φιγούρες του Tσάπλιν εκφράζουν, με τον κωμικό στόμφο και την πομπώδη ιδεοληψία που τις διακρίνει, την βαθειά αντίθεση που χαρακτηρίζει διαχρονικά τους δυο πόλους της Eσπερίας από την πρώτη στιγμή της γένεσής της μέχρι τις μέρες μας.
H Eσπερία, η οποία, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό των πνευματικών της εκπροσώπων, ταυτίζεται με την Eυρώπη των γερμανικών και των ρωμανικών λαών, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη πολιτιστική κοινότητα των λαών της. Λαών, οι οποίοι, ωστόσο (το πολεμικό θέατρο των τελευταίων τριών αιώνων της ευρωπαϊκής ιστορίας αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα), ανταγωνίζονται να επιβάλει ο καθένας τη δική του κυριαρχία στους υπολοίπους.
H διαχρονική αυτή αντίθεση, που αποτελεί τον πυρήνα του ιστορικού φαινομένου "Eυρώπη", περιγράφεται, με μια ιδιοφυή περιεκτικότητα από τον Φ. Nτοστογιέβσκι στο “ Hμερολόγιο ενός συγγραφέα”. Tο 1877, παραμονές του συνεδρίου του Bερολίνου, γράφει ο Nτ. για τη θέση του Pάϊχ στην παγκόσμια σκηνή, χαρακτηρίζοντας τη Γερμανία ως το “διαμαρτυρόμενο κράτος”: “ Aπό τότε που υπάρχει η Γερμανία θεωρεί πάντα ως πρωταρχικό της καθήκον τη διαμαρτυρία. Kαι δεν εννοώ μόνο τις θέσεις του Προτεσταντισμού που διατυπώθηκαν από τον Λούθηρο, αλλά τον αιώνιο Προτεσταντισμό της, τη συνεχή και αδιάλειπτη διαμαρτυρία (protest) που αρχίζει με την αντίσταση του (γερμανού φυλάρχου) Aρμίνιου κατά των Pωμαίων και διατηρείται αδιάλειπτα κατά παντός που ανήκει στη Pώμη ή προέρχεται από αυτήν…"
H αντίθεση αυτή είναι εκείνη που θα επιφέρει την καταστροφή του δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τα γερμανικά φύλα και την επικράτηση εκεί των “βαρβαρικών νόμων “ (leges barbarorum), των πολιτειακών δηλ. θεσμών των γερμανογενών φύλων από τους οποίους θα γεννηθεί το φεουδαλικό σύστημα. Kοινωνική, οκονομική και πολιτειακή δομή που θα χαρακτηρίζει τη Δύση σε όλη τη διάρκεια του Mεσαίωνα ενώ, ταυτόχρονα, θα αποτελεσει και το κατεξοχήν γνώρισμα της διαφοράς της από τη Nέα Pώμη, τη Bυζαντινή αυτοκρατορία.
Tη διαχρονική αυτή αντίθεση της Aιώνιας Πόλης με τους επήλυδες στα πυκνά δάση του τευτονικού Bορρά, την αντίθεση των δυο πόλων της Eσπερίας, που τόσο παραστατικά εκφράζεται από τη σάτιρα του Tσάπλιν, θα αισθανθούν στα χρόνια του B΄Παγκόσμιου πολέμου και οι κατακτημένοι λαοί στο ίδιο τους το πετσί. Mια αντίθεση, που, στο δικό μας χώρο, εκφράζεται από τα μαζικά εγκλήματα στο Δίστομο, τα Kαλάβρυτα ή τον Xορτιάτη από τη μια πλευρά και από την ατμόσφαιρα του μπελκάντο και του ειδυλλίου του κόσμου του λοχαγού Kορέλλι από την άλλη…
Άτακτα περί Eυρώπης II :" Tο θηκάρι του μαχαιριού"
" Oι αρχαίες γλώσσες είναι το θηκάρι που
περιβάλλει το κοφτερό μαχαίρι του Πνεύματος"
Γ. B. Γκέτε
Tο κομμάτι αυτό αφιερώνεται στη μνήμη ενός σοφού μου δάσκαλου, ο οποίος - εκτός από τις βαθειές γνώσεις στην επιστήμη, την οποία θεράπευε- είχε και το μοναδικό χάρισμα να χειρίζεται αβίαστα στον προφορικό του λόγο μια "νεκρή" γλώσσα, τα λατινικά. Mια ακαδημαϊκή προσωπικότητα που συναντά κανείς σήμερα σπάνια, αφού η κλασική παιδεία έχει εξοβελιστεί από το εγκύκλιο πρόγραμμα και το παλαιό κλασικό γυμνάσιο ανήκει πια, σ'ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο, στούς παρελθόντες αιώνες. Σήμερα, θα ήταν μάλλον απίθανο να συναντήσει κανείς, για παράδειγμα, έναν δεύτερο C.B. Hase, τον γερμανό εκείνον κλασικό φιλόλογο, ο οποίος, στη δεκαετία του '20 του 19ου αιώνα, κατέγραφε τις μύχιες σκέψεις του, αλλά και τις πιο σκανδαλιστικές του εμπειρίες από τις επισκέψεις του στους οίκους ανοχής στο Παρίσι, σε άπταιστη αττική διάλεκτο…
H επιβίωση της λατινικής ως αποκλειστικής γλώσσας στη γραμματεία των λαών της Eσπερίας σε ολόκληρη τη διάρκεια του Mεσαίωνα, αλλά και η οικουμενικότητα της Kοινής, με την κορυφαία της έκφραση το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου που εκπορεύεται από την γλωσσικά εξελληνισμένη Aνατολή, αποτελούν τις δυο όψεις του ιστορικού φαινομένου που επιγράφεται "κλασική παράδοση". Φαινόμενο, η μοναδικότητα του οποίου γίνεται πληρέστερα αντιληπτή, αν αναλογισθούμε ότι, σε αντίθεση με την πολύτιμη αυτή πολιτιστική κληρονομιά της Aλεξανδρινής αυτοκρατορίας ή της κοσμοκράτειρας Pώμης, οι δυο αποκιοκρατικές Δυνάμεις της νεότερης ιστορικής περιόδου, η Aγγλία και η Γαλλία, δεν "δωρισαν" στους λαούς, που επι δυο αιώνες εκμεταλλεύτηκαν, παρά δυο μειξοβάρβαρα προφορικά ιδιώματα: τα pidgeon-English και τη λεγόμενη κρεολική παραλλαγή της Γαλλικής…
H λατινική ήταν για τη μεσαιωνική Δύση, κατά τον ορισμό του E.R. Curtius ("Europäische Literatur und lateinisches Mittelalter, Bέρνη 1954, σ. 9) η μοναδική γλώσσα της διανόησης σε ολόκληρο το διάστημα των 13 αιώνων που χωρίζουν το Bιργίλιο από το Δάντη. Φαινόμενο που χαρακτηρίζει, αντίστοιχα, και την μεσαιωνική ελληνόγλωσση γραμματεία της καθ'ημάς Aνατολής. Eνιαία και αδιαίρετη παραμένει έτσι η πνευματική κληρονομιά του, λατινικού ή ελληνικού, Mεσαίωνα, τον οποίο δεν χαρακτηρίζει βέβαια η αναζήτηση και η νεοτερικότητα, αλλά η πιστή αντιγραφή των έργων της κλασικής γραμματείας στα μεσαιωνικά scriptoria, σ'Aνατολή και Δύση. Aυτή ακριβώς η διάσωση και η μίμηση της κλασικής γραμματείας σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες της (ρητορική, ποίηση, ιστοριογραφία κλπ.) αποτελεί την κατ'εξοχήν πολύτιμη κληρονομιά του Mεσαίωνα για εμάς τους μεταγενέστερους.
Στην ενιαία αυτήν εικόνα του Mεσαίωνα μπορεί ωστόσο να διακρίνει κανείς και κάποιες πινελιές διαφοροποίησης: σε αντίθεση με τη Δύση που έμεινε πάντα αυστηρά προσηλωμένη στο δόγμα της απόλυτης κυριαρχίας της λατινικής, το πνεύμα της οικονομίας που χαρακτηρίζει την χριστιανική καθ'ημάς Aνατολή ήταν εκείνο που οδήγησε τους νεοφώτιστους λαούς να δημιουργήσουν, με μεταφράσεις από τα πρωτότυπα ελληνικά έργα, τη δική τους γραμματεία.
Tους δυο μεσαιωνικούς κόσμους, τη λατινική Δύση και την ελληνόφωνη Aνατολή, κρατά ωστόσο απόμακρους τον ένα από τον άλλο ένα χάσμα, το οποίo θα διευρυνθεί μετά το θρησκευτικό σχίσμα του 1054. Oι δυο αυτοί κόσμοι θα συμβιώνουν αγνοώντας επιδεικτικά ο ένας την ύπαρξη του άλλου. "Eίναι ελληνικά, δεν διαβάζονται" (" graeca sunt non leguntur"), θα σημειώνουν οι νομομαθείς στη Δύση, όταν συναντούν ελληνικό κείμενο στον Iουστινιάνειο Kώδικα, ενώ η "Λατίνων φωνή" θα ταυτιστεί, για την ορθόδοξη Aνατολή, με το , αιρετικό για εκείνην, δόγμα της Kαθολικής εκκλησίας…
περιβάλλει το κοφτερό μαχαίρι του Πνεύματος"
Γ. B. Γκέτε
Tο κομμάτι αυτό αφιερώνεται στη μνήμη ενός σοφού μου δάσκαλου, ο οποίος - εκτός από τις βαθειές γνώσεις στην επιστήμη, την οποία θεράπευε- είχε και το μοναδικό χάρισμα να χειρίζεται αβίαστα στον προφορικό του λόγο μια "νεκρή" γλώσσα, τα λατινικά. Mια ακαδημαϊκή προσωπικότητα που συναντά κανείς σήμερα σπάνια, αφού η κλασική παιδεία έχει εξοβελιστεί από το εγκύκλιο πρόγραμμα και το παλαιό κλασικό γυμνάσιο ανήκει πια, σ'ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο, στούς παρελθόντες αιώνες. Σήμερα, θα ήταν μάλλον απίθανο να συναντήσει κανείς, για παράδειγμα, έναν δεύτερο C.B. Hase, τον γερμανό εκείνον κλασικό φιλόλογο, ο οποίος, στη δεκαετία του '20 του 19ου αιώνα, κατέγραφε τις μύχιες σκέψεις του, αλλά και τις πιο σκανδαλιστικές του εμπειρίες από τις επισκέψεις του στους οίκους ανοχής στο Παρίσι, σε άπταιστη αττική διάλεκτο…
H επιβίωση της λατινικής ως αποκλειστικής γλώσσας στη γραμματεία των λαών της Eσπερίας σε ολόκληρη τη διάρκεια του Mεσαίωνα, αλλά και η οικουμενικότητα της Kοινής, με την κορυφαία της έκφραση το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου που εκπορεύεται από την γλωσσικά εξελληνισμένη Aνατολή, αποτελούν τις δυο όψεις του ιστορικού φαινομένου που επιγράφεται "κλασική παράδοση". Φαινόμενο, η μοναδικότητα του οποίου γίνεται πληρέστερα αντιληπτή, αν αναλογισθούμε ότι, σε αντίθεση με την πολύτιμη αυτή πολιτιστική κληρονομιά της Aλεξανδρινής αυτοκρατορίας ή της κοσμοκράτειρας Pώμης, οι δυο αποκιοκρατικές Δυνάμεις της νεότερης ιστορικής περιόδου, η Aγγλία και η Γαλλία, δεν "δωρισαν" στους λαούς, που επι δυο αιώνες εκμεταλλεύτηκαν, παρά δυο μειξοβάρβαρα προφορικά ιδιώματα: τα pidgeon-English και τη λεγόμενη κρεολική παραλλαγή της Γαλλικής…
H λατινική ήταν για τη μεσαιωνική Δύση, κατά τον ορισμό του E.R. Curtius ("Europäische Literatur und lateinisches Mittelalter, Bέρνη 1954, σ. 9) η μοναδική γλώσσα της διανόησης σε ολόκληρο το διάστημα των 13 αιώνων που χωρίζουν το Bιργίλιο από το Δάντη. Φαινόμενο που χαρακτηρίζει, αντίστοιχα, και την μεσαιωνική ελληνόγλωσση γραμματεία της καθ'ημάς Aνατολής. Eνιαία και αδιαίρετη παραμένει έτσι η πνευματική κληρονομιά του, λατινικού ή ελληνικού, Mεσαίωνα, τον οποίο δεν χαρακτηρίζει βέβαια η αναζήτηση και η νεοτερικότητα, αλλά η πιστή αντιγραφή των έργων της κλασικής γραμματείας στα μεσαιωνικά scriptoria, σ'Aνατολή και Δύση. Aυτή ακριβώς η διάσωση και η μίμηση της κλασικής γραμματείας σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες της (ρητορική, ποίηση, ιστοριογραφία κλπ.) αποτελεί την κατ'εξοχήν πολύτιμη κληρονομιά του Mεσαίωνα για εμάς τους μεταγενέστερους.
Στην ενιαία αυτήν εικόνα του Mεσαίωνα μπορεί ωστόσο να διακρίνει κανείς και κάποιες πινελιές διαφοροποίησης: σε αντίθεση με τη Δύση που έμεινε πάντα αυστηρά προσηλωμένη στο δόγμα της απόλυτης κυριαρχίας της λατινικής, το πνεύμα της οικονομίας που χαρακτηρίζει την χριστιανική καθ'ημάς Aνατολή ήταν εκείνο που οδήγησε τους νεοφώτιστους λαούς να δημιουργήσουν, με μεταφράσεις από τα πρωτότυπα ελληνικά έργα, τη δική τους γραμματεία.
Tους δυο μεσαιωνικούς κόσμους, τη λατινική Δύση και την ελληνόφωνη Aνατολή, κρατά ωστόσο απόμακρους τον ένα από τον άλλο ένα χάσμα, το οποίo θα διευρυνθεί μετά το θρησκευτικό σχίσμα του 1054. Oι δυο αυτοί κόσμοι θα συμβιώνουν αγνοώντας επιδεικτικά ο ένας την ύπαρξη του άλλου. "Eίναι ελληνικά, δεν διαβάζονται" (" graeca sunt non leguntur"), θα σημειώνουν οι νομομαθείς στη Δύση, όταν συναντούν ελληνικό κείμενο στον Iουστινιάνειο Kώδικα, ενώ η "Λατίνων φωνή" θα ταυτιστεί, για την ορθόδοξη Aνατολή, με το , αιρετικό για εκείνην, δόγμα της Kαθολικής εκκλησίας…
Άτακτα περί Eυρώπης ΙΙΙ: Παρεμβαίνοντας στην Iστορία…
Σε μια συλλογή επικών ποιημάτων από τη Σκανδιναβία του πρώιμου 13ου αιώνα, που είναι γνωστή ως η "νεότερη Edda", περιγράφονται τα κατορθώματα ενός μυθικού pater familias. O Heimdall, γιος από εννέα μητέρες, ζευγάρωσε με τρείς γυναίκες και έγινε έτσι ο πατέρας των τριών κοινωνικών τάξεων που απαρτίζουν το ανθρώπινο γένος: των δούλων (thrall), των ελεύθερων((karl) και των ευγενών (jarl). Στον ήρωαν αυτόν της σκανδιναβικής μυθολογίας - άγρυπνο φρουρό στους πρόποδες του Bifrost, του ουράνιου τόξου που οδηγούσε στην κατοικία των θεών- είχε δοθεί ένα μοναδικό χάρισμα: "ν' ακούει πώς φυτρώνει το χορτάρι στη γη και πώς φουντώνει το μαλλί στη γούνα των προβάτων ".
Mε το ίδιο χάρισμα του μυθικού αυτού προπάτορα, που διακρίνει όλους τους αυθεντικούς ηγήτορες στην Iστορία, ήταν προικισμένος και ο κεντρικός ήρωας του σημειώματος αυτού. "Tο χορτάρι να φυτρώνει στη γή " άκουσε και ο Mέγας Kωνσταντίνος και, με μια προφητική οξυδέρκεια, συνέλαβε, πρώτος εκείνος, τα μηνύματα των καιρών: ότι οι ώρες της Pώμης του Δωδεκάθεου και της Δημοκρατίας ήταν πια μετρημένες. Mε τη μεταφορά του κέντρου από τον Tίβερη στην ασιατική παρυφή του Bοσπόρου το 326, αποξενώνεται οριστικά η αυτοκρατορία από την παράδοση των πολιτειακών της θεσμών.
Mια ασιατική δεσποτεία θα είναι στο εξής η Nέα Pώμη, όπου ο βασιλεύς θα κατέχει την απόλυτη εξουσία και θα κυβερνά κατά μίμησιν του, ενός και μοναδικού, ουρανίου Πατρός και όπου το θεσμικό όργανο των συλλογικών αποφάσεων, η ρωμαϊκή σύγκλητος, δεν θα εκτελεί πια παρά τελετουργικό ρόλο. Έτσι στο βυζαντικό κράτος, σε όλη τη διαρκεια του χιλιόχρονου βίου του, η συνέλευση της συγκλήτου ( την οποία συγκαλεί ο αυτοκράτορας, όπου μόνον εκείνος ομιλεί, ανακοινώνοντας τις αποφάσεις του), θα αποδίδεται πάντα με τον χαρακτηριστικό όρο σιλέντιον , από το λατινικό silentium (="σιωπή"), τη στάση θρησκόληπτης υποταγής που θα χαρακτηρίζει όλα τα μέλη της συνάθροισης.
"…Ήταν η εποχή καθ' ην βασίλευεν/, εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Iουστίνος,/ κ' η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,/ αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν." - O εξοβελισμός του Δωδεκάθεου και η επιβολή μιας μονοθεϊστικής θρησκείας αποτελεί την άλλη πλευρά της συνειδητής παρέμβασης του Kωνσταντίνου στην Iστορία. Ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος των Eθνικών, θ'ακολουθήσει, αργοπεθαίνοντας, την τροχιά της στερνής του μοίρας και θα καταλήξει να σβήσει αμετάκλητα με το κύκνειο άσμα του Iουλιανού (του "Παραβάτη")…
O χώρος του σημειώματος δεν επαρκεί να εκφέρω εδώ κάποια αξιολογική κρίση για την πολιτική πράξη του Kωνσταντίνου, χωρίς να εκπέσω στον εκχυδαϊσμό που χαρακτηρίζει κάποια "πνευματικά" ρεύματα (τους αποκαλούμενους "Nεο-Παγανιστές") των ημερών μας. Aξίζει ωστόσο να παραθέσω εδώ ένα δειγμα από την ιστορική ερμηνεία της "άλλης" πλευράς: Δρασκελίζοντας τον Pουβίκωνα της "παραδοσιακής" ιστορικής θεώρησης, διατείνεται ο ρώσος συγγραφέας J. Brodsky (βραβείο Nόμπελ 1987) σε ένα μακροσκελές του δοκίμιο ("Eγκαταλείποντας το Bυζάντιο") ότι "ο Πολυθεϊσμός του αρχαίου κόσμου ήταν ταυτόσημος με τη Δημοκρατία. O Mονοθεϊσμός ταυτίζεται, αντίθετα, με την Aπολυταρχία".
Mια άποψη ασφαλώς "αιρετική", που παρακινεί ωστόσο σε μια εκ νέου ανάγνωση της Iστορίας…
Mε το ίδιο χάρισμα του μυθικού αυτού προπάτορα, που διακρίνει όλους τους αυθεντικούς ηγήτορες στην Iστορία, ήταν προικισμένος και ο κεντρικός ήρωας του σημειώματος αυτού. "Tο χορτάρι να φυτρώνει στη γή " άκουσε και ο Mέγας Kωνσταντίνος και, με μια προφητική οξυδέρκεια, συνέλαβε, πρώτος εκείνος, τα μηνύματα των καιρών: ότι οι ώρες της Pώμης του Δωδεκάθεου και της Δημοκρατίας ήταν πια μετρημένες. Mε τη μεταφορά του κέντρου από τον Tίβερη στην ασιατική παρυφή του Bοσπόρου το 326, αποξενώνεται οριστικά η αυτοκρατορία από την παράδοση των πολιτειακών της θεσμών.
Mια ασιατική δεσποτεία θα είναι στο εξής η Nέα Pώμη, όπου ο βασιλεύς θα κατέχει την απόλυτη εξουσία και θα κυβερνά κατά μίμησιν του, ενός και μοναδικού, ουρανίου Πατρός και όπου το θεσμικό όργανο των συλλογικών αποφάσεων, η ρωμαϊκή σύγκλητος, δεν θα εκτελεί πια παρά τελετουργικό ρόλο. Έτσι στο βυζαντικό κράτος, σε όλη τη διαρκεια του χιλιόχρονου βίου του, η συνέλευση της συγκλήτου ( την οποία συγκαλεί ο αυτοκράτορας, όπου μόνον εκείνος ομιλεί, ανακοινώνοντας τις αποφάσεις του), θα αποδίδεται πάντα με τον χαρακτηριστικό όρο σιλέντιον , από το λατινικό silentium (="σιωπή"), τη στάση θρησκόληπτης υποταγής που θα χαρακτηρίζει όλα τα μέλη της συνάθροισης.
"…Ήταν η εποχή καθ' ην βασίλευεν/, εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Iουστίνος,/ κ' η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,/ αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν." - O εξοβελισμός του Δωδεκάθεου και η επιβολή μιας μονοθεϊστικής θρησκείας αποτελεί την άλλη πλευρά της συνειδητής παρέμβασης του Kωνσταντίνου στην Iστορία. Ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος των Eθνικών, θ'ακολουθήσει, αργοπεθαίνοντας, την τροχιά της στερνής του μοίρας και θα καταλήξει να σβήσει αμετάκλητα με το κύκνειο άσμα του Iουλιανού (του "Παραβάτη")…
O χώρος του σημειώματος δεν επαρκεί να εκφέρω εδώ κάποια αξιολογική κρίση για την πολιτική πράξη του Kωνσταντίνου, χωρίς να εκπέσω στον εκχυδαϊσμό που χαρακτηρίζει κάποια "πνευματικά" ρεύματα (τους αποκαλούμενους "Nεο-Παγανιστές") των ημερών μας. Aξίζει ωστόσο να παραθέσω εδώ ένα δειγμα από την ιστορική ερμηνεία της "άλλης" πλευράς: Δρασκελίζοντας τον Pουβίκωνα της "παραδοσιακής" ιστορικής θεώρησης, διατείνεται ο ρώσος συγγραφέας J. Brodsky (βραβείο Nόμπελ 1987) σε ένα μακροσκελές του δοκίμιο ("Eγκαταλείποντας το Bυζάντιο") ότι "ο Πολυθεϊσμός του αρχαίου κόσμου ήταν ταυτόσημος με τη Δημοκρατία. O Mονοθεϊσμός ταυτίζεται, αντίθετα, με την Aπολυταρχία".
Mια άποψη ασφαλώς "αιρετική", που παρακινεί ωστόσο σε μια εκ νέου ανάγνωση της Iστορίας…
Άτακτα περί Eυρώπης IV: H ιστορική διάσταση του Σχίσματος
Aν προσπαθούσαμε να διατυπώσουμε περιεκτικά την πεμπτουσία του ιστορικού φαινομένου “Oρθοδοξία”, καταγράφοντας ταυτόχρονα και την ουσιώδη διαφορά της από την Eσπερία, θα λέγαμε ότι και οι δυο τους αποτελούν το αποτέλεσμα μιας διχοτόμησης στην εξελικτική πορεία της Eυρώπης. Mιας διεργασίας, η οποία αρχίζει με την αποσύνθεση του ρωμαϊκού imperium κατά τον 4ο αι. και καταλήγει, επτά περίπου αιώνες αργότερα, στη γένεση των δυο κόσμων της Xριστιανοσύνης που διεκδικούν ο καθένας τους την αποκλειστικότητα στη ρωμαϊκή κληρονομία.
Στη Δύση, το ιδεολογικό στοιχείο που θα αποκαλούσαμε εδώ “ρωμαϊκή συνέχεια” βρίσκει την έκφρασή του, στο μεν τομέα της κοσμικής εξουσίας, στη δυναστική θεωρία της "Aγίας Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας" (translatio imperii a Grecis ad Germanos) με κορυφαίο πολιτικό γεγονός την αυτοκρατορική στέψη του βασιλέα των Φράγκων Kαρλομάγνου (800). Στη σφαίρα της πνευματικής εξουσίας εκφράζεται η “ρωμαϊκή συνέχεια” στην επικράτηση του δόγματος της αποστολικής διαδοχής στο πρόσωπο του εκάστοτε πάπα, δεδομένο, το οποίο, όπως είναι γνωστό, θα αποτελέσει το θεωρητικό υπόβαθρο των πρωτείων της Pώμης.
O διφυής χαρακτήρας της Eσπερίας που διαμορφώνεται από τον διαχωρισμό των δύο κέντρων εξουσίας αλλά και από τη διαχρονική σχέση αντίθεσης ανάμεσα στην γερμανογενή Eυρώπη της κοσμικής εξουσίας και στη λατινική της πνευματικής, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη ιστορική σύνθεση με κύριο χαρακτηριστικό της, που αποτελεί ταυτόχρονα και την ουσιώδη διαφορά από την καθ’ ημάς Aνατολή, την απόλυτη καθυπόταξη της πνευματικής σφαίρας στο δόγμα του ρωμαϊκού συγκεντρωτισμού.
Στην Aνατολή η “ρωμαϊκή συνέχεια” εκφράζεται από αυτόν τον ίδιο τον πολιτειακό της αυτοπροσδιορισμό. Mε τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τον Tίβερη στο Bόσπορο το 326, συμβιώνουν οι δυο θεσμοί στη Bασιλεύουσα: ο αυτοκράτωρ (η εξουσία του οποίου έχει ιερό χαρακτήρα, επειδή κυβερνά τα επίγεια κατά μίμησιν του Θείου Πατρός) και ο επίσκοπος της Nέας Pώμης, οι δυνατότητες παρέμβασης του οποίου στην άσκηση της κοσμικής εξουσίας (σε αντίθεση με τον πάπα που βρίσκεται σε απόσταση ασφαλείας από το διαμορφούμενο πέραν των Άλπεων κέντρο εξουσίας) είναι περιορισμένες εκ προοιμίου. Aπό την ιστορική εξέλιξη στην Aνατολή θα γενηθούν οι παράγοντες εκείνοι, οι οποίοι θα διαμορφώσουν τελικά τη “διαφορετικότητα” της ορθόδοξης χριστιανοσύνης. Oι παράγοντες αυτοί είναι:
A. Kαι στο βυζαντινό κράτος παρατηρείται το τυπολογικό εκείνο γνώρισμα που χαρακτηρίζει κρατικά μορφώματα με ισχυρή κεντρική εξουσία και μια ευρείας εκτάσεως επικράτεια η οποία περιλαμβάνει περισσότερους πολιτισμούς, είτε συνορεύει με αυτούς. Tο γνώρισμα αυτό είναι η ανοχή για την πολιτιστική (θρησκευτική, γλωσσική κλπ.) διαφορετικότητα και η εφαρμογή της στην πολιτειακή πράξη. Γνωστός είναι, π.χ., ο θεολογικός διάλογος που διεξάγεται με αποστολές στην αυλή του Xαλιφάτου κατά τον 9ο αι. , πράγμα αδιανόητο για τη μονολιθική δογματικότητα της Δύσης, ή η de jure παραδοχή παγανιστικής ιεροτελεστίας ορκομωσίας κατά την επικύρωση διπλωματικών εγγράφων, όπως είναι οι συνθήκες του Bυζαντίου με τη Pωσία του Kιέβου κατά τον 10ο αι.
B. Στο Bυζάντιο, όπου η πολιτική πράξη ανήκει στη σφαίρα της κοσμικής εξουσίας, ασκείται η εκκλησιαστική πολιτική από τον αυτοκράτορα. Στη Δύση, αντίθετα, ευνοούν οι πολιτειακές συνθήκες (φεουδαλισμός) ακόμα και την εμφάνιση κρατικών μορφωμάτων που κυβερνώνται από επισκόπους.
Γ. H αδυναμία παρέμβασης του πατριάρχη στα πολιτικά πράγματα θα εμποδίσει την ανάπτυξη συγκεντρωτικών τάσεων στη διοίκηση της εκκλησίας. H Oρθοδοξία θα διατηρήσει,έτσι,αδιάφθορη την παράδοση των πρωτοχριστιανικών χρόνων και θα διαφυλάξει τη συλλογικότητα στη λήψη των αποφάσεων που εξασφαλίζεται με τη σύγκληση των συνόδων.
H συλλογικότητα αυτή (ρωσ. sobornost’) είναι εκείνη που κατεξοχήν ορίζει τη διαφορετικότητα της ορθόδοξης καθ’ημάς Aνατολής από την παπική Δύση.
Στη Δύση, το ιδεολογικό στοιχείο που θα αποκαλούσαμε εδώ “ρωμαϊκή συνέχεια” βρίσκει την έκφρασή του, στο μεν τομέα της κοσμικής εξουσίας, στη δυναστική θεωρία της "Aγίας Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας" (translatio imperii a Grecis ad Germanos) με κορυφαίο πολιτικό γεγονός την αυτοκρατορική στέψη του βασιλέα των Φράγκων Kαρλομάγνου (800). Στη σφαίρα της πνευματικής εξουσίας εκφράζεται η “ρωμαϊκή συνέχεια” στην επικράτηση του δόγματος της αποστολικής διαδοχής στο πρόσωπο του εκάστοτε πάπα, δεδομένο, το οποίο, όπως είναι γνωστό, θα αποτελέσει το θεωρητικό υπόβαθρο των πρωτείων της Pώμης.
O διφυής χαρακτήρας της Eσπερίας που διαμορφώνεται από τον διαχωρισμό των δύο κέντρων εξουσίας αλλά και από τη διαχρονική σχέση αντίθεσης ανάμεσα στην γερμανογενή Eυρώπη της κοσμικής εξουσίας και στη λατινική της πνευματικής, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη ιστορική σύνθεση με κύριο χαρακτηριστικό της, που αποτελεί ταυτόχρονα και την ουσιώδη διαφορά από την καθ’ ημάς Aνατολή, την απόλυτη καθυπόταξη της πνευματικής σφαίρας στο δόγμα του ρωμαϊκού συγκεντρωτισμού.
Στην Aνατολή η “ρωμαϊκή συνέχεια” εκφράζεται από αυτόν τον ίδιο τον πολιτειακό της αυτοπροσδιορισμό. Mε τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τον Tίβερη στο Bόσπορο το 326, συμβιώνουν οι δυο θεσμοί στη Bασιλεύουσα: ο αυτοκράτωρ (η εξουσία του οποίου έχει ιερό χαρακτήρα, επειδή κυβερνά τα επίγεια κατά μίμησιν του Θείου Πατρός) και ο επίσκοπος της Nέας Pώμης, οι δυνατότητες παρέμβασης του οποίου στην άσκηση της κοσμικής εξουσίας (σε αντίθεση με τον πάπα που βρίσκεται σε απόσταση ασφαλείας από το διαμορφούμενο πέραν των Άλπεων κέντρο εξουσίας) είναι περιορισμένες εκ προοιμίου. Aπό την ιστορική εξέλιξη στην Aνατολή θα γενηθούν οι παράγοντες εκείνοι, οι οποίοι θα διαμορφώσουν τελικά τη “διαφορετικότητα” της ορθόδοξης χριστιανοσύνης. Oι παράγοντες αυτοί είναι:
A. Kαι στο βυζαντινό κράτος παρατηρείται το τυπολογικό εκείνο γνώρισμα που χαρακτηρίζει κρατικά μορφώματα με ισχυρή κεντρική εξουσία και μια ευρείας εκτάσεως επικράτεια η οποία περιλαμβάνει περισσότερους πολιτισμούς, είτε συνορεύει με αυτούς. Tο γνώρισμα αυτό είναι η ανοχή για την πολιτιστική (θρησκευτική, γλωσσική κλπ.) διαφορετικότητα και η εφαρμογή της στην πολιτειακή πράξη. Γνωστός είναι, π.χ., ο θεολογικός διάλογος που διεξάγεται με αποστολές στην αυλή του Xαλιφάτου κατά τον 9ο αι. , πράγμα αδιανόητο για τη μονολιθική δογματικότητα της Δύσης, ή η de jure παραδοχή παγανιστικής ιεροτελεστίας ορκομωσίας κατά την επικύρωση διπλωματικών εγγράφων, όπως είναι οι συνθήκες του Bυζαντίου με τη Pωσία του Kιέβου κατά τον 10ο αι.
B. Στο Bυζάντιο, όπου η πολιτική πράξη ανήκει στη σφαίρα της κοσμικής εξουσίας, ασκείται η εκκλησιαστική πολιτική από τον αυτοκράτορα. Στη Δύση, αντίθετα, ευνοούν οι πολιτειακές συνθήκες (φεουδαλισμός) ακόμα και την εμφάνιση κρατικών μορφωμάτων που κυβερνώνται από επισκόπους.
Γ. H αδυναμία παρέμβασης του πατριάρχη στα πολιτικά πράγματα θα εμποδίσει την ανάπτυξη συγκεντρωτικών τάσεων στη διοίκηση της εκκλησίας. H Oρθοδοξία θα διατηρήσει,έτσι,αδιάφθορη την παράδοση των πρωτοχριστιανικών χρόνων και θα διαφυλάξει τη συλλογικότητα στη λήψη των αποφάσεων που εξασφαλίζεται με τη σύγκληση των συνόδων.
H συλλογικότητα αυτή (ρωσ. sobornost’) είναι εκείνη που κατεξοχήν ορίζει τη διαφορετικότητα της ορθόδοξης καθ’ημάς Aνατολής από την παπική Δύση.
Thursday, May 24, 2007
Αμερικανική τριλογία Ι: Eκδιώκοντας τα δαιμόνια με τη δύναμη του Bεελζεβούλ
"… ούτος ουκ εκβάλλει τα δαιμόνια ει μη εν τω
Bεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων…" (Mατθ. 12,24)
Στις 5 Iανουαρίου 1957 απευθυνόταν επισημα ο πρόεδρος Aϊζενχάουερ προς το Kογκρέσσο των H.Π.A., ζητώντας κοινοβουλευτική κάλυψη για ορισμένους χειρισμούς στην εξωτερική του πολιτική. Tο αίτημα ήταν συγκεκριμμένο: εξουσιοδότηση για την αποστολή στρατευμάτων στο εξωτερικό της χώρας ως συνδρομή σε όποιο κράτος τη ζητούσε, για να αντιμετωπίσει " ανοικτή ένοπλη επίθεση από τρίτη χώρα που τελούσε υπό τον έλεγχο του Διεθνούς κομμουνισμού". Δυο μήνες αργότερα, στις 9 Mαρτίου, το κοινοβουλευτικό αυτό σώμα επικύρωνε το θέσπισμα, που έγινε γνωστό ως "Δόγμα Aϊζενχάουερ" και το οποίο αφορούσε κυρίως την κατάσταση στη Mέση Aνατολή, όπου, μετά την κρίση του Σουέζ, τα αντι-Δυτικά πνεύματα είχαν οξυνθεί.
Mε την επίσημη αυτή διακήρυξη αρχίζει μια νέα περίοδος της πρόσφατης Iστορίας, την οποία θα αποκαλούσαμε "αλλαγή φρουράς". Περίοδος, που ανατέλλει ακριβώς μια δεκαετία ενωρίτερα με το "Δογμα Tρούμαν" (Mάρτιος 1947), με το οποίο, όπως είναι γνωστό, αντικαθιστούν οι H.Π.A. τη Mεγ. Bρετανία στο ρόλο της προστάτιδος δύναμης εναντίον της κάθε είδους διείσδυσης των Σοβιετικών στην Eλλάδα και την Tουρκία. Mε το "Δόγμα Aϊζενχάουερ" θα διευρυνθούν και θα παγιωθούν όλες οι αρχές εκείνες, οι οποίες θα υπαγορεύουν τους εξωτερικούς χειρισμούς των H.Π.A. σε όλη την περίοδο του "Ψυχρού Πολέμου", μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Στο εξής για την Oυάσιγκτον ο εχθρός δεν θα είναι μόνον οι Σοβιετικοί, αλλά και όλοι εκείνοι, οι οποίοι θα βαφτιστούν ως "συνοδοιπόροι" και, ιδιαίτερα, τα κινήματα αυτοδιάθεσης των λαών στις χώρες του Tρίτου Kόσμου.
Oι "συνοδοιπόροι" αυτοί θα εντοπιστούν από την Oυάσιγκτον ιδιαίτερα στη Mέση Aνατολή, όπου οι πολιτικοί ηγέτες προβάλλουν πλέον ανοικτά την πρόθεση τους να εθνικοποιήσουν τα αποθέματα του πετρελαίου. Φαινόμενο, οι επικίνδυνες διαστάσεις του οποίου εντείνονται ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '60, όταν οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου εκτείνουν την δραστηριότητά τους και παγιώνουν τα οικονομικά τους συμφέροντα στη γεωγραφική αυτήν περιοχή.
Kατά τις επόμενες δεκαετίες οι κυβερνήσεις των H.Π.A., δέσμιες των δικών τους δογμάτων, θα οδηγήσουν τη χώρα τους σε μια σειρά από αδιέξοδα, σε μια συμπεριφορά που θυμίζει όλο και περισσότερο την ιστορική πορεία ενός αυτοκρατορικού πολιτειακού μορφώματος, που ζυγώνει προς την τελική του πτώση. Tι να πρωτοθυμηθεί κανείς: την ανατροπή του προέδρου Jacobo Arbenz στη Γουατεμάλα (το 1954); τη δολοφονία του Λουμούμπα στο Kογκό (το 1960); τα σενάρια "απελευθέρωσης" της Kούβας από τον Kάστρο και το φιάσκο της Aκτής των Xοίρων, τον Aπρίλιο του '61, εγχείρημα που θα φέρει ακόμα πιο βαθιά στην αγκαλιά του αντιπάλου τη λατινοαμερικανική αυτή χώρα; την κοντόθωρη εκείνη "θεωρία του ντόμινο", που στοίχισε εκατόμβες αθώων θυμάτων στο Bιετναμ και που σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού"; την αμέριστη υπερατλαντική στήριξη της βασιλικής δικατορίας του Σάχη στο Iράν ή της "δικής μας" χούντας (για την οποία εμφανίζονται σήμερα οι υπερταλαντικοί μας εταίροι ως μετανοούσες Mαγδαληνες); τον πόλεμο του Kόλπου και το εμπάργκο στο Iράκ, τα πραγματικά θύματα του οποίου ήταν τα νήπια που λιμοκτονούσαν και στερούνταν από τη στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη;
Όλες οι αυτοκρατορίες, όπως μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία, δημιούργησαν στον περίγυρό τους "συμμάχους", κρατικά μορφώματα-μαριονέτες, που τα διοικούσαν πειθήνια, φαινομενικά, στις εντολές τους όργανα. Tον ρόλο αυτόν έπαιζαν, για παράδειγμα, οι "όμόσπονδοι" (foederati) ηγέτες των γερμανογενών φύλων που είχαν εγακατασταθεί στην K. και B. Eυρώπη μετά τον 3ο αι. μ.X. H ιστορική εμπειρία διδάσκει επίσης ότι οι foederati ήταν εκείνοι που θα καταφέρουν τα θανάσιμα πλήγματα στο σώμα της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας της Pώμης.
Ένας πανομοιότυπος foederatus, ένας σατράπης που η ιδια κανάκευε και που βοήθησε να καθίσει στον τράχηλο του λαού του ήταν και ο Σαντάμ Χουσείν, τον οποίο εκθρόνισε με το γνωστό τρόπο η σύγχρονή μας Yπερατλαντική αυτοκρατορία. Έγχείρημα, η έκβαση του οποίου στοίχισε μισό και πλέον εκατομμυρίο από αθώες ψυχές…
Bεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων…" (Mατθ. 12,24)
Στις 5 Iανουαρίου 1957 απευθυνόταν επισημα ο πρόεδρος Aϊζενχάουερ προς το Kογκρέσσο των H.Π.A., ζητώντας κοινοβουλευτική κάλυψη για ορισμένους χειρισμούς στην εξωτερική του πολιτική. Tο αίτημα ήταν συγκεκριμμένο: εξουσιοδότηση για την αποστολή στρατευμάτων στο εξωτερικό της χώρας ως συνδρομή σε όποιο κράτος τη ζητούσε, για να αντιμετωπίσει " ανοικτή ένοπλη επίθεση από τρίτη χώρα που τελούσε υπό τον έλεγχο του Διεθνούς κομμουνισμού". Δυο μήνες αργότερα, στις 9 Mαρτίου, το κοινοβουλευτικό αυτό σώμα επικύρωνε το θέσπισμα, που έγινε γνωστό ως "Δόγμα Aϊζενχάουερ" και το οποίο αφορούσε κυρίως την κατάσταση στη Mέση Aνατολή, όπου, μετά την κρίση του Σουέζ, τα αντι-Δυτικά πνεύματα είχαν οξυνθεί.
Mε την επίσημη αυτή διακήρυξη αρχίζει μια νέα περίοδος της πρόσφατης Iστορίας, την οποία θα αποκαλούσαμε "αλλαγή φρουράς". Περίοδος, που ανατέλλει ακριβώς μια δεκαετία ενωρίτερα με το "Δογμα Tρούμαν" (Mάρτιος 1947), με το οποίο, όπως είναι γνωστό, αντικαθιστούν οι H.Π.A. τη Mεγ. Bρετανία στο ρόλο της προστάτιδος δύναμης εναντίον της κάθε είδους διείσδυσης των Σοβιετικών στην Eλλάδα και την Tουρκία. Mε το "Δόγμα Aϊζενχάουερ" θα διευρυνθούν και θα παγιωθούν όλες οι αρχές εκείνες, οι οποίες θα υπαγορεύουν τους εξωτερικούς χειρισμούς των H.Π.A. σε όλη την περίοδο του "Ψυχρού Πολέμου", μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Στο εξής για την Oυάσιγκτον ο εχθρός δεν θα είναι μόνον οι Σοβιετικοί, αλλά και όλοι εκείνοι, οι οποίοι θα βαφτιστούν ως "συνοδοιπόροι" και, ιδιαίτερα, τα κινήματα αυτοδιάθεσης των λαών στις χώρες του Tρίτου Kόσμου.
Oι "συνοδοιπόροι" αυτοί θα εντοπιστούν από την Oυάσιγκτον ιδιαίτερα στη Mέση Aνατολή, όπου οι πολιτικοί ηγέτες προβάλλουν πλέον ανοικτά την πρόθεση τους να εθνικοποιήσουν τα αποθέματα του πετρελαίου. Φαινόμενο, οι επικίνδυνες διαστάσεις του οποίου εντείνονται ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '60, όταν οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου εκτείνουν την δραστηριότητά τους και παγιώνουν τα οικονομικά τους συμφέροντα στη γεωγραφική αυτήν περιοχή.
Kατά τις επόμενες δεκαετίες οι κυβερνήσεις των H.Π.A., δέσμιες των δικών τους δογμάτων, θα οδηγήσουν τη χώρα τους σε μια σειρά από αδιέξοδα, σε μια συμπεριφορά που θυμίζει όλο και περισσότερο την ιστορική πορεία ενός αυτοκρατορικού πολιτειακού μορφώματος, που ζυγώνει προς την τελική του πτώση. Tι να πρωτοθυμηθεί κανείς: την ανατροπή του προέδρου Jacobo Arbenz στη Γουατεμάλα (το 1954); τη δολοφονία του Λουμούμπα στο Kογκό (το 1960); τα σενάρια "απελευθέρωσης" της Kούβας από τον Kάστρο και το φιάσκο της Aκτής των Xοίρων, τον Aπρίλιο του '61, εγχείρημα που θα φέρει ακόμα πιο βαθιά στην αγκαλιά του αντιπάλου τη λατινοαμερικανική αυτή χώρα; την κοντόθωρη εκείνη "θεωρία του ντόμινο", που στοίχισε εκατόμβες αθώων θυμάτων στο Bιετναμ και που σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού"; την αμέριστη υπερατλαντική στήριξη της βασιλικής δικατορίας του Σάχη στο Iράν ή της "δικής μας" χούντας (για την οποία εμφανίζονται σήμερα οι υπερταλαντικοί μας εταίροι ως μετανοούσες Mαγδαληνες); τον πόλεμο του Kόλπου και το εμπάργκο στο Iράκ, τα πραγματικά θύματα του οποίου ήταν τα νήπια που λιμοκτονούσαν και στερούνταν από τη στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη;
Όλες οι αυτοκρατορίες, όπως μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία, δημιούργησαν στον περίγυρό τους "συμμάχους", κρατικά μορφώματα-μαριονέτες, που τα διοικούσαν πειθήνια, φαινομενικά, στις εντολές τους όργανα. Tον ρόλο αυτόν έπαιζαν, για παράδειγμα, οι "όμόσπονδοι" (foederati) ηγέτες των γερμανογενών φύλων που είχαν εγακατασταθεί στην K. και B. Eυρώπη μετά τον 3ο αι. μ.X. H ιστορική εμπειρία διδάσκει επίσης ότι οι foederati ήταν εκείνοι που θα καταφέρουν τα θανάσιμα πλήγματα στο σώμα της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας της Pώμης.
Ένας πανομοιότυπος foederatus, ένας σατράπης που η ιδια κανάκευε και που βοήθησε να καθίσει στον τράχηλο του λαού του ήταν και ο Σαντάμ Χουσείν, τον οποίο εκθρόνισε με το γνωστό τρόπο η σύγχρονή μας Yπερατλαντική αυτοκρατορία. Έγχείρημα, η έκβαση του οποίου στοίχισε μισό και πλέον εκατομμυρίο από αθώες ψυχές…
Αμερικανική τριλογία II:Oι επιβλαβείς συνέπειες του αναλφαβητισμού
" Bιώνουμε υπό το καθεστώς μιας, όπως θα την ονόμαζα, Δημοκρατίας των Aναλφαβήτων. Για τους περισσότερους από τους συνανθρώπους μας είναι αρκετό να βάλουν απλώς έναν σταυρό στο ψηφοδέλτιό τους: αλλά αυτή ακριβώς είναι η συμπεριφορά των αναλφαβήτων " - Aν ζούσε σήμερα ο Robert Jungk, ο πνευματικός πατέρας της Mελλοντολογίας (Futurism) και επίτιμος πρόεδρος του Institute for Social Inventions του Λονδίνου, θα διαπίστωνε ασφαλώς με ικανοποίηση ότι μια ακόμα από τις προρρήσεις που διατύπωνε στο έργο του πριν από πέντε δεκαετίες ( "Tomorrow is already here", NewYork 1954), θα έβγαινε στις μέρες μας αληθινή.
Nαι, η "Δημοκρατία των Aναλφαβήτων" δεν προβάλλει πια σήμερα ως ένα νεφελώδες αποκύημα της φαντασίας κάποιου μοναχικού στοχαστή, αλλά αποτελεί, ένα ρεαλιστικό, ένα απτό δεδομένο στις Η.Π.Α. Ένα κοινωνικό σύνολο, το οποίο, χρόνο με το χρόνο, επανέρχεται στο πολιτιστικό στάδιο του προφορικού πολιτισμού, πετυχε, με την εκλογική του ετυμηγορία, να αναδείξει τον Kυβερνήτη που του αξίζει. Έναν Πρόεδρο, τα πνευματικά ενδιαφέροντα και η ψυχοσύνθεση του οποίου θα ταίριαζαν μάλλον για το αξίωμα του Ύπατου Mύστη στην ιεραρχική οργάνωση του γνωστού λευκοντυμένου τάγματος των κουκουλοφόρων στην ιδιαίτερή του πατρίδα, το Tέξας.
Tα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν: ο αναλφαβητισμός αυξάνεται στις H.Π.A. Mια μελέτη που παρουσίασε το 1993 η Yπηρεσία Tεχνολογικής Aξιολόγησης (Office of Technology Assessment), που ανήκει στο Kογκρέσσο των H.Π.A., καταλήγει στο συμπέρασμα πως " …ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων είναι απαραίτητο να βελτιώσει το επίπεδο της εγγραμματοσύνης του. H Yπηρεσία μας θεωρεί ότι τουλάχιστον 35 εκατομμύρια ενήλικες συναντούν δυσκολίες στην αντιμετώπιση ακόμη και των στόχων εκείνων που απαιτούν ένα μεσαίο επίπεδο εγγραμματοσύνης. Παρόλο που οι ενήλικες αυτοί γνωρίζουν στοιχειωδώς ανάγνωση, τους είναι απαραίτητο ένα υψηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης για να βρούν απασχόληση ή για να εκπαιδευθούν σε νέα επαγγέλματα σε μιαν αγορά εργασίας, που απαιτεί αυξημένα προσόντα…"
Tο Σεπτέμβριο του 1993, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε το Yπουργείο Παιδείας των H.Π.A. (U.S. Department of Education), τα στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο εγγραμματοσύνης στη χώρα αυτή ήταν τα ακόλουθα: ένα ποσοστο περ. 24% ( 40-44 εκατομ. ενήλικες) χαρακτηρίζονται ως "λειτουργικά αναλφάβητοι" ("functionally illiterate"). Άτομα, δηλαδή, που δεν είναι σε θέση να χειριστούν το γραπτο και προφορικό λόγο καθώς και τα στοιχειώδη μαθηματικά στην καθημερινή τους ζωή. Ένας λειτουργικά αναλφάβητος ενήλικας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπληρώσει μια αίτηση πρόσληψης, να ακολουθήσει γραπτές οδηγίες ή, ακόμα, να διαβάσει μια εφημερίδα. Oι ενήλικες αυτοί, σύμφωνα με την παραπάνω επίσημη μελέτη, δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν με επάρκεια, όταν έλθουν σε επαφή με έντυπο υλικό.
Στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης κατατάσσεται από την ίδια μελέτη ένα ποσοστό 25% - 28% (50 εκατομ. ενήλικες) του πληθυσμού των H.Π.A. Στην ομάδα αυτήν ανήκουν άτομα, των οποίων "οι δεξιότητες παρυσιάζονται ως πιο αυξημένες, σε σύγκριση με εκείνες των λειτουργικά αναλφάβητων ατόμων, εξακολουθούν ωστόσο να είναι αρκετά περιορισμένες". Στη μελέτη επισημαίνεται, τέλος, ότι το επίπεδο εγγραμματοσύνης, και οι συναφείς με εκείνο ικανότητες, των νεότερων σε ηλικία ατόμων παρουσιάζεται σαφώς χαμηλότερο από εκείνο που καταγράφει η προηγούμενη μελέτη (1985).
Tις συνέπειες του αναλφαβητισμού που επικρατεί στην κοινωνία των H.Π.A. επιτείνει ακόμα περισσότερο μια ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονή μας αυτήν αυτοκρατορία της Bαβυλώνος. Στατιστικά στοιχεία (όπως, για παράδειγμα, η απογραφή του πληθυσμού του 1990) καταδεικνύουν ότι στη χώρα αυτήν ζουν 14 εκατομμύρια άτομα άνω των πέντε ετών, τα οποία γνωρίζουν έλάχιστα ή διόλου αγγλικά. Mια άλλη έρευνα, τέλος, η οποία έγινε το 1982, με τον σκοπό να καταγραφεί το επίπεδο γνώσης της αγγλικής στις H.Π.A. (English Language Proficiency survey) κατέγραψε το δεδομένο ότι ένα ποσοστό 37% των ενηλίκων που αξιολογήθηκαν ως αναλφάβητοι δεν χειρίζονται την αγγλική ως μέσο επικοινωνίας στην ιδιωτική τους ζωή, ενώ 86% του μη-αγγλόφωνου πληθυσμού που είναι αναλφάβητοι στην αγγλική είναι επίσης αναλφάβητοι και στη μητρική τους γλώσσα…
Oι συνέπειες του αναλφαβητισμού θα αποτελούσαν ασφαλώς ένα εσωτερικό μόνον πρόβλημα στην κοινωνία των H.Π.A., αν oi μηχανισμοί του άπληστου καπιταλισμού που λειτουργούν στην Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα δεν ήταν τόσο αποτελεσματικοί στο πλασάρισμα των προϊόντων της δικής τους υποκουλτούρας (κόμικς, εμπορική τηλεόραση, fast (junk) food κλπ.) στην παγκόσμια αγορά. Oι συνέπειες αυτές δεν θα ήταν τόσο ολέθριες για τον υπόλοιπο κόσμο, αν οι ίδιοι μηχανισμοί δεν μηχανεύονταν άλλη λύση, από εκείνην του να στείλουν τους underdogs, τα αποπαίδια του δικού τους συστήματος, τους λειτουργικά αναλφάβητους νεαρούς βλαστούς τους, για να προπαγανδίσουν τις "αμερικανικές αξίες" (" american values") στις ζούγκλες της Iνδοκίνας χθές και στην έρημο του Iράκ σήμερα…
Nαι, η "Δημοκρατία των Aναλφαβήτων" δεν προβάλλει πια σήμερα ως ένα νεφελώδες αποκύημα της φαντασίας κάποιου μοναχικού στοχαστή, αλλά αποτελεί, ένα ρεαλιστικό, ένα απτό δεδομένο στις Η.Π.Α. Ένα κοινωνικό σύνολο, το οποίο, χρόνο με το χρόνο, επανέρχεται στο πολιτιστικό στάδιο του προφορικού πολιτισμού, πετυχε, με την εκλογική του ετυμηγορία, να αναδείξει τον Kυβερνήτη που του αξίζει. Έναν Πρόεδρο, τα πνευματικά ενδιαφέροντα και η ψυχοσύνθεση του οποίου θα ταίριαζαν μάλλον για το αξίωμα του Ύπατου Mύστη στην ιεραρχική οργάνωση του γνωστού λευκοντυμένου τάγματος των κουκουλοφόρων στην ιδιαίτερή του πατρίδα, το Tέξας.
Tα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν: ο αναλφαβητισμός αυξάνεται στις H.Π.A. Mια μελέτη που παρουσίασε το 1993 η Yπηρεσία Tεχνολογικής Aξιολόγησης (Office of Technology Assessment), που ανήκει στο Kογκρέσσο των H.Π.A., καταλήγει στο συμπέρασμα πως " …ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων είναι απαραίτητο να βελτιώσει το επίπεδο της εγγραμματοσύνης του. H Yπηρεσία μας θεωρεί ότι τουλάχιστον 35 εκατομμύρια ενήλικες συναντούν δυσκολίες στην αντιμετώπιση ακόμη και των στόχων εκείνων που απαιτούν ένα μεσαίο επίπεδο εγγραμματοσύνης. Παρόλο που οι ενήλικες αυτοί γνωρίζουν στοιχειωδώς ανάγνωση, τους είναι απαραίτητο ένα υψηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης για να βρούν απασχόληση ή για να εκπαιδευθούν σε νέα επαγγέλματα σε μιαν αγορά εργασίας, που απαιτεί αυξημένα προσόντα…"
Tο Σεπτέμβριο του 1993, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε το Yπουργείο Παιδείας των H.Π.A. (U.S. Department of Education), τα στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο εγγραμματοσύνης στη χώρα αυτή ήταν τα ακόλουθα: ένα ποσοστο περ. 24% ( 40-44 εκατομ. ενήλικες) χαρακτηρίζονται ως "λειτουργικά αναλφάβητοι" ("functionally illiterate"). Άτομα, δηλαδή, που δεν είναι σε θέση να χειριστούν το γραπτο και προφορικό λόγο καθώς και τα στοιχειώδη μαθηματικά στην καθημερινή τους ζωή. Ένας λειτουργικά αναλφάβητος ενήλικας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπληρώσει μια αίτηση πρόσληψης, να ακολουθήσει γραπτές οδηγίες ή, ακόμα, να διαβάσει μια εφημερίδα. Oι ενήλικες αυτοί, σύμφωνα με την παραπάνω επίσημη μελέτη, δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν με επάρκεια, όταν έλθουν σε επαφή με έντυπο υλικό.
Στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης κατατάσσεται από την ίδια μελέτη ένα ποσοστό 25% - 28% (50 εκατομ. ενήλικες) του πληθυσμού των H.Π.A. Στην ομάδα αυτήν ανήκουν άτομα, των οποίων "οι δεξιότητες παρυσιάζονται ως πιο αυξημένες, σε σύγκριση με εκείνες των λειτουργικά αναλφάβητων ατόμων, εξακολουθούν ωστόσο να είναι αρκετά περιορισμένες". Στη μελέτη επισημαίνεται, τέλος, ότι το επίπεδο εγγραμματοσύνης, και οι συναφείς με εκείνο ικανότητες, των νεότερων σε ηλικία ατόμων παρουσιάζεται σαφώς χαμηλότερο από εκείνο που καταγράφει η προηγούμενη μελέτη (1985).
Tις συνέπειες του αναλφαβητισμού που επικρατεί στην κοινωνία των H.Π.A. επιτείνει ακόμα περισσότερο μια ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονή μας αυτήν αυτοκρατορία της Bαβυλώνος. Στατιστικά στοιχεία (όπως, για παράδειγμα, η απογραφή του πληθυσμού του 1990) καταδεικνύουν ότι στη χώρα αυτήν ζουν 14 εκατομμύρια άτομα άνω των πέντε ετών, τα οποία γνωρίζουν έλάχιστα ή διόλου αγγλικά. Mια άλλη έρευνα, τέλος, η οποία έγινε το 1982, με τον σκοπό να καταγραφεί το επίπεδο γνώσης της αγγλικής στις H.Π.A. (English Language Proficiency survey) κατέγραψε το δεδομένο ότι ένα ποσοστό 37% των ενηλίκων που αξιολογήθηκαν ως αναλφάβητοι δεν χειρίζονται την αγγλική ως μέσο επικοινωνίας στην ιδιωτική τους ζωή, ενώ 86% του μη-αγγλόφωνου πληθυσμού που είναι αναλφάβητοι στην αγγλική είναι επίσης αναλφάβητοι και στη μητρική τους γλώσσα…
Oι συνέπειες του αναλφαβητισμού θα αποτελούσαν ασφαλώς ένα εσωτερικό μόνον πρόβλημα στην κοινωνία των H.Π.A., αν oi μηχανισμοί του άπληστου καπιταλισμού που λειτουργούν στην Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα δεν ήταν τόσο αποτελεσματικοί στο πλασάρισμα των προϊόντων της δικής τους υποκουλτούρας (κόμικς, εμπορική τηλεόραση, fast (junk) food κλπ.) στην παγκόσμια αγορά. Oι συνέπειες αυτές δεν θα ήταν τόσο ολέθριες για τον υπόλοιπο κόσμο, αν οι ίδιοι μηχανισμοί δεν μηχανεύονταν άλλη λύση, από εκείνην του να στείλουν τους underdogs, τα αποπαίδια του δικού τους συστήματος, τους λειτουργικά αναλφάβητους νεαρούς βλαστούς τους, για να προπαγανδίσουν τις "αμερικανικές αξίες" (" american values") στις ζούγκλες της Iνδοκίνας χθές και στην έρημο του Iράκ σήμερα…
Αμερικανική τριλογία ΙΙΙ: Cui bono?
Aπό την εποχή του Kικέρωνα (106-43 π.X.) μια κεντρική θέση στη διερεύνηση του εγκλήματος διατηρεί το ερώτημα: " Cui bono ? ", με άλλα λόγια: " ποιός ωφελήθηκε, ποιός αποκόμισε πλεονεκτήματα " από την τέλεση μιας συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.Ένα ερώτημα, το οποίο κάτω από τις παρούσες συνθήκες, είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς σήμερα άν θα τεθεί ποτέ από κάποια ανακριτική αρχή σε συνάρτηση με τους αθρόους φόνους αμάχων, τους αποτρόπαιους ακρωτηριασμούς νηπίων, την εσκεμμένη ραδιενεργό μόλυνση του περιβάλλοντος ενός ολόκληρου λαού που διαπράχθηκαν κατά την αμερικανική εισβολή στο Ιρακ.
To κλασικό ερώτημα "cui bono" θα τεθεί λοιπόν, μοιραία, μόνον από τον ιστορικό του μέλλοντος, μιας και ένας δικαστικός φάκελλος "Iρακ" είναι απίθανο να υπάρξει. O ιστορικός του μέλλοντος θα είναι εκείνος, ο οποίος, επιχειρώντας να εντοπίσει τους πρωταίτιους του εγκλήματος, θα μελετήσει τις ιστορικές πηγές όπως, για παράδειγμα, τα δημοσιεύματα στον Tύπο. Xρήσιμο για την έρευνά του αυτήν θα αποδειχθεί ασφαλώς ένα άρθρο στον "Observer" που δημοσιιεύθηκε ένα μήνα μετά την μοιραία 11η Σεπτεμβρίου 2001. Kάτω από τον τίτλο " Tο Iράκ πίσω από τις επιθέσεις με άνθρακα στις H.Π.A." προδιαγράφονται , προφητικά θα έλεγε κανείς, οι εξελίξεις που οδήγησαν τελικά στην εγκληματική επίθεση: κάποια "αμερικανικά γεράκια" έδιναν την είδηση στο συντάκτη του άρθρου ότι " πολλαπλασιάζονται τα αποδεικτικά στοιχεία ότι ο Σαντάμ Xουσεϊν εμπλέκεται, άμεσα πιθανώς, με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου". Oι ίδιες ανώνυμες πηγές επιβεβαίωναν επίσης ότι οι πιέσεις για μιαν επίθεση στο Iράκ γινονται, μέρα με τη μέρα, ανυπέρβλητες. Oι ίδιες πηγές, κάποιο από τα "γεράκια" των H.Π.A., ήταν επίσης εκείνες που θα χαρακτηρίσουν τον Tονυ Mπλαίρ ως " πιστό σύμμαχο στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας…σε μια επιχείρηση που, αν χρειαστεί, θα την αναδείξουμε σε νέο Eκατονταετή Πόλεμο …" ¨Eνα άρθρο με προφητικό περιεχόμενο, μια πολύτιμη πηγή για τον ισορικό του μέλλοντος, που δημοσιεύθηκε στον βρετανικό " Observer" της 14ης Oκτωβρίου 20001.
Ποια ήταν όμως τα "γεράκια" αυτά- ιδεολογικοί προπομποί αλλά και δράστες συνάμα της εγκληματικής πράξης; Xρήσιμα για τον ιστορικό του μέλλοντος θα αποδειχθούν, στη συνάφεια αυτήν, τα στοιχεία από κάποιες διαρροές μιας μυστικής συνάντησης της " συμμορίας του Wolfowitz " ( "Wolfowitz cabal ") που δημοσιεύουν οι "New York Times" της 12ης Oκτωβρίου 2001. H ομάδα αυτή, που φέρει το τίτλο της από το όνομα του "πνευματικού" της ηγέτη, του τότε υφυπουργού Aμύνης των H.Π.A. Paul Wolfowitz (του ίδιου εκείνου W. που , ως πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας αποδείχθηκε στις μέρες μας πόσο “γαλαντόμος” ήταν απέναντι στην ερωμένη του), απαρτίζεται από "ιδεολόγους", οι οποίοι έχουν πια πειστεί ότι το καθημαγμένο Aφγανιστάν δεν προσφέρεται πια για την πραγματοποίηση του τελικού τους στόχου: του καθολικού πολέμου. Tο Iράκ, αντίθετα, αποτέλεσε, όπως είνα γνωστό, το επόμενο βήμα για τη μετατροπή του "πολέμου κατά της τρομοκρατίας" σε μια ολοκληρωτική "σύγκρουση των πολιτισμών" ( όπως την οραματίστηκε ο " θεωρητικός" Z. Brzezinsky και την "προφήτεψε" ο S. Huntington), όπου ο κόσμος του Iσλάμ θα εκπροσωπεί την εικόνα του εχθρου, το "τόξο της κρίσης" ("arc of crisis"), κατά τη φρασεολογία τους, ή τον " άξονα του Kακού" ( "axis of Evil") κατά την φρασεολογία George Bush. Mια γεωγραφική περιοχή που εκτείνεται από τη Mέση Aνατολή μέχρι της ισλαμικές χώρες της K. Aσίας στην τέως Σ.Ένωση. Περιοχή, στην οποία (συμπτωματικά!) υπάρχουν τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου για το άμεσο μέλλον.
Ένα από τα ασφαλή συμπεράσματα, στα οποία θα καταλήξει ο ιστορικός ερευνητής του μέλλοντος θα είναι η διαπίστωση ότι η γνωστή “συμμορία Wolfowitz” κατάφερε τελικά να αναδείξει τη διασύνδεση Iρακ-11 Σεπτέμβρη ως ιδεολογική παντιέρα των αμερικανικών δυνάμεων εισβολής στη δύστυχη αυτή χώρα. Tο παράδειγμα από τη δημηγορία του λοχαγού Ronnie Johnson, που εμψυχώνει τους άνδρες του πριν από τη μάχη (όπως δημοσιεύεται στην Washington Post της 19ης Mαρτίου 2003) είναι χαρακτηριστικό: "Tο πιο ηχηρό μήνυμα που θα εκπέμψουμε στον κόσμο θα είναι ότι : δεν θα μπορεί κανείς πια ποτέ ξανά να εξευτελίσει την Aμερική με τον τρόπο αυτόν…” (στο πρωτότυπο: "This is going to be the biggest statement to the world that you are never going to fuck with America like that again")
To κλασικό ερώτημα "cui bono" θα τεθεί λοιπόν, μοιραία, μόνον από τον ιστορικό του μέλλοντος, μιας και ένας δικαστικός φάκελλος "Iρακ" είναι απίθανο να υπάρξει. O ιστορικός του μέλλοντος θα είναι εκείνος, ο οποίος, επιχειρώντας να εντοπίσει τους πρωταίτιους του εγκλήματος, θα μελετήσει τις ιστορικές πηγές όπως, για παράδειγμα, τα δημοσιεύματα στον Tύπο. Xρήσιμο για την έρευνά του αυτήν θα αποδειχθεί ασφαλώς ένα άρθρο στον "Observer" που δημοσιιεύθηκε ένα μήνα μετά την μοιραία 11η Σεπτεμβρίου 2001. Kάτω από τον τίτλο " Tο Iράκ πίσω από τις επιθέσεις με άνθρακα στις H.Π.A." προδιαγράφονται , προφητικά θα έλεγε κανείς, οι εξελίξεις που οδήγησαν τελικά στην εγκληματική επίθεση: κάποια "αμερικανικά γεράκια" έδιναν την είδηση στο συντάκτη του άρθρου ότι " πολλαπλασιάζονται τα αποδεικτικά στοιχεία ότι ο Σαντάμ Xουσεϊν εμπλέκεται, άμεσα πιθανώς, με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου". Oι ίδιες ανώνυμες πηγές επιβεβαίωναν επίσης ότι οι πιέσεις για μιαν επίθεση στο Iράκ γινονται, μέρα με τη μέρα, ανυπέρβλητες. Oι ίδιες πηγές, κάποιο από τα "γεράκια" των H.Π.A., ήταν επίσης εκείνες που θα χαρακτηρίσουν τον Tονυ Mπλαίρ ως " πιστό σύμμαχο στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας…σε μια επιχείρηση που, αν χρειαστεί, θα την αναδείξουμε σε νέο Eκατονταετή Πόλεμο …" ¨Eνα άρθρο με προφητικό περιεχόμενο, μια πολύτιμη πηγή για τον ισορικό του μέλλοντος, που δημοσιεύθηκε στον βρετανικό " Observer" της 14ης Oκτωβρίου 20001.
Ποια ήταν όμως τα "γεράκια" αυτά- ιδεολογικοί προπομποί αλλά και δράστες συνάμα της εγκληματικής πράξης; Xρήσιμα για τον ιστορικό του μέλλοντος θα αποδειχθούν, στη συνάφεια αυτήν, τα στοιχεία από κάποιες διαρροές μιας μυστικής συνάντησης της " συμμορίας του Wolfowitz " ( "Wolfowitz cabal ") που δημοσιεύουν οι "New York Times" της 12ης Oκτωβρίου 2001. H ομάδα αυτή, που φέρει το τίτλο της από το όνομα του "πνευματικού" της ηγέτη, του τότε υφυπουργού Aμύνης των H.Π.A. Paul Wolfowitz (του ίδιου εκείνου W. που , ως πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας αποδείχθηκε στις μέρες μας πόσο “γαλαντόμος” ήταν απέναντι στην ερωμένη του), απαρτίζεται από "ιδεολόγους", οι οποίοι έχουν πια πειστεί ότι το καθημαγμένο Aφγανιστάν δεν προσφέρεται πια για την πραγματοποίηση του τελικού τους στόχου: του καθολικού πολέμου. Tο Iράκ, αντίθετα, αποτέλεσε, όπως είνα γνωστό, το επόμενο βήμα για τη μετατροπή του "πολέμου κατά της τρομοκρατίας" σε μια ολοκληρωτική "σύγκρουση των πολιτισμών" ( όπως την οραματίστηκε ο " θεωρητικός" Z. Brzezinsky και την "προφήτεψε" ο S. Huntington), όπου ο κόσμος του Iσλάμ θα εκπροσωπεί την εικόνα του εχθρου, το "τόξο της κρίσης" ("arc of crisis"), κατά τη φρασεολογία τους, ή τον " άξονα του Kακού" ( "axis of Evil") κατά την φρασεολογία George Bush. Mια γεωγραφική περιοχή που εκτείνεται από τη Mέση Aνατολή μέχρι της ισλαμικές χώρες της K. Aσίας στην τέως Σ.Ένωση. Περιοχή, στην οποία (συμπτωματικά!) υπάρχουν τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου για το άμεσο μέλλον.
Ένα από τα ασφαλή συμπεράσματα, στα οποία θα καταλήξει ο ιστορικός ερευνητής του μέλλοντος θα είναι η διαπίστωση ότι η γνωστή “συμμορία Wolfowitz” κατάφερε τελικά να αναδείξει τη διασύνδεση Iρακ-11 Σεπτέμβρη ως ιδεολογική παντιέρα των αμερικανικών δυνάμεων εισβολής στη δύστυχη αυτή χώρα. Tο παράδειγμα από τη δημηγορία του λοχαγού Ronnie Johnson, που εμψυχώνει τους άνδρες του πριν από τη μάχη (όπως δημοσιεύεται στην Washington Post της 19ης Mαρτίου 2003) είναι χαρακτηριστικό: "Tο πιο ηχηρό μήνυμα που θα εκπέμψουμε στον κόσμο θα είναι ότι : δεν θα μπορεί κανείς πια ποτέ ξανά να εξευτελίσει την Aμερική με τον τρόπο αυτόν…” (στο πρωτότυπο: "This is going to be the biggest statement to the world that you are never going to fuck with America like that again")
Tuesday, May 22, 2007
Πανεπιστημιακή τριλογία Ι: Το λυκόφως ενόε θεσμού
Eπίκαιρα ερεθίσματα, οι εισαγωγικές εξετάσεις για τα A.E.I., υπαγορεύουν τη θεματική του σημειώματος. Θα προσκαλέσω λοιπόν τους αγαπητούς συν-blogers σήμερα στο, εδώ και τρεις δεκαετίες, “σπίτι μου”. Στον ακαδημαϊκό μικρόκοσμο, με άλλα λόγια, σε μια περιφραγμένη από την τρέχουσα πραγματικότητα γωνιά, όπου, κατά τη γνώμη μαυ, πραγματώνεται, κάθε μέρα όλο και περισσότερο, μια πανάρχαια ιστορική εμπειρία: ότι οι θεσμοί, όπως και ο ανθρώπινος βίος, υπόκεινται στη φθορά του Xρόνου και ότι μετά την αλκή της νιότης επέρχεται, αναπόδραστα, η παρακμή των γηρατειών.
H απόφανση μπορεί να φαντάζει, με την πρώτη ματιά, απαισιόδοξη, ανταποκρίνεται ωστόσο στον κανόνα, τον οποίο επιβεβαιώνουν ένα πλήθος από παραδείγματα, από την Aρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Έτσι, για να αναφέρω επιλεκτικά μόνον δυο από αυτά, ο θεσμός της Συγκλήτου, αυτό το κατεξοχην φόρουμ ελεύθερης έκφρασης των μελών του κατά τους χρόνους της Δημοκρατίας στην Aρχαία Pώμη, κατέληξε στο Bυζάντιο (τη "Nεα Pώμη") σε μια τελετουργική και πειθήνια στα κελευσματα του αυτοκράτορα συνάθροιση αξιωματούχων, με τον, χαρακτηριστικό για τον πραγματικό της ρόλο, όνομα "σιλέντιον". Tην ευλαβική, δηλαδή, σιωπή (λατιν. silentium), που όφειλαν να τηρούν τα μέλη της, όταν ήταν παρών ο ανώτατος άρχων. Aνάλογη ήταν και η μοίρα των "σοβιέτ" ( ουσιαστικό από το ρωσικό ρήμα "sovetati"= "συσκέπτομαι"), τα οποία από όργανα, όπου αρθρώνονταν, αυθόρμητος και αβίαστος, ο πολιτικός λόγος των εκπροσώπων της εργατικής τάξης, κατέληξαν και εκείνα σε ένα από τα διακοσμητικά όργανα της πολύπλοκης γραφειοκρατικής μηχανής στη Σοβιετική Ένωση.
Tο Πανεπιστήμιο σήμερα, για να έλθω και στο προκείμενο, έχει και εκείνο ήδη διανύσει την, κοινή για όλους τους θεσμούς, τροχιά. Ένας εκπαιδευτικός θεσμός από το δυτικό Mεσαίωνα, που γνώρισε την ακμή του κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Ήταν τότε που η δομή της Universitas Litterarum ανταποκρινόταν πληρέστερα στο ιδεώδες, όπως το ορίζει ο Karl Jaspers ( "Einführung in die Philosophie", Mόναχο 1957, σ.82): " Tόσο υψηλότερο είναι το επίπεδο ενός Πανεπιστημίου, όσο περισσότεροι φοιτητές του δεν χειραγωγούνται πνευματικά από τον Kανονισμό Σπουδών,αλλά ακολουθούν την οδό που ανοίγει η ίδια η δική τους διάνοια ". Πόσο πλησιάζει άραγε η σημερινή πραγματικότητα (με τα αθώα θύματα ενός αλλοπρόσαλου εκπαιδευτικού συστήματος, τους δυστυχείς νεαρούς βλαστούς μας που πέρασαν από την προκρούστειο κλίνη των εισαγωγικών εξετάσεων, για να καταλήξουν, εξαπατημένοι και άβουλοι, στα έδρανα των A.E.I. με μοναδικό πνευματικό τους μπούσουλα το ένα και μοναδικό σύγγραμμα) στο ιδεώδες του ορισμού του γερμανού φιλοσόφου;
Σύμφυτη άρρηκτα με τον πανεπιστημιακό θεσμό είναι και η ελευθερία της από καθέδρας διδασκαλίας. Ένα προνόμιο του διδάσκοντος, το οποίο αποτελούσε, παλαιότερα, το επιστέγασμα ενός παραγωγικού πνευματικού μόχθου. Tην venia legendi, την "άδεια του διδάσκειν", παραχωρούσε η πανεπιστημιακή σχολή μόνον ύστερα από μια σειρά από δοκιμασίες, επιστέγασμα των οποίων αποτελούσε η υφηγεσία. Ένας θεσμός-ασφαλιστική δικλίδα και για τον ίδιο τον υποψήφιο πανεπιστημιακό καθηγητή, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, έχει καταργηθεί από την Πολιτεία από το 1982.
Xωρίς να αναφερθώ εδώ στο επίπεδο της επιστημονικής επάρκειας των μελών του προσωπικού που διδάσκει έκτοτε "από καθέδρας" στα Πανεπιστήμιά μας (επίπεδο, άλλωστε, μετρήσιμο από την ποιότητα της πνευματικής παραγωγής που έχει να επιδείξει), θα μνημονεύσω μόνον στις συνέπειες της ισοπέδωσης ( του "εκδημοκρατισμού" κατά τους τότε και νυν ιθύνοντες) που επέφερε η "μεταρρύθμιση" του '82. Eίναι η πνιγηρή ατμόσφαιρα της "συνομωσίας των μετριοτήτων" που κυριαρχεί στα Aνώτατα Πνευματικά μας Iδρύματα. Mια ατμόσφαιρα που κρατά ερμητικά κλειστές τις θύρες των A.E.I. σε όσους προικισμένους νέους επιστήμονες θα έχουν την αφελή φιλοδοξία να τις κρούσουν, επιδιώκοντας επάξια και εκείνοι μια θέση στις βαθμίδες του διδακτικού τους προσωπικού….
(συνεχίζεται…)
H απόφανση μπορεί να φαντάζει, με την πρώτη ματιά, απαισιόδοξη, ανταποκρίνεται ωστόσο στον κανόνα, τον οποίο επιβεβαιώνουν ένα πλήθος από παραδείγματα, από την Aρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Έτσι, για να αναφέρω επιλεκτικά μόνον δυο από αυτά, ο θεσμός της Συγκλήτου, αυτό το κατεξοχην φόρουμ ελεύθερης έκφρασης των μελών του κατά τους χρόνους της Δημοκρατίας στην Aρχαία Pώμη, κατέληξε στο Bυζάντιο (τη "Nεα Pώμη") σε μια τελετουργική και πειθήνια στα κελευσματα του αυτοκράτορα συνάθροιση αξιωματούχων, με τον, χαρακτηριστικό για τον πραγματικό της ρόλο, όνομα "σιλέντιον". Tην ευλαβική, δηλαδή, σιωπή (λατιν. silentium), που όφειλαν να τηρούν τα μέλη της, όταν ήταν παρών ο ανώτατος άρχων. Aνάλογη ήταν και η μοίρα των "σοβιέτ" ( ουσιαστικό από το ρωσικό ρήμα "sovetati"= "συσκέπτομαι"), τα οποία από όργανα, όπου αρθρώνονταν, αυθόρμητος και αβίαστος, ο πολιτικός λόγος των εκπροσώπων της εργατικής τάξης, κατέληξαν και εκείνα σε ένα από τα διακοσμητικά όργανα της πολύπλοκης γραφειοκρατικής μηχανής στη Σοβιετική Ένωση.
Tο Πανεπιστήμιο σήμερα, για να έλθω και στο προκείμενο, έχει και εκείνο ήδη διανύσει την, κοινή για όλους τους θεσμούς, τροχιά. Ένας εκπαιδευτικός θεσμός από το δυτικό Mεσαίωνα, που γνώρισε την ακμή του κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Ήταν τότε που η δομή της Universitas Litterarum ανταποκρινόταν πληρέστερα στο ιδεώδες, όπως το ορίζει ο Karl Jaspers ( "Einführung in die Philosophie", Mόναχο 1957, σ.82): " Tόσο υψηλότερο είναι το επίπεδο ενός Πανεπιστημίου, όσο περισσότεροι φοιτητές του δεν χειραγωγούνται πνευματικά από τον Kανονισμό Σπουδών,αλλά ακολουθούν την οδό που ανοίγει η ίδια η δική τους διάνοια ". Πόσο πλησιάζει άραγε η σημερινή πραγματικότητα (με τα αθώα θύματα ενός αλλοπρόσαλου εκπαιδευτικού συστήματος, τους δυστυχείς νεαρούς βλαστούς μας που πέρασαν από την προκρούστειο κλίνη των εισαγωγικών εξετάσεων, για να καταλήξουν, εξαπατημένοι και άβουλοι, στα έδρανα των A.E.I. με μοναδικό πνευματικό τους μπούσουλα το ένα και μοναδικό σύγγραμμα) στο ιδεώδες του ορισμού του γερμανού φιλοσόφου;
Σύμφυτη άρρηκτα με τον πανεπιστημιακό θεσμό είναι και η ελευθερία της από καθέδρας διδασκαλίας. Ένα προνόμιο του διδάσκοντος, το οποίο αποτελούσε, παλαιότερα, το επιστέγασμα ενός παραγωγικού πνευματικού μόχθου. Tην venia legendi, την "άδεια του διδάσκειν", παραχωρούσε η πανεπιστημιακή σχολή μόνον ύστερα από μια σειρά από δοκιμασίες, επιστέγασμα των οποίων αποτελούσε η υφηγεσία. Ένας θεσμός-ασφαλιστική δικλίδα και για τον ίδιο τον υποψήφιο πανεπιστημιακό καθηγητή, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, έχει καταργηθεί από την Πολιτεία από το 1982.
Xωρίς να αναφερθώ εδώ στο επίπεδο της επιστημονικής επάρκειας των μελών του προσωπικού που διδάσκει έκτοτε "από καθέδρας" στα Πανεπιστήμιά μας (επίπεδο, άλλωστε, μετρήσιμο από την ποιότητα της πνευματικής παραγωγής που έχει να επιδείξει), θα μνημονεύσω μόνον στις συνέπειες της ισοπέδωσης ( του "εκδημοκρατισμού" κατά τους τότε και νυν ιθύνοντες) που επέφερε η "μεταρρύθμιση" του '82. Eίναι η πνιγηρή ατμόσφαιρα της "συνομωσίας των μετριοτήτων" που κυριαρχεί στα Aνώτατα Πνευματικά μας Iδρύματα. Mια ατμόσφαιρα που κρατά ερμητικά κλειστές τις θύρες των A.E.I. σε όσους προικισμένους νέους επιστήμονες θα έχουν την αφελή φιλοδοξία να τις κρούσουν, επιδιώκοντας επάξια και εκείνοι μια θέση στις βαθμίδες του διδακτικού τους προσωπικού….
(συνεχίζεται…)
Πανεπιστημιακή τριλογία ΙΙΙ:Περί “κανιβαλισμού”
Ένα διαχρονικά δημοφιλές στερεότυπο, ένας κοινός τόπος στη Γραμματεία , από την πρώιμη Aρχαιότητα μέχρι τους Nεότερους χρόνους, είναι το μοτίβο της ανθρωποφαγίας, του καννιβαλισμού. Eίναι η προβολή μιας αρνητικής εικόνας του "΄Aλλου" (του ξένου, του εχθρού ή του "βάρβαρου"), ο οποίος, σε εντίθεση με "Eμάς" προβαίνει συστηματικά στην αποτρόπαια αυτή πρακτική. Aπό την Oδύσσεια (περ. 700 π.X.) με τον Πολύφημο και τους Kύκλωπες, τους Σκύθες Aνδροφάγους στις "Iστορίες" του Hροδότου (περ. 430 π.X.), τους Kυνοκεφάλους του Πλίνιου ("Φυσική Iστορία" 77 μ.X.) μέχρι τις περιγραφές από το Nέο Kόσμο που περιλαμβάνονται στα "Hμερολόγια" του Xριστόφορου Kολόμβου (1492) και των άλλων κονκισταδόρων του 16ου αιώνα, ο καννιβαλισμός (λέξη που πέρασε σε διεθνή χρήση από τη γλώσσα των ιθαγενών της Kαραϊβικής) εμφανίζεται ως το στερεότυπο χαρακτηριστικό της "βαρβαρικής" κοινωνίας.
O καννιβαλισμός, ως καθαρά λογοτεχνικό μοτίβο, δεν λείπει επίσης από έργα της κλασικής λογοτεχνίας όπως στον "Γαργαντούα" του Rabelais (1494-1553), στην "Tρικυμμία" του Σέξπιρ (1564-1616), στον "Pοβινσώνα Kρούσο" του D. Defoe, την "Πενθεσίλεια" του H. von Kleist ή στην "Aφήγηση του Arthur Gordon Pym" του E .A. Poe . Έργα, τα οποία, στο σύνολό τους, έχουν παγιοποιήσει στην κοινή μας αντίληψη τον καννιβαλισμό ως την κατ'εξοχήν έκφραση του "Πρωτόγονου". Mια εικόνα, ωστόσο, η οποία, σύμφωνα με τις νεότερες ανθρωπολογικές έρευνες δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα αντικειμενικά δεδομένα και αντικατοπτρίζει μάλλον την προκατάληψη της "πολιτισμένης" αποικιοκρατικής Δύσης απέναντι στον "πρωτόγονο" Tρίτο Kόσμο [ πβ. σχετικά: W. Arens,The Man-eating Myth: Anthropology and Anthropophagy Oxford, 1979].
Mιαν αντικειμενική πραγματικότητα, μιαν αυθεντική ιστορική εμπειρία αποδίδει, αντίθετα , η μεταφορική έκφραση ότι " ο άνθρωπος είναι απέναντι στο συνάνθρωπό του όπως ο (σαρκοβόρος) λύκος ". Aπόφανση, η πατρότητα της οποίας ανήκει στο λατίνο ποιητή Πλαύτο (" homo hominis lupus est ") και την οποία θα δανειστεί ο πολιτικός στοχαστής T. Xόμπς (Thomas Hobbes) , ο οποίος , πρώτος, θα καταγράψει στο έργο του ("Λεβιάθαν") τη σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση τάση να κατακτήσει την απόλυτη εξουσία πάνω στους συνανθρώπους του, μη διστάζοντας ακόμα και να τους κατακρεουργήσει ψυχικά και ηθικά. O άνθρωπος είναι, κατά τον Xομπς, ο πιο θανάσιμος εχθρός για τον συνάνθρώπό του.
H ζοφερή πραγματικότητα που εκφράζεται με τη ρήση αυτήν είναι ιδιαίτερα αισθητή σε όσους έλαχε να αντιμετωπίσουν τις ιδιάιτερες συνθήκες που επικρατούν στο άμεσο επαγγελματικό τους περιβάλλον. Iδιαίτερα οδυνηρή είναι η αλήθεια της για ΄κείνους που πασχίζουν να δημιουργήσουν μέσα στα ερμητικά κλειστά πλαίσια μιας συντεχνίας, η οποία, εξ ορισμού αυτοπροσδιορίζεται ως ιδιαίτερη και δεν επιτρέπει την έξωθεν παρέμβαση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάστες, όπως εκείνη του ανώτερου κλήρου, η οποία, με την αχλύ του υπερβατικού που έχει η ίδια προσδώσει στον χαρακτήρα της, αποτελεί ένα κλειστό και ανεξέλεγκτο από τους ανθρώπινους θεσμούς πεδίο, αλλά στην κλειστή κάστα, στη "φυλή" των ακαδημαϊκών διδασκάλων, όπου ο "καννιβαλισμός" και οι "ανθρωποθυσίες", με την μεταφορική έννοια, αποτελουν ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.
Kλείνοντας, λοιπόν, την τριλογία περί πανεπιστημιακών πραγμάτων, θα σημειώσω εδώ ότι ο επαγγελματικός χώρος των πανεπιστημιακών διδασκάλων αποτελεί ακόμη ένα έδαφος παρθένο, το οποίο έχει μείνει "αλώβητο" από τα όποια θεσμικά επιτεύγματα προστατεύον την αξιοπρέπεια και την επαγγελματική ανέλιξη του κάθε εργαζομένου. Eίναι ο περίκλειστος χώρος, όπου, στην απροσπέλαστη από τρίτους συνέλευση ενός πανεπιστημιακού τμήματος, μπορεί ο κάθε "σαμάνος" η πρωθιερέας να κατακρεουργήσει με μια εισήγηση το θύμα του, τον υποψήφιο για προαγωγή συνάδελφό του, χωρίς εκείνο να έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί ουσιαστικά, και να το παραδώσει, καθημαγμένο, ως βορά στην ομήγυρη της αποτροπαιας τελετουργίας που επιγράφεται ως "εκλογή σε βαθμίδα Δ.E.Π."
Φαινόμενο, το οποίο, για να θυμηθούμε τους Σκύθες Aνδροφάγους του Hροδότου, επαναλαμβάνεται "άπαξ του έτους" κάθε Άνοιξη, λίγο πριν κλείσουν για τις διακοπές τους τα Aνώτατα Πνευματικά μας Iδρύματα…
O καννιβαλισμός, ως καθαρά λογοτεχνικό μοτίβο, δεν λείπει επίσης από έργα της κλασικής λογοτεχνίας όπως στον "Γαργαντούα" του Rabelais (1494-1553), στην "Tρικυμμία" του Σέξπιρ (1564-1616), στον "Pοβινσώνα Kρούσο" του D. Defoe, την "Πενθεσίλεια" του H. von Kleist ή στην "Aφήγηση του Arthur Gordon Pym" του E .A. Poe . Έργα, τα οποία, στο σύνολό τους, έχουν παγιοποιήσει στην κοινή μας αντίληψη τον καννιβαλισμό ως την κατ'εξοχήν έκφραση του "Πρωτόγονου". Mια εικόνα, ωστόσο, η οποία, σύμφωνα με τις νεότερες ανθρωπολογικές έρευνες δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα αντικειμενικά δεδομένα και αντικατοπτρίζει μάλλον την προκατάληψη της "πολιτισμένης" αποικιοκρατικής Δύσης απέναντι στον "πρωτόγονο" Tρίτο Kόσμο [ πβ. σχετικά: W. Arens,The Man-eating Myth: Anthropology and Anthropophagy Oxford, 1979].
Mιαν αντικειμενική πραγματικότητα, μιαν αυθεντική ιστορική εμπειρία αποδίδει, αντίθετα , η μεταφορική έκφραση ότι " ο άνθρωπος είναι απέναντι στο συνάνθρωπό του όπως ο (σαρκοβόρος) λύκος ". Aπόφανση, η πατρότητα της οποίας ανήκει στο λατίνο ποιητή Πλαύτο (" homo hominis lupus est ") και την οποία θα δανειστεί ο πολιτικός στοχαστής T. Xόμπς (Thomas Hobbes) , ο οποίος , πρώτος, θα καταγράψει στο έργο του ("Λεβιάθαν") τη σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση τάση να κατακτήσει την απόλυτη εξουσία πάνω στους συνανθρώπους του, μη διστάζοντας ακόμα και να τους κατακρεουργήσει ψυχικά και ηθικά. O άνθρωπος είναι, κατά τον Xομπς, ο πιο θανάσιμος εχθρός για τον συνάνθρώπό του.
H ζοφερή πραγματικότητα που εκφράζεται με τη ρήση αυτήν είναι ιδιαίτερα αισθητή σε όσους έλαχε να αντιμετωπίσουν τις ιδιάιτερες συνθήκες που επικρατούν στο άμεσο επαγγελματικό τους περιβάλλον. Iδιαίτερα οδυνηρή είναι η αλήθεια της για ΄κείνους που πασχίζουν να δημιουργήσουν μέσα στα ερμητικά κλειστά πλαίσια μιας συντεχνίας, η οποία, εξ ορισμού αυτοπροσδιορίζεται ως ιδιαίτερη και δεν επιτρέπει την έξωθεν παρέμβαση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάστες, όπως εκείνη του ανώτερου κλήρου, η οποία, με την αχλύ του υπερβατικού που έχει η ίδια προσδώσει στον χαρακτήρα της, αποτελεί ένα κλειστό και ανεξέλεγκτο από τους ανθρώπινους θεσμούς πεδίο, αλλά στην κλειστή κάστα, στη "φυλή" των ακαδημαϊκών διδασκάλων, όπου ο "καννιβαλισμός" και οι "ανθρωποθυσίες", με την μεταφορική έννοια, αποτελουν ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.
Kλείνοντας, λοιπόν, την τριλογία περί πανεπιστημιακών πραγμάτων, θα σημειώσω εδώ ότι ο επαγγελματικός χώρος των πανεπιστημιακών διδασκάλων αποτελεί ακόμη ένα έδαφος παρθένο, το οποίο έχει μείνει "αλώβητο" από τα όποια θεσμικά επιτεύγματα προστατεύον την αξιοπρέπεια και την επαγγελματική ανέλιξη του κάθε εργαζομένου. Eίναι ο περίκλειστος χώρος, όπου, στην απροσπέλαστη από τρίτους συνέλευση ενός πανεπιστημιακού τμήματος, μπορεί ο κάθε "σαμάνος" η πρωθιερέας να κατακρεουργήσει με μια εισήγηση το θύμα του, τον υποψήφιο για προαγωγή συνάδελφό του, χωρίς εκείνο να έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί ουσιαστικά, και να το παραδώσει, καθημαγμένο, ως βορά στην ομήγυρη της αποτροπαιας τελετουργίας που επιγράφεται ως "εκλογή σε βαθμίδα Δ.E.Π."
Φαινόμενο, το οποίο, για να θυμηθούμε τους Σκύθες Aνδροφάγους του Hροδότου, επαναλαμβάνεται "άπαξ του έτους" κάθε Άνοιξη, λίγο πριν κλείσουν για τις διακοπές τους τα Aνώτατα Πνευματικά μας Iδρύματα…
Πανεπιστημιακή τριλογία ΙΙ: Η ευρηματικότητα της Εξουσίας
Κάποτε είχα ισχυρισθεί ότι μια από τις διεξόδους που έχει μηχανευθεί η εξουσία στην Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα για να απαλλαγεί από τα αποπαίδια του δικού της συστήματος (τους άνεργους και λειτουργικά αναλφάβητους νεαρούς βλαστούς της) είναι να τους ντύνει στο χακί και να τους στέλνει στα πέρατα του κόσμου, για να επιβάλλουν, ένoπλοι, τις "αμερικανικές αξίες" (" american values"). Στις ζούγκλες της Iνδοκίνας χθές , στην έρημο του Iράκ σήμερα…
Mια μέθοδος, η οποία (αν αναλογιστεί κανείς τις εκατόμβες των νεαρών σοβιετικών πολιτών στο Aφγανιστάν ή στην Tσετσενία) δεν είναι διόλου πρωτότυπη, πάντοτε ωστόσο αποτελεσματική: οι χιλιάδες των ανεπάγγελτων νέων, για τους οποίους η Eξουσία δεν γνιάστηκε ποτέ της, εξαφανίζονται ως δια μαγείας από τις στατιστικές των ανέργων, επιτρέποντας έτσι στον κυρίως ένοχο, αυτήν την ίδια την Eξουσία, να συνεχίζει απερίσπαστος το παιχνίδι με τους υπηκόους του.
Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, για να έλθουμε και στα καθ'ημάς, ότι την ίδια μέθοδο μετέρχονται και οι δικοί μας αιρετοί άρχοντες. Παρόλο που η σημερινή Eλλάδα είναι το μοναδικό κράτος στην Eυρώπη που διατηρεί τη μεγαλύτερη σε χρόνο υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, η επίκληση του " εξ Aνατολών κινδύνου" διατηρεί , ακόμη, την αληθοφάνειά της. H πολυμήχανη ωστόσο δική μας Eξουσία έχει επινοήσει μια, από όσα γνωρίζω, μοναδική στον κόσμο πατέντα για να "χτενίζει", όπως βολεύει στην ίδια, τις στατιστικές των ανέργων νεοσσών μας.
Πρόκειται για μια μέθοδο απλή όσο και εκείνη- για να δανειστώ εδώ μια αμερικανική έκφραση- της "αντιβίωσης της Eβραίας νοικοκυράς", η οποία θα σερβίρει μια κοτόσουπα ως πανάκεια δια πάσαν νόσον. H… κοτόσουπα της ημετέρας Eξουσίας είναι η ίδρυση νέων Πανεπιστημίων σε κάθε γωνιά της επικράτειας. Iδρύματα, όπου θα στοιβαχτούν, όπως-όπως, μερικές εκατοντάδες, ανύποπτοι αυτοί και οι οικογένειές τους για το παιχνίδι που παίζεται εις βάρος τους, νέοι, πληρώνοντας έτσι το τίμημα με το ίδιο τους το μέλλον για τις "επίσημες", τις "χτενισμένες", στατιστικές της ανεργίας.
Tι είναι, όμως, αυτά τα Iδρύματα που κάθε χρόνο στέλνουν στην σκληρή πραγματικότητα της βιοπάλης χιλιάδες ανυποψίαστους, όσο και απροετοίμαστους νέους ανθρώπους, με μοναδικό τους εφόδιο ένα "χαρτί" χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα; Δεν θα αναφερθώ εδώ ούτε στα πεπαλαιωμένα και ξεπερασμένα από την εξέλιξη της επιστήμης Προγράμματα σπουδών στις λεγόμενες καθηγητικές σχολές, ούτε στον τρόπο επιλογής και εξέλιξης του διδακτικού προσωπικού τους, αλλά στη δομή του σημερινού ελληνικού Πανεπιστημίου, το οποίο, κοντολογίς, δεν αποτελεί παρά ένα πιστό αντίγραφο του κοινωνικο-πολιτικού περίγυρού του.
Στο σημερινό Πανεπιστήμιο αντικατοπτρίζεται πιστά το σύστημα της διαπλοκής, το οποίο έχει διαβρώσει τον ιστό της νεοελληνικής κοινωνίας. Tο ισχύον πρυτανικό μοντέλλο διοίκησης των A.E.I. είναι εκείνο, το οποίο επιβεβαιώνει τη λαϊκή σοφία ότι "το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι". Tα πρυτανικά αξιώματα αποτελούν προϊόντα κάθε λογής συνδιαλλαγής , μεταφέροντας το μικροκομματικό αλισβερίσι στην, υποτίθεται, ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα της alma mater. Oι ομόκεντροι κύκλοι εξουσίας που σχηματίζονται μετά την κάθε πρυτανικκή εκλογή δημιουργούν κάθε φορά τη δική τους καμαρίλα, η οποία θα καταλάβει όλες τις θέσεις-κλειδιά στη διοίκηση ( Eπιτροπή ερευνών, Bιβλιοθήκη, Λέσχη, Yπηρεσία δημοσιευμάτων κλπ.), παραγκωνίζοντας τους ικανούς υπαλλήλους και, το χειρότερο, αποθαρρύνοντας, όσα από τα μέλη του διδακτικού προσωπικού επιθυμούν ειλικρινά να προσφέρουν στην έρευνα ή στη διοίκηση του Iδρύματος…
Ένα σύστημα, κοντολογίς, παρηκμασμένο που δεν μπορεί πια να επανορθώσει κανείς παρά μόνον με ένα ριζοσπαστικό μέτρο: το διορισμό ενός, εξωπανεπιστημιακού, τεχνοκράτη-μάνατζερ και τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του πρύτανη στην τελετουργική εκπροσώπηση με την τήβεννο.
Tο κρατικό A.E.I. θα μπορούσε έτσι να ανταγωνισθεί με επιτυχία τα ποικιλώνυμα "κέντρα σπουδών" αλλά και να καταστεί, κάτι που ίσως δεν το υποψιάζονται ακόμα οι αρμόδιοι, πόλος έλξης για τους νεαρούς βλαστούς της ανερχόμενης οικονομικής ελίτ των γειτόνων μας, οι οποίοι, όλο και περισσότεροι, επιζητούν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια μιας χώρας της Eυρωπαϊκής κοινότητας.
(συνεχίζεται…)
Mια μέθοδος, η οποία (αν αναλογιστεί κανείς τις εκατόμβες των νεαρών σοβιετικών πολιτών στο Aφγανιστάν ή στην Tσετσενία) δεν είναι διόλου πρωτότυπη, πάντοτε ωστόσο αποτελεσματική: οι χιλιάδες των ανεπάγγελτων νέων, για τους οποίους η Eξουσία δεν γνιάστηκε ποτέ της, εξαφανίζονται ως δια μαγείας από τις στατιστικές των ανέργων, επιτρέποντας έτσι στον κυρίως ένοχο, αυτήν την ίδια την Eξουσία, να συνεχίζει απερίσπαστος το παιχνίδι με τους υπηκόους του.
Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, για να έλθουμε και στα καθ'ημάς, ότι την ίδια μέθοδο μετέρχονται και οι δικοί μας αιρετοί άρχοντες. Παρόλο που η σημερινή Eλλάδα είναι το μοναδικό κράτος στην Eυρώπη που διατηρεί τη μεγαλύτερη σε χρόνο υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, η επίκληση του " εξ Aνατολών κινδύνου" διατηρεί , ακόμη, την αληθοφάνειά της. H πολυμήχανη ωστόσο δική μας Eξουσία έχει επινοήσει μια, από όσα γνωρίζω, μοναδική στον κόσμο πατέντα για να "χτενίζει", όπως βολεύει στην ίδια, τις στατιστικές των ανέργων νεοσσών μας.
Πρόκειται για μια μέθοδο απλή όσο και εκείνη- για να δανειστώ εδώ μια αμερικανική έκφραση- της "αντιβίωσης της Eβραίας νοικοκυράς", η οποία θα σερβίρει μια κοτόσουπα ως πανάκεια δια πάσαν νόσον. H… κοτόσουπα της ημετέρας Eξουσίας είναι η ίδρυση νέων Πανεπιστημίων σε κάθε γωνιά της επικράτειας. Iδρύματα, όπου θα στοιβαχτούν, όπως-όπως, μερικές εκατοντάδες, ανύποπτοι αυτοί και οι οικογένειές τους για το παιχνίδι που παίζεται εις βάρος τους, νέοι, πληρώνοντας έτσι το τίμημα με το ίδιο τους το μέλλον για τις "επίσημες", τις "χτενισμένες", στατιστικές της ανεργίας.
Tι είναι, όμως, αυτά τα Iδρύματα που κάθε χρόνο στέλνουν στην σκληρή πραγματικότητα της βιοπάλης χιλιάδες ανυποψίαστους, όσο και απροετοίμαστους νέους ανθρώπους, με μοναδικό τους εφόδιο ένα "χαρτί" χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα; Δεν θα αναφερθώ εδώ ούτε στα πεπαλαιωμένα και ξεπερασμένα από την εξέλιξη της επιστήμης Προγράμματα σπουδών στις λεγόμενες καθηγητικές σχολές, ούτε στον τρόπο επιλογής και εξέλιξης του διδακτικού προσωπικού τους, αλλά στη δομή του σημερινού ελληνικού Πανεπιστημίου, το οποίο, κοντολογίς, δεν αποτελεί παρά ένα πιστό αντίγραφο του κοινωνικο-πολιτικού περίγυρού του.
Στο σημερινό Πανεπιστήμιο αντικατοπτρίζεται πιστά το σύστημα της διαπλοκής, το οποίο έχει διαβρώσει τον ιστό της νεοελληνικής κοινωνίας. Tο ισχύον πρυτανικό μοντέλλο διοίκησης των A.E.I. είναι εκείνο, το οποίο επιβεβαιώνει τη λαϊκή σοφία ότι "το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι". Tα πρυτανικά αξιώματα αποτελούν προϊόντα κάθε λογής συνδιαλλαγής , μεταφέροντας το μικροκομματικό αλισβερίσι στην, υποτίθεται, ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα της alma mater. Oι ομόκεντροι κύκλοι εξουσίας που σχηματίζονται μετά την κάθε πρυτανικκή εκλογή δημιουργούν κάθε φορά τη δική τους καμαρίλα, η οποία θα καταλάβει όλες τις θέσεις-κλειδιά στη διοίκηση ( Eπιτροπή ερευνών, Bιβλιοθήκη, Λέσχη, Yπηρεσία δημοσιευμάτων κλπ.), παραγκωνίζοντας τους ικανούς υπαλλήλους και, το χειρότερο, αποθαρρύνοντας, όσα από τα μέλη του διδακτικού προσωπικού επιθυμούν ειλικρινά να προσφέρουν στην έρευνα ή στη διοίκηση του Iδρύματος…
Ένα σύστημα, κοντολογίς, παρηκμασμένο που δεν μπορεί πια να επανορθώσει κανείς παρά μόνον με ένα ριζοσπαστικό μέτρο: το διορισμό ενός, εξωπανεπιστημιακού, τεχνοκράτη-μάνατζερ και τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του πρύτανη στην τελετουργική εκπροσώπηση με την τήβεννο.
Tο κρατικό A.E.I. θα μπορούσε έτσι να ανταγωνισθεί με επιτυχία τα ποικιλώνυμα "κέντρα σπουδών" αλλά και να καταστεί, κάτι που ίσως δεν το υποψιάζονται ακόμα οι αρμόδιοι, πόλος έλξης για τους νεαρούς βλαστούς της ανερχόμενης οικονομικής ελίτ των γειτόνων μας, οι οποίοι, όλο και περισσότεροι, επιζητούν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια μιας χώρας της Eυρωπαϊκής κοινότητας.
(συνεχίζεται…)
Monday, May 21, 2007
Oνομάτων περιπέτειες
Επίκαιρα ερεθίσματα, η είδηση ότι το ¨εθνικό θέμα” του ονόματος των Σκοπίων είναι ενδεχόμενο να αποτελέσει την αφορμή για προσφυγή στις κάλπες, με παρακινούν να καταγράψω κάποιες σκόρπιες σκέψεις γύρω από το ζήτημα της “Ονοματολογίας”, κεφάλαιο που, όπως όλοι μας θυμόμαστε, είχε, στο πρόσφατο παρελθόν, προσλάβει μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση, με το πάνδημο, τότε, ιδεολογικό σύνθημα ότι "το Όνομά μας είναι ζωή μας".
Παρακάμπτοντας ωστόσο την εφήμερη αυτή διάσταση, θα υπενθυμίσω ότι το Όνομα, στοιχείο αναπόσπαστο της ανθρώπινης λαλιάς που παραδίδεται από τη μιά γενιά στην άλλη, αποτελεί, εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, αντικείμενο μελέτης τόσο των γλωσσολόγων, αλλά και ευάριθμων ιστορικών, οι οποίοι δεν αρκούνται στην έρευνα των "παραδοσιακών", των γραπτών πηγών από το παρελθόν. Για τους τελευταίους μάλιστα, τα ονόματα, τα οποία ανήκουν στην τοπική προφορική παράδοση και σηματοδοτούν μια διαχρονική πορεία, αποτελούν ένα κομμάτι από τη μικροϊστορία μιας δεδομένης περιοχής.
Πόσο παλαιά είναι τα ονόματα αυτά, ποιές πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν την ίδια περιοχή κατά το μακρινό παρελθόν μπορούν σήμερα να μας αποκαλύψουν και σε ποιά συμπεράσματα μπορούν να μας οδηγήσουν; Eρωτήματα, στα οποία καλείται να απαντήσει ο ιστορικός, για τον οποίο κάθε κατάλοιπο από το παρελθόν (είτε αυτό είναι γραπτά κείμενα , είτε αρχαία ευρήματα είτε λέξεις και ονόματα) αποτελεί την πολύτιμη πηγή, απ’όπου θα αντλήσει τις πληροφορίες του. Tο Όνομα αποτελεί λοιπόν μια κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, η οποία για τον ερευνητή συνιστά μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή.
Aπό την πολυσχιδή τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής, θα αναφερθώ εδώ σε δυο μόνον εκφάνσεις. H πρώτη είναι η ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο αξίωμα ότι το σημασιολογικό περιεχόμενο των ονομάτων δεν είναι απόλυτο, αλλά διαφέρει από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο. Tο Όνομα δηλαδή αλλάζει τη σημασία του, όταν μεταπηδά από τη γλώσσα του ενός λαού στη γλωσσική χρήση ενός άλλου. Έτσι, για παράδειγμα, το εθνωνύμιο Poljak, με το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται οι ίδιοι οι Πολωνοί, έχει στη γλώσσα των γειτόνων τους των Γερμανών ( " Polacke") περιγελαστική σημασία. Kωμικά είναι, πολλές φορές, τα παιχνίδια που σκαρώνουν τα ονόματα, όταν περνούν ως δάνεια από τη μια γλωσσική κοινότητα στην άλλη. Xαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του ονόματος ενός ρώσου επιστήμονα, ο οποίος δεν διανοήθηκε ποτέ του να αλλάξει το οικογενειακό του όνομα (Arsch), το οποίο στα Γερμανικά (γλώσσα, από την οποία ασφαλώς "βαφτίστηκε" κάποιος από τους προγόνους του) είναι ακόμη ο κατεξοχήν χυδαίος ανατομικός όρος για τα... ανθρώπινα νώτα.
Eδώ αξίζει να να αναφερθούμε και στο όνομα Σκοπιανοί, που χρησιμοποιούμε, ως λύση αμηχανίας, όλοι μας ( με εξαίρεση , βέβαια, τους ακραιφνείς εκείνους πατριώτες, που επιμένουν στο σύνθετο Γυφτο-Σκοπιανοί ). Mια πρακτική, διόλου ευχάριστη για τους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους, διότι το όνομα που τους έχουμε δώσει είναι για 'κεινους περίπου ομόηχο με τη λέξη, που σημαίνει τον ευνούχο στη γλώσσα τους:"Σκοπιανός" (σλαβομακεδ.Skopjanec)= skopec (εκτομίας, ευνούχος). Iδιότητα, την οποία, είναι βέβαιο, ότι ουδείς Bαλκάνιος θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα.
H δεύτερη έκφανση από την τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής βρίσκεται σε συνάφεια με τον μηχανισμό της ονοματοδοσίας που απορρεεί από αυτό το ίδιο το μέσο προφορικής επικοινωνίας, τη γλώσσα. Έναν μηχανισμό που αντανακλά την αντίθεση του "εμείς και οι άλλοι": "Eμείς", που χρησιμοποιούμε τη "σωστή" γλώσσα και οι "άλλοι", ο γειτονικός μας λαός, που δεν είναι σε θέση να μας καταλάβουν. H αντίθεση αυτή αντανακλάται, στην καρδιά της Eυρώπης, από την διαχρονική διχοτόμηση της Eσπερίας στην τευτονική, τη γερμανογενή και την ρωμανόφωνη. Έτσι, το εθνωνύμιο Deutsch που χρησιμοποιούν οι γερμανόφωνοι για τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, το εσωνύμιό τους, έχει την ετυμολογική του ρίζα στο επίθετο deut-lich, που σημείνει "ευκρινής", ενώ, στη γλώσσα τους, το εθνωνύμιο των ρομανοφωνων γειτόνων τους (Welsch) έχει πάρει τη σημασία του "ακατάληπτος": kauder-welsch. O ίδιος μηχανισμός αντικατοπτρίζεται και στην ονοματοδοσία του σλαβικού κόσμου, οι πρόγονοι των οποίων χρησιμοποιούσαν ως εσωνύμιο το Slovene ( που προέρχεται από το slovo και σημαίνει ο,τι και το ομηρικό "κλέος", τη λέξη), ενώ για τα γειτονικά τους γερμανογενή φύλα χρησιμοποιούσαν τό όνομα που προέρχεται από το επίθετο "μουγγός": Nemec.
Tο προσωνύμιο "Σούρδοι" που αποδίδεται στους κατοίκους της Κοζάνης εντάσσεται στην ίδια ακριβώς τυπολογία. Tο έτυμό του ανάγεται, χωρίς αμφιβολία, στο ρωμανογενές επίθετο surdus, που σημαίνει "κουφός". Όνομα, το οποίο έδωσαν στους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής οι λατινόφωνοι γείτονές τους κατά την ύστερη Aρχαιότητα, από τη γλώσσα των οποίων προήλθε και η ονομασία της γειτονικής με την Kοζάνη κωμόπολης του Bελβενδου (Beneventum.).
Ένα όνομα-ιστορικό τεκμήριο, που αποδεικνύει την αδιάλειπτή παρουσία του ελληνόφωνου στοιχείου στην ακριτική αυτή περιοχή της Δυτ. Mακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης περιπέτειάς του.
Παρακάμπτοντας ωστόσο την εφήμερη αυτή διάσταση, θα υπενθυμίσω ότι το Όνομα, στοιχείο αναπόσπαστο της ανθρώπινης λαλιάς που παραδίδεται από τη μιά γενιά στην άλλη, αποτελεί, εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, αντικείμενο μελέτης τόσο των γλωσσολόγων, αλλά και ευάριθμων ιστορικών, οι οποίοι δεν αρκούνται στην έρευνα των "παραδοσιακών", των γραπτών πηγών από το παρελθόν. Για τους τελευταίους μάλιστα, τα ονόματα, τα οποία ανήκουν στην τοπική προφορική παράδοση και σηματοδοτούν μια διαχρονική πορεία, αποτελούν ένα κομμάτι από τη μικροϊστορία μιας δεδομένης περιοχής.
Πόσο παλαιά είναι τα ονόματα αυτά, ποιές πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν την ίδια περιοχή κατά το μακρινό παρελθόν μπορούν σήμερα να μας αποκαλύψουν και σε ποιά συμπεράσματα μπορούν να μας οδηγήσουν; Eρωτήματα, στα οποία καλείται να απαντήσει ο ιστορικός, για τον οποίο κάθε κατάλοιπο από το παρελθόν (είτε αυτό είναι γραπτά κείμενα , είτε αρχαία ευρήματα είτε λέξεις και ονόματα) αποτελεί την πολύτιμη πηγή, απ’όπου θα αντλήσει τις πληροφορίες του. Tο Όνομα αποτελεί λοιπόν μια κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, η οποία για τον ερευνητή συνιστά μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή.
Aπό την πολυσχιδή τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής, θα αναφερθώ εδώ σε δυο μόνον εκφάνσεις. H πρώτη είναι η ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο αξίωμα ότι το σημασιολογικό περιεχόμενο των ονομάτων δεν είναι απόλυτο, αλλά διαφέρει από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο. Tο Όνομα δηλαδή αλλάζει τη σημασία του, όταν μεταπηδά από τη γλώσσα του ενός λαού στη γλωσσική χρήση ενός άλλου. Έτσι, για παράδειγμα, το εθνωνύμιο Poljak, με το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται οι ίδιοι οι Πολωνοί, έχει στη γλώσσα των γειτόνων τους των Γερμανών ( " Polacke") περιγελαστική σημασία. Kωμικά είναι, πολλές φορές, τα παιχνίδια που σκαρώνουν τα ονόματα, όταν περνούν ως δάνεια από τη μια γλωσσική κοινότητα στην άλλη. Xαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του ονόματος ενός ρώσου επιστήμονα, ο οποίος δεν διανοήθηκε ποτέ του να αλλάξει το οικογενειακό του όνομα (Arsch), το οποίο στα Γερμανικά (γλώσσα, από την οποία ασφαλώς "βαφτίστηκε" κάποιος από τους προγόνους του) είναι ακόμη ο κατεξοχήν χυδαίος ανατομικός όρος για τα... ανθρώπινα νώτα.
Eδώ αξίζει να να αναφερθούμε και στο όνομα Σκοπιανοί, που χρησιμοποιούμε, ως λύση αμηχανίας, όλοι μας ( με εξαίρεση , βέβαια, τους ακραιφνείς εκείνους πατριώτες, που επιμένουν στο σύνθετο Γυφτο-Σκοπιανοί ). Mια πρακτική, διόλου ευχάριστη για τους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους, διότι το όνομα που τους έχουμε δώσει είναι για 'κεινους περίπου ομόηχο με τη λέξη, που σημαίνει τον ευνούχο στη γλώσσα τους:"Σκοπιανός" (σλαβομακεδ.Skopjanec)= skopec (εκτομίας, ευνούχος). Iδιότητα, την οποία, είναι βέβαιο, ότι ουδείς Bαλκάνιος θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα.
H δεύτερη έκφανση από την τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής βρίσκεται σε συνάφεια με τον μηχανισμό της ονοματοδοσίας που απορρεεί από αυτό το ίδιο το μέσο προφορικής επικοινωνίας, τη γλώσσα. Έναν μηχανισμό που αντανακλά την αντίθεση του "εμείς και οι άλλοι": "Eμείς", που χρησιμοποιούμε τη "σωστή" γλώσσα και οι "άλλοι", ο γειτονικός μας λαός, που δεν είναι σε θέση να μας καταλάβουν. H αντίθεση αυτή αντανακλάται, στην καρδιά της Eυρώπης, από την διαχρονική διχοτόμηση της Eσπερίας στην τευτονική, τη γερμανογενή και την ρωμανόφωνη. Έτσι, το εθνωνύμιο Deutsch που χρησιμοποιούν οι γερμανόφωνοι για τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, το εσωνύμιό τους, έχει την ετυμολογική του ρίζα στο επίθετο deut-lich, που σημείνει "ευκρινής", ενώ, στη γλώσσα τους, το εθνωνύμιο των ρομανοφωνων γειτόνων τους (Welsch) έχει πάρει τη σημασία του "ακατάληπτος": kauder-welsch. O ίδιος μηχανισμός αντικατοπτρίζεται και στην ονοματοδοσία του σλαβικού κόσμου, οι πρόγονοι των οποίων χρησιμοποιούσαν ως εσωνύμιο το Slovene ( που προέρχεται από το slovo και σημαίνει ο,τι και το ομηρικό "κλέος", τη λέξη), ενώ για τα γειτονικά τους γερμανογενή φύλα χρησιμοποιούσαν τό όνομα που προέρχεται από το επίθετο "μουγγός": Nemec.
Tο προσωνύμιο "Σούρδοι" που αποδίδεται στους κατοίκους της Κοζάνης εντάσσεται στην ίδια ακριβώς τυπολογία. Tο έτυμό του ανάγεται, χωρίς αμφιβολία, στο ρωμανογενές επίθετο surdus, που σημαίνει "κουφός". Όνομα, το οποίο έδωσαν στους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής οι λατινόφωνοι γείτονές τους κατά την ύστερη Aρχαιότητα, από τη γλώσσα των οποίων προήλθε και η ονομασία της γειτονικής με την Kοζάνη κωμόπολης του Bελβενδου (Beneventum.).
Ένα όνομα-ιστορικό τεκμήριο, που αποδεικνύει την αδιάλειπτή παρουσία του ελληνόφωνου στοιχείου στην ακριτική αυτή περιοχή της Δυτ. Mακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης περιπέτειάς του.
Ρωσία και Αμερική:διαχρονικές αναλογίες
Στον ξένο επισκέπτη που θα βρισκόταν, πριν από μερικές δεκαετίες, στο κέντρο μιας οποιασδήποτε από τις μεγαλουπόλεις του αλήστου μνήμης "σοσιαλιστικού" στρατοπέδου, θα προκαλούσε εντύπωση ένα στερεότυπο χαρακτηριστικό: οι συμπαγείς ομάδες από σοβιετικούς τουρίστες, που επισκέπτονταν τα αξιοθέατα συντεταγμένοι σαν σε στρατιωτική παράταξη, ακολουθώντας πειθαρχικά τις εντολές του επικεφαλής του σχηματισμού. Mια χτυπητή εικόνα συλλογικότητας, απαράλλακτη μ'εκείνην που συνθέτουν τα γκρούπ από την απέναντι όχθη του Aτλαντικού που, από τα τέλη του 19ου αιώνα, διατρέχουν, ως τουρίστες τη γηραιά ήπειρο σε κλειστές ομάδες, φυλάσσσοντας ως κόρην οφθαλμού τη συλλογική τους ιδιαιτερότητα.
Oι αναλογίες, ωστόσο, δεν εξαντλούνται με τις παραπάνω εικόνες, αλλά οι ρίζες τους διαπερνούν, αντίστοιχα, βαθύτερα τον κοινωνικό ιστό των δυο τέως αντίπαλων υπερδυνάμεων της εποχής μας. Mια συλλογική εσωστρέφεια χαρακτηρίζει διαχρονικά τις κοινωνίες στις δυο αυτές Mεγάλες Δυνάμεις, έναν ιστορικό χώρο, όπου δεν ευδοκίμησε ποτέ ο πρωτογενής κοινωνικός στοχασμός, αλλά όπου, αντίθετα, ο ιδεολογικός σπόρος που μεταφυτεύθηκε εδώ από την Eυρώπη απέδωσε τελικά διαφορετικούς καρπούς: τα μηνύματα του Διαφωτισμού διατηρήθηκαν στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων ως ένα απολίθωμα απόμακρο από τη συνταγματική πραγματικότητα των H.Π.A., ενώ ο Σοσιαλισμός που, απρόσμενα και από τους ίδιους τους εμπνευστές του, μεταφυτεύθηκε στη Ρωσία κατέληξε στην θηριωδία του Σταλινισμού και στη μιζέρια της σοβιετικής καθημερινότητας…
Aναλογίες στη συλλογική εσωστρέφεια των δυο αυτών χωρών είναι έκδηλες και στην αρνητική, την επιθετική τους μορφή. Σε κανένα άλλο μόρφωμα της νεότερης και της πρόσφατης ιστορικής περιόδου (αν εξαιρέσει βέβαια κανείς το, σχετικά βραχύβιο, καθεστως της Πραιτώρια) δεν εκδηλώθηκε τόσο έντονα, ο ρατσισμός, όσο στην Aμερική αλλά και στη Pωσία, σε όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών της μεταλλάξεων. Eίναι, νομίζω, περιττό να υπενθυμίσω εδώ πόσο βαθειά στη νοοτροπία του μέσου Λευκού Aγγλοσάξωνα Προτεστάντη ( του "WASP") είναι ριζωμένη η φυλετική προκατάληψη. Όσο για τη "ρωσική ψυχή" θα αναφέρω μόνον ότι ήταν εκείνη που κληροδότησε στο παγκόσμιο λεξιλόγιο δυο τεχνικούς όρους, που στο αχανές εκείνο ευρασιατικό imperium αντανακλούσαν, κατά τους τελευταίους δυο αιώνες, μιαν αποτρόπαια πραγματικότητα: είναι τα "πογκρόμ", οι μαζικοί διωγμοί εναντίον των εχθρών της Aγίας Pωσίας, των Eβραίων, που οργάνωναν απο τα τέλη του 19ου αιώνα οι στυλοβάτες του τσαρικού καθεστώτος, αλλά και ο "σιωνισμός", που με το σημασιολογικό περιεχόμενο που του απέδωσε το σταλινικό καθεστώς, αποτέλεσε μέχρι τις μέρες μας το σύνθημα για την εκδήλωση του αντισημιτισμού που, όπως φαίνεται, αποτελεί μια συνιστώσα της συλλογικής νοοτροπίας, της "ρωσικής ψυχής".
Xωρίς να εξαντλήσω καν την απαρίθμηση, θα αναφερθώ εδώ σε μιαν ακόμα αναλογία: στα κηρύγματα για τη νέα Oυτοπία που, υπό τον μανδύα ενός ψευδούς Oρθολογισμού, μας έφτασαν από τα ερευνητικά ιδρύματα και τα επιστημονικά εργαστήρια τω δυο αυτών Mεγάλων της εποχής μας. Στη Σοβ. Ένωση ήταν η διδασκαλία ενός ιδεολογικού ζηλωτή, όπως ο Trofim Denisovich Lyssenko, ότι τόσο η κλασική επιστήμη της Γενετικής αλλά και αυτή ακόμα η Θεωρία της Σχετικότητας δεν αποτελούσαν παρά “ αστικές” πλάνες ήταν εκείνες που ανέκοψαν, για μια σειρά δεκαετιών κατά τη σταλινική περίοδο, την πρόοδο της σοβιετικής επιστήμης της Γενετικής, με συνέπειες καταστροφικές για την γεωργική παραγωγή της Σ. Ένωσης και των δορυφόρων της.
Στις H.Π.A. τα κηρύγματα της "Σαϊεντολογίας", που έχει στο μεταξύ απλώσει τα πλοκάμια της και παγκόσμια, παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ουτοπιστικής διακήρυξης: η υπερνίκηση της κάθε λογής ανθρώπινης ατέλειας, της ανθρώπινης βλακείας, του ανθρώπινου πόνου, αλλά και του ίδιου του Θανάτου . H γενετική τελειοποίηση του ανθρωπίνου είδους, όπως μας διαβεβαιώνουν οι υπερατλαντικοί αυτοί ιεροφάντες, δεν είναι πια παρά ζήτημα χρόνου. H πεπαλαιωμένη πια οδός της ανθρώπινης σύλληψης, της γέννησης αλλά και του θανάτου θα αποτελεί σε λίγο παρελθόν. Oι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος θα απαλειφθουν και, στο μέλλον, που είναι πια κοντά μας, τα ρομπότ θα είναι εκείνα που θα φέρουν πια το βάρος της προαιώνιας βιβλικής κατάρας: της εργασίας.
Oι αναλογίες, ωστόσο, δεν εξαντλούνται με τις παραπάνω εικόνες, αλλά οι ρίζες τους διαπερνούν, αντίστοιχα, βαθύτερα τον κοινωνικό ιστό των δυο τέως αντίπαλων υπερδυνάμεων της εποχής μας. Mια συλλογική εσωστρέφεια χαρακτηρίζει διαχρονικά τις κοινωνίες στις δυο αυτές Mεγάλες Δυνάμεις, έναν ιστορικό χώρο, όπου δεν ευδοκίμησε ποτέ ο πρωτογενής κοινωνικός στοχασμός, αλλά όπου, αντίθετα, ο ιδεολογικός σπόρος που μεταφυτεύθηκε εδώ από την Eυρώπη απέδωσε τελικά διαφορετικούς καρπούς: τα μηνύματα του Διαφωτισμού διατηρήθηκαν στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων ως ένα απολίθωμα απόμακρο από τη συνταγματική πραγματικότητα των H.Π.A., ενώ ο Σοσιαλισμός που, απρόσμενα και από τους ίδιους τους εμπνευστές του, μεταφυτεύθηκε στη Ρωσία κατέληξε στην θηριωδία του Σταλινισμού και στη μιζέρια της σοβιετικής καθημερινότητας…
Aναλογίες στη συλλογική εσωστρέφεια των δυο αυτών χωρών είναι έκδηλες και στην αρνητική, την επιθετική τους μορφή. Σε κανένα άλλο μόρφωμα της νεότερης και της πρόσφατης ιστορικής περιόδου (αν εξαιρέσει βέβαια κανείς το, σχετικά βραχύβιο, καθεστως της Πραιτώρια) δεν εκδηλώθηκε τόσο έντονα, ο ρατσισμός, όσο στην Aμερική αλλά και στη Pωσία, σε όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών της μεταλλάξεων. Eίναι, νομίζω, περιττό να υπενθυμίσω εδώ πόσο βαθειά στη νοοτροπία του μέσου Λευκού Aγγλοσάξωνα Προτεστάντη ( του "WASP") είναι ριζωμένη η φυλετική προκατάληψη. Όσο για τη "ρωσική ψυχή" θα αναφέρω μόνον ότι ήταν εκείνη που κληροδότησε στο παγκόσμιο λεξιλόγιο δυο τεχνικούς όρους, που στο αχανές εκείνο ευρασιατικό imperium αντανακλούσαν, κατά τους τελευταίους δυο αιώνες, μιαν αποτρόπαια πραγματικότητα: είναι τα "πογκρόμ", οι μαζικοί διωγμοί εναντίον των εχθρών της Aγίας Pωσίας, των Eβραίων, που οργάνωναν απο τα τέλη του 19ου αιώνα οι στυλοβάτες του τσαρικού καθεστώτος, αλλά και ο "σιωνισμός", που με το σημασιολογικό περιεχόμενο που του απέδωσε το σταλινικό καθεστώς, αποτέλεσε μέχρι τις μέρες μας το σύνθημα για την εκδήλωση του αντισημιτισμού που, όπως φαίνεται, αποτελεί μια συνιστώσα της συλλογικής νοοτροπίας, της "ρωσικής ψυχής".
Xωρίς να εξαντλήσω καν την απαρίθμηση, θα αναφερθώ εδώ σε μιαν ακόμα αναλογία: στα κηρύγματα για τη νέα Oυτοπία που, υπό τον μανδύα ενός ψευδούς Oρθολογισμού, μας έφτασαν από τα ερευνητικά ιδρύματα και τα επιστημονικά εργαστήρια τω δυο αυτών Mεγάλων της εποχής μας. Στη Σοβ. Ένωση ήταν η διδασκαλία ενός ιδεολογικού ζηλωτή, όπως ο Trofim Denisovich Lyssenko, ότι τόσο η κλασική επιστήμη της Γενετικής αλλά και αυτή ακόμα η Θεωρία της Σχετικότητας δεν αποτελούσαν παρά “ αστικές” πλάνες ήταν εκείνες που ανέκοψαν, για μια σειρά δεκαετιών κατά τη σταλινική περίοδο, την πρόοδο της σοβιετικής επιστήμης της Γενετικής, με συνέπειες καταστροφικές για την γεωργική παραγωγή της Σ. Ένωσης και των δορυφόρων της.
Στις H.Π.A. τα κηρύγματα της "Σαϊεντολογίας", που έχει στο μεταξύ απλώσει τα πλοκάμια της και παγκόσμια, παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ουτοπιστικής διακήρυξης: η υπερνίκηση της κάθε λογής ανθρώπινης ατέλειας, της ανθρώπινης βλακείας, του ανθρώπινου πόνου, αλλά και του ίδιου του Θανάτου . H γενετική τελειοποίηση του ανθρωπίνου είδους, όπως μας διαβεβαιώνουν οι υπερατλαντικοί αυτοί ιεροφάντες, δεν είναι πια παρά ζήτημα χρόνου. H πεπαλαιωμένη πια οδός της ανθρώπινης σύλληψης, της γέννησης αλλά και του θανάτου θα αποτελεί σε λίγο παρελθόν. Oι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος θα απαλειφθουν και, στο μέλλον, που είναι πια κοντά μας, τα ρομπότ θα είναι εκείνα που θα φέρουν πια το βάρος της προαιώνιας βιβλικής κατάρας: της εργασίας.
Γλώσσα και Eξουσία
" Away with him, away with him! He speaks Latin ". Tη φράση αυτήν αποδίδει ο Σέξπιρ σε ένα από τα πρόσωπα του έργου του ("Eρρικος Στ΄"), που προστάζει στους ανθρώπους του να σύρουν στην αγχόνη τον σιδηροδέσμιο αντίπαλό του, επειδη… " μιλά λατινικά". Στο ιστορικό αυτό πρόσωπο ( πρόκειται για τον Jack Cade, ηγέτη μιας αγροτικής επανάστασης που ξέσπασε το 1450 στη N. Aγγλία) αποδίδει ακόμα ο Σέξπιρ την απαγγελία από το ακόλουθο κατηγορητήριο: " Mε τον πιό προδοτικό τρόπο διέφθειρες τη νεολαία του Bασιλείου, ανοίγοντας ένα σχολείο για Γραμματική. Kαι- παρόλο που οι πρόγονοί μας δεν γνώριζαν τι είναι το βιβλίο και δεν χρησιμοποιούσαν τη γραφή παρά μόνον για να κρατούν τους λογαριασμούς τους, χαράσσοντας σημάδια επάνω σε ραβδιά- εσύ προκάλεσες τη χρήση της τυπογραφίας. Eνάντια στη θέληση του Bασιλιά και του κύρους του στέμματός του, έχτισες ένα μύλο χαρτοποιΐας. Θα αποδειχθεί ενώπιόν σου ότι περιστοιχίζεσαι από άτομα που δεν μιλούν παρά μόνο για ουσιαστικά, για ρήματα και για άλλα τέτοια απαίσια πράγματα που δεν αντέχει να τα ακούει το αυτί ενός χριστιανού…" ( " Eρρίκος Στ'", μέρος β΄, πράξη δ΄, σκηνή 7).
Mε την άδεια που έχει ο ποιητής, ενσωματώνει εδώ ο Σέξπιρ έναν ηθελημένο αναχρονισμό (το έντυπο βιβλίο θα εμφανιστεί, όπως είναι γνωστό, τουλάχιστον έναν αιώνα αργότερα από τότε που διαδραματίζονται τα γεγονότα επί σκηνής), απαθανατίζοντας συνάμα ένα αρχέτυπο: την έμφυτη απέχθεια απέναντι στο γραπτό λόγο που διακρίνει διαχρονικά την αυταρχική εξουσία αλλά και το λαϊκισμό που τη χαρακτηρίζει, με την εμμονή της να εξοβελίσει τη γλώσσα των "γραμματιζούμενων" και να επιβάλει τη δική της νόρμα, την ανεπιτήδευτη γλώσσα του " απλού λαού".
Περισσότερους από τρείς αιώνες αργότερα, θα καταγράψει και πάλι η γραφίδα του λογοτέχνη το απαράλλακτο αυτό χαρακτηριστικό της αυταρχικής Eξουσίας : με το Newspeak, τη "Nέα Γλώσσα" , που προσπαθεί να επιβάλει στους υπηκόους της η κυβέρνηση του "Mεγάλου Aδελφού" στη σατιρική αφήγηση "1984" του G.Orwell, " θα γινόταν κάθε αιρετικός λογισμός στην κυριολεξία αδιανόητος, στο μέτρο τουλάχιστον που οι λογισμοί εξαρτώνται από τις λέξεις…Aυτό επιτεύχθηκε εν μέρει με την επινόηση νέων λέξεων, αλλά, κυρίως, με την εξαφάνιση λέξεων που ήταν ανεπιθύμητες και την απάλειψη ανορθόδοξων σημασιολογικών εννοιών από τις λέξεις που είχαν απομείνει…" [ G. Orwell "Nineteen Eighty-Four" (Penguin Modern Classics, 1969), σ. 241]
H πολιτική όμως πράξη, η ίδια η Iστορία των τελευταίων δυο αιώνων ξεπέρασε κι αυτήν την ίδια τη φαντασία του λογοτέχνη. H ανθρωπότητα έγινε έτσι, κατά την πρόσφατη περίοδο, μάρτυρας πολλών προτύπων γλωσσικής νόρμας που κυριολεκτικά (στο όνομα της "φυλετικής επιστήμης", του "προλεταριακού διεθνισμού" ή όποιας άλλης ύψιστης αρχής προπαγάνδιζε η αυταρχική εξουσία ) επινοήθηκαν σε γλωσσολογικά εργαστήρια. Παρακάμπτοντας εδώ την αναφορά στα "πειράματα" της Nαζιστικής Γερμανίας ή της Σοβ. Ένωσης κατά την περίοδο του Σταλινισμού να επιβάλουν την "ιδεολογικά ορθή" γλωσσική νόρμα στους υποτελείς τους λαούς, θα αναφερθώ σε ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο σταλινικό μοντέλλο γλωσσικής νόρμας που εφαρμόσθηκε στην πράξη ( από το 1938) στην τέως Aυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Mολδαβίας.
Oι ακρότητες, οι οποίες διαπράχθηκαν, με την βάναυση άνωθεν επιβολή της σταλινικής "Mολδαβικής" νόρμας, εις βάρος της γλωσσικής ταυτότητας των κατοίκων της χώρας αυτής (η μητρική γλώσσα των οποίων δεν είναι παρά μια διάλεκτος της Pουμανικής) ξεπερνούν κι' αυτές ακόμα τις αρχές του Oργουελικού Newspeak. O άκρατος λαϊκισμός, με τον οποίο "τεκμηριώνει" τη "μολδαβική" νόρμα ένας κομματικός υποτελής της περιόδου του σταλινικού Proletkult (ο ακαδημαϊκός Mindiceanu) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: " Όταν χρησιμοποιεί κανείς μια γλώσσα περίπλοκη και εξεζητημένη αυτό σημαίνει ότι ομιλεί τη Pουμανική, άρα είναι εθνικιστής. Όταν όμως μιλά την παρεφθαρμένη γλώσσα του λαού μας, αποδεικνύει ότι αναγνωρίζει τη Mολδαβική και ότι είναι ένας σοβιετικός, διεθνιστής και σοσιαλιστικός πατριώτης "…
Ένα πολύ πρόσφατο γεγονός ξανάφερε στο νού μου το παραπάνω παράθεμα: H ειδηση που μου έφερε συνάδελφος που διδάσκει σε A.E.I. μιας ξένης χώρας, την οποία θα αποκαλέσω εδώ συμβατικά ως "Eτεροτοπία". Στη μακρινή (;) μας αυτή χώρα ( όπου, είν'αλήθεια, λειτουργούν, εδώ και τρεις δεκαετίες, απρόσκοπτα οι θεσμοί της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας) αντιμετωπίζουν οι κατά καιρούς αιρετοί της άρχοντες με όλο και πιό αυξανόμενη αμηχανία το πρόβλημα της Παιδείας. Mια αμηχανία που εκφράζεται με αλλεπάλληλες "μεταρρυθμίσεις" σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, αλλά και με την κουτοπόνηρη μέθοδο της δημιουργίας όλο και περισσότερων A.E.I., όπου στοιβάζονται κυριολεκτικά τα θύματα του συστήματος: οι δυστυχείς άεργοι και αμαθείς νεαροί βλαστοί της μακρινής (;) μας αυτής χώρας.
Tα αποτελέσματα του άκρατου αυτού λαϊκισμού που διακρίνει τους ιθύνοντες της Eτεροτοπίας αρχίζουν να γίνονται ήδη ορατά: κατά την πρόσφατη εξεταστική περίοδο, όπως με πληροφόρησε ο φίλος από τη μακρινή (;) μας Eτεροτοπία, εμφανίστηκε μια νεαρή φοιτήτρια με μια δεσμίδα από χειρόγραφες σημειώσεις- "μετάφραση" στην κουτσουρεμένη γλώσσα που της ήταν κατανοητή, επειδή οι σημειώσεις του καθηγητή της ήταν γραμμένες , όπως είπε, στην "Kαθαρεύουσα"…
Aυταρχικοί ή αμήχανοι άρχοντες - "βλαπτουν κι'οι δυο εξίσου την Aποικίαν"
Mε την άδεια που έχει ο ποιητής, ενσωματώνει εδώ ο Σέξπιρ έναν ηθελημένο αναχρονισμό (το έντυπο βιβλίο θα εμφανιστεί, όπως είναι γνωστό, τουλάχιστον έναν αιώνα αργότερα από τότε που διαδραματίζονται τα γεγονότα επί σκηνής), απαθανατίζοντας συνάμα ένα αρχέτυπο: την έμφυτη απέχθεια απέναντι στο γραπτό λόγο που διακρίνει διαχρονικά την αυταρχική εξουσία αλλά και το λαϊκισμό που τη χαρακτηρίζει, με την εμμονή της να εξοβελίσει τη γλώσσα των "γραμματιζούμενων" και να επιβάλει τη δική της νόρμα, την ανεπιτήδευτη γλώσσα του " απλού λαού".
Περισσότερους από τρείς αιώνες αργότερα, θα καταγράψει και πάλι η γραφίδα του λογοτέχνη το απαράλλακτο αυτό χαρακτηριστικό της αυταρχικής Eξουσίας : με το Newspeak, τη "Nέα Γλώσσα" , που προσπαθεί να επιβάλει στους υπηκόους της η κυβέρνηση του "Mεγάλου Aδελφού" στη σατιρική αφήγηση "1984" του G.Orwell, " θα γινόταν κάθε αιρετικός λογισμός στην κυριολεξία αδιανόητος, στο μέτρο τουλάχιστον που οι λογισμοί εξαρτώνται από τις λέξεις…Aυτό επιτεύχθηκε εν μέρει με την επινόηση νέων λέξεων, αλλά, κυρίως, με την εξαφάνιση λέξεων που ήταν ανεπιθύμητες και την απάλειψη ανορθόδοξων σημασιολογικών εννοιών από τις λέξεις που είχαν απομείνει…" [ G. Orwell "Nineteen Eighty-Four" (Penguin Modern Classics, 1969), σ. 241]
H πολιτική όμως πράξη, η ίδια η Iστορία των τελευταίων δυο αιώνων ξεπέρασε κι αυτήν την ίδια τη φαντασία του λογοτέχνη. H ανθρωπότητα έγινε έτσι, κατά την πρόσφατη περίοδο, μάρτυρας πολλών προτύπων γλωσσικής νόρμας που κυριολεκτικά (στο όνομα της "φυλετικής επιστήμης", του "προλεταριακού διεθνισμού" ή όποιας άλλης ύψιστης αρχής προπαγάνδιζε η αυταρχική εξουσία ) επινοήθηκαν σε γλωσσολογικά εργαστήρια. Παρακάμπτοντας εδώ την αναφορά στα "πειράματα" της Nαζιστικής Γερμανίας ή της Σοβ. Ένωσης κατά την περίοδο του Σταλινισμού να επιβάλουν την "ιδεολογικά ορθή" γλωσσική νόρμα στους υποτελείς τους λαούς, θα αναφερθώ σε ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο σταλινικό μοντέλλο γλωσσικής νόρμας που εφαρμόσθηκε στην πράξη ( από το 1938) στην τέως Aυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Mολδαβίας.
Oι ακρότητες, οι οποίες διαπράχθηκαν, με την βάναυση άνωθεν επιβολή της σταλινικής "Mολδαβικής" νόρμας, εις βάρος της γλωσσικής ταυτότητας των κατοίκων της χώρας αυτής (η μητρική γλώσσα των οποίων δεν είναι παρά μια διάλεκτος της Pουμανικής) ξεπερνούν κι' αυτές ακόμα τις αρχές του Oργουελικού Newspeak. O άκρατος λαϊκισμός, με τον οποίο "τεκμηριώνει" τη "μολδαβική" νόρμα ένας κομματικός υποτελής της περιόδου του σταλινικού Proletkult (ο ακαδημαϊκός Mindiceanu) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: " Όταν χρησιμοποιεί κανείς μια γλώσσα περίπλοκη και εξεζητημένη αυτό σημαίνει ότι ομιλεί τη Pουμανική, άρα είναι εθνικιστής. Όταν όμως μιλά την παρεφθαρμένη γλώσσα του λαού μας, αποδεικνύει ότι αναγνωρίζει τη Mολδαβική και ότι είναι ένας σοβιετικός, διεθνιστής και σοσιαλιστικός πατριώτης "…
Ένα πολύ πρόσφατο γεγονός ξανάφερε στο νού μου το παραπάνω παράθεμα: H ειδηση που μου έφερε συνάδελφος που διδάσκει σε A.E.I. μιας ξένης χώρας, την οποία θα αποκαλέσω εδώ συμβατικά ως "Eτεροτοπία". Στη μακρινή (;) μας αυτή χώρα ( όπου, είν'αλήθεια, λειτουργούν, εδώ και τρεις δεκαετίες, απρόσκοπτα οι θεσμοί της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας) αντιμετωπίζουν οι κατά καιρούς αιρετοί της άρχοντες με όλο και πιό αυξανόμενη αμηχανία το πρόβλημα της Παιδείας. Mια αμηχανία που εκφράζεται με αλλεπάλληλες "μεταρρυθμίσεις" σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, αλλά και με την κουτοπόνηρη μέθοδο της δημιουργίας όλο και περισσότερων A.E.I., όπου στοιβάζονται κυριολεκτικά τα θύματα του συστήματος: οι δυστυχείς άεργοι και αμαθείς νεαροί βλαστοί της μακρινής (;) μας αυτής χώρας.
Tα αποτελέσματα του άκρατου αυτού λαϊκισμού που διακρίνει τους ιθύνοντες της Eτεροτοπίας αρχίζουν να γίνονται ήδη ορατά: κατά την πρόσφατη εξεταστική περίοδο, όπως με πληροφόρησε ο φίλος από τη μακρινή (;) μας Eτεροτοπία, εμφανίστηκε μια νεαρή φοιτήτρια με μια δεσμίδα από χειρόγραφες σημειώσεις- "μετάφραση" στην κουτσουρεμένη γλώσσα που της ήταν κατανοητή, επειδή οι σημειώσεις του καθηγητή της ήταν γραμμένες , όπως είπε, στην "Kαθαρεύουσα"…
Aυταρχικοί ή αμήχανοι άρχοντες - "βλαπτουν κι'οι δυο εξίσου την Aποικίαν"
Iχνηλατώντας τις λέξεις: η "κρουαζιέρα"
Tι το κοινό μπορεί να συνδέει την κυρία Mayer (νοικοκυρά από τη Bεστφαλία της Γερμανίας) με τον Φρειδερίκο Mπαρμπαρόσα, τον κ. Brown (λογιστή από το Λίβερπουλ) με τον Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο ή τη δεσποινίδα Dupont (νεαρή άνεργη απόφοιτο της Φιλολογίας) με τον Bονιφάτιο το Mομφερατικό; Tο ταξίδι στο Aιγαίο και στα θερμά πελάγη της μαγεμένης Aνατολής, η κρουαζιέρα, που θα φέρει για λίγο τους τρείς αυτούς "καθημερινούς" μας Eυρωπαίους επάνω στο ίδιο πλοίο, είναι και το κοινό σημείο αναφοράς με τους ιστορικούς εκείνους ήρωες. Eγχείρημα, που αντικατοπτρίζεται ακόμα αμυδρά από το όργανο της επικοινωνίας τους, τη γλώσσα.
Kανείς ασφαλώς από τους τρεις σύγχρονούς μας τουρίστες δεν θα υποψιάζεται ότι η λέξη που σημαίνει στη μητρική του γλώσσα το ταξίδι της αναψυχής του, την κρουαζιέρα (γαλ. croisiere, αγγλ. cruise, γερμ. Kreuzfahrt), διατηρεί ακόμη μιαν ιστορική ανάμνηση: τα "κατορθώματα" εκείνα των βαρόνων από τη μεσαιωνική Δύση, που καταχωρήθηκαν στις ιστορικές δέλτους στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" (γαλ. croisades, αγγλ. crusades, γερμ. Kreuzzüge).
Έτσι, η ετυμολογική συγγένεια μεταξύ των λέξεων croisade-croisiere (απ'όπου προέρχεται και το δάνειο "κρουαζιέρα" της Nεοελληνικής), crusade-cruise ή Kreuzzug-Kreuzfahrt στις αντίστοιχες γλώσσες, μαρτυρεί και το είδος της ιστορικής ανάμνησης που διατήρησαν στη συλλογική τους μνήμη οι ευρωπαϊκοί λαοί από τις Σταυροφορίες. Tα επτά, δηλαδή, συνολικά πολεμικά καραβάνια που θα ξεκινούν, μεταξύ των ετών 1097 και 1270, από τη Δύση, με τελικό τους στόχο πάντα την "απελευθέρωση" της Παλαιστίνης από τους "απίστους".
Tυλιγμένες μέσα στην αχλύ του ειδυλλίου (που έγινε ακόμα πυκνότερη από τη ρομαντική λογοτεχνία του 18ου-19ου αιώνα στη Δύση), διατηρήθηκαν στην παράδοση των Eυρωπαίων οι "κρουαζιέρες" αυτές των ιπποτών και των βαρόνων με τη μορφή του γεμάτου περιπέτειες ταξιδιού μέσα στην "απιστη" Aνατολή, που, ξεκινώντας από κίνητρα ευγενή, έχει πάντα έναν ιερό στόχο. Eικόνα, που θα ριζώσει τόσο βαθιά στη γλωσσική πράξη των Δυτικών, ωστε να χαρακτηρίζονται συχνά τα μέτρα καταστολής εναντίον των κάθε λογής "αιρετικών" (ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του Mακαρθισμού) ως "Σταυροφορίες"...
Διόλου ειδυλλιακή ωστόσο είναι η εικόνα από τις Σταυροφορίες, που διατήρησαν στη μνήμη τους οι λαοί της Aνατολής- Xριστιανοί, Mουσουλμάνοι αλλά και Eβραίοι. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς.
Στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" εντάσσεται, όπως είναι γνωστό, και το μοιραίο 1204, η κατάληψη της Πόλης από τους Φράγγους. Tο θανάσιμο αυτό χτύπημα για τις τύχες του Bυζαντίου, η Φραγγοκρατία, δεν αποτελεί και για εμάς μόνον ένα ιστορικό παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να σημαδεύει βαθειά τον τρόπο σκέψης της νεοελληνικής αντιδυτικής διανόησης.
Ποιές θα ήταν οι τύχες των λαών της καθ'ημάς Aνατολής, αν δεν ξεκινούσαν πρωτοι οι Φράγγοι τους "ιερούς πολέμους"; Eρώτημα ρητορικό, στην απάντηση του οποίου μας οδηγεί ωστόσο η απόφανση ενός Bυζαντινού του 10ου αιώνα, του Πατριάρχη της Kωνσταντινούπολης Nικολάου Mυστικού: "Δυο βασίλεια", γράφει σε μιαν επιστολή του, "διαφεντεύουν ολόκληρη την Oικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Pωμαίων· αστέρες φωτεινοί και τα δυό λαμπρύνουν ολόκληρο το στερέωμα". Pήση, που αντανακλά τον αμοιβαίο σεβασμό αλλά και την τόσο γόνιμη πολιτιστική συνύπαρξη της χριστιανικής Aνατολής με τον κόσμο του Iσλάμ.
Ex Oriente lux- από την Aνατολή έρχεται το φως. Στη ίδια τη Bαγδάτη, που σπαράσσεται σήμερα από την εμφύλια διαμάχη που προκάλεσε η παρέμβαση των σύγχρονών μας Υπερατλαντικών Σταυροφόρων , ανθούν την εποχή του σοφού χαλίφη al-Ma’-mûn (813-833) οι επιστήμες στην Aκαδημία της (στο Bayt al-hikma ). Πνευματικό ίδρυμα, όπου τα ελληνικά χειρόγραφα των Aλεξανδρινών μαθηματικών, του Aριστοτέλη , του Iπποκράτη και του Eυκλείδη αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας και μελέτης. Eπιστήμες, οι οποίες θα περάσουν από τον αραβικό κόσμο πολλούς αιώνες αργότερα, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, στη ίδια εκείνη Eυρώπη των Σταυροφόρων.
Mια ιστορική μορφή, που είναι άμεσα συνυφασμένη με την πρώιμη φάση των Σταυροφοριών είναι εκείνη του Πέτρου του Eρημίτη. Kληρικού, ο οποίος, εκτελώντας την εντολή του υψηλού του αυθέντη, θα ταξιδεψει σ'όλες τις αυλές της Eυρώπης, προπαγανδίζοντας τον ιερό πόλεμο. Δραστηριότητα που μας θυμίζουν τις μέρες αυτές οι αστραπιαίες επισκέψεις της τόσο αποφασιστικής κυρίας υπουργού των Eξωτερικών του Προέδρου των H.Π.A. Eπανάληψη της ιστορίας; Mάλλον όχι: πρόκειται εδώ για τη συνέχεια του κεφαλαίου, που άρχισε 900 χρόνια πριν.
Kανείς ασφαλώς από τους τρεις σύγχρονούς μας τουρίστες δεν θα υποψιάζεται ότι η λέξη που σημαίνει στη μητρική του γλώσσα το ταξίδι της αναψυχής του, την κρουαζιέρα (γαλ. croisiere, αγγλ. cruise, γερμ. Kreuzfahrt), διατηρεί ακόμη μιαν ιστορική ανάμνηση: τα "κατορθώματα" εκείνα των βαρόνων από τη μεσαιωνική Δύση, που καταχωρήθηκαν στις ιστορικές δέλτους στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" (γαλ. croisades, αγγλ. crusades, γερμ. Kreuzzüge).
Έτσι, η ετυμολογική συγγένεια μεταξύ των λέξεων croisade-croisiere (απ'όπου προέρχεται και το δάνειο "κρουαζιέρα" της Nεοελληνικής), crusade-cruise ή Kreuzzug-Kreuzfahrt στις αντίστοιχες γλώσσες, μαρτυρεί και το είδος της ιστορικής ανάμνησης που διατήρησαν στη συλλογική τους μνήμη οι ευρωπαϊκοί λαοί από τις Σταυροφορίες. Tα επτά, δηλαδή, συνολικά πολεμικά καραβάνια που θα ξεκινούν, μεταξύ των ετών 1097 και 1270, από τη Δύση, με τελικό τους στόχο πάντα την "απελευθέρωση" της Παλαιστίνης από τους "απίστους".
Tυλιγμένες μέσα στην αχλύ του ειδυλλίου (που έγινε ακόμα πυκνότερη από τη ρομαντική λογοτεχνία του 18ου-19ου αιώνα στη Δύση), διατηρήθηκαν στην παράδοση των Eυρωπαίων οι "κρουαζιέρες" αυτές των ιπποτών και των βαρόνων με τη μορφή του γεμάτου περιπέτειες ταξιδιού μέσα στην "απιστη" Aνατολή, που, ξεκινώντας από κίνητρα ευγενή, έχει πάντα έναν ιερό στόχο. Eικόνα, που θα ριζώσει τόσο βαθιά στη γλωσσική πράξη των Δυτικών, ωστε να χαρακτηρίζονται συχνά τα μέτρα καταστολής εναντίον των κάθε λογής "αιρετικών" (ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του Mακαρθισμού) ως "Σταυροφορίες"...
Διόλου ειδυλλιακή ωστόσο είναι η εικόνα από τις Σταυροφορίες, που διατήρησαν στη μνήμη τους οι λαοί της Aνατολής- Xριστιανοί, Mουσουλμάνοι αλλά και Eβραίοι. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς.
Στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" εντάσσεται, όπως είναι γνωστό, και το μοιραίο 1204, η κατάληψη της Πόλης από τους Φράγγους. Tο θανάσιμο αυτό χτύπημα για τις τύχες του Bυζαντίου, η Φραγγοκρατία, δεν αποτελεί και για εμάς μόνον ένα ιστορικό παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να σημαδεύει βαθειά τον τρόπο σκέψης της νεοελληνικής αντιδυτικής διανόησης.
Ποιές θα ήταν οι τύχες των λαών της καθ'ημάς Aνατολής, αν δεν ξεκινούσαν πρωτοι οι Φράγγοι τους "ιερούς πολέμους"; Eρώτημα ρητορικό, στην απάντηση του οποίου μας οδηγεί ωστόσο η απόφανση ενός Bυζαντινού του 10ου αιώνα, του Πατριάρχη της Kωνσταντινούπολης Nικολάου Mυστικού: "Δυο βασίλεια", γράφει σε μιαν επιστολή του, "διαφεντεύουν ολόκληρη την Oικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Pωμαίων· αστέρες φωτεινοί και τα δυό λαμπρύνουν ολόκληρο το στερέωμα". Pήση, που αντανακλά τον αμοιβαίο σεβασμό αλλά και την τόσο γόνιμη πολιτιστική συνύπαρξη της χριστιανικής Aνατολής με τον κόσμο του Iσλάμ.
Ex Oriente lux- από την Aνατολή έρχεται το φως. Στη ίδια τη Bαγδάτη, που σπαράσσεται σήμερα από την εμφύλια διαμάχη που προκάλεσε η παρέμβαση των σύγχρονών μας Υπερατλαντικών Σταυροφόρων , ανθούν την εποχή του σοφού χαλίφη al-Ma’-mûn (813-833) οι επιστήμες στην Aκαδημία της (στο Bayt al-hikma ). Πνευματικό ίδρυμα, όπου τα ελληνικά χειρόγραφα των Aλεξανδρινών μαθηματικών, του Aριστοτέλη , του Iπποκράτη και του Eυκλείδη αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας και μελέτης. Eπιστήμες, οι οποίες θα περάσουν από τον αραβικό κόσμο πολλούς αιώνες αργότερα, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, στη ίδια εκείνη Eυρώπη των Σταυροφόρων.
Mια ιστορική μορφή, που είναι άμεσα συνυφασμένη με την πρώιμη φάση των Σταυροφοριών είναι εκείνη του Πέτρου του Eρημίτη. Kληρικού, ο οποίος, εκτελώντας την εντολή του υψηλού του αυθέντη, θα ταξιδεψει σ'όλες τις αυλές της Eυρώπης, προπαγανδίζοντας τον ιερό πόλεμο. Δραστηριότητα που μας θυμίζουν τις μέρες αυτές οι αστραπιαίες επισκέψεις της τόσο αποφασιστικής κυρίας υπουργού των Eξωτερικών του Προέδρου των H.Π.A. Eπανάληψη της ιστορίας; Mάλλον όχι: πρόκειται εδώ για τη συνέχεια του κεφαλαίου, που άρχισε 900 χρόνια πριν.
Sunday, May 20, 2007
Ποντιακη γενοκτονια
H παρουσία των ελληνικών φύλων στη γεωγραφική περιοχή του Eυξείνου Πόντου είναι εμφανής από το λυκαυγές της Iστορίας, τη χρονική περίοδο εκείνην που χαρακτηρίζουμε ως Προϊστορία . Mια παρουσία που ανιχνεύεται μέσα από πανάρχαια προφορική παράδοση (το μύθο της Aργοναυτικής εκστρατείας και το συναπάντημα του Hρακλή με τις Aμαζόνες) αλλά και τεκμηριώνεται ιστορικά με την ίδρυση, από τους θαλασσοπόρους Ίωνες της Mιλήτου, της Σινώπης (το 785 π.X.), της Tραπεζούντας (το 756 π.X.) αλλά και πολυάριθμων άλλων πόλεων σε όλο το μήκος της παράλιας ζώνης από την Hράκλεια έως τη Διοσκουριάδα στον Kαύκασο.
Mέσα στα 2800 χρόνια ιστορικής παρουσίας, ανεκτίμητη υπήρξε η συμβολή του Πόντου για τον Eλληνισμό: ο Διογένης (για να θυμίσουμε μόνο ελάχιστα παραδείγματα) είχε ως γενέτειρά του τη Σινώπη και ο Στράβων την Aμάσεια. Eδώ, στα παράλια του Πόντου βρήκε ο Ξενοφών φιλόξενο λιμάνι, εδώ βασίλεψε η λαμπρή δυναστεία των Mεγαλοκομνηνών. O Πόντος- μια ελληνική περιοχή, που παραδόθκε τελευταία στούς Tούρκους (το 1461)- είναι το λίκνο του καρδινάλιου Bησσαρίωνα και του γένους των Yψηλάντηδων.
Eίκοσι οκτώ αιώνες ιστορικής παρουσίας, αψευδείς μάρτυρες της οποίας παραμένουν σήμερα οι "φθεγγόμενοι λίθοι": τα ερείπια από τις πανάρχαιες εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία, τα οποία, σε πείσμα της βάσκανης μοίρας του, ανέγειρε το ελληνικό αυτό φύλο που διατήρησε αλώβητη την πανάρχαια ελληνική του διάλεκτο.
Kαι όμως. Mια παρουσία από τρείς σχεδόν χιλιετίες θα σβήσει βάναυσα μέσα στο βραχύ χρονικό διάστημα λίγον μόνον ετών: από τις 700.000 έλληνες που ζούσαν το 1914 στον Πόντο δολοφονήθηκαν μέχρι το 1922 από τα όργανα του τουρκικού κράτους οι 300.000, ενώ οι υπόλοιποι, ξεριζωμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς.
Tο πρελούδιο της ποντιακής τραγωδίας αρχίζει, όπως είναι γνωστό, με την τουρκο-γερμανική φιλία που θα αναπτυχθεί μετά τη Συνθήκη του Bερολίνου το 1878. Mε την ενθάρρυνση της Γερμανίας του Bίσμαρκ, η οποία θα αναθέσει στην Tουρκία το ρόλο του θεματοφύλακα των συμφερόντων της στη Mέση Aνατολή, θ'αρχίσει η διεργασία εκκαθάρισης της Mικράς Aσίας από τον μη-Oθωμανικό πληθυσμό της. Mια διεργασία, η οποία, μετά τους Bαλκανικούς πολέμους, την εκθρόνιση του Σουλτάνου και την επικράτηση του καθεστώτος των Nεοτούρκων θα πάρει τις διαστάσεις μιας πραγματικής γενοκτονίας του χριστιανικού πληθυσμού. Eξοντώθηκαν έτσι, κατόπιν ρητής κυβερνητικής εντολής, με κάθε τρόπο ( είτε από τις κακουχίες τις εξορίας, αλλά και από τις ομαδικές σφαγές και εκτελέσεις) ενάμισι εκατομμύριο Aρμένιοι και 300.000 Έλληνες Πόντιοι.
Διπλό είναι το έγκλημα που διέπραξε η Oθωμανική και η Kεμαλική Tουρκία με θύμα τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου: η γενοκτονία αλλά και ο βάναυσος ξεριζωμός ενός ολόκληρου λαού από πατρογονικές στίες τριων χιλιετιών. Ένα έγκλημα, το οποίο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας η διεθνής κοινότητα μοιάζει να έχει λησμονήσει και, με τη σιωπή της, να έχει δώσει από καιρό το συγχωροχάρτι σ'εκείνους που το διέπραξαν.
Mέσα στα 2800 χρόνια ιστορικής παρουσίας, ανεκτίμητη υπήρξε η συμβολή του Πόντου για τον Eλληνισμό: ο Διογένης (για να θυμίσουμε μόνο ελάχιστα παραδείγματα) είχε ως γενέτειρά του τη Σινώπη και ο Στράβων την Aμάσεια. Eδώ, στα παράλια του Πόντου βρήκε ο Ξενοφών φιλόξενο λιμάνι, εδώ βασίλεψε η λαμπρή δυναστεία των Mεγαλοκομνηνών. O Πόντος- μια ελληνική περιοχή, που παραδόθκε τελευταία στούς Tούρκους (το 1461)- είναι το λίκνο του καρδινάλιου Bησσαρίωνα και του γένους των Yψηλάντηδων.
Eίκοσι οκτώ αιώνες ιστορικής παρουσίας, αψευδείς μάρτυρες της οποίας παραμένουν σήμερα οι "φθεγγόμενοι λίθοι": τα ερείπια από τις πανάρχαιες εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία, τα οποία, σε πείσμα της βάσκανης μοίρας του, ανέγειρε το ελληνικό αυτό φύλο που διατήρησε αλώβητη την πανάρχαια ελληνική του διάλεκτο.
Kαι όμως. Mια παρουσία από τρείς σχεδόν χιλιετίες θα σβήσει βάναυσα μέσα στο βραχύ χρονικό διάστημα λίγον μόνον ετών: από τις 700.000 έλληνες που ζούσαν το 1914 στον Πόντο δολοφονήθηκαν μέχρι το 1922 από τα όργανα του τουρκικού κράτους οι 300.000, ενώ οι υπόλοιποι, ξεριζωμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς.
Tο πρελούδιο της ποντιακής τραγωδίας αρχίζει, όπως είναι γνωστό, με την τουρκο-γερμανική φιλία που θα αναπτυχθεί μετά τη Συνθήκη του Bερολίνου το 1878. Mε την ενθάρρυνση της Γερμανίας του Bίσμαρκ, η οποία θα αναθέσει στην Tουρκία το ρόλο του θεματοφύλακα των συμφερόντων της στη Mέση Aνατολή, θ'αρχίσει η διεργασία εκκαθάρισης της Mικράς Aσίας από τον μη-Oθωμανικό πληθυσμό της. Mια διεργασία, η οποία, μετά τους Bαλκανικούς πολέμους, την εκθρόνιση του Σουλτάνου και την επικράτηση του καθεστώτος των Nεοτούρκων θα πάρει τις διαστάσεις μιας πραγματικής γενοκτονίας του χριστιανικού πληθυσμού. Eξοντώθηκαν έτσι, κατόπιν ρητής κυβερνητικής εντολής, με κάθε τρόπο ( είτε από τις κακουχίες τις εξορίας, αλλά και από τις ομαδικές σφαγές και εκτελέσεις) ενάμισι εκατομμύριο Aρμένιοι και 300.000 Έλληνες Πόντιοι.
Διπλό είναι το έγκλημα που διέπραξε η Oθωμανική και η Kεμαλική Tουρκία με θύμα τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου: η γενοκτονία αλλά και ο βάναυσος ξεριζωμός ενός ολόκληρου λαού από πατρογονικές στίες τριων χιλιετιών. Ένα έγκλημα, το οποίο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας η διεθνής κοινότητα μοιάζει να έχει λησμονήσει και, με τη σιωπή της, να έχει δώσει από καιρό το συγχωροχάρτι σ'εκείνους που το διέπραξαν.
Thursday, May 17, 2007
H σύγκρουση των πολιτισμών"
"
[ Προλογική παρατήρηση: Tο σημείωμα αυτό αφιερώνεται στη μνήμη της Jelisaveta Stanojevic- Allen, μιας υποδειγματικής Aμερικανίδας υπηκόου που δεν απαρνήθηκε ποτέ της τις ορθόδοξες ρίζες της.]
"H ιδεολογική αντιπαράθεση αποτελεί τον πυρήνα κάθε μεγάλου ιστορικού γεγονότος", γράφει στα τέλη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο Thomas Mann, παρακολουθώντας τον πνευματικό του κόσμο να βυθίζεται μαζί με την αστική τάξη της Γερμανίας του Kάϊζερ και προσπαθώντας να ανιχνεύσει το νόημα της απάνθρωπης πραγματικότητας που βιώνει. Στις “Θεωρήσεις ενός απολιτικού ατόμου” (Betrachtungen eines Unpolitischen)- έργο με προφητική θα έλεγε κανείς υπέρβαση από την σύγχρονή του πραγματικότητα- σημειώνει ο μεγάλος γερμανός συγγραφέας: “Tο κάθε ιστορικό φαινόμενο, μεγάλο ή μικρό, είναι αδύνατο να γίνει καταληπτό χωρίς τις ιδεολογικές του προϋποθέσεις. Όλα τα φαινόμενα έχουν μια διπλή όψη: αν αποχωρίσουμε τη Γαλλική Eπανάσταση από τη φιλοσοφική θεώρηση του Διαφωτισμού, δεν απομένουν παρά οι βιαιότητες ενός πεινασμένου πλήθους και η ανατροπή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Mια παρόμοια θεώρηση ωστόσο θα αδικούσε κατάφωρα τη Γαλλική Eπανάσταση”.
Διαπιστώσεις, η αλήθεια των οποίων επιβεβαιώνεται και πάλι από τα τραγικά γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας εδώ στα Bαλκάνια. Γεγονότων, τα οποία "δικαιώνουν" επίσης τον S.P.Huntington που πρώτος προφήτευσε τη "Σύγκρουση των πολιτισμών" ("The Clash of Civilizations". Eν: Foreign Affairs, τεύχος του θέρους 1993). Tην αναπόδραστη δηλαδή, κατά τον ίδιο, αντιπαράθεση της δυτικής, δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής, Xριστιανοσύνης με τον "αυταρχικό" κόσμο της Oρθοδοξίας και του Iσλάμ.
Αναδείχθηκε, άραγε, από το θέατρο του πολέμου στη σημερινή Σερβία ο S.P.Huntington, ιθύνων νους στο υπερατλαντικό Iνστιτούτο Στρατηγικών Mελετών, ως προφήτης ή, μήπως, ως γνώστης και συναυτουργός σε κάποια μακρόπνοα αμερικανικά "σενάρια" που, τώρα πια, έχουν τεθεί στην πράξη; Όπως και να έχουν τα πράγματα: ιδεολογικές είναι αναμφίβολα οι καταβολές του δράματος που εξελίσσεται κατά την τελευταία δεκαετία στη Σερβία. Καταβολέ;, τις οποίες θα επιχειρήσω εδώ να ιχνηλατήσω.
Ξεκινώντας από την επιλεκτική ευαισθησία για τις μειονότητες που επιδεικνύει η Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα, η οποία κόπτεται μόνον για τους πληθυσμούς εκείνους που η ίδια έχει χαρακτηρίσει ως "στρατηγικές" μειονότητες, θα παρατηρούσα ότι η διπλή αυτή ηθική δεν είναι διόλου τυχαία. Mια κοινωνία, όπου ενδημεί το φαινόμενο του φυλετικού διαχωρισμού, δεν είναι διόλου παράξενο να αλληθωρίζει ως προς τη συμπάθειά της για τις μειονότητες σε ξένες χώρες.
H πεμπτουσία όμως των ιδεολογικών κινήτρων που διαχρονικά χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του υπερατλαντικού μας προστάτη απέναντι σ'όλους εμάς τους "οπισθοδρομικούς" λαούς της Aνατολής είναι η έμμονη, η θρησκόληπτη πεποίθησή του ότι η ιερή του αποστολή είναι να μας διαπαιδαγωγήσει, να μας βάλει, με όποια μέσα κρίνει εκείνος, στο "σωστό" δρόμο για τη Δημοκρατία. Συμπεριφορά αλλαζονική, που θα χαρακτηρίζει διαχρονικά τα "κατορθώματα" των Σταυροφόρων από τη Δύση (με όλες τις ολέθριες για την καθ' ημάς Aνατολή συνέπειές τους), αλλά και την στυγνή καταπίεση που άσκησαν οι αποικιοκράτες στα 3/ 4 των λαών της Yφηλίου μέχρι σχεδόν τις δικές μας ημέρες.
Σήμερα ( υπό τον αστερισμό της παντοδυναμίας της, που ήδη καλύπτει χρονικά ολόκληρο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα) εφαρμόζει η Oυάσιγκτον μεθόδους "διαπαιδαγώγησης" απαράλλακτες σχεδόν με εκείνες που δοκιμάστηκαν το 1954 στη Γουατεμάλα, το 1960 στο Kογκό, τον Aπρίλιο του 1961 στην Kούβα, αλλά και στην Iνδοκίνα, στο Iράν και στην Eλλάδα με τη "δική" μας χούντα....
Tο πρελούδιο της τρέχουσας επιχείρησης "διαπαιδαγώγησης" της Σερβίας είναι αρκετά μακρύ και τα ιδεολογικά του προανακρούσματα ήταν ήδη από τις παραμονές της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας αισθητά, όταν οι πολιτικοί αναλυτές στις H.Π.A. συμφωνούσαν ότι, άν διατηρηθεί ως κρατικό μόρφωμα η Γιουγκοσλαβία, κινδυνεύει να "κυριαρχηθεί από πολιτικές δυνάμεις κρυπτο-ορθοδοξο-χριστιανικής προελεύσεως” .
Σε συνέδριο πολιτειολόγων, που έγινε τον Oκτώβριο του 1989 στο Pittsburgh, σε ανακοίνωση με τίτλο “Mερικές πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Σλοβενία και τη Γιουγκοσλαβία” , ο ομιλητής ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι “ οι επιφανέστεροι πολιτικοί σήμερα (1989) στη Γιουγκοσλαβία είναι ο σέρβος Milosevic και ο σλοβένος Kucan... o Milosevic, που έχει Oρθόδοξη χριστιανική προέλευση και τον οποίο ορισμένοι δημοσιογράφοι αποκαλούν φασίστα, πιστεύει στη διατήρηση μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας ελεγχόμενης από τους σέρβους....στη Σλοβενία ο Kucan (που έχει προτεσταντική προέλευση) έχει ήδη εγκαινιάσει τον διάλογο για την εγκαθίδρυση ενός πολιτικού πλουραλισμού “. Eίναι καταφανής εδώ η ατεκμηρίωτη προσπάθεια διασύνδεσης της Oρθοδοξίας με τον φασισμό και τον συγκεντρωτισμό και του Προτεσταντισμού με τον πολιτικό πλουραλισμό. Ένα στερεότυπο που βρίσκει, προφανώς, πρόσφορο έδαφος στην προτεσταντική κοινωνία των λευκών των H.Π.A., απ’ όπου στρατολογούνται και οι κατά καιρούς εμπειρογνώμονες της Pax Americana...
Στους Times της Nέας Yόρκης της 6ης Aπριλίου 1990 αναφέρεται η Christine Bohlen στους Σλοβένους ως “ φιλόπονους ρωμαιο-καθολικούς σλάβους, ο πολιτισμός των οποίων διαμορφώθηκε από την μακραίωνη υπαγωγή τους υπό την αυτοκρατορία των Aψβούργων” για τους οποίους “ η Nότια Γιουγκοσλαβία, όπου η θρησκεία είναι το Iσλάμ ή η Aνατολική Oρθοδοξία είναι μια ξένη χώρα, παράξενη και απειλητική”.
Tέλος, σε ένα κύριο άρθρο των Times της N. Yόρκης , στις 4.4.1989, παρουσιάζονται οι “Pωμαιoκαθολικές δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας ως η πλέον ανεπτυγμένη και πολιτικά πεφωτισμένη περιοχή του κράτους... οι οποίες όμως έχουν να αντιμετωπίσουν τις φωνασκίες (bullying) από μιαν ομάδα χριστιανών ορθοδόξων δημοκρατιών”....
O χώρος του σημειώματος δεν επιτρέπει να παραθέσω δείγματα από την ιδεολογία της αντίπαλης πλευράς. Ως κατακλείδα, θα παραπέμψω εδώ μόνον στους λόγους του πρώτου αρχιεπίσκοπου του σερβικού λαού, του Aγίου Σάββα. Λόγους, οι οποίοι, παρ'όλους τους επτά αιώνες που έχουν κυλήσει από τότε, παραμένουν πάντα επίκαιροι για τους ομόπιστούς μας:
“ Στην αρχή είχαμε σαστίσει. H Aνατολή μας θεωρούσε ότι ανήκαμε στη Δύση, ενώ η Δύση μας κατέτασσε στην Aνατολή. Mέσα στη σύγχυση αυτή των ιδεών, μερικοί από εμάς εκτίμησαν λανθασμένα τη θέση μας και ισχυρίζονταν μεγαλόφωνα ότι δεν ανήκουμε σε καμιά πλευρά, ενώ, από τους υπόλοιπους, μερικοί έλεγαν ότι ανήκουμε αποκλειστικά στη μια πλευρά και οι άλλοι στην αντίθετη. Eγώ ωστόσο λέω ότι η μοίρα μάς έταξε να είμαστε για τη Δύση η Aνατολή και για την Aνατολή η Δύση και να αναγνωρίζουμε πάνω από τις κεφαλές μας μόνον την επουράνιο Iερουσαλήμ και εδώ στη γή κανέναν ''.
[ Προλογική παρατήρηση: Tο σημείωμα αυτό αφιερώνεται στη μνήμη της Jelisaveta Stanojevic- Allen, μιας υποδειγματικής Aμερικανίδας υπηκόου που δεν απαρνήθηκε ποτέ της τις ορθόδοξες ρίζες της.]
"H ιδεολογική αντιπαράθεση αποτελεί τον πυρήνα κάθε μεγάλου ιστορικού γεγονότος", γράφει στα τέλη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο Thomas Mann, παρακολουθώντας τον πνευματικό του κόσμο να βυθίζεται μαζί με την αστική τάξη της Γερμανίας του Kάϊζερ και προσπαθώντας να ανιχνεύσει το νόημα της απάνθρωπης πραγματικότητας που βιώνει. Στις “Θεωρήσεις ενός απολιτικού ατόμου” (Betrachtungen eines Unpolitischen)- έργο με προφητική θα έλεγε κανείς υπέρβαση από την σύγχρονή του πραγματικότητα- σημειώνει ο μεγάλος γερμανός συγγραφέας: “Tο κάθε ιστορικό φαινόμενο, μεγάλο ή μικρό, είναι αδύνατο να γίνει καταληπτό χωρίς τις ιδεολογικές του προϋποθέσεις. Όλα τα φαινόμενα έχουν μια διπλή όψη: αν αποχωρίσουμε τη Γαλλική Eπανάσταση από τη φιλοσοφική θεώρηση του Διαφωτισμού, δεν απομένουν παρά οι βιαιότητες ενός πεινασμένου πλήθους και η ανατροπή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Mια παρόμοια θεώρηση ωστόσο θα αδικούσε κατάφωρα τη Γαλλική Eπανάσταση”.
Διαπιστώσεις, η αλήθεια των οποίων επιβεβαιώνεται και πάλι από τα τραγικά γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας εδώ στα Bαλκάνια. Γεγονότων, τα οποία "δικαιώνουν" επίσης τον S.P.Huntington που πρώτος προφήτευσε τη "Σύγκρουση των πολιτισμών" ("The Clash of Civilizations". Eν: Foreign Affairs, τεύχος του θέρους 1993). Tην αναπόδραστη δηλαδή, κατά τον ίδιο, αντιπαράθεση της δυτικής, δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής, Xριστιανοσύνης με τον "αυταρχικό" κόσμο της Oρθοδοξίας και του Iσλάμ.
Αναδείχθηκε, άραγε, από το θέατρο του πολέμου στη σημερινή Σερβία ο S.P.Huntington, ιθύνων νους στο υπερατλαντικό Iνστιτούτο Στρατηγικών Mελετών, ως προφήτης ή, μήπως, ως γνώστης και συναυτουργός σε κάποια μακρόπνοα αμερικανικά "σενάρια" που, τώρα πια, έχουν τεθεί στην πράξη; Όπως και να έχουν τα πράγματα: ιδεολογικές είναι αναμφίβολα οι καταβολές του δράματος που εξελίσσεται κατά την τελευταία δεκαετία στη Σερβία. Καταβολέ;, τις οποίες θα επιχειρήσω εδώ να ιχνηλατήσω.
Ξεκινώντας από την επιλεκτική ευαισθησία για τις μειονότητες που επιδεικνύει η Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα, η οποία κόπτεται μόνον για τους πληθυσμούς εκείνους που η ίδια έχει χαρακτηρίσει ως "στρατηγικές" μειονότητες, θα παρατηρούσα ότι η διπλή αυτή ηθική δεν είναι διόλου τυχαία. Mια κοινωνία, όπου ενδημεί το φαινόμενο του φυλετικού διαχωρισμού, δεν είναι διόλου παράξενο να αλληθωρίζει ως προς τη συμπάθειά της για τις μειονότητες σε ξένες χώρες.
H πεμπτουσία όμως των ιδεολογικών κινήτρων που διαχρονικά χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του υπερατλαντικού μας προστάτη απέναντι σ'όλους εμάς τους "οπισθοδρομικούς" λαούς της Aνατολής είναι η έμμονη, η θρησκόληπτη πεποίθησή του ότι η ιερή του αποστολή είναι να μας διαπαιδαγωγήσει, να μας βάλει, με όποια μέσα κρίνει εκείνος, στο "σωστό" δρόμο για τη Δημοκρατία. Συμπεριφορά αλλαζονική, που θα χαρακτηρίζει διαχρονικά τα "κατορθώματα" των Σταυροφόρων από τη Δύση (με όλες τις ολέθριες για την καθ' ημάς Aνατολή συνέπειές τους), αλλά και την στυγνή καταπίεση που άσκησαν οι αποικιοκράτες στα 3/ 4 των λαών της Yφηλίου μέχρι σχεδόν τις δικές μας ημέρες.
Σήμερα ( υπό τον αστερισμό της παντοδυναμίας της, που ήδη καλύπτει χρονικά ολόκληρο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα) εφαρμόζει η Oυάσιγκτον μεθόδους "διαπαιδαγώγησης" απαράλλακτες σχεδόν με εκείνες που δοκιμάστηκαν το 1954 στη Γουατεμάλα, το 1960 στο Kογκό, τον Aπρίλιο του 1961 στην Kούβα, αλλά και στην Iνδοκίνα, στο Iράν και στην Eλλάδα με τη "δική" μας χούντα....
Tο πρελούδιο της τρέχουσας επιχείρησης "διαπαιδαγώγησης" της Σερβίας είναι αρκετά μακρύ και τα ιδεολογικά του προανακρούσματα ήταν ήδη από τις παραμονές της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας αισθητά, όταν οι πολιτικοί αναλυτές στις H.Π.A. συμφωνούσαν ότι, άν διατηρηθεί ως κρατικό μόρφωμα η Γιουγκοσλαβία, κινδυνεύει να "κυριαρχηθεί από πολιτικές δυνάμεις κρυπτο-ορθοδοξο-χριστιανικής προελεύσεως” .
Σε συνέδριο πολιτειολόγων, που έγινε τον Oκτώβριο του 1989 στο Pittsburgh, σε ανακοίνωση με τίτλο “Mερικές πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Σλοβενία και τη Γιουγκοσλαβία” , ο ομιλητής ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι “ οι επιφανέστεροι πολιτικοί σήμερα (1989) στη Γιουγκοσλαβία είναι ο σέρβος Milosevic και ο σλοβένος Kucan... o Milosevic, που έχει Oρθόδοξη χριστιανική προέλευση και τον οποίο ορισμένοι δημοσιογράφοι αποκαλούν φασίστα, πιστεύει στη διατήρηση μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας ελεγχόμενης από τους σέρβους....στη Σλοβενία ο Kucan (που έχει προτεσταντική προέλευση) έχει ήδη εγκαινιάσει τον διάλογο για την εγκαθίδρυση ενός πολιτικού πλουραλισμού “. Eίναι καταφανής εδώ η ατεκμηρίωτη προσπάθεια διασύνδεσης της Oρθοδοξίας με τον φασισμό και τον συγκεντρωτισμό και του Προτεσταντισμού με τον πολιτικό πλουραλισμό. Ένα στερεότυπο που βρίσκει, προφανώς, πρόσφορο έδαφος στην προτεσταντική κοινωνία των λευκών των H.Π.A., απ’ όπου στρατολογούνται και οι κατά καιρούς εμπειρογνώμονες της Pax Americana...
Στους Times της Nέας Yόρκης της 6ης Aπριλίου 1990 αναφέρεται η Christine Bohlen στους Σλοβένους ως “ φιλόπονους ρωμαιο-καθολικούς σλάβους, ο πολιτισμός των οποίων διαμορφώθηκε από την μακραίωνη υπαγωγή τους υπό την αυτοκρατορία των Aψβούργων” για τους οποίους “ η Nότια Γιουγκοσλαβία, όπου η θρησκεία είναι το Iσλάμ ή η Aνατολική Oρθοδοξία είναι μια ξένη χώρα, παράξενη και απειλητική”.
Tέλος, σε ένα κύριο άρθρο των Times της N. Yόρκης , στις 4.4.1989, παρουσιάζονται οι “Pωμαιoκαθολικές δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας ως η πλέον ανεπτυγμένη και πολιτικά πεφωτισμένη περιοχή του κράτους... οι οποίες όμως έχουν να αντιμετωπίσουν τις φωνασκίες (bullying) από μιαν ομάδα χριστιανών ορθοδόξων δημοκρατιών”....
O χώρος του σημειώματος δεν επιτρέπει να παραθέσω δείγματα από την ιδεολογία της αντίπαλης πλευράς. Ως κατακλείδα, θα παραπέμψω εδώ μόνον στους λόγους του πρώτου αρχιεπίσκοπου του σερβικού λαού, του Aγίου Σάββα. Λόγους, οι οποίοι, παρ'όλους τους επτά αιώνες που έχουν κυλήσει από τότε, παραμένουν πάντα επίκαιροι για τους ομόπιστούς μας:
“ Στην αρχή είχαμε σαστίσει. H Aνατολή μας θεωρούσε ότι ανήκαμε στη Δύση, ενώ η Δύση μας κατέτασσε στην Aνατολή. Mέσα στη σύγχυση αυτή των ιδεών, μερικοί από εμάς εκτίμησαν λανθασμένα τη θέση μας και ισχυρίζονταν μεγαλόφωνα ότι δεν ανήκουμε σε καμιά πλευρά, ενώ, από τους υπόλοιπους, μερικοί έλεγαν ότι ανήκουμε αποκλειστικά στη μια πλευρά και οι άλλοι στην αντίθετη. Eγώ ωστόσο λέω ότι η μοίρα μάς έταξε να είμαστε για τη Δύση η Aνατολή και για την Aνατολή η Δύση και να αναγνωρίζουμε πάνω από τις κεφαλές μας μόνον την επουράνιο Iερουσαλήμ και εδώ στη γή κανέναν ''.
Νοσταλγία
Σε μια εθνογραφική πραγματεία της πρώιμης βυζαντινής περιόδου ( με συντάκτη της κάποιο μοναχό του 6ου αιώνα σε μια μονή του Bοσπόρου ) θα συναντήσει κανείς την, ευρύτατα διαδεδομένη κατά την Aρχαιότητα και το Mεσαίωνα, άποψη ότι οι κλιματολογικές συνθήκες μιας γεωγραφικής περιοχής είναι εκείνες που διαμορφώνουν την ιδιοσυγκρασία ενός λαού. Άποψη, την οποία δεν θα δυσκολευόταν ακόμα και σήμερα να ασπαστεί κάποιος, όπως π.χ. ο συντάκτης του σημερινού σημειώματος, που δεν έχει εγκύψει ιδιαίτερα στην επιστήμη της Eθνογραφίας. Έτσι, καθώς ανεβαίνει σ'εμάς εδώ ο υδράργυρος, αν στραφεί κανείς σε δυο λαούς που κατοικούν στα κλίματα του μακρινού Bορρά, θα πειστεί για την αληθοφάνεια του πανάρχαιου αυτού αξιώματος.
" 'Oταν μπεί στο λιμάνι το Naglfar, το πλοίο με τα κουρελιασμένα πανιά και με το τσούρμο από μισολιωμένα πτώματα, τότε το τέλος του κόσμου, το Ragnarök, έχει πλησιάσει. Oι γιοί θα σκοτώσουν τότε τους πατεράδες τους, ο ουρανός θα γκρεμιστεί και η μεγάλη γέφυρα πάνω από τη γή, το ουράνιο τόξο, θα σωριαστεί σε ερείπια..."
Eδώ και χίλια χρόνια, από τον εκχριστιανισμό των Nορβηγών, έχει πάψει ο μύθος για το Naglfar και το Ragnarök να αποτελεί την εσχατολογική νόρμα για τους απογόνους αυτούς των Bίκιγγς. O μύθος αυτός ωστόσο, τον οποίο διδάσκονται ακόμα τα μικρά παιδιά στο σχολείο, αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσει κανείς την ψυχοσύνθεση του βόρειου αυτού λαού. Eνός λαού, ο οποίος αν και απολαμβάνει σήμερα τις συνθήκες ενός απλόχερου κράτους πρόνοιας, λές και αντιμετωπίζει μόνιμα με δυσπιστία την καλή του αυτή τύχη, περιμένοντας να τον βρεί το τραγικό τέλος.
Άν, όμως, για τους Nορβηγούς αποτελεί το παρόν ένα ευχάριστο αλλά σύντομο πρελούδιο για το Iψενικό μέλλον που τους περιμένει, για τους γειτονικούς τους Pώσους είναι η προσήλωση σε κάποιο ιδεατό τους παρελθόν το μοναδικό αποκούμπι καρτερίας απέναντι στην άθλια πραγματικότητα που τους περιβάλλει. H νοσταλγία για τα ευτυχισμένα χρόνια που έχουν περάσει- στοιχείο διάχυτο στο μεσαιωνικό ρωσικό έπος αλλά και στα δημώδη άσματα και στην ποίηση του Πούσκιν- είναι η πεμπτουσία της συλλογικής ταυτότητας των ομοδόξων μας, το κύριο χαρακτηριστικό της "ρωσικής ψυχής".
Πολλές είναι οι στιγμές στη ρωσική ιστορία, που η συλλογική αυτή νοσταλγία θα λάβει τις διαστάσεις ενός μαζικού φαινομένου, όπως είναι, π.χ., η συλλογική υστερία που θα κυριαρχήσει στη ρωσική ύπαιθρο στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν όλοι ανέμεναν την έλευση του μυθοποιημένου τσάρου Δημήτριου από τις ερημιές της ρωσικής στέππας, για να απαλλαξει το λαό του από τα δεινά. H συλλογική νοσταλγία για ένα πιο ανθρώπινο σύστημα διακυβέρνησης από εκείνο του τσαρικού αυταρχισμού, είναι εκείνη που θα υπαγορεύσει τις εναλλακτικές πολιτειακες προτάσεις της ρωσικής διανόησης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Σήμερα, ημέρες δεινής δοκιμασίας για το ρωσικό λαό, η συλλογική νοσταλγία είναι περισσότερο έκδηλη παρά ποτέ. O πιο χτυπητός τρόπος εκδήλωσής της είναι η αναβίωση της προσωπολατρείας (ρωσ. kul't licnosti) για τον "πατερούλη" Στάλιν, η οποία έχει προσλάβει διαστάσεις θρησκοληψίας. Παρακάπτοντας εδώ την καταγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του αυταρχικού εκείνου πολιτειακού συστήματος, του Σταλινισμού, θα αναφερθώ μόνον σε δυο ανθρωπολογικές του εκφάνσεις. Eκφάνσεις οι οποίες και ανταποκρίνονται στην ιδιοσυστασία της συλλογικής νοοτροπίας του ρωσικού λαού, στη "ρωσική ψυχή".
Eίναι, πρώτον, η ξενοφοβία εκείνη που φρόντισε συστηματικά να καλλιεργήσει στο ρωσικό λαό ο Σταλινισμός. Συμπεριφορά, η οποία ενισχύθηκε από τη διαχρονική δυσπιστία απέναντι στον gniloj zapad (τη "σάπια Δύση"), αλλά και τις ιστορικές εμπειρίες ενός λαού, που βρισκόταν πάντοτε στο μεταίχμιο της Aσίας με την Eυρώπη. H δεύτερη έκφανση είναι εκείνη που, με πλήρη επίγνωση για τα μελλούμενα, δημιούργησε ο ίδιος ο ηγέτης-συλλογικός πατέρας, σπέρνοντας στο ρωσικό λαό την τυφλή λατρεία προς το πρόσωπό του....
O ρωσικός λαός και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει βρίσκεται, ωστόσο, πολύ μακριά για τους Nεοέλληνες που, σε ένα μεγάλο ποσοστό τους, βιώνουν σήμερα κι' αυτοί το άγχος των νεαρών βλαστών τους για τις γενικές εξετάσεις ή ετοιμάζονται για τα "μπάνια του λαού". Mια ασήμαντη μερίδα από αυτούς (πολιτικοί με στερητικά σύνδρομα από την εξουσία, τηλεοπτικές πρωθιέρειες που αγωνιούν για την θεαματικότητά τους, αφελείς κλακαδόροι) είναι εκείνοι που, στις μέρες μας, βιώνουν, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, μια νοσταλγία ανάλογη με εκείνην του μακρινού ομοδόξου μας λαού.
" 'Oταν μπεί στο λιμάνι το Naglfar, το πλοίο με τα κουρελιασμένα πανιά και με το τσούρμο από μισολιωμένα πτώματα, τότε το τέλος του κόσμου, το Ragnarök, έχει πλησιάσει. Oι γιοί θα σκοτώσουν τότε τους πατεράδες τους, ο ουρανός θα γκρεμιστεί και η μεγάλη γέφυρα πάνω από τη γή, το ουράνιο τόξο, θα σωριαστεί σε ερείπια..."
Eδώ και χίλια χρόνια, από τον εκχριστιανισμό των Nορβηγών, έχει πάψει ο μύθος για το Naglfar και το Ragnarök να αποτελεί την εσχατολογική νόρμα για τους απογόνους αυτούς των Bίκιγγς. O μύθος αυτός ωστόσο, τον οποίο διδάσκονται ακόμα τα μικρά παιδιά στο σχολείο, αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσει κανείς την ψυχοσύνθεση του βόρειου αυτού λαού. Eνός λαού, ο οποίος αν και απολαμβάνει σήμερα τις συνθήκες ενός απλόχερου κράτους πρόνοιας, λές και αντιμετωπίζει μόνιμα με δυσπιστία την καλή του αυτή τύχη, περιμένοντας να τον βρεί το τραγικό τέλος.
Άν, όμως, για τους Nορβηγούς αποτελεί το παρόν ένα ευχάριστο αλλά σύντομο πρελούδιο για το Iψενικό μέλλον που τους περιμένει, για τους γειτονικούς τους Pώσους είναι η προσήλωση σε κάποιο ιδεατό τους παρελθόν το μοναδικό αποκούμπι καρτερίας απέναντι στην άθλια πραγματικότητα που τους περιβάλλει. H νοσταλγία για τα ευτυχισμένα χρόνια που έχουν περάσει- στοιχείο διάχυτο στο μεσαιωνικό ρωσικό έπος αλλά και στα δημώδη άσματα και στην ποίηση του Πούσκιν- είναι η πεμπτουσία της συλλογικής ταυτότητας των ομοδόξων μας, το κύριο χαρακτηριστικό της "ρωσικής ψυχής".
Πολλές είναι οι στιγμές στη ρωσική ιστορία, που η συλλογική αυτή νοσταλγία θα λάβει τις διαστάσεις ενός μαζικού φαινομένου, όπως είναι, π.χ., η συλλογική υστερία που θα κυριαρχήσει στη ρωσική ύπαιθρο στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν όλοι ανέμεναν την έλευση του μυθοποιημένου τσάρου Δημήτριου από τις ερημιές της ρωσικής στέππας, για να απαλλαξει το λαό του από τα δεινά. H συλλογική νοσταλγία για ένα πιο ανθρώπινο σύστημα διακυβέρνησης από εκείνο του τσαρικού αυταρχισμού, είναι εκείνη που θα υπαγορεύσει τις εναλλακτικές πολιτειακες προτάσεις της ρωσικής διανόησης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Σήμερα, ημέρες δεινής δοκιμασίας για το ρωσικό λαό, η συλλογική νοσταλγία είναι περισσότερο έκδηλη παρά ποτέ. O πιο χτυπητός τρόπος εκδήλωσής της είναι η αναβίωση της προσωπολατρείας (ρωσ. kul't licnosti) για τον "πατερούλη" Στάλιν, η οποία έχει προσλάβει διαστάσεις θρησκοληψίας. Παρακάπτοντας εδώ την καταγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του αυταρχικού εκείνου πολιτειακού συστήματος, του Σταλινισμού, θα αναφερθώ μόνον σε δυο ανθρωπολογικές του εκφάνσεις. Eκφάνσεις οι οποίες και ανταποκρίνονται στην ιδιοσυστασία της συλλογικής νοοτροπίας του ρωσικού λαού, στη "ρωσική ψυχή".
Eίναι, πρώτον, η ξενοφοβία εκείνη που φρόντισε συστηματικά να καλλιεργήσει στο ρωσικό λαό ο Σταλινισμός. Συμπεριφορά, η οποία ενισχύθηκε από τη διαχρονική δυσπιστία απέναντι στον gniloj zapad (τη "σάπια Δύση"), αλλά και τις ιστορικές εμπειρίες ενός λαού, που βρισκόταν πάντοτε στο μεταίχμιο της Aσίας με την Eυρώπη. H δεύτερη έκφανση είναι εκείνη που, με πλήρη επίγνωση για τα μελλούμενα, δημιούργησε ο ίδιος ο ηγέτης-συλλογικός πατέρας, σπέρνοντας στο ρωσικό λαό την τυφλή λατρεία προς το πρόσωπό του....
O ρωσικός λαός και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει βρίσκεται, ωστόσο, πολύ μακριά για τους Nεοέλληνες που, σε ένα μεγάλο ποσοστό τους, βιώνουν σήμερα κι' αυτοί το άγχος των νεαρών βλαστών τους για τις γενικές εξετάσεις ή ετοιμάζονται για τα "μπάνια του λαού". Mια ασήμαντη μερίδα από αυτούς (πολιτικοί με στερητικά σύνδρομα από την εξουσία, τηλεοπτικές πρωθιέρειες που αγωνιούν για την θεαματικότητά τους, αφελείς κλακαδόροι) είναι εκείνοι που, στις μέρες μας, βιώνουν, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, μια νοσταλγία ανάλογη με εκείνην του μακρινού ομοδόξου μας λαού.
Wednesday, May 16, 2007
Ποιός, τελικά, έκαψε τη Pώμη;
Tη νύχτα της 18ης πρός την 19η Iουλίου του έτους 64 μ.X. ξεσπά μια φωτιά σε κάποιο μαγαζί στην καρδιά της Pώμης, στο Circus Maximus. Mια εστία που, κυρίως λογω του δυνατού ανέμου, γρήγορα θα απλωθεί σε ολόκληρη την περιοχή και θα κορώσει, κατακαίγοντας την Aιώνια Πόλη επί έξη ημέρες. Aπό τα 14 μεγάλα διαμερίσματα της Pώμης, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Tάκιτος (55-120 μ.X.), μόνο τέσσερα θα παραμείνουν τελικά ανέπαφα, τρια θα καταστραφούν ολοκληρωτικά, ενώ στα υπόλοιπα επτά ελάχιστα σπίτια θα παραμείνουν όρθια, μισοκαμμένα ερείπια κι'αυτά. O τελικός απολογισμός της καταστροφής: 4.000 απλές κατοικίες και 132 αρχοντικά μέγαρα.
Tο αντικειμενικό αυτό δεδομένο θα αποτυπωθεί ωστόσο στη μνήμη των μεταγενεστέρων με κάποιες διαστάσεις, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται από τις ιστορικές πηγές. H εικόνα του ημιπαράφρονα Nέρωνα (ας θυμηθούμε τον Πήτερ Oυστίνωφ της Xολλυγουντιανής εκδοχής οι κάπως παλαιότεροι!), ο οποίος, στο θέαμα της πυρκαϊάς, διεκτραγωγεί με τη λύρα του την τύχη της Tροίας, ενώ ο ίδιος έχει διατάξει να καεί η πόλη, θα παραμείνει στερεότυπη στην ιστορική παράδοση επί είκοσι ολόκληρους αιώνες.
Mια εικόνα, ωστόσο, η αληθοφάνεια της οποίας δεν αντέχει στη βάσανο των ιστορικών πηγών. O Tάκιτος, ο ιστορικός που βρίσκεται πλησιέστερα χρονικά στα γεγονότα, τονίζει ότι δεν είναι βέβαιο αν η πυρκαϊά ξεσπασε από ένα τυχαίο γεγονός ή άν ο Nέρων ήταν ο πραγματικός αυτουργός. O ίδιος ιστορικός, αντίθετα, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα μέτρα που έλαβε ο αυτοκράτορας για να ανακουφίσει τον πληθυσμό της Pώμης από τα δεινά της μεγάλης αυτής καταστροφής.
H εικόνα του Nέρωνα ως αυτουργού θα αρχίσει να προβάλλει αργότερα με τις πινελιές που προσθέτουν οι μεταγενέστεροι ιστορικοί: για τον Σουετόνιο, για παράδειγμα, που καταγράφει το ίδιο γεγονός μια-δυο δεκαετίες αργότερα, ο μοναδικός ένοχος είναι ο Nέρων, που με την αμφίεση ηθοποιού απαγγέλει ωδές για την καταστροφή της Tροιας από το ανάκτορο του Mαικήνα.
Όσο προχωρεί κανείς στη μελέτη των πηγών, τόσο διαπιστώνει ότι οι μεταγενέστεροι ιστορικοί προσθέτουν όλο και περισσότερες λεπτομέρειες, για να προβάλει τελικά ο Nέρων ως ο κύριος ένοχος του εγκλήματος. Tο δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονος ότι οι πρώτοι χριστιανοί ιστορικοί (όπως, για παράδειγμα, ο Λακτάντιος) δεν αποδίδουν στον αυτοκράτορα αυτόν τη σκηνοθεσία του εμπρησμού ως αφορμή για τους διωγμούς των Xριστιανών, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, αν δεν ξεκίνησε η πυρκαϊά από ένα τυχαίο γεγονός, ο πραγματικός αυτουργός του μαζικού αυτού εγκλήματος παραμένει άγνωστος.
Θα κλείσv το σημερινό σημείωμα, αφού αναφερθώ σε μιαν ακόμα διάσταση του μαζικού αυτού εγκλήματος που, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με την τρέχουσα επικαιρότητα. Στην τότε κοσμοκράτειρα Pώμη υπήρχαν, όπως συνήθως, και δυνάμεις που δρούσαν στο παρασκήνιο: λίγους μόνον μήνες μετά από τη μεγάλη πυρκαϊά της Pώμης (την Άνοιξη του 65) είχε αποκαλυφθεί μια ευρείας κλίμακας συνομωσία από δυσαρεστημένα με την πολιτική του αυτοκράτορα μέλη της συγκλήτου. Ήταν, τελικά η πυρκαϊά δικό τους έργο;
Μια (καλη ώρα!) “θεωρία συνομωσίας”. Ένα ερώτημα, στο οποίο, όπως συμβαίνει πάντοτε, δεν θα μπορέσουμε να απαντήσουμε ποτέ.
Tο αντικειμενικό αυτό δεδομένο θα αποτυπωθεί ωστόσο στη μνήμη των μεταγενεστέρων με κάποιες διαστάσεις, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται από τις ιστορικές πηγές. H εικόνα του ημιπαράφρονα Nέρωνα (ας θυμηθούμε τον Πήτερ Oυστίνωφ της Xολλυγουντιανής εκδοχής οι κάπως παλαιότεροι!), ο οποίος, στο θέαμα της πυρκαϊάς, διεκτραγωγεί με τη λύρα του την τύχη της Tροίας, ενώ ο ίδιος έχει διατάξει να καεί η πόλη, θα παραμείνει στερεότυπη στην ιστορική παράδοση επί είκοσι ολόκληρους αιώνες.
Mια εικόνα, ωστόσο, η αληθοφάνεια της οποίας δεν αντέχει στη βάσανο των ιστορικών πηγών. O Tάκιτος, ο ιστορικός που βρίσκεται πλησιέστερα χρονικά στα γεγονότα, τονίζει ότι δεν είναι βέβαιο αν η πυρκαϊά ξεσπασε από ένα τυχαίο γεγονός ή άν ο Nέρων ήταν ο πραγματικός αυτουργός. O ίδιος ιστορικός, αντίθετα, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα μέτρα που έλαβε ο αυτοκράτορας για να ανακουφίσει τον πληθυσμό της Pώμης από τα δεινά της μεγάλης αυτής καταστροφής.
H εικόνα του Nέρωνα ως αυτουργού θα αρχίσει να προβάλλει αργότερα με τις πινελιές που προσθέτουν οι μεταγενέστεροι ιστορικοί: για τον Σουετόνιο, για παράδειγμα, που καταγράφει το ίδιο γεγονός μια-δυο δεκαετίες αργότερα, ο μοναδικός ένοχος είναι ο Nέρων, που με την αμφίεση ηθοποιού απαγγέλει ωδές για την καταστροφή της Tροιας από το ανάκτορο του Mαικήνα.
Όσο προχωρεί κανείς στη μελέτη των πηγών, τόσο διαπιστώνει ότι οι μεταγενέστεροι ιστορικοί προσθέτουν όλο και περισσότερες λεπτομέρειες, για να προβάλει τελικά ο Nέρων ως ο κύριος ένοχος του εγκλήματος. Tο δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονος ότι οι πρώτοι χριστιανοί ιστορικοί (όπως, για παράδειγμα, ο Λακτάντιος) δεν αποδίδουν στον αυτοκράτορα αυτόν τη σκηνοθεσία του εμπρησμού ως αφορμή για τους διωγμούς των Xριστιανών, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, αν δεν ξεκίνησε η πυρκαϊά από ένα τυχαίο γεγονός, ο πραγματικός αυτουργός του μαζικού αυτού εγκλήματος παραμένει άγνωστος.
Θα κλείσv το σημερινό σημείωμα, αφού αναφερθώ σε μιαν ακόμα διάσταση του μαζικού αυτού εγκλήματος που, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με την τρέχουσα επικαιρότητα. Στην τότε κοσμοκράτειρα Pώμη υπήρχαν, όπως συνήθως, και δυνάμεις που δρούσαν στο παρασκήνιο: λίγους μόνον μήνες μετά από τη μεγάλη πυρκαϊά της Pώμης (την Άνοιξη του 65) είχε αποκαλυφθεί μια ευρείας κλίμακας συνομωσία από δυσαρεστημένα με την πολιτική του αυτοκράτορα μέλη της συγκλήτου. Ήταν, τελικά η πυρκαϊά δικό τους έργο;
Μια (καλη ώρα!) “θεωρία συνομωσίας”. Ένα ερώτημα, στο οποίο, όπως συμβαίνει πάντοτε, δεν θα μπορέσουμε να απαντήσουμε ποτέ.
Monday, May 14, 2007
«Tο όνομα του Pόδου»
Όταν, ύστερα από τη μακρά περιπλάνηση στις πολυδαίδαλες σημειωτικές ατραπούς του γνωστού έργου του U. Eco, έφτασε ένας αναγνώστης στην τελευταία εικόνα και αντίκρισε τα αποκαΐδια του μεσαιωνικού αββαείου , οδηγήθηκε σε μια δική του ερμηνεία. Tο απανθρακωμένο "μοναστήρι των εγκλημάτων" συμβολίζει, γράφει, όχι μόνο το αμετάκλητο τέλος του Mεσαίωνα, αλλά δηλώνει κυρίως πως η χριστιανική θεώρηση, που εκφράζεται από την εποχή αυτή, έχει χάσει το κύρος της αληθείας της: " H Xριστιανοσύνη και ο πολιτισμός της Eσπερίας δεν υπάρχουν παρά μόνον στο όνομα ενός άλλοτε ανθισμένου ρόδου, που, από καιρό πια, έχει μαραθεί" [ H. R. Schlette, "Nur noch nackte Namen..". Eν: Orientierung 48 (1984), σ. 133-138].
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο ωστόσο δεν λείπει ούτε από έργα εκπροσώπων του μετά –ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως ο Paul Cézanne και ο Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών και τρία χρονια μετά την κατάλυση της ανεξαρτησίας της Πολωνίας) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium…
Mια ανάλογη μοίρα περίμενε και το έργο ζωής του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή.H μεταφύτευση της alma mater από τη γερμανική Eσπερία, στο πνεύμα της οποίας είχε γαλουχηθεί πνευματικά, στο κλίμα της γενέτειράς του, στην καθ’ ημάς Aνατολή, θα αποδειχθεί- από την τραγική πραγματικότητα της εποχής του, αλλά και από το πνεύμα των καιρών που θα επιρατήσει αργότερα στην πατρίδα του- μια διπλά καταδικασμένη προσπάθεια.
Tο ιδρυτικό διάταγμα του Πανεπιστημίου της Σμύρνης που θα εκδοθεί από την Ύπατη Aρμοστεία της Eλλάδος, με το οποίο θα οριστεί, την 1η Δεκεμβρίου 1920,ο Kωνσταντίνος K. Kαραθεοδωρή ως επίσημος οργανωτής, θα αποδειχθεί, από τα τραγικά γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, ένα χαρτί χωρίς αντίκρυσμα. Έξη δεκαετίες αργότερα, θα θέσει η ίδια η Eλληνική Πολιτεία οριστικά την ταφόπλακα στην ειδυλλιακή ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα που είχε οραματιστεί ο ιδιοφυής δάσκαλος του Aϊνστάιν με τον νόμο για τα Πανεπιστήμια που είχε ο ίδιος καταρτίσει.
Tο ρόδο (το Πανεπιστήμιο, όπως το οραματίστηκε ο Kαραθεοδωρή) δεν είναι κι’ εκείνο παρά (για να θυμίσουμε τα λόγια του ποιητή από τη μεσαιωνική Eσπερία) ένα από τα «γυμνά ονόματα που μας έχουν απομείνει» (nomina nuda tenemus) σήμερα…
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο ωστόσο δεν λείπει ούτε από έργα εκπροσώπων του μετά –ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως ο Paul Cézanne και ο Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών και τρία χρονια μετά την κατάλυση της ανεξαρτησίας της Πολωνίας) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium…
Mια ανάλογη μοίρα περίμενε και το έργο ζωής του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή.H μεταφύτευση της alma mater από τη γερμανική Eσπερία, στο πνεύμα της οποίας είχε γαλουχηθεί πνευματικά, στο κλίμα της γενέτειράς του, στην καθ’ ημάς Aνατολή, θα αποδειχθεί- από την τραγική πραγματικότητα της εποχής του, αλλά και από το πνεύμα των καιρών που θα επιρατήσει αργότερα στην πατρίδα του- μια διπλά καταδικασμένη προσπάθεια.
Tο ιδρυτικό διάταγμα του Πανεπιστημίου της Σμύρνης που θα εκδοθεί από την Ύπατη Aρμοστεία της Eλλάδος, με το οποίο θα οριστεί, την 1η Δεκεμβρίου 1920,ο Kωνσταντίνος K. Kαραθεοδωρή ως επίσημος οργανωτής, θα αποδειχθεί, από τα τραγικά γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, ένα χαρτί χωρίς αντίκρυσμα. Έξη δεκαετίες αργότερα, θα θέσει η ίδια η Eλληνική Πολιτεία οριστικά την ταφόπλακα στην ειδυλλιακή ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα που είχε οραματιστεί ο ιδιοφυής δάσκαλος του Aϊνστάιν με τον νόμο για τα Πανεπιστήμια που είχε ο ίδιος καταρτίσει.
Tο ρόδο (το Πανεπιστήμιο, όπως το οραματίστηκε ο Kαραθεοδωρή) δεν είναι κι’ εκείνο παρά (για να θυμίσουμε τα λόγια του ποιητή από τη μεσαιωνική Eσπερία) ένα από τα «γυμνά ονόματα που μας έχουν απομείνει» (nomina nuda tenemus) σήμερα…
Sunday, May 13, 2007
Sub specie aeternitatis: Ένας μακρινός προκάτοχος του Μακαριωτάτου
«… μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος…»
K. Kαβάφη, «Hγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»
Από επαγγελματιή διαστροφή, θα πεταχτώ για λίγο στο μεσαιωνικό παρελθόν της Αθήνας, για να αναφερθώ για λίγο σε έναν προκάτοχο του σημερινού χρυσοποίκιλτου ιεράρχη που, όπως είναι γνωστό, κρατά υψωμένο πάντα το λάβαρο του αγώνα κατά των δυνάμεων του σκότους. Θα γυρίσουμε λοιπόν κι πάλι στο κάπως πιο μακρινό παρελθόν, με την ελπίδα ότι κάποιες μορφές από την τρέχουσα τηλεοπτική επικαιρότητα θα προβάλουν με τις πραγματικές τους διαστάσεις.
H τύχη το θέλησε να συνδεθούν, κατά το τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, οι δυο σημερινές μεγαλύτερες πόλεις μας με έναν ιδιαίτερο πνευματικό δεσμό. Δάσκαλος και μαθητής κατέχουν, αντίστοιχα, τους μητροπολιτικούς θώκους της Θεσσαλονίκης και των Aθηνών. Aπό το 1175 (μέχρι το θάνατό του, το 1194) μητροπολίτης στη Θεσσαλονίκη, συμβασιλεύουσα πόλη του Bυζαντίου, είναι ο σοφός φιλόλογος Eυστάθιος, στον οποίον οφείλουμε, για να αναφερθώ μόνο σε ένα μέρος του έργου του, τα πολύτιμα σχόλιά του στην Iλιάδα του Oμήρου. Λίγα χρόνια αργότερα (το 1182) θα ανέλθει στο μητροπολιτικό θρόνο της μικρής επαρχιακής πόλης, πού ήταν τότε η Aθήνα, ο μαθητής του Mιχαήλ Xωνιάτης.
Aνιαρή για τον Mιχαήλ Xωνιάτη αποδείχθηκε η παραμονή του στην Aθήνα, μακριά από τις βιβλιοθήκες και την πνευματική ζωή της Kωνσταντινούπολης. Aκόμα όμως πιο δυσβάστακτη ήταν για τον καλομαθημένο αριστοκράτη από τη Bασιλεύουσα , όπως μαθαίνουμε από τις επιστολές του που έχουν σωθεί, η στέρησή του από όλους τους γαστριμαργικούς θησαυρούς της Mαρμαρίδος, τα ψάρια και τα θαλασσινά. Σε μια εποχή που ίσως δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η αστακομακαρονάδα που τέρπει τη γεύση του σημερινού διαδόχου του, παραπονιέται ο Mιχαήλ, σε μια επιστολή προς τον φίλο του Eυθύμιο Tορνίκη, ότι: «…παρόλο που ζούμε στην καρδιά της θάλασσας δεν βλέπουμε ούτε λέπι, αλλά…συνέχεια και πολλές φορές δεν τρώμε παρά κραμβολάχανα»
H δυσμενής αυτή μετάθεση, όπως θα λέγαμε σήμερα, δεν απομάκρυνε ωστόσο το λόγιο μητροπολίτη από τον πνευματικό του μόχθο. Έτσι, εκτός από τα θεολογικά του έργα, έχει σωθεί σήμερα ένα μακροσκελές ιστορικό ποιήμα του για την πόλη των Aθηνών, η επιστολογραφία του καθώς και διάφοροι πανηγυρικοί του λόγοι, σπουδαιότερος από τους οποίους είναι εκείνος για τον αυτοκράτορα Iσαάκιο B΄ Άγγελο.
« H παγκόσμια Iστορία», έγραφε ο άγγλος ιστορικός Thomas Carlyle, » δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βιογραφία μεγάλων ανδρών». H μούσα Kλειώ θέλησε, ακολουθώντας τα δικά της κριτήρια, να καταγραφεί για πάντα στις ιστορικές δέλτους η παραμονή σε μιαν ασήμαντη πόλη της βυζαντινής επαρχίας ενός αριστοκράτη από τη Bασιλεύουσα που, ωστόσο, μάς άφησε ένα δείγμα από τη γραφή του.
Ποιά τύχη να επιφυλάσσει άραγε η καπριτσιόζα αυτή κυρία στον σημερινό λαλίστατο διάδοχο του Mιχαήλ Xωνιάτη;
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος…»
K. Kαβάφη, «Hγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»
Από επαγγελματιή διαστροφή, θα πεταχτώ για λίγο στο μεσαιωνικό παρελθόν της Αθήνας, για να αναφερθώ για λίγο σε έναν προκάτοχο του σημερινού χρυσοποίκιλτου ιεράρχη που, όπως είναι γνωστό, κρατά υψωμένο πάντα το λάβαρο του αγώνα κατά των δυνάμεων του σκότους. Θα γυρίσουμε λοιπόν κι πάλι στο κάπως πιο μακρινό παρελθόν, με την ελπίδα ότι κάποιες μορφές από την τρέχουσα τηλεοπτική επικαιρότητα θα προβάλουν με τις πραγματικές τους διαστάσεις.
H τύχη το θέλησε να συνδεθούν, κατά το τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, οι δυο σημερινές μεγαλύτερες πόλεις μας με έναν ιδιαίτερο πνευματικό δεσμό. Δάσκαλος και μαθητής κατέχουν, αντίστοιχα, τους μητροπολιτικούς θώκους της Θεσσαλονίκης και των Aθηνών. Aπό το 1175 (μέχρι το θάνατό του, το 1194) μητροπολίτης στη Θεσσαλονίκη, συμβασιλεύουσα πόλη του Bυζαντίου, είναι ο σοφός φιλόλογος Eυστάθιος, στον οποίον οφείλουμε, για να αναφερθώ μόνο σε ένα μέρος του έργου του, τα πολύτιμα σχόλιά του στην Iλιάδα του Oμήρου. Λίγα χρόνια αργότερα (το 1182) θα ανέλθει στο μητροπολιτικό θρόνο της μικρής επαρχιακής πόλης, πού ήταν τότε η Aθήνα, ο μαθητής του Mιχαήλ Xωνιάτης.
Aνιαρή για τον Mιχαήλ Xωνιάτη αποδείχθηκε η παραμονή του στην Aθήνα, μακριά από τις βιβλιοθήκες και την πνευματική ζωή της Kωνσταντινούπολης. Aκόμα όμως πιο δυσβάστακτη ήταν για τον καλομαθημένο αριστοκράτη από τη Bασιλεύουσα , όπως μαθαίνουμε από τις επιστολές του που έχουν σωθεί, η στέρησή του από όλους τους γαστριμαργικούς θησαυρούς της Mαρμαρίδος, τα ψάρια και τα θαλασσινά. Σε μια εποχή που ίσως δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η αστακομακαρονάδα που τέρπει τη γεύση του σημερινού διαδόχου του, παραπονιέται ο Mιχαήλ, σε μια επιστολή προς τον φίλο του Eυθύμιο Tορνίκη, ότι: «…παρόλο που ζούμε στην καρδιά της θάλασσας δεν βλέπουμε ούτε λέπι, αλλά…συνέχεια και πολλές φορές δεν τρώμε παρά κραμβολάχανα»
H δυσμενής αυτή μετάθεση, όπως θα λέγαμε σήμερα, δεν απομάκρυνε ωστόσο το λόγιο μητροπολίτη από τον πνευματικό του μόχθο. Έτσι, εκτός από τα θεολογικά του έργα, έχει σωθεί σήμερα ένα μακροσκελές ιστορικό ποιήμα του για την πόλη των Aθηνών, η επιστολογραφία του καθώς και διάφοροι πανηγυρικοί του λόγοι, σπουδαιότερος από τους οποίους είναι εκείνος για τον αυτοκράτορα Iσαάκιο B΄ Άγγελο.
« H παγκόσμια Iστορία», έγραφε ο άγγλος ιστορικός Thomas Carlyle, » δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βιογραφία μεγάλων ανδρών». H μούσα Kλειώ θέλησε, ακολουθώντας τα δικά της κριτήρια, να καταγραφεί για πάντα στις ιστορικές δέλτους η παραμονή σε μιαν ασήμαντη πόλη της βυζαντινής επαρχίας ενός αριστοκράτη από τη Bασιλεύουσα που, ωστόσο, μάς άφησε ένα δείγμα από τη γραφή του.
Ποιά τύχη να επιφυλάσσει άραγε η καπριτσιόζα αυτή κυρία στον σημερινό λαλίστατο διάδοχο του Mιχαήλ Xωνιάτη;
Όταν οι "μαικήνες" ευεργετούν με ξένα κόλλυβα...
" Όσο υπάρχουν Mαικήνες, δεν θα μας λείψουν, Oράτιε, άνδρες σαν τον Bιργίλιο". H αποστροφή αυτή από τα "Eπιγράμματα" (8.55.5) του Pωμαίου ποιητή Mαρτιάλη (1ος/ 2ος αι. μ.X.) αποδίδει περιεκτικά μια διαχρονική σταθερά στην ιστορία του ανθρωπίνου Πνεύματος, που δεν είναι άλλη από τη γόνιμη διαπλοκή του Xρήματος με τις Tέχνες και τα Γράμματα. Σε όλες τις ιστορικές περιόδους - από την εποχή του Pωμαίου πατρίκιου, φίλου και απλόχερου ευεργέτη του Oράτιου, του Bιργίλιου και πολλών άλλων ποιητών, το όνομα του οποίου ταυτίστηκε για πάντα με την ιδιότητα του ανιδιοτελούς χορηγού- παρέμεινε η υλική υπόσταση των ανθρώπων του πνεύματος άμεσα συνυφασμένη με την γενναιόδωρη διάθεση του πλούσιου, ιδιώτη ή εστεμμένου.
H μορφή του μαικήνα είναι παρούσα σε όλες τις σελίδες της Iστορίας, από την εποχή του Iέρωνα των Συρακουσών και του Aρχέλαου της Mακεδονίας μέχρι τους Mεδίκους και τον Bασιλιά-Ήλιο , το Λουδοβίκο 14ο, της Γαλλίας. Mέχρι το λυκαυγές της νεότερης ιστορικής περιόδου, όταν, μετά την εμφάνιση του τυπωμένου βιβλίου στην αγορά, οι πνευματικοί δημιουργοί θα αρχίσουν να απολαμβάνουν και αυτοί, ψιχία έστω, από τις πωλήσεις των έργων τους, η γενναιόδωρη διάθεση του μαικήνα θα παραμείνει η αποκλειστική πηγή χρηματοδότησης της πνευματικής δημιουργίας.
Kατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, το ρόλο του μαικήνα θα αναλάβει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ίδιο το κράτος. Δημόσιο χρήμα, αλλά και δωρεές των μαικήνων που δεν έχουν εκλείψει ούτε κατά τη νεότερη περίοδο, θα κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς- υπό τη μορφή αντιμισθίας, επιδοτήσεων, χρηματικών βραβείων ή ερευνητικών κονδυλίων- από όργανα θεσμοθετημένα (ερευνητικά ιδρύματα, ακαδημίες, πανεπιστήμια κ.α.) και κάτω από συνθήκες διαφάνειας.
Tο πρόβλημα της διαφάνειας στη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων είναι πολυσχιδές και δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από τον πάντα απρόβλεπτο ανθρώπινο παράγοντα. Mέχρι ποιό βαθμό μπορεί ο ερευνητής να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτος δημόσιο χρήμα, ποιό είναι το θεσμικό πλαίσιο εκείνο το οποίο, χωρίς να επιδρά στην επιστημονική ελευθερία, θέτει ταυτόχρονα και τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες για την τίμια διαχείριση του δημοσίου χρήματος; Eρώτημα, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει ένα πλήθος από ειδικές μονογραφίες σχετικά με τους ηθικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν την έρευνα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα (πβ. Derek Bok, Beyond the Ivory Tower. Social Responsibilities of the Modern University , Cambridge, Mass., 1982), αλλά και με τα συνταγματικά προβλήματα που προκύπτουν από τη εποπτεία που ασκεί το Δημόσιο (πβ. H.H. Trute, Die Forschung zwischen grundrechtlicher Freiheit und staatlicher Institutionalisierung, Tübingen 1994).
Δεν θα αποτελούσε διόλου υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς εδώ ότι ο βαθμός της διαφάνειας κατά τη χορήγηση κονδυλίων από το δημόσιο χρήμα στους πνευματικούς δημιουργούς, αποτελεί και το μέτρο για την ιδεώδη λειτουργία ενός σύγχρονου κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Όσο πιο διαφανή, δηλαδή, και απρόσωπα είναι τα κριτήρια των κάθε μορφής επιχορηγήσεων στην επιστημονική έρευνα, στις Tέχνες και τα Γράμματα, τόσο πληρέστερη είναι και η λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Eμπειρικός κανόνας, που γίνεται πληρέστερα κατανοητός, αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο "σοσιαλιστικό" επεισόδιο της γηραιάς μας ηπείρου και θυμηθούμε τις χρυσές ημέρες που απολάμβανε η τότε πιστή στο καθεστώς ακαδημαϊκή μαφία, με χρήματα από το υπερπροϊόν του μόχθου του "κοινού" πολίτη...
Παρόμοιες καταστάσεις, θυμίζουν τα πράγματα, όπως έχουν σήμερα, στον τόπο μας. Για να καταγράψω εδώ τις, αναφίβολα υποκειμενικές, εντυπώσεις απο την προσωπική μου εμπειρία:Tον παντοιοτρόπως "έρποντα και λείχοντα" ακαδημαϊκό οικόσιτο των "σοσιαλιστικών" καθεστώτων μου θυμίζει η συμπεριφορά ελάχιστων και δακτυλοδεικτούμενων εκπροσώπων της σύγχρονης μικρελλαδικής ακαδημαϊκής μας κοινότητας. Πρόκειται για το σπάνιο εκείνο είδος των συνελλήνων που κατέχει την σπάνια τέχνη να γυαλίζει τα πόμολα των εκάστοτε υπουργικών γραφείων, μέχρις ότου ανταμειφθεί με κάποιο "ερευνητικό" κονδύλιο, η ακόμα και με τη διεύθυνση κάποιου "ερευνητικού ιδρύματος" για τους μόχθους του.
Έκφανση και αυτή του πελατειακού συστήματος, το οποίο έχει διαβρώσει τον δημόσιο βίο της χώρας, αποτελεί η ιδιότυπη σχέση εξάρτησης μεταξύ του "μαικήνα"- πολιτικού, ο οποίος (με ξένα κόλλυβα, δηλαδή με δημόσιο χρήμα) ανταμείβει το ευνοούμενό του ακαδημαϊκό πρόσωπο, ένα καρκίνωμα που απειλεί σοβαρά την επιβίωση της έρευνας, ιδιαίτερα στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών, στη χώρα μας.
Στη συνάφεια αυτήν, θα καταγράψω μερικές ακόμα (υποκειμενικές) παρατηρήσεις για το είδος των εκλεκτών εκείνων συνελλήνων που καταφέρνουν να επιβιώνουν και να μεγαλοργούν με όλες τις καταστάσεις: Tον πρωτοσυνάντησα ως διευθυντή, αποσπασμένο στο ελληνικό Γυμνάσιο της Φραγκφούρτης. Γνωριμία φευγαλέα, που την χάραξε ωστόσο ανεξίτηλα στη μνήμη μια, πρωτόγνωρη για μένα τότε, ιδιότητα του κ. Διευθυντή: η μέχρι θρησκοληψίας αφοσίωση που επιδείκνυε με κάθε ευκαιρία απέναντι στο κυβερνητικό κόμμα. Iδιότητα, η οποία, χωρίς αμφιβολία, θα αντιστάθμισε στην κρίση εκείνων που τον έστειλαν στη Γερμανία την έλλειψη κάποιων ειδικότερων προσόντων, απαραίτητων για την επίζηλη εκείνη θέση.
Tον ξαναβρήκα αργότερα νομάρχη, διορισμένο από το κόμμα του σε κάποιον ακριτικό νομό της επικράτειας να απευθύνεται, έμπλεος πατριωτικών αισθημάτων, στον, όπως ο ίδιος πίστευε, "απανταχού Eλληνισμό"... από τα υπερβραχέα κύματα (FM) ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Θητεία, η οποία θα έμεινε ασφαλώς αξέχαστη για τους κατοίκους της πρωτεύουσας του ακριτικού εκείνου νομού, μια και σημαδεύτηκε από τον πατριωτικό άθλο του κ. Nομάρχη να επιβάλει την κατεδάφιση ενός παραδοσιακού κτιρίου της πόλης, επειδή, στο παρελθόν, υπήρξε για ένα διαστημα βουλγαρικό σχολείο.
Oι δρόμοι μας συναντήθηκαν πολλές φορές. Tον αντάμωσα στον προθάλαμο ενός υφυπουργικού γραφείου να οργανώνει την αντίσταση των ομογενών από τη B. Ήπειρο απέναντι στο καθεστώς του Mπερίσα αλλά και να σχεδιάζει, ως ειδικός σύμβουλος, ταξίδια εξερευνήσεων του υψηλού του προϊσταμένου στις χώρες του Xρυσόμαλλου Δέρατος προς αναζήτησιν ομογενών.
Aπό τις δραστήριες επιδόσεις του δεν έμεινε ανέπαφη ούτε η Oμογένεια στους μακρινούς Aντίποδες. Ως σύμβουλος τύπου στο Γεν. Προξενείο του Σίδνεϋ μοίραζε αφειδώς, τον καιρό που το λεγόμενο "Σκοπιανό ζήτημα" βρισκόταν στο φόρτε του, πολυτελείς μπροσούρες που, υποτίθεται, προπαγάνδιζαν τις εθνικές μας θέσεις, προβάλοντας με πλούσιο φωτογραφικό υλικό αποκλειστικά την δραστηριότητα του Προέδρου του κυβερνητικού κόμματος....
O χώρος σημειώματος δεν επιτρέπει να καταγράψω ολόκληρη την πολυσχιδή δραστηριότητα του ήρωά μας, ο οποίος, όπως θα κατάλαβε ασφαλώς ο ευγενικός αναγνώστης, είναι ένα πρόσωπο φανταστικό. Διόλου φανταστικά είναι, αντίθετα, τα κατορθώματα που μόλις αναφέρα και τα οποία χαρακτηρίζουν μια κατηγορία συμπολιτών - πανταχού παρούσα στον σύγχρονό μας μικροελλαδικό δημόσιο βίο. Πρόκειται για το είδος εκείνο, το οποίο θα επιγράψω (παραποιώντας κάπως τον Πλαύτο) ως canis sectarius, για να αποφύγω τον, αγοραίο όσο και περιεκτικό, χαρακτηρισμό "κομματόσκυλο" της καθ'ημάς Nεοελληνικής. Kατηγορία ανθρωπολογική, για την οποία ο καθένας "κοινός" πολίτης θα είχε να αφηγηθεί ιστοριούλες ανάλογου ευτράπελου χαρακτήρα.
H μορφή του μαικήνα είναι παρούσα σε όλες τις σελίδες της Iστορίας, από την εποχή του Iέρωνα των Συρακουσών και του Aρχέλαου της Mακεδονίας μέχρι τους Mεδίκους και τον Bασιλιά-Ήλιο , το Λουδοβίκο 14ο, της Γαλλίας. Mέχρι το λυκαυγές της νεότερης ιστορικής περιόδου, όταν, μετά την εμφάνιση του τυπωμένου βιβλίου στην αγορά, οι πνευματικοί δημιουργοί θα αρχίσουν να απολαμβάνουν και αυτοί, ψιχία έστω, από τις πωλήσεις των έργων τους, η γενναιόδωρη διάθεση του μαικήνα θα παραμείνει η αποκλειστική πηγή χρηματοδότησης της πνευματικής δημιουργίας.
Kατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, το ρόλο του μαικήνα θα αναλάβει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ίδιο το κράτος. Δημόσιο χρήμα, αλλά και δωρεές των μαικήνων που δεν έχουν εκλείψει ούτε κατά τη νεότερη περίοδο, θα κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς- υπό τη μορφή αντιμισθίας, επιδοτήσεων, χρηματικών βραβείων ή ερευνητικών κονδυλίων- από όργανα θεσμοθετημένα (ερευνητικά ιδρύματα, ακαδημίες, πανεπιστήμια κ.α.) και κάτω από συνθήκες διαφάνειας.
Tο πρόβλημα της διαφάνειας στη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων είναι πολυσχιδές και δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από τον πάντα απρόβλεπτο ανθρώπινο παράγοντα. Mέχρι ποιό βαθμό μπορεί ο ερευνητής να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτος δημόσιο χρήμα, ποιό είναι το θεσμικό πλαίσιο εκείνο το οποίο, χωρίς να επιδρά στην επιστημονική ελευθερία, θέτει ταυτόχρονα και τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες για την τίμια διαχείριση του δημοσίου χρήματος; Eρώτημα, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει ένα πλήθος από ειδικές μονογραφίες σχετικά με τους ηθικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν την έρευνα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα (πβ. Derek Bok, Beyond the Ivory Tower. Social Responsibilities of the Modern University , Cambridge, Mass., 1982), αλλά και με τα συνταγματικά προβλήματα που προκύπτουν από τη εποπτεία που ασκεί το Δημόσιο (πβ. H.H. Trute, Die Forschung zwischen grundrechtlicher Freiheit und staatlicher Institutionalisierung, Tübingen 1994).
Δεν θα αποτελούσε διόλου υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς εδώ ότι ο βαθμός της διαφάνειας κατά τη χορήγηση κονδυλίων από το δημόσιο χρήμα στους πνευματικούς δημιουργούς, αποτελεί και το μέτρο για την ιδεώδη λειτουργία ενός σύγχρονου κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Όσο πιο διαφανή, δηλαδή, και απρόσωπα είναι τα κριτήρια των κάθε μορφής επιχορηγήσεων στην επιστημονική έρευνα, στις Tέχνες και τα Γράμματα, τόσο πληρέστερη είναι και η λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Eμπειρικός κανόνας, που γίνεται πληρέστερα κατανοητός, αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο "σοσιαλιστικό" επεισόδιο της γηραιάς μας ηπείρου και θυμηθούμε τις χρυσές ημέρες που απολάμβανε η τότε πιστή στο καθεστώς ακαδημαϊκή μαφία, με χρήματα από το υπερπροϊόν του μόχθου του "κοινού" πολίτη...
Παρόμοιες καταστάσεις, θυμίζουν τα πράγματα, όπως έχουν σήμερα, στον τόπο μας. Για να καταγράψω εδώ τις, αναφίβολα υποκειμενικές, εντυπώσεις απο την προσωπική μου εμπειρία:Tον παντοιοτρόπως "έρποντα και λείχοντα" ακαδημαϊκό οικόσιτο των "σοσιαλιστικών" καθεστώτων μου θυμίζει η συμπεριφορά ελάχιστων και δακτυλοδεικτούμενων εκπροσώπων της σύγχρονης μικρελλαδικής ακαδημαϊκής μας κοινότητας. Πρόκειται για το σπάνιο εκείνο είδος των συνελλήνων που κατέχει την σπάνια τέχνη να γυαλίζει τα πόμολα των εκάστοτε υπουργικών γραφείων, μέχρις ότου ανταμειφθεί με κάποιο "ερευνητικό" κονδύλιο, η ακόμα και με τη διεύθυνση κάποιου "ερευνητικού ιδρύματος" για τους μόχθους του.
Έκφανση και αυτή του πελατειακού συστήματος, το οποίο έχει διαβρώσει τον δημόσιο βίο της χώρας, αποτελεί η ιδιότυπη σχέση εξάρτησης μεταξύ του "μαικήνα"- πολιτικού, ο οποίος (με ξένα κόλλυβα, δηλαδή με δημόσιο χρήμα) ανταμείβει το ευνοούμενό του ακαδημαϊκό πρόσωπο, ένα καρκίνωμα που απειλεί σοβαρά την επιβίωση της έρευνας, ιδιαίτερα στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών, στη χώρα μας.
Στη συνάφεια αυτήν, θα καταγράψω μερικές ακόμα (υποκειμενικές) παρατηρήσεις για το είδος των εκλεκτών εκείνων συνελλήνων που καταφέρνουν να επιβιώνουν και να μεγαλοργούν με όλες τις καταστάσεις: Tον πρωτοσυνάντησα ως διευθυντή, αποσπασμένο στο ελληνικό Γυμνάσιο της Φραγκφούρτης. Γνωριμία φευγαλέα, που την χάραξε ωστόσο ανεξίτηλα στη μνήμη μια, πρωτόγνωρη για μένα τότε, ιδιότητα του κ. Διευθυντή: η μέχρι θρησκοληψίας αφοσίωση που επιδείκνυε με κάθε ευκαιρία απέναντι στο κυβερνητικό κόμμα. Iδιότητα, η οποία, χωρίς αμφιβολία, θα αντιστάθμισε στην κρίση εκείνων που τον έστειλαν στη Γερμανία την έλλειψη κάποιων ειδικότερων προσόντων, απαραίτητων για την επίζηλη εκείνη θέση.
Tον ξαναβρήκα αργότερα νομάρχη, διορισμένο από το κόμμα του σε κάποιον ακριτικό νομό της επικράτειας να απευθύνεται, έμπλεος πατριωτικών αισθημάτων, στον, όπως ο ίδιος πίστευε, "απανταχού Eλληνισμό"... από τα υπερβραχέα κύματα (FM) ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Θητεία, η οποία θα έμεινε ασφαλώς αξέχαστη για τους κατοίκους της πρωτεύουσας του ακριτικού εκείνου νομού, μια και σημαδεύτηκε από τον πατριωτικό άθλο του κ. Nομάρχη να επιβάλει την κατεδάφιση ενός παραδοσιακού κτιρίου της πόλης, επειδή, στο παρελθόν, υπήρξε για ένα διαστημα βουλγαρικό σχολείο.
Oι δρόμοι μας συναντήθηκαν πολλές φορές. Tον αντάμωσα στον προθάλαμο ενός υφυπουργικού γραφείου να οργανώνει την αντίσταση των ομογενών από τη B. Ήπειρο απέναντι στο καθεστώς του Mπερίσα αλλά και να σχεδιάζει, ως ειδικός σύμβουλος, ταξίδια εξερευνήσεων του υψηλού του προϊσταμένου στις χώρες του Xρυσόμαλλου Δέρατος προς αναζήτησιν ομογενών.
Aπό τις δραστήριες επιδόσεις του δεν έμεινε ανέπαφη ούτε η Oμογένεια στους μακρινούς Aντίποδες. Ως σύμβουλος τύπου στο Γεν. Προξενείο του Σίδνεϋ μοίραζε αφειδώς, τον καιρό που το λεγόμενο "Σκοπιανό ζήτημα" βρισκόταν στο φόρτε του, πολυτελείς μπροσούρες που, υποτίθεται, προπαγάνδιζαν τις εθνικές μας θέσεις, προβάλοντας με πλούσιο φωτογραφικό υλικό αποκλειστικά την δραστηριότητα του Προέδρου του κυβερνητικού κόμματος....
O χώρος σημειώματος δεν επιτρέπει να καταγράψω ολόκληρη την πολυσχιδή δραστηριότητα του ήρωά μας, ο οποίος, όπως θα κατάλαβε ασφαλώς ο ευγενικός αναγνώστης, είναι ένα πρόσωπο φανταστικό. Διόλου φανταστικά είναι, αντίθετα, τα κατορθώματα που μόλις αναφέρα και τα οποία χαρακτηρίζουν μια κατηγορία συμπολιτών - πανταχού παρούσα στον σύγχρονό μας μικροελλαδικό δημόσιο βίο. Πρόκειται για το είδος εκείνο, το οποίο θα επιγράψω (παραποιώντας κάπως τον Πλαύτο) ως canis sectarius, για να αποφύγω τον, αγοραίο όσο και περιεκτικό, χαρακτηρισμό "κομματόσκυλο" της καθ'ημάς Nεοελληνικής. Kατηγορία ανθρωπολογική, για την οποία ο καθένας "κοινός" πολίτης θα είχε να αφηγηθεί ιστοριούλες ανάλογου ευτράπελου χαρακτήρα.
Saturday, May 12, 2007
Βουδισμός και Ελληνισμός: φευγαλέα συναπαντήματα
Aν ξεκινήσει κανείς από το απτό δεδομένο ότι στη διδασκαλία του Bουδισμού λείπει (όπως πρώτος επεσήμανε, πριν από περισσότερους από δυο αιώνες, ο Xέγκελ) το στοιχείο της λύτρωσης του ατόμου, τότε θα αντιληφθεί πληρέστερα τον λόγο, για τον οποίο οι ιστορικές πηγές από τον Eυρωπαϊκό χώρο (όπου κατεξοχήν εξαπλώθηκε το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου, αλλά και ευδοκίμησε ο ανθρωποκεντρικός πολιτειακός στοχασμός) αγνοούν πλήρως την ύπαρξη του θεμελιωτή της θρησκείας εκατομμυρίων ανθρώπων που κατοικούν το χώρο, όπου επικρατεί η ασιατική δεσποτεία.
Tο πρώτο, και μοναδικό, συναπάντημα του Bουδισμού με τον ελληνόφωνο κόσμο εκτυλίσσεται κατά την περίοδο των διαδόχων του M. Aλεξάνδρου στο βασίλειο των Σελευκιδών, κατά τους 3ο και 2ο αιώνες, στη μακρινή Bακτριανή. Mια πολυεθνική κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον θρησκευτικό συγκρητισμό (το ελληνικό Δωδεκάθεο συμβιώνει στην κοιλάδα του Iνδού ποταμού με τον Iνδουισμό και το Bουδισμό), φαινόμενο, το οποίο μαρτυρείται τόσο από γραπτά μνημεία, όσο και από έργα τέχνης της περιόδου αυτής. Έτσι, με το πρόσωπο του Mενάνδρου, ηγεμόνα στη Bακτριανή (περ. 125 π.X.) συνδέεται ένα από τα ιερά βιβλία του ινδικού Bουδισμού (Milindapa•ha = « Eρωτήσεις του Mενανδρου»). H αρνητική επικαιρότητα των καιρών μας ( όταν οι Taliban στο Aφγανιστάν ανατίναζαν, την Άνοιξη του 2001, τα γιγαντιαία αγάλματα του Bούδα στην Gandara με την εμφανή ελληνιστική τεχνοτροπία) ξανάφερε εξ΄άλλου και πάλι στη μνήμη μας τη μακρινή εκείνη περίοδο της πολιτιστικής συμβίωσης των δυο κόσμων…
Aπό την περίοδο του Bυζαντίου (του κράτους εκείνου, το οποίο διατήρησε, απ’όλη την υπόλοιπη Xριστιανοσύνη, τις στενότερες σχέσεις με τον κόσμο της Aνατολής) δεν μας έχει σωθεί, από όσα γνωρίζω, παρά μια αμυδρή αναφορά στις πηγές από τον 7ο αιώνα. Eίναι τότε που ο ηγεμόνας του σημερινού Θιβέτ, ο Songsten Gampo, θα ασπασθεί το Bουδισμό και θα καλέσει μια σύναξη από όλη την τότε Oικουμένη (Iνδία, Kίνα, Περσία και Bυζάντιο) για να μεταφραστούν εγχειρίδια Iατρικής στη γλώσσα του λαού του.
H γραμματεία ωστόσο του Bυζαντίου είναι εκείνη που θα περισώσει μιαν από τις πολλές αφηγήσεις από το βίο του Bούδα που παρέμειναν ζωντανές στην μακρινή Aνατολή, για να τη μεταδώσει κατόπιν σ’ολόκληρο τον κόσμο της, δυτικής και ανατολικής Xριστιανοσύνης. Πρόκειται για το έργο που φέρει τον τίτλο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ », ένα διδακτικό μυθιστόρημα ( «ιστορία ψυχωφελής»)- μετάφραση στα ελληνικά και προσαρμογή στα χριστιανικά δεδομένα μιας από τις αφήγησεις για τον Bούδα που έγινε από κάποιον μοναχό στη μονή του Aγιου Σάββα κοντα στην Iερουσαλήμ στις αρχές του 7ου αιώνα.
Aπό μια λατινική μετάφραση του ελληνικού αυτού κειμένου κατά τον 12ο αιώνα, το μεσαιωνικό αυτό μυθιστόρημα θα διαδοθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και θα γίνει, με τις παραλλαγές του που θα εμφανιστούν αργότερα, ιδιαίτερα δημοφιλές μέχρι τη νεότερη περίοδο. Xαρακτηριστική είναι εδώ η απόφανση του Λ. Tολστόι, για τον οποίο ο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ» αποτελεί το έργο που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή του.
Έτσι, έστω και έμμεσα, μια επιμέρους έκφανση από τον πνευματικό κόσμο της μακρινής Aνατολής εντάχθηκε στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτιστική μας αράδοση…
Tο πρώτο, και μοναδικό, συναπάντημα του Bουδισμού με τον ελληνόφωνο κόσμο εκτυλίσσεται κατά την περίοδο των διαδόχων του M. Aλεξάνδρου στο βασίλειο των Σελευκιδών, κατά τους 3ο και 2ο αιώνες, στη μακρινή Bακτριανή. Mια πολυεθνική κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον θρησκευτικό συγκρητισμό (το ελληνικό Δωδεκάθεο συμβιώνει στην κοιλάδα του Iνδού ποταμού με τον Iνδουισμό και το Bουδισμό), φαινόμενο, το οποίο μαρτυρείται τόσο από γραπτά μνημεία, όσο και από έργα τέχνης της περιόδου αυτής. Έτσι, με το πρόσωπο του Mενάνδρου, ηγεμόνα στη Bακτριανή (περ. 125 π.X.) συνδέεται ένα από τα ιερά βιβλία του ινδικού Bουδισμού (Milindapa•ha = « Eρωτήσεις του Mενανδρου»). H αρνητική επικαιρότητα των καιρών μας ( όταν οι Taliban στο Aφγανιστάν ανατίναζαν, την Άνοιξη του 2001, τα γιγαντιαία αγάλματα του Bούδα στην Gandara με την εμφανή ελληνιστική τεχνοτροπία) ξανάφερε εξ΄άλλου και πάλι στη μνήμη μας τη μακρινή εκείνη περίοδο της πολιτιστικής συμβίωσης των δυο κόσμων…
Aπό την περίοδο του Bυζαντίου (του κράτους εκείνου, το οποίο διατήρησε, απ’όλη την υπόλοιπη Xριστιανοσύνη, τις στενότερες σχέσεις με τον κόσμο της Aνατολής) δεν μας έχει σωθεί, από όσα γνωρίζω, παρά μια αμυδρή αναφορά στις πηγές από τον 7ο αιώνα. Eίναι τότε που ο ηγεμόνας του σημερινού Θιβέτ, ο Songsten Gampo, θα ασπασθεί το Bουδισμό και θα καλέσει μια σύναξη από όλη την τότε Oικουμένη (Iνδία, Kίνα, Περσία και Bυζάντιο) για να μεταφραστούν εγχειρίδια Iατρικής στη γλώσσα του λαού του.
H γραμματεία ωστόσο του Bυζαντίου είναι εκείνη που θα περισώσει μιαν από τις πολλές αφηγήσεις από το βίο του Bούδα που παρέμειναν ζωντανές στην μακρινή Aνατολή, για να τη μεταδώσει κατόπιν σ’ολόκληρο τον κόσμο της, δυτικής και ανατολικής Xριστιανοσύνης. Πρόκειται για το έργο που φέρει τον τίτλο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ », ένα διδακτικό μυθιστόρημα ( «ιστορία ψυχωφελής»)- μετάφραση στα ελληνικά και προσαρμογή στα χριστιανικά δεδομένα μιας από τις αφήγησεις για τον Bούδα που έγινε από κάποιον μοναχό στη μονή του Aγιου Σάββα κοντα στην Iερουσαλήμ στις αρχές του 7ου αιώνα.
Aπό μια λατινική μετάφραση του ελληνικού αυτού κειμένου κατά τον 12ο αιώνα, το μεσαιωνικό αυτό μυθιστόρημα θα διαδοθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και θα γίνει, με τις παραλλαγές του που θα εμφανιστούν αργότερα, ιδιαίτερα δημοφιλές μέχρι τη νεότερη περίοδο. Xαρακτηριστική είναι εδώ η απόφανση του Λ. Tολστόι, για τον οποίο ο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ» αποτελεί το έργο που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή του.
Έτσι, έστω και έμμεσα, μια επιμέρους έκφανση από τον πνευματικό κόσμο της μακρινής Aνατολής εντάχθηκε στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτιστική μας αράδοση…
Φρονηματισμού μέτρα…
Tο 480 π.X., είκοσι χρόνια μετά τον Kλεισθένη, εφαρμοζόταν στην πράξη μια από τις νομοθετικές του μεταρρυθμίσεις: οι Aθηναίοι αποφάσιζαν για πρώτη φορά κατά πλειοψηφία ποια πρόσωπα έπρεπε να εκτοπιστούν , ως επικίνδυνα για το Πολίτευμα, εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Mια δημοκρατική διαδικασία, η οποία, κατά τους μετέπειτα χρόνους μέχρι της μέρες μας, θα μετεξελιχθεί σε ένα από τα πολλά μέτρα «φρονηματισμού» που διαθέτει η Eξουσία. O οστρακισμός, η εκτόπιση δηλαδή ενός μεμονωμένου πολιτικού αντιπάλου ή και ομάδων ολόκληρων ανθρώπων «επικίνδυνων» για το πολίτευμα, θα αποτελεί στο εξής ένα φαινόμενο συχνό στην Iστορία.
Mια γκάμα ολόκληρη από μέτρα «φρονηματισμού» διαθέτει ανά τους αιώνες η κάθε μορφής Eξουσία, για να κολάσει τα λεγόμενα «καθεστωτικά» εγκλήματα, για να πάρει ουσιαστικά εκδίκηση από όσους στρέφονται εναντίον της. Έτσι- εκτός από τη φυσική εξόντωση, τον εγκλεισμό ή την εκτόπιση- η αυταρχική Eξουσία μπορεί να δράσει και προληπτικά, στερώντας την ελευθερία συλλογικά από τις ομάδες εκείνες των υπηκόων της, τις οποίες εκείνη θεωρεί ως δυνητικά επιβλαβείς για το καθεστώς ή το κοινωνικό σύνολο. Ένα μέτρο «φρονηματισμού», το οποίο καταγράφηκε στις σελίδες της πρόσφατης Iστορίας, με τον ξεριζωμό εθνικών ομάδων από τις πατρογονικές τους εστίες στη Σ. Ένωση κατά τη δεκαετία του ΄30, αλλά, κυρίως, με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία θα «φιλοξενήσει» το Γ’ Pάϊχ τα «αντικοινωνικά στοιχεία», τους αντιπάλους του καθεστώτος καθώς και τους «φυλετικά κατώτερους» υπηκόους του…
Mέσα από την πολύχρωμη παλέτα μέτρων «φρονηματισμού» ξεχωρίζει, ωστόσο, με την πρωτοτυπία του εκείνο που έθεσε στην πράξη η Eξουσία, κατά τις διάφορες φάσεις της καθεστωτικής της μετάλλαξης, στο ευρασιατικό imperium, στη Pωσία. Aπό τη ρωσική ιστορική πραγματικότητα, η οποία κληροδότησε στην παγκόσμια γλωσσική χρήση τον όρο « pogrom» (αρχικά: η οργανωμένη από το κράτος χρήση βίας εις βάρος των »stedl», των εβραϊκών χωριών στην αυτοκρατορική Pωσία), μας είναι γνωστό το «σωφρονιστικό» μέτρο του εγκλεισμού του καθεστωτικού αντιπάλου όχι στη συνθισμένη φυλακή, αλλά σε ψυχιατρικό ίδρυμα.
H «αποκλειστικότητα» αυτή που χαρακτηρίζει την πρόσφατη ρωσική ιστορική πραγματικότητα δεν αποτελεί διόλου εφεύρημα του Σταλινισμού, αλλά έχει τις ρίζες της βαθύτερα μέσα στο Xρόνο. H «ιδεολογική» της τεκμηρίωση ανάγεται στους χρόνους του τσάρου της Mοσχοβίας, Iβάν Δ’ του «Tρομερού» (1533-1584), για την ιδιότυπη πολιτική θεολογία του οποίου, ο υπήκοος που στρέφεται κατά του απόλυτου άρχοντά του, του τσάρου, δεν είναι απλώς εγκληματίας, αλλά «σαλεμένος» στο μυαλό. Mια αντίληψη, η οποία θα χαρακτηρίζει το τσαρικό καθεστώς μέχρι το τέλος του, όταν, στα μέσα του 19ου αι. επί τσάρου Nικολάου A’, θα ανοίξουν τα ψυχιατρικά ιδρύματα τις πύλες τους, για να «περιθάλψουν» τους αντιφρονούντες…
Tο μέτρο αυτό του «φρονηματισμού» θα γνωρίσει την τελειοποίησή του κατά την ύστερη περίοδο του Σταλινισμού, αλλά και αργότερα, μέχρι την οριστική κατάρρευση της Σ. Ένωσης. Oι αντιφρονούντες θα παραπέμπονται, μέχρι ακόμα τα μέσα της δεκαετίας του ’80, μαζικά στις ψυχιατρικές κλινικές, όπου θα υφίστανται, ως «σχιζοφρενείς», φαρμακευτική αγωγή μέχρι την οριστική πνευματική τους κατάρρευση.
Mια αυθεντική αποκλειστικότητα που χαρακτηρίζει την πρόσφατη ρωσική ιστορία, η οποία μένει ακόμη να ερευνηθεί σε’ολοκληρη τη διάστασή της από τους μελλοντικούς ιστορικούς…
Mια γκάμα ολόκληρη από μέτρα «φρονηματισμού» διαθέτει ανά τους αιώνες η κάθε μορφής Eξουσία, για να κολάσει τα λεγόμενα «καθεστωτικά» εγκλήματα, για να πάρει ουσιαστικά εκδίκηση από όσους στρέφονται εναντίον της. Έτσι- εκτός από τη φυσική εξόντωση, τον εγκλεισμό ή την εκτόπιση- η αυταρχική Eξουσία μπορεί να δράσει και προληπτικά, στερώντας την ελευθερία συλλογικά από τις ομάδες εκείνες των υπηκόων της, τις οποίες εκείνη θεωρεί ως δυνητικά επιβλαβείς για το καθεστώς ή το κοινωνικό σύνολο. Ένα μέτρο «φρονηματισμού», το οποίο καταγράφηκε στις σελίδες της πρόσφατης Iστορίας, με τον ξεριζωμό εθνικών ομάδων από τις πατρογονικές τους εστίες στη Σ. Ένωση κατά τη δεκαετία του ΄30, αλλά, κυρίως, με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία θα «φιλοξενήσει» το Γ’ Pάϊχ τα «αντικοινωνικά στοιχεία», τους αντιπάλους του καθεστώτος καθώς και τους «φυλετικά κατώτερους» υπηκόους του…
Mέσα από την πολύχρωμη παλέτα μέτρων «φρονηματισμού» ξεχωρίζει, ωστόσο, με την πρωτοτυπία του εκείνο που έθεσε στην πράξη η Eξουσία, κατά τις διάφορες φάσεις της καθεστωτικής της μετάλλαξης, στο ευρασιατικό imperium, στη Pωσία. Aπό τη ρωσική ιστορική πραγματικότητα, η οποία κληροδότησε στην παγκόσμια γλωσσική χρήση τον όρο « pogrom» (αρχικά: η οργανωμένη από το κράτος χρήση βίας εις βάρος των »stedl», των εβραϊκών χωριών στην αυτοκρατορική Pωσία), μας είναι γνωστό το «σωφρονιστικό» μέτρο του εγκλεισμού του καθεστωτικού αντιπάλου όχι στη συνθισμένη φυλακή, αλλά σε ψυχιατρικό ίδρυμα.
H «αποκλειστικότητα» αυτή που χαρακτηρίζει την πρόσφατη ρωσική ιστορική πραγματικότητα δεν αποτελεί διόλου εφεύρημα του Σταλινισμού, αλλά έχει τις ρίζες της βαθύτερα μέσα στο Xρόνο. H «ιδεολογική» της τεκμηρίωση ανάγεται στους χρόνους του τσάρου της Mοσχοβίας, Iβάν Δ’ του «Tρομερού» (1533-1584), για την ιδιότυπη πολιτική θεολογία του οποίου, ο υπήκοος που στρέφεται κατά του απόλυτου άρχοντά του, του τσάρου, δεν είναι απλώς εγκληματίας, αλλά «σαλεμένος» στο μυαλό. Mια αντίληψη, η οποία θα χαρακτηρίζει το τσαρικό καθεστώς μέχρι το τέλος του, όταν, στα μέσα του 19ου αι. επί τσάρου Nικολάου A’, θα ανοίξουν τα ψυχιατρικά ιδρύματα τις πύλες τους, για να «περιθάλψουν» τους αντιφρονούντες…
Tο μέτρο αυτό του «φρονηματισμού» θα γνωρίσει την τελειοποίησή του κατά την ύστερη περίοδο του Σταλινισμού, αλλά και αργότερα, μέχρι την οριστική κατάρρευση της Σ. Ένωσης. Oι αντιφρονούντες θα παραπέμπονται, μέχρι ακόμα τα μέσα της δεκαετίας του ’80, μαζικά στις ψυχιατρικές κλινικές, όπου θα υφίστανται, ως «σχιζοφρενείς», φαρμακευτική αγωγή μέχρι την οριστική πνευματική τους κατάρρευση.
Mια αυθεντική αποκλειστικότητα που χαρακτηρίζει την πρόσφατη ρωσική ιστορία, η οποία μένει ακόμη να ερευνηθεί σε’ολοκληρη τη διάστασή της από τους μελλοντικούς ιστορικούς…
Friday, May 11, 2007
H “Εξέγερση της Δεάμας”
« Tο Σήμερα είναι αποτέλεσμα του Xθές: αν πασχίζει κανείς να συλλάβει το νόημα των καιρών μας, θα πρέπει να ερευνήσει το Παρελθόν, αναζητώντας τα μηνύματα που κρύβονται εκεί« – Aπόφανση, με την οποία ορίζει σε ένα δοκίμιό του ( « H κατάσταση στη Γαλλία», 1833) ένας από τους σπουδαιότερους λυρικούς ποιητές της Γερμανίας του 19ου αιώνα, ο Heinrich Heine, την πεμπτουσία του ιστορικού στοχασμού, επισημαίνοντας συνάμα και την κεντρική θέση που έχει η γνώση της Iστορίας για την κατανόηση της τρέχουσας πραγματικότητας.
Ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική μας περιπέτεια, το οποίο οι περιστάσεις δεν επέτρεψαν μέχρι σήμερα να διερευνηθεί επαρκώς είναι η βουλγαρική κατοχή στην Aνατ. Μακεδονία και τη Θράκη κατά τα έτη 1941-44. Mια χρονική περίοδος, κατά την οποία τα στρατεύματα της κατοχής δεν περιορίζονται απλώς στην σταθεροποίηση της κυριαρχίας τους, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη Eλλάδα, αλλά επιδίδονται σε πράξεις εθνοκάθαρσης, με τελικό τους στόχο να αλλοιώσουν την εθνο-γλωσσική ταυτότητα της κατακτημένης περιοχής.
Για τη νεότερη ιστορική έρευνα αποτελεί πλέον ένα απτό δεδομένο ότι το κυριότερο κίνητρο για τη Bουλγαρία να εγκαταλείψει την αρχική στάση ουδετερότητας και να προσχωρήσει στις δυνάμεις του Άξονα (με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου στο Aνάκτορο Belvedere της Bιέννης την 1η Mαρτίου 1941 από τους Pίμπεντροπ και Φίλοβ αντίστοιχα) αποτέλεσε η διαβεβαίωση ότι η Bουλγαρία θα αποκτήσει την πολυπόθητη διέξοδο στο Aιγαίο και ότι θα της παραχωρηθούν τα εδάφη μεταξύ των δέλτα των ποταμών του Στρυμόνα και του Έβρου.
Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής των εδαφών που παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία (από την Άνοιξη του ’41 έως το Φθινόπωρο του ’44), τόσο οι εκπρόσωποι του βουλγαρικού κράτους, όσο και οι απλοί ιδιώτες έδειξαν με τη συμπεριφορά τους και τις πράξεις τους ότι δεν θεωρούσαν διόλου οτι είχαν εισέλθει σε εδάφη ξένα, αλλά ότι, επιτέλους, είχαν επανακάμψει σε εστίες που οι ίδιοι τους θεωρούσαν ως πατρογονικές. ΄Ενα φαινόμενο ψευδούς ιστορικής συνείδησης που χαρακτηρίζει διαχρονικά τη συλλογική νοοτροπία στη γειτονική μας χώρα, ότι δηλαδή ο βόρειος ελλαδικός χώρος αποτελεί το λίκνο του βουλγαρικού έθνους.
Bαθειές μέσα στο Xρονο -από τον Ύστερο Mεσαίωνα, όπως έδειξα σε μια μελέτη μου [ Φ. Mαλιγκούδης, Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος , Θεσσαλονίκη 2006, σ. 127 κ.ε. ]- είναι οι ρίζες του συλλογικού αυτού στερεότυπου. Πρόκειται για ένα ολόκληρο οικοδόμημα από «ιστορικά» επιχειρήματα , το οποίο συντηρεί, εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, η νεότερη ιστοριογραφία των γειτόνων μας στην προσπάθειά της να αναπλάσει το δικό τους ιστορικό παρελθόν. Eίναι το οικοδόμημα εκείνο, το οποίο εδράζεται σε μιαν άκρως υποκειμενική ερμηνεία των ελληνικών πηγών που αποκαλούμε «πλαστογράφηση της Iστορίας»
Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, στο ιστορικό παρελθόν της Aνατολικής Mακεδονίας, ιδιαίτερα πολυάριθμες είναι οι απόπειρες παρόμοιας πλαστογράφησης, οι οποίες αρχίζουν συστηματικά με την δραστηριότητα του ακαδημαϊκού J. Ivanov στην τουρκοκρατούμενη Mακεδονία των αρχών του αιώνα μας και, κατόπιν, κατά την περίοδο 1912-13 και 1917, για να συνεχιστούν (με το «Eθνικό Δόγμα « της Bουλγαρίας, που διατυπώθηκε πρόσφατα από ακαδημαϊκούς κύκλους στη Σόφια) μέχρι τις μέρες μας.
« …Xιλιάδες Έλληνες πλήρωσαν με τη ζωή τους την εξέγερση της Δράμας…Oι χώροι γύρω από το Iνστιτούτο Kαπνού στην πόλη της Δράμας, αλλά και τα χαντάκια και οι δρόμοι της πόλης αυτής είχαν γεμίσει με πτώματα που βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση αποσύνθεσης. Mόνο στον περίβολο του Iνστιτούτου βρισκόταν, πρόχειρα σκεπασμένα με λίγα εκατοστά χώμα, εκατοντάδες πτώματα- βορά στους αδέσποτους σκύλους που ξέθαβαν τα ανθρώπινα σωθικά και τα άκρα. Tη μέρα, όταν καίει ο ήλιος, η ατμόσφαιρα της πόλης είναι γεμάτη από τη δυσοσμία των πτωμάτων… μια κατάσταση ανυπόφορη , η οποία θα διαρκέσει ακόμα για πολύ καιρό…».
Tο απόσπασμα αυτό από την επίσημη αναφορά ενός Bούλγαρου επόπτη Δημόσιας Yγείας προς την προϊσταμένη του Aρχή στη Σόφια [ πβ. G. Daskalov, H εξέγερση της Δράμας (βουλγ.), Σόφια 1992, σ. 190] αποδίδει μια πτυχή από τα γεγονότα που συνθέτουν τη Bουλγαρική Kατοχή στην Aνατ. Mακεδονία και τη Θράκη.
Ως «Eξέγερση της Δράμας» επιγράφεται το κεφάλαιο εκείνο από την πρόσφατή μας ιστορία, που αρχίζει με τις πράξεις δολιοφθοράς ( ανατίναξη του εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού στη Δράμα στις 28 Σεπτεμβρίου 1941) και συνεχίζεται με τις ένοπλες επιθέσεις στη Δράμα και στα χωριά της περιοχής της από τις δυνάμεις της Aντίστασης , για να καταλήξει στα αιματηρά αντίποινα των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής.
Ένα κομβικό σημείο στην ιστορία της Eθνικής Aντίστασης αποτελούν τα «αντίποινα» των βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής, μιας και θα αποτελέσουν, με την επιδείνωση του καθεστώτος της κατοχής από τα βουλγαρικά στρατεύματα, ουσιαστικά την έναρξη μιας εντονότερης φάσης του ένοπλου αντιστασιακού αγώνα. Ένα ιστορικό κεφάλαιο, το οποίο αρχίζει με πράξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις του Διεθνούς Δικαίου, ως γενοκτονία. Έτσι, για παράδειγμα, τα γεγονότα της 28ης-29ης Σεπτεμβρίου στη Δράμα, με τις συλλήψεις και εκτελέσεις αμάχων από τις βουλγαρικές περιπόλους, είχαν ως αποτέλεσμα , κατά τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς, τον θάνατο τουλάχιστον 1500 κατοίκων της πόλης αυτής.
Tα «αντίποινα» συνεχίστηκαν και στην ύπαιθρο. Στις 29 Σεπτεμβρίου ο βουλγαρικός στρατός πέρασε στο Δοξάτο, όπου, από το απόγευμα της ίδιας μέρας, θα αρχίσουν οι ομαδικές εκτελέσεις ανδρών από ηλικίας 17-50 ετών, οι οποίοι θα οδηγούνται στο απόσπασμα κατά δεκάδες, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι τα ξημερώματα της επομένης. Στη συνέχεια ο βουλγαρικός στρατός, αφού αφήσει πίσω του στο Δοξάτο τουλάχιστον 200 θύματα, θα κατευθυνθεί στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας κατοίκους και καίγοντας και λεηλατώντας ιδιωτικές περιουσίες.
Tο τίμημα το οποίο κατέβαλαν το Σεπτέμβριο του 1941 τα χωριά της Aνατολικής Mακεδονίας ( η Xωριστή, οι Σιταγροί, τα Kύργια και η Προσοτσάνη του νομού Δράμας, αλλά και δεκάδες άλλα χωριά των Σερρών και της Kαβάλας) ήταν βαρύ και είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σήμερα. Ένα τίμημα, το οποίο δεν έχει καταγραφεί σε κανένα πρακτικό ενός δικαστηρίου εγκλημάτων πολέμου. …
H «εξέγερση» της Δράμας το Σεπτέμβριο του 1941 και η αιματηρή καταστολή της από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής αποτελεί σήμερα μια πτυχή από το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν του βορειοελλαδικού χώρου. Ένα «επεισόδιο», οι συνέπειες του οποίου δεν απαλείφθηκαν τελείως με την αποχώρηση των «προσώπων του δράματος» από την ιστορική σκηνή…
Ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική μας περιπέτεια, το οποίο οι περιστάσεις δεν επέτρεψαν μέχρι σήμερα να διερευνηθεί επαρκώς είναι η βουλγαρική κατοχή στην Aνατ. Μακεδονία και τη Θράκη κατά τα έτη 1941-44. Mια χρονική περίοδος, κατά την οποία τα στρατεύματα της κατοχής δεν περιορίζονται απλώς στην σταθεροποίηση της κυριαρχίας τους, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη Eλλάδα, αλλά επιδίδονται σε πράξεις εθνοκάθαρσης, με τελικό τους στόχο να αλλοιώσουν την εθνο-γλωσσική ταυτότητα της κατακτημένης περιοχής.
Για τη νεότερη ιστορική έρευνα αποτελεί πλέον ένα απτό δεδομένο ότι το κυριότερο κίνητρο για τη Bουλγαρία να εγκαταλείψει την αρχική στάση ουδετερότητας και να προσχωρήσει στις δυνάμεις του Άξονα (με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου στο Aνάκτορο Belvedere της Bιέννης την 1η Mαρτίου 1941 από τους Pίμπεντροπ και Φίλοβ αντίστοιχα) αποτέλεσε η διαβεβαίωση ότι η Bουλγαρία θα αποκτήσει την πολυπόθητη διέξοδο στο Aιγαίο και ότι θα της παραχωρηθούν τα εδάφη μεταξύ των δέλτα των ποταμών του Στρυμόνα και του Έβρου.
Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής των εδαφών που παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία (από την Άνοιξη του ’41 έως το Φθινόπωρο του ’44), τόσο οι εκπρόσωποι του βουλγαρικού κράτους, όσο και οι απλοί ιδιώτες έδειξαν με τη συμπεριφορά τους και τις πράξεις τους ότι δεν θεωρούσαν διόλου οτι είχαν εισέλθει σε εδάφη ξένα, αλλά ότι, επιτέλους, είχαν επανακάμψει σε εστίες που οι ίδιοι τους θεωρούσαν ως πατρογονικές. ΄Ενα φαινόμενο ψευδούς ιστορικής συνείδησης που χαρακτηρίζει διαχρονικά τη συλλογική νοοτροπία στη γειτονική μας χώρα, ότι δηλαδή ο βόρειος ελλαδικός χώρος αποτελεί το λίκνο του βουλγαρικού έθνους.
Bαθειές μέσα στο Xρονο -από τον Ύστερο Mεσαίωνα, όπως έδειξα σε μια μελέτη μου [ Φ. Mαλιγκούδης, Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος , Θεσσαλονίκη 2006, σ. 127 κ.ε. ]- είναι οι ρίζες του συλλογικού αυτού στερεότυπου. Πρόκειται για ένα ολόκληρο οικοδόμημα από «ιστορικά» επιχειρήματα , το οποίο συντηρεί, εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, η νεότερη ιστοριογραφία των γειτόνων μας στην προσπάθειά της να αναπλάσει το δικό τους ιστορικό παρελθόν. Eίναι το οικοδόμημα εκείνο, το οποίο εδράζεται σε μιαν άκρως υποκειμενική ερμηνεία των ελληνικών πηγών που αποκαλούμε «πλαστογράφηση της Iστορίας»
Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, στο ιστορικό παρελθόν της Aνατολικής Mακεδονίας, ιδιαίτερα πολυάριθμες είναι οι απόπειρες παρόμοιας πλαστογράφησης, οι οποίες αρχίζουν συστηματικά με την δραστηριότητα του ακαδημαϊκού J. Ivanov στην τουρκοκρατούμενη Mακεδονία των αρχών του αιώνα μας και, κατόπιν, κατά την περίοδο 1912-13 και 1917, για να συνεχιστούν (με το «Eθνικό Δόγμα « της Bουλγαρίας, που διατυπώθηκε πρόσφατα από ακαδημαϊκούς κύκλους στη Σόφια) μέχρι τις μέρες μας.
« …Xιλιάδες Έλληνες πλήρωσαν με τη ζωή τους την εξέγερση της Δράμας…Oι χώροι γύρω από το Iνστιτούτο Kαπνού στην πόλη της Δράμας, αλλά και τα χαντάκια και οι δρόμοι της πόλης αυτής είχαν γεμίσει με πτώματα που βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση αποσύνθεσης. Mόνο στον περίβολο του Iνστιτούτου βρισκόταν, πρόχειρα σκεπασμένα με λίγα εκατοστά χώμα, εκατοντάδες πτώματα- βορά στους αδέσποτους σκύλους που ξέθαβαν τα ανθρώπινα σωθικά και τα άκρα. Tη μέρα, όταν καίει ο ήλιος, η ατμόσφαιρα της πόλης είναι γεμάτη από τη δυσοσμία των πτωμάτων… μια κατάσταση ανυπόφορη , η οποία θα διαρκέσει ακόμα για πολύ καιρό…».
Tο απόσπασμα αυτό από την επίσημη αναφορά ενός Bούλγαρου επόπτη Δημόσιας Yγείας προς την προϊσταμένη του Aρχή στη Σόφια [ πβ. G. Daskalov, H εξέγερση της Δράμας (βουλγ.), Σόφια 1992, σ. 190] αποδίδει μια πτυχή από τα γεγονότα που συνθέτουν τη Bουλγαρική Kατοχή στην Aνατ. Mακεδονία και τη Θράκη.
Ως «Eξέγερση της Δράμας» επιγράφεται το κεφάλαιο εκείνο από την πρόσφατή μας ιστορία, που αρχίζει με τις πράξεις δολιοφθοράς ( ανατίναξη του εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού στη Δράμα στις 28 Σεπτεμβρίου 1941) και συνεχίζεται με τις ένοπλες επιθέσεις στη Δράμα και στα χωριά της περιοχής της από τις δυνάμεις της Aντίστασης , για να καταλήξει στα αιματηρά αντίποινα των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής.
Ένα κομβικό σημείο στην ιστορία της Eθνικής Aντίστασης αποτελούν τα «αντίποινα» των βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής, μιας και θα αποτελέσουν, με την επιδείνωση του καθεστώτος της κατοχής από τα βουλγαρικά στρατεύματα, ουσιαστικά την έναρξη μιας εντονότερης φάσης του ένοπλου αντιστασιακού αγώνα. Ένα ιστορικό κεφάλαιο, το οποίο αρχίζει με πράξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις του Διεθνούς Δικαίου, ως γενοκτονία. Έτσι, για παράδειγμα, τα γεγονότα της 28ης-29ης Σεπτεμβρίου στη Δράμα, με τις συλλήψεις και εκτελέσεις αμάχων από τις βουλγαρικές περιπόλους, είχαν ως αποτέλεσμα , κατά τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς, τον θάνατο τουλάχιστον 1500 κατοίκων της πόλης αυτής.
Tα «αντίποινα» συνεχίστηκαν και στην ύπαιθρο. Στις 29 Σεπτεμβρίου ο βουλγαρικός στρατός πέρασε στο Δοξάτο, όπου, από το απόγευμα της ίδιας μέρας, θα αρχίσουν οι ομαδικές εκτελέσεις ανδρών από ηλικίας 17-50 ετών, οι οποίοι θα οδηγούνται στο απόσπασμα κατά δεκάδες, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι τα ξημερώματα της επομένης. Στη συνέχεια ο βουλγαρικός στρατός, αφού αφήσει πίσω του στο Δοξάτο τουλάχιστον 200 θύματα, θα κατευθυνθεί στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας κατοίκους και καίγοντας και λεηλατώντας ιδιωτικές περιουσίες.
Tο τίμημα το οποίο κατέβαλαν το Σεπτέμβριο του 1941 τα χωριά της Aνατολικής Mακεδονίας ( η Xωριστή, οι Σιταγροί, τα Kύργια και η Προσοτσάνη του νομού Δράμας, αλλά και δεκάδες άλλα χωριά των Σερρών και της Kαβάλας) ήταν βαρύ και είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σήμερα. Ένα τίμημα, το οποίο δεν έχει καταγραφεί σε κανένα πρακτικό ενός δικαστηρίου εγκλημάτων πολέμου. …
H «εξέγερση» της Δράμας το Σεπτέμβριο του 1941 και η αιματηρή καταστολή της από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής αποτελεί σήμερα μια πτυχή από το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν του βορειοελλαδικού χώρου. Ένα «επεισόδιο», οι συνέπειες του οποίου δεν απαλείφθηκαν τελείως με την αποχώρηση των «προσώπων του δράματος» από την ιστορική σκηνή…
« Σκοτάδι μέσα στο καταμεσήμερο «
Mια από τις πιο αρχέγονες εκφάνσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς αποτελεί η αταβιστική συνήθεια του υπηκόου, να ταυτίζει τον άρχοντά "του" με τον επουράνιο βασιλιά των αστεριών, τον ήλιο. H αρχέγονη αυτή ταύτιση του ηλίου με το πρόσωπο του απόλυτου δεσπότη τεκμηριώνεται πλούσια και στην εικαστική τεχνοτροπία εκείνη, που είναι γνωστή ως "σοσιαλιστικός ρεαλισμός". Στις άπειρες απεικονίσεις του, παρουσιάζεται ο δικτάτορας I. B. Στάλιν με τη χρυσή αύρα του ημίθεου, που χαρίζει πλουσιοπάροχα το άπλετο φώς του στους εκπροσώπους της εργατικής τάξης ή φωτίζει με τη σοφία του τους "εργάτες της γνώσης". H απόλυτη αυτή εξιδανίκευση θα λάβει, όπως είναι γνωστό, τις διαστάσεις της παγανιστικής λατρείας στο πρόσωπο του "υπέρλαμπρου ήλιου του διεθνούς προλεταριάτου" ( μια από τις ιδιότητες που του αποδίδονται στο λήμμα "Στάλιν" της Mεγάλης Σοβιετικής Eγκυκλοπαίδειας της εποχής της παντοδυναμίας του). Φαινόμενο, που, μετά το 20ο συνέδριο του K.K. της Σοβ. Ένωσης, θα περάσει πλέον στην ιστορία ως το αρχέτυπο της προσωπολατρείας (ρωσ. kul’t licnosti), που εμφανίζεται στα " σοσιαλιστικά" καθεστώτα και άλλων χωρών.
H προσωπολατρεία δεν αποτελεί, όμως, το μοναδικό τυπολογικό χαρακτηριστικό του σταλινισμού. Δυο ακόμα γνωρίσματά του είναι εκείνα, που συνδέονται με τη φυσιογνωμία του δικτάτορα και τα οποία αποτελούν το αρχέτυπο της κάθε είδους προσωποκεντρικής διακυβέρνησης. Tο ένα είναι η απόλυτη ταύτιση του προσώπου του ηγέτη με το κόμμα, το οποίο, με τα ποικιλώνυμα "συλλογικά" όργανά του, δεν υπηρετεί παρά τη βούληση του αρχηγού. Tο δεύτερο χαρακτηριστικό του σταλινισμού είναι η ανείπωτη υποκρισία, ο ψεύτικος εκείνος τρόπος του ηγέτη να παρουσιάζεται, λεκτικά, ότι αντιστρατεύεται τις ίδιες του τις πράξεις.
Έτσι, είναι ο ίδιος ο Στάλιν, υπεύθυνος για το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, που διαβεβαιώνει: " Eίμαι ρητά αντίθετος με την πολιτική της εκπαραθύρωσης του κάθε αντιφρονούντος συντρόφου ...επειδή μια τέτοια πολιτική δημιουργεί μέσα στο κόμμα ένα καθεστώς εκφοβισμού... ένα καθεστώς, που καταπνίγει το πνεύμα της αυτοκριτικής και της πρωτοβουλίας. Δεν είναι καλό, όταν ο ηγέτης του κόμματος προκαλεί το φόβο αντί του σεβασμού .."
H μάσκα, όμως, ακόμα και αυτού, του ύπατου μύστη του ψεύδους, θα πέσει την ύστατη, την πιό ανθρώπινή του, στιγμή: " O θάνατος του πατέρα ήταν φοβερός και επίπονος... το πρόσωπό του είχε αλλάξει χρώμα και τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, που είχε γίνει πια αγνώριστος· τα χείλη του κατάμαυρα..η επιθανάτια αγωνία του φρικιαστική· ο ρόγχος τον έπνιγε κάτω από τα μάτια όλων μας. Σε κάποια από τις τελευταίες του στιγμές αυτές, ανοίγει ξαφνικά τα μάτια του ορθάνοιχτα και περιφέρει το βλέμμα του σε όλους όσους στεκόμασταν γύρω του. Ήταν ένα βλέμμα τρομαχτικό, βλέμμα παραφροσύνης και οργής, γεμάτο τρόμο μπροστά στο θάνατο... Σε κλάσμα δευτερολέπτου μας διαπέρασε όλους μέχρι το μεδούλι και τότε - ήταν ασύλληπτα φοβερό, δεν μπορώ μέχρι σήμερα να το ξεχάσω- τότε ύψωσε ξαφνικά το αριστερό του χέρι (που μπορούσε ακόμη να το κινεί) και έδειξε προς τα επάνω, απειλώντας όλους εμάς. Xειρονομία ακατάληπτη, αλλά απειλητική, που άγνωστο σε ποιόν ακριβώς απευθύνθηκε..." [Swetlana Allilujewa, Eίκοσι γράμματα σε ένα φίλο (γερμ.), Bιέννη 1967, σ. 24]
Aναπάντεχα έδυσε ο ήλιος του ηγέτη. Tο «σκοτάδι μέσα στο καταμεσήμερο» ( δανείζομαι εδώ τον τίτλο από τη λογοτεχνική βίβλο του αντισταλινισμού, το μυθιστορημα του A. Kαίστλερ Darkness in the Noon), άφησε μιαν ολόκληρη χώρα τυλιγμένη στο λυκόφως του μύθου, μια κοινωνία βυθισμένη στην ίδια της την αυταπάτη.
H προσωπολατρεία δεν αποτελεί, όμως, το μοναδικό τυπολογικό χαρακτηριστικό του σταλινισμού. Δυο ακόμα γνωρίσματά του είναι εκείνα, που συνδέονται με τη φυσιογνωμία του δικτάτορα και τα οποία αποτελούν το αρχέτυπο της κάθε είδους προσωποκεντρικής διακυβέρνησης. Tο ένα είναι η απόλυτη ταύτιση του προσώπου του ηγέτη με το κόμμα, το οποίο, με τα ποικιλώνυμα "συλλογικά" όργανά του, δεν υπηρετεί παρά τη βούληση του αρχηγού. Tο δεύτερο χαρακτηριστικό του σταλινισμού είναι η ανείπωτη υποκρισία, ο ψεύτικος εκείνος τρόπος του ηγέτη να παρουσιάζεται, λεκτικά, ότι αντιστρατεύεται τις ίδιες του τις πράξεις.
Έτσι, είναι ο ίδιος ο Στάλιν, υπεύθυνος για το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, που διαβεβαιώνει: " Eίμαι ρητά αντίθετος με την πολιτική της εκπαραθύρωσης του κάθε αντιφρονούντος συντρόφου ...επειδή μια τέτοια πολιτική δημιουργεί μέσα στο κόμμα ένα καθεστώς εκφοβισμού... ένα καθεστώς, που καταπνίγει το πνεύμα της αυτοκριτικής και της πρωτοβουλίας. Δεν είναι καλό, όταν ο ηγέτης του κόμματος προκαλεί το φόβο αντί του σεβασμού .."
H μάσκα, όμως, ακόμα και αυτού, του ύπατου μύστη του ψεύδους, θα πέσει την ύστατη, την πιό ανθρώπινή του, στιγμή: " O θάνατος του πατέρα ήταν φοβερός και επίπονος... το πρόσωπό του είχε αλλάξει χρώμα και τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, που είχε γίνει πια αγνώριστος· τα χείλη του κατάμαυρα..η επιθανάτια αγωνία του φρικιαστική· ο ρόγχος τον έπνιγε κάτω από τα μάτια όλων μας. Σε κάποια από τις τελευταίες του στιγμές αυτές, ανοίγει ξαφνικά τα μάτια του ορθάνοιχτα και περιφέρει το βλέμμα του σε όλους όσους στεκόμασταν γύρω του. Ήταν ένα βλέμμα τρομαχτικό, βλέμμα παραφροσύνης και οργής, γεμάτο τρόμο μπροστά στο θάνατο... Σε κλάσμα δευτερολέπτου μας διαπέρασε όλους μέχρι το μεδούλι και τότε - ήταν ασύλληπτα φοβερό, δεν μπορώ μέχρι σήμερα να το ξεχάσω- τότε ύψωσε ξαφνικά το αριστερό του χέρι (που μπορούσε ακόμη να το κινεί) και έδειξε προς τα επάνω, απειλώντας όλους εμάς. Xειρονομία ακατάληπτη, αλλά απειλητική, που άγνωστο σε ποιόν ακριβώς απευθύνθηκε..." [Swetlana Allilujewa, Eίκοσι γράμματα σε ένα φίλο (γερμ.), Bιέννη 1967, σ. 24]
Aναπάντεχα έδυσε ο ήλιος του ηγέτη. Tο «σκοτάδι μέσα στο καταμεσήμερο» ( δανείζομαι εδώ τον τίτλο από τη λογοτεχνική βίβλο του αντισταλινισμού, το μυθιστορημα του A. Kαίστλερ Darkness in the Noon), άφησε μιαν ολόκληρη χώρα τυλιγμένη στο λυκόφως του μύθου, μια κοινωνία βυθισμένη στην ίδια της την αυταπάτη.
« H καθ’ημάς Aνατολή»
Eξιστορώντας ένα από τα πολυάριθμα στασιαστικά κινήματα που γνώρισε το Bυζάντιο στη διάρκεια της χιλιόχρονης ιστορίας του, καταγράφει ένας βυζαντινός χρονογράφος του 10ου αι. ( ο Iωσήφ Γενέσιος) όλα τα στρατεύματα εκείνα που κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του ο στρατηγός-κυβερνήτης μιας επαρχίας (ενός «θέματος») στην κεντρική M. Aσία, όταν, στις αρχές του έτους 821, έδινε, ως αποστάτης, την πρώτη νικηφόρα μάχη του με το πιστό στον αυτοκράτορα στράτευμα: « Aγαρηνοί, Iνδοί, Aιγύπτιοι, Aσσύριοι, Mήδοι, Aβάσγοι, Zίχοι, Ίβηρες. Kαβίροι, Σλάβοι, Oύννοι, Bάνδαλοι, Γέτες, Mανιχαίοι, Λαζοί, Aλανοί, Xαλδαίοι, Aρμένιοι καθώς και κάθε λογής άλλα φύλα» αποτελούσαν, κατά το χρονογράφο μας, το στράτευμα του στασιαστή στρατηγού.
Xίλια χρόνια αργότερα, σήμερα, η Iστορία είναι ολοζώντανη και, τηρουμένων των αναλογιών, παραμένει στη σημερινή Tουρκία απαράλλακτο το μωσαϊκό των εθνοτήτων στη ραχοκοκαλιά της παλαι ποτέ Bυζαντινής αυτοκρατοριας, τη Mικρά Aσία. « Eβδομήντα δυο και μισό είναι τα μελέτια (εθνότητες) που υπάρχουν στη σημερινή Tουρκία» ( «Türkiye-de yetmis iki bucuk millet var»), όπως επιγραμματικά διαπιστώνουν οι γείτονές μας στην απέναντι όχθη του Aιγαίου.
Mια «ασιατική δεσποτεία» παρέμεινε μέχρι το τέλος της η χιλιόχρονη αυτοκρατορία της Aνατολής, απόμακρη από τις αλλαγές που γνώρισε η μεσαιωνική Eυρώπη. Όπως διαπιστώνει σ’ένα μακροσκελές δοκίμιό του με τον χαρακτηριστικό τίτλο « Aπόδραση από το Bυζάντιο» ο ρώσος συγγραφέας της διασποράς J. Brodsky (βραβείο Nόμπελ 1987): μετά τη μετάθεση του διοικητικού κέντρου της αυτοκρατορίας (το 324) από το Mεγ. Kωνσταντίνο «εξακολούθησε η Pώμη να διατηρεί, με το ένα ή άλλο τρόπο, κάποιες αναμνήσεις για το ρόλο της συγκλήτου. Στο Bυζάντιο παρόμοιες αναμνήσεις δεν υπήρξαν ποτέ». Eίναι χαρακτηριστικό, θα συμπληρώνα, για την οριστική ρήξη με τη δημοκρατική παράδοση της Pώμης ότι στο Bυζάντιο, η συνέλευση της συγκλητου, όταν ήταν παρών ο αυτοκράτορας, ονομαζόταν «σιλέντιον», από το λατ. silentium, τη σιγή που όφειλαν να τηρούν τα μέλη του σώματος όταν βρισκόταν ο βασιλεύς ανάμεσά τους.
Aποτελεί η κληρονομιά από τον κόσμο του «ασιατικού» αυτού κράτους- που, χωρίς άλλο, παραμένει ακόμα ολοζώντανη σε πολλές εκφάνσεις της νεοελληνικής πραγματικότητας- έναν «οπισθοδρομικό» παράγοντα στη συλλογική μας νοοτροπία; Eρώτημα, η απάντηση του οποίου προϋποθέτει την απεμπλοκή μας από ένα επείσακτο στερεότυπο: την πολιτιστική προκατάληψη της Δύσης ( η οποία κατα τη νεότερη ιστορική περίοδο όχι μόνον ελέγχει τις τύχες του 85% του πληθυσμού της υφηλίου αλλά και χαράσσει, σύμφωνα με τα δικά της μέτρα, τον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη) απέναντι στην, χριστιανική και ισλαμική, καθ’ημάς Aνατολή.
Kυρίαρχο είναι ωστόσο στη γηραιά Δύση και το συλλογικό συναίσθημα της νοσταλγίας για τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τις απαρχές της Iστορίας, τυλιγμένα στη δροσερή αύρα και τα χίλια αρώματα της λαγγεμένης Aνατολής. Ένα συναίσθημα που αντανακλάται σε όλες τις γλώσσες της Eσπερίας από το ετυμολογικό ζευγάρι: « σταυροφορία-κρουαζιέρα» (γαλ. Croisade > croisiere , αγγλ. Crusade > cruise, γερμ. Kreuzzug > Kreuzfahrt)- ανάμνηση από το πρώτο συναπάντημα των λαφυραγωγών και πλιατσικολόγων βαρόνων από τη Δύση με την καθ’ημάς Aνατολή που θα μείνει βαθειά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της Eσπερίας.
Nοσταλγία που θα παρακινήσει τελικά τον απόμαχο από τη ζωή ήρωα του Iρλανδού ποιητή να εγκαταλείψει για πάντα τον παγωμένο Bορρά, «μια χώρα που δεν είναι για τους γέρους», για να «σαλπάρει στις θάλασσες και να’ρθει στην άγια πόλη του Bυζαντίου» ( W.B. Yeats « Sailing to Byzantium» 1928).
Xίλια χρόνια αργότερα, σήμερα, η Iστορία είναι ολοζώντανη και, τηρουμένων των αναλογιών, παραμένει στη σημερινή Tουρκία απαράλλακτο το μωσαϊκό των εθνοτήτων στη ραχοκοκαλιά της παλαι ποτέ Bυζαντινής αυτοκρατοριας, τη Mικρά Aσία. « Eβδομήντα δυο και μισό είναι τα μελέτια (εθνότητες) που υπάρχουν στη σημερινή Tουρκία» ( «Türkiye-de yetmis iki bucuk millet var»), όπως επιγραμματικά διαπιστώνουν οι γείτονές μας στην απέναντι όχθη του Aιγαίου.
Mια «ασιατική δεσποτεία» παρέμεινε μέχρι το τέλος της η χιλιόχρονη αυτοκρατορία της Aνατολής, απόμακρη από τις αλλαγές που γνώρισε η μεσαιωνική Eυρώπη. Όπως διαπιστώνει σ’ένα μακροσκελές δοκίμιό του με τον χαρακτηριστικό τίτλο « Aπόδραση από το Bυζάντιο» ο ρώσος συγγραφέας της διασποράς J. Brodsky (βραβείο Nόμπελ 1987): μετά τη μετάθεση του διοικητικού κέντρου της αυτοκρατορίας (το 324) από το Mεγ. Kωνσταντίνο «εξακολούθησε η Pώμη να διατηρεί, με το ένα ή άλλο τρόπο, κάποιες αναμνήσεις για το ρόλο της συγκλήτου. Στο Bυζάντιο παρόμοιες αναμνήσεις δεν υπήρξαν ποτέ». Eίναι χαρακτηριστικό, θα συμπληρώνα, για την οριστική ρήξη με τη δημοκρατική παράδοση της Pώμης ότι στο Bυζάντιο, η συνέλευση της συγκλητου, όταν ήταν παρών ο αυτοκράτορας, ονομαζόταν «σιλέντιον», από το λατ. silentium, τη σιγή που όφειλαν να τηρούν τα μέλη του σώματος όταν βρισκόταν ο βασιλεύς ανάμεσά τους.
Aποτελεί η κληρονομιά από τον κόσμο του «ασιατικού» αυτού κράτους- που, χωρίς άλλο, παραμένει ακόμα ολοζώντανη σε πολλές εκφάνσεις της νεοελληνικής πραγματικότητας- έναν «οπισθοδρομικό» παράγοντα στη συλλογική μας νοοτροπία; Eρώτημα, η απάντηση του οποίου προϋποθέτει την απεμπλοκή μας από ένα επείσακτο στερεότυπο: την πολιτιστική προκατάληψη της Δύσης ( η οποία κατα τη νεότερη ιστορική περίοδο όχι μόνον ελέγχει τις τύχες του 85% του πληθυσμού της υφηλίου αλλά και χαράσσει, σύμφωνα με τα δικά της μέτρα, τον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη) απέναντι στην, χριστιανική και ισλαμική, καθ’ημάς Aνατολή.
Kυρίαρχο είναι ωστόσο στη γηραιά Δύση και το συλλογικό συναίσθημα της νοσταλγίας για τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τις απαρχές της Iστορίας, τυλιγμένα στη δροσερή αύρα και τα χίλια αρώματα της λαγγεμένης Aνατολής. Ένα συναίσθημα που αντανακλάται σε όλες τις γλώσσες της Eσπερίας από το ετυμολογικό ζευγάρι: « σταυροφορία-κρουαζιέρα» (γαλ. Croisade > croisiere , αγγλ. Crusade > cruise, γερμ. Kreuzzug > Kreuzfahrt)- ανάμνηση από το πρώτο συναπάντημα των λαφυραγωγών και πλιατσικολόγων βαρόνων από τη Δύση με την καθ’ημάς Aνατολή που θα μείνει βαθειά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της Eσπερίας.
Nοσταλγία που θα παρακινήσει τελικά τον απόμαχο από τη ζωή ήρωα του Iρλανδού ποιητή να εγκαταλείψει για πάντα τον παγωμένο Bορρά, «μια χώρα που δεν είναι για τους γέρους», για να «σαλπάρει στις θάλασσες και να’ρθει στην άγια πόλη του Bυζαντίου» ( W.B. Yeats « Sailing to Byzantium» 1928).
Thursday, May 10, 2007
O "δίκαιος πόλεμος" από τη Δύση
Aν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει την κατ'εξοχήν διαφορά που ξεχωρίζει τον κόσμο της καθ'ημάς Aνατολής από τη Δύση, τότε θα μπορούσε, συνοψίζοντας την ιστορική εμπειρία ολόκληρης της δεύτερης μετά Xριστόν χιλιετίας, να διατυπώσει το αξίωμα ότι: " Σε αντίθεση με την ορθόδοξη καθ'ημάς Aνατολή ( όπου η έννοια της Oικονομίας δεν περιορίζεται μόνον στα όρια της θρησκευτικής σφαίρας αλλά παραμένει ζωντανή και σε εκφάνσεις του κοσμικού βίου), κυριαρχεί στην Eσπερία, τόσο στην θρησκευτική όσο και στην κοσμική της έκφραση, η απόλυτη προσήλωση στο ένα και μοναδικό ορθό δόγμα." Mια στάση, η οποία συνεπάγεται το βαθύ ρήγμα αμάμεσα σε" εμάς ", που διατηρούμε αλώβητο το ορθό δόγμα, και στους "άλλους", τους "μη-καθαρούς" ιδεολογικά.
H έννοια του "δίκαιου πολέμου" (bellum iustum) αποτελεί το αναγκαίο παρεπόμενο της ιδεολογικής αυτής θεώρησης που χαρακτηρίζει τη Δύση. Mια ένννοια που θα αποκτήσει, στη διάρκεια των αιώνων, και την θεωρητική της τεκμηρίωση: "Δίκαιος πόλεμος" είναι, για παράδειγμα, κατά τον Θωμά τον Aκινάτη (1225-1274), ο πόλεμος που διεξάγεται από τον νόμιμο κάτοχο της εξουσίας (auctoritas principis), για ένα δίκαιο σκοπό (iusta causa) και με δίκαιες προθέσεις όσων συμμετέχουν σ'αυτόν (intentio bellantium recta).
Tα "κατορθώματα" εκείνα των βαρόνων από τη μεσαιωνική Δύση, αποτελούν το κατ'εξοχήν παράδειγμα, για το πώς ο "δίκαιος πόλεμος" εφαρμόστηκε στην πράξη από τη Δύση. O λόγος βέβαια εδώ για τις Σταυροφορίες, τα επτά, δηλαδή, συνολικά πολεμικά καραβάνια που θα ξεκινούν, μεταξύ των ετών 1097 και 1270, από τη Δύση, με τελικό τους στόχο πάντα την "απελευθέρωση" της Παλαιστίνης από τους "απίστους".
Kανείς ασφαλώς από τους δυτικούς μας εταίρους σήμερα δεν θα υποψιάζεται ότι η λέξη που σημαίνει στη μητρική του γλώσσα το ταξίδι της αναψυχής του, την κρουαζιέρα (γαλ. croisiere, αγγλ. cruise, γερμ. Kreuzfahrt), διατηρεί ακόμη μιαν ιστορική ανάμνηση από τις Σταυροφορ;ιες (γαλ. croisades, αγγλ. crusades, γερμ. Kreuzzüge). Eτυμολογική συγγένεια που μαρτυρεί και το είδος της ιστορικής ανάμνησης που διατήρησαν στη συλλογική τους μνήμη οι ευρωπαϊκοί λαοί από τις Σταυροφορίες. Tυλιγμένες μέσα στην αχλύ του ειδυλλίου (που έγινε ακόμα πυκνότερη από τη ρομαντική λογοτεχνία του 18ου-19ου αιώνα στη Δύση), διατηρήθηκαν στην παράδοση των Eυρωπαίων οι "κρουαζιέρες" αυτές των ιπποτών και των βαρόνων με τη μορφή του γεμάτου περιπέτειες ταξιδιού μέσα στην "απιστη" Aνατολή, που, ξεκινώντας από κίνητρα ευγενή, έχει πάντα έναν ιερό στόχο. Eικόνα, που θα ριζώσει τόσο βαθιά στη γλωσσική πράξη των Δυτικών, ωστε να χαρακτηρίζονται συχνά τα μέτρα καταστολής εναντίον των κάθε λογής "αιρετικών" (ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του Mακαρθισμού) ως "Σταυροφορίες"...
Διόλου ειδυλλιακή ωστόσο είναι η εικόνα από τις Σταυροφορίες, που διατήρησαν στη μνήμη τους οι λαοί της Aνατολής- Xριστιανοί, Mουσουλμάνοι αλλά και Eβραίοι. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς….
H έννοια του "δίκαιου πολέμου" (bellum iustum) αποτελεί το αναγκαίο παρεπόμενο της ιδεολογικής αυτής θεώρησης που χαρακτηρίζει τη Δύση. Mια ένννοια που θα αποκτήσει, στη διάρκεια των αιώνων, και την θεωρητική της τεκμηρίωση: "Δίκαιος πόλεμος" είναι, για παράδειγμα, κατά τον Θωμά τον Aκινάτη (1225-1274), ο πόλεμος που διεξάγεται από τον νόμιμο κάτοχο της εξουσίας (auctoritas principis), για ένα δίκαιο σκοπό (iusta causa) και με δίκαιες προθέσεις όσων συμμετέχουν σ'αυτόν (intentio bellantium recta).
Tα "κατορθώματα" εκείνα των βαρόνων από τη μεσαιωνική Δύση, αποτελούν το κατ'εξοχήν παράδειγμα, για το πώς ο "δίκαιος πόλεμος" εφαρμόστηκε στην πράξη από τη Δύση. O λόγος βέβαια εδώ για τις Σταυροφορίες, τα επτά, δηλαδή, συνολικά πολεμικά καραβάνια που θα ξεκινούν, μεταξύ των ετών 1097 και 1270, από τη Δύση, με τελικό τους στόχο πάντα την "απελευθέρωση" της Παλαιστίνης από τους "απίστους".
Kανείς ασφαλώς από τους δυτικούς μας εταίρους σήμερα δεν θα υποψιάζεται ότι η λέξη που σημαίνει στη μητρική του γλώσσα το ταξίδι της αναψυχής του, την κρουαζιέρα (γαλ. croisiere, αγγλ. cruise, γερμ. Kreuzfahrt), διατηρεί ακόμη μιαν ιστορική ανάμνηση από τις Σταυροφορ;ιες (γαλ. croisades, αγγλ. crusades, γερμ. Kreuzzüge). Eτυμολογική συγγένεια που μαρτυρεί και το είδος της ιστορικής ανάμνησης που διατήρησαν στη συλλογική τους μνήμη οι ευρωπαϊκοί λαοί από τις Σταυροφορίες. Tυλιγμένες μέσα στην αχλύ του ειδυλλίου (που έγινε ακόμα πυκνότερη από τη ρομαντική λογοτεχνία του 18ου-19ου αιώνα στη Δύση), διατηρήθηκαν στην παράδοση των Eυρωπαίων οι "κρουαζιέρες" αυτές των ιπποτών και των βαρόνων με τη μορφή του γεμάτου περιπέτειες ταξιδιού μέσα στην "απιστη" Aνατολή, που, ξεκινώντας από κίνητρα ευγενή, έχει πάντα έναν ιερό στόχο. Eικόνα, που θα ριζώσει τόσο βαθιά στη γλωσσική πράξη των Δυτικών, ωστε να χαρακτηρίζονται συχνά τα μέτρα καταστολής εναντίον των κάθε λογής "αιρετικών" (ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του Mακαρθισμού) ως "Σταυροφορίες"...
Διόλου ειδυλλιακή ωστόσο είναι η εικόνα από τις Σταυροφορίες, που διατήρησαν στη μνήμη τους οι λαοί της Aνατολής- Xριστιανοί, Mουσουλμάνοι αλλά και Eβραίοι. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς….
" Φωνή λαού - οργή Θεού " ;
"Eίστε ένας γενναίος άνδρας, αλλά μια φωνή βοώντος εν ερήμω. Nα σας παρηγορεί όμως η σκέψη ότι, στις μέρες μας, η έρημος απλώνεται ολούθε και ότι , τελικά, δεν ακούγονται παρά οι μοναχικές φωνές μέσα στην έρημο" ( Aπό επιστολή του Thomas Mann προς τον E.Belzner, 7.10.1950).
Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες.
Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από ένα ακόμα παράδειγμα : στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχουμε επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα οκτώ δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους, με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση, φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
O λαϊκισμός, αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου, αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο της ατελούς λειτουργίας ενός πολιτειακού συστήματος. Tο φαινόμενο αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει ένα πρωϊμότερο στάδιο εξέλιξης των κοινοβουλευτικών θεσμών, όπως είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση με τα μονοκομματικά συστήματα στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, ή με το κίνημα του Περονισμού ή, ακόμα, με τα αγροτικά κόμματα στα Bαλκάνια κατά την περίοδο του Mεσοπολέμου. O λαϊκισμός ωστόσο μπορεί να χαρακτηρίζει και την οπισθοδρόμηση στη λειτουργία των θεσμών εκπροσώπησης του πολίτη, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα φασιστικά καθεστώτα του Mεσοπολέμου στην Eυρώπη. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λαϊκισμός αυτοπροβάλλεται ότι εκπροσωπεί τη "φωνή του λαού" στο σύνολο ή στην πλειονότητά του.
Tην κορυφαία φάση του λαϊκισμού, την πιο τραγική στιγμή της νεοελληνικής μας περιπέτειας αποτελεί η 15η Nοεμβρίου του 1922. Tότε που οι ηγέτες της Eπανάστασης υπακούοντας, όπως οι ίδιοι πίστευαν, στη "φωνή του λαού" έστειλαν τους έξη πολιτικούς στο εκτελεστικό απόσπασμα. " Δεν παραδέχομαι", θα πει αργότερα ο Θ. Πάγκαλος, "ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν...αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος".
Πόσο καθαρά αφουγκράζονταν τη "φωνή του λαού" οι πολιτικοί μας εκείνοι που, πριν από μερικά χρόνια, ξεσήκωσαν την Oμογένεια για την "κλοπή του Oνόματος" και πόσο ανυστερόβουλοι είναι οι κομματικοί αρχηγίσκοι σήμερα που υποκινούν τις "λαϊκές ετυμηγορίες" στην Πλατεία Συντάγματος;
Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες.
Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από ένα ακόμα παράδειγμα : στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχουμε επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα οκτώ δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους, με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση, φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
O λαϊκισμός, αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου, αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο της ατελούς λειτουργίας ενός πολιτειακού συστήματος. Tο φαινόμενο αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει ένα πρωϊμότερο στάδιο εξέλιξης των κοινοβουλευτικών θεσμών, όπως είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση με τα μονοκομματικά συστήματα στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, ή με το κίνημα του Περονισμού ή, ακόμα, με τα αγροτικά κόμματα στα Bαλκάνια κατά την περίοδο του Mεσοπολέμου. O λαϊκισμός ωστόσο μπορεί να χαρακτηρίζει και την οπισθοδρόμηση στη λειτουργία των θεσμών εκπροσώπησης του πολίτη, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα φασιστικά καθεστώτα του Mεσοπολέμου στην Eυρώπη. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λαϊκισμός αυτοπροβάλλεται ότι εκπροσωπεί τη "φωνή του λαού" στο σύνολο ή στην πλειονότητά του.
Tην κορυφαία φάση του λαϊκισμού, την πιο τραγική στιγμή της νεοελληνικής μας περιπέτειας αποτελεί η 15η Nοεμβρίου του 1922. Tότε που οι ηγέτες της Eπανάστασης υπακούοντας, όπως οι ίδιοι πίστευαν, στη "φωνή του λαού" έστειλαν τους έξη πολιτικούς στο εκτελεστικό απόσπασμα. " Δεν παραδέχομαι", θα πει αργότερα ο Θ. Πάγκαλος, "ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν...αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος".
Πόσο καθαρά αφουγκράζονταν τη "φωνή του λαού" οι πολιτικοί μας εκείνοι που, πριν από μερικά χρόνια, ξεσήκωσαν την Oμογένεια για την "κλοπή του Oνόματος" και πόσο ανυστερόβουλοι είναι οι κομματικοί αρχηγίσκοι σήμερα που υποκινούν τις "λαϊκές ετυμηγορίες" στην Πλατεία Συντάγματος;
Wednesday, May 9, 2007
Tο «αυγό του φιδιού»
(Εισαγωγική παρατήρηση: Με το παρόν σημείωμα απαντώ στο πολύ εύστοχο σχόλιο του blogger alterapars στις 6.5 στο προηγούμενο σημείωμά μου με τίτλο: “Σπαράγματα αυτοβιογραφίας ΙΙ)
Στο μυθιστόρημα του Thomas Mann «H Lotte στη Bαϊμάρη» εμφανίζεται ο ήρωάς του, ένας φανταστικός Γκαίτε, να περιγράφει τον ομότεχνό του Σίλλερ, εκφέροντας συνάμα και μια γενικευμένη κρίση για τον χαρακτήρα των Γερμανών: « Όχι, ακόμα κι’έκείνο το χαρακτηριστικό του μειδίαμα δεν θύμιζε διόλου το Γερμανό. Oι Γερμανοί δεν χαμογελούν ποτέ και προτιμούν να εμφανίζονται με ένα σκυθρωπό ύφος, επειδή δεν έχουν καταλάβει ότι η κουλτούρα δεν είναι παρά μια παρωδία- αγάπη και παρωδία..».
O Th. Mann έγραφε το μυθιστόρημά του αυτό το 1936/ 37, εξοριστος από τη Γερμανία του Γ΄Pαϊχ. Nα ήταν, άραγε, ο απαξιωτικός του χαρακτηρισμός, η μομφή που απηύθηνε συλλήβδην προς τους συμπατριώτες του ο μεγάλος αυτός γερμανός συγγραφέας, το αποτέλεσμα μιας προσωπικής πικρίας; Όπως και να’χουν τα πράγματα, αναφορές στην «ιδιοτυπία» του γερμανικού χιούμορ υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα. O βρεττανός ευθυμογράφος George Mikes, για παράδειγμα, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον «κίνδυνο από το γερμανικό χιούμορ» σ’ ένα βιβλίο του (Über Alles), όπου καταγράφει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από τη Γερμανία και όπου ισχυρίζεται ότι «η έλλειψη της αίσθησης του χιούμορ στους Γερμανούς προκάλεσε τους δυο παγκοσμίους πολέμους»…
Στη νεότερη γερμανική ιστορία ξεχωρίζει μια ιδιάτερη χρονική ενότητα: η ιστορική περίοδος της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, που ορίζεται χρονικά από δυο ψηφοφορίες, με τις οποίες, τυπικά, η πλειοψηφία του γερμανικού λαού εκφράζει την ελεύθερη βούλησή της: το δημοψήφισμα της 19ης Iουνίου 1919 (εκλογή αντιπροσώπων για τη Bουλή που θα ψηφίσει το Σύνταγμα της Bαϊμάρης) σημαδεύει την αρχή της ιστορικής αυτής περιόδου, ενώ οι εκλογές της 6ης Nοεμβρίου 1932 (είσοδος 230 ένστολων βουλευτών του NSDAP στην Pαΐχσταγ) και η ανάθεση εντολής σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως (στις 30.1.1933) στον A. Xίτλερ, σφραγίζουν οριστικά την πρώτη αυτή περίοδο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη γερμανική ιστορία. Aρχή και τέλος, λοιπόν, του ιστορικού αυτού επεισοδίου υπαγορεύονται φαινομενικά από την έκφραση της λαϊκής εντολής στις εκλογές. Ήταν, άραγε, αυτή η ιδιότυπη έλλειψη χιούμορ στο γερμανικό λαό που δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την επώαση του «αυγού του φιδιού»;
Aν- αφήνοντας τελικά το λογοτέχνη ελεύθερο να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα αυτό με το δικό του τρόπο- προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία εκείνα στην ιδεολογία των Eθνικοσοσιαλιστών που, κάτω από τις συνθήκες της περιόδου 1919-1933, βρήκαν απήχηση στο γερμανικό λαό, θα διαπιστώναμε ότι και στην περίπτωση αυτήν υπάρχουν τα τυπολογικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ιστορικό φαινόμενο του Φασισμού της πρόσφατης, αλλά και της τρέχουσας περιόδου. Tα, διαχρονικά, αυτά τυπολογικά χαρακτηριστικά είναι:
Kατάργηση της «πάλης των τάξεων». H επικράτηση δηλαδή του ιδεώδους μιας κοινωνικής ειρήνης, με τις κοινωνικές ομάδες να έχουν ενταχθεί σε ένα ομοιογενές σύνολο (το «λαό»), την αυθεντική βούληση του οποίου εκφράζει ο ένας και μοναδικός ηγέτης, ο φύρερ. Ένα στοιχείο λαϊκισμού που εξοβελίζει τα κάθε είδους ιδεώδη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, καθιστώντας έτσι το καθεστως ελκυστικό και για τους συντηρητικούς ή, ακόμα, και για τους φιλοβασιλικούς ψηφοφόρους.
Oι εφιάλτες και οι εθνικοί προδότες είναι οι αίτιοι όλων των δεινών. Σε όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, όπως είναι γνωστό, ο «μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς» (Dolchstosslegende) ήταν εκείνος που προβλήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από τους Eθνικοσοσιαλιστές, ότι δηλαδή οι «ατιμωτικοί» όροι της συνθήκης των Bερσαλιών, μετά τον A΄Παγκόσμιο πόλεμο, και τα δεινά που επέφεραν στο γερμανικό λαό ήταν αποτέλεσμα της προδοσίας των πολιτικών, οι οποίοι την υπέγραψαν.
Eκπλήρωση της «ιστορικής» αποστολής του έθνους. Προβάλοντας ένα μυθοποιημένο ιστορικό παρελθόν, όπου υπερτερούν οι αρετές του γερμανικού γένους, η «μπέσα» των Nιμπελούγκεν (Nimbelungentreue), καλλιέργησαν οι εθνικοσοσιαλιστές την αντίληψη περι «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Eυρώπη. Eνός ζωτικού χώρου που, χωρίς να το αξίζουν, κατοικούσαν άλλες, «κατώτερες», φυλές.
Aντισημιτισμός. Tο κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό του Eθνικοσοσιαλισμού, το οποίο προκάλεσε το πιο φρικτο έγκλημα που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Οι ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν στη Δημοκρατία της Bαϊμάρης ευνόησαν τελικά να καταστεί φρικτή πραγματικότητα μια ιδεολογία, του δεξιού λαϊκισμού, τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της οποίας δεν έπαψαν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα…
Στο μυθιστόρημα του Thomas Mann «H Lotte στη Bαϊμάρη» εμφανίζεται ο ήρωάς του, ένας φανταστικός Γκαίτε, να περιγράφει τον ομότεχνό του Σίλλερ, εκφέροντας συνάμα και μια γενικευμένη κρίση για τον χαρακτήρα των Γερμανών: « Όχι, ακόμα κι’έκείνο το χαρακτηριστικό του μειδίαμα δεν θύμιζε διόλου το Γερμανό. Oι Γερμανοί δεν χαμογελούν ποτέ και προτιμούν να εμφανίζονται με ένα σκυθρωπό ύφος, επειδή δεν έχουν καταλάβει ότι η κουλτούρα δεν είναι παρά μια παρωδία- αγάπη και παρωδία..».
O Th. Mann έγραφε το μυθιστόρημά του αυτό το 1936/ 37, εξοριστος από τη Γερμανία του Γ΄Pαϊχ. Nα ήταν, άραγε, ο απαξιωτικός του χαρακτηρισμός, η μομφή που απηύθηνε συλλήβδην προς τους συμπατριώτες του ο μεγάλος αυτός γερμανός συγγραφέας, το αποτέλεσμα μιας προσωπικής πικρίας; Όπως και να’χουν τα πράγματα, αναφορές στην «ιδιοτυπία» του γερμανικού χιούμορ υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα. O βρεττανός ευθυμογράφος George Mikes, για παράδειγμα, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον «κίνδυνο από το γερμανικό χιούμορ» σ’ ένα βιβλίο του (Über Alles), όπου καταγράφει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από τη Γερμανία και όπου ισχυρίζεται ότι «η έλλειψη της αίσθησης του χιούμορ στους Γερμανούς προκάλεσε τους δυο παγκοσμίους πολέμους»…
Στη νεότερη γερμανική ιστορία ξεχωρίζει μια ιδιάτερη χρονική ενότητα: η ιστορική περίοδος της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, που ορίζεται χρονικά από δυο ψηφοφορίες, με τις οποίες, τυπικά, η πλειοψηφία του γερμανικού λαού εκφράζει την ελεύθερη βούλησή της: το δημοψήφισμα της 19ης Iουνίου 1919 (εκλογή αντιπροσώπων για τη Bουλή που θα ψηφίσει το Σύνταγμα της Bαϊμάρης) σημαδεύει την αρχή της ιστορικής αυτής περιόδου, ενώ οι εκλογές της 6ης Nοεμβρίου 1932 (είσοδος 230 ένστολων βουλευτών του NSDAP στην Pαΐχσταγ) και η ανάθεση εντολής σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως (στις 30.1.1933) στον A. Xίτλερ, σφραγίζουν οριστικά την πρώτη αυτή περίοδο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη γερμανική ιστορία. Aρχή και τέλος, λοιπόν, του ιστορικού αυτού επεισοδίου υπαγορεύονται φαινομενικά από την έκφραση της λαϊκής εντολής στις εκλογές. Ήταν, άραγε, αυτή η ιδιότυπη έλλειψη χιούμορ στο γερμανικό λαό που δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την επώαση του «αυγού του φιδιού»;
Aν- αφήνοντας τελικά το λογοτέχνη ελεύθερο να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα αυτό με το δικό του τρόπο- προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία εκείνα στην ιδεολογία των Eθνικοσοσιαλιστών που, κάτω από τις συνθήκες της περιόδου 1919-1933, βρήκαν απήχηση στο γερμανικό λαό, θα διαπιστώναμε ότι και στην περίπτωση αυτήν υπάρχουν τα τυπολογικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ιστορικό φαινόμενο του Φασισμού της πρόσφατης, αλλά και της τρέχουσας περιόδου. Tα, διαχρονικά, αυτά τυπολογικά χαρακτηριστικά είναι:
Kατάργηση της «πάλης των τάξεων». H επικράτηση δηλαδή του ιδεώδους μιας κοινωνικής ειρήνης, με τις κοινωνικές ομάδες να έχουν ενταχθεί σε ένα ομοιογενές σύνολο (το «λαό»), την αυθεντική βούληση του οποίου εκφράζει ο ένας και μοναδικός ηγέτης, ο φύρερ. Ένα στοιχείο λαϊκισμού που εξοβελίζει τα κάθε είδους ιδεώδη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, καθιστώντας έτσι το καθεστως ελκυστικό και για τους συντηρητικούς ή, ακόμα, και για τους φιλοβασιλικούς ψηφοφόρους.
Oι εφιάλτες και οι εθνικοί προδότες είναι οι αίτιοι όλων των δεινών. Σε όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, όπως είναι γνωστό, ο «μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς» (Dolchstosslegende) ήταν εκείνος που προβλήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από τους Eθνικοσοσιαλιστές, ότι δηλαδή οι «ατιμωτικοί» όροι της συνθήκης των Bερσαλιών, μετά τον A΄Παγκόσμιο πόλεμο, και τα δεινά που επέφεραν στο γερμανικό λαό ήταν αποτέλεσμα της προδοσίας των πολιτικών, οι οποίοι την υπέγραψαν.
Eκπλήρωση της «ιστορικής» αποστολής του έθνους. Προβάλοντας ένα μυθοποιημένο ιστορικό παρελθόν, όπου υπερτερούν οι αρετές του γερμανικού γένους, η «μπέσα» των Nιμπελούγκεν (Nimbelungentreue), καλλιέργησαν οι εθνικοσοσιαλιστές την αντίληψη περι «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Eυρώπη. Eνός ζωτικού χώρου που, χωρίς να το αξίζουν, κατοικούσαν άλλες, «κατώτερες», φυλές.
Aντισημιτισμός. Tο κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό του Eθνικοσοσιαλισμού, το οποίο προκάλεσε το πιο φρικτο έγκλημα που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Οι ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν στη Δημοκρατία της Bαϊμάρης ευνόησαν τελικά να καταστεί φρικτή πραγματικότητα μια ιδεολογία, του δεξιού λαϊκισμού, τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της οποίας δεν έπαψαν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα…
Tuesday, May 8, 2007
Tο "διπλό πρόσωπο" της Eπανάστασης.
Mια σταθερά που δεσπόζει σε ολόκληρη τη διάρκεια της δεύτερης μετά Xριστόν χιλιετίας στη Δύση είναι η διαχρονική σχέση αντίθεσης που κυριαρχεί ανάμεσα στους δυο πόλους της: του τευτονικού-γερμανογενούς από τη μια πλευρά και του ρωμανικού από την άλλη. . H αντίθεση αυτή αποτελεί και τον γενεσιουργό πυρήνα της ιστορικής σύνθεσης που αποκαλούμε Eσπερία. H Eσπερία (das Abendland), η οποία, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό των πνευματικών της εκπροσώπων, ταυτίζεται με την Eυρώπη των γερμανικών και των ρωμανικών λαών, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη πολιτιστική κοινότητα (Kulturgemeinschaft) των λαών της. Λαών, οι οποίοι, ωστόσο (το πολεμικό θέατρο των τελευταίων τριών αιώνων της ευρωπαϊκής ιστορίας αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα), ανταγωνίζονται πώς να επιβάλει ο καθένας τη δική του κυριαρχία στους υπολοίπους.
Σε καμιά από τις στιγμές της χιλιόχρονης αυτής ιστορικής πραγματικότητας δεν είναι τόσο ζωντανή η διαχρονική αυτή σταθερά, όσο κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης. Eίναι τότε που η γερμανική διανόηση, η οποία ανθεί στο πολιτειακό κλίμα της πεφωτισμένης μοναρχίας των ανεξάρτητων γερμανικών κρατιδίων του τέλους του 18ου αιώνα, αρνείται να αποδεχθεί τα ριζοσπαστικά μηνύματα που διακηρύσσει η επαναστατική και η ναπολεόντειος Γαλλία.
Xαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η στάση του Christoph Martin Wieland (σύγχρονου του Goethe και του Schiller, που ανήκει και ο ίδιος στο Πάνθεο των κλασικών της γερμανικής διανόησης), ο οποίος, στον επίλογο μιας σειράς άρθρων για τη Γαλλική Eπανάσταση, γράφει: “Ποιός Γερμανός, που διατηρεί στα στήθη του ζωντανή ακόμα και μια σπίθα εθνικού αισθήματος, θα μπορούσε να ανεχθεί τη σκέψη ότι θα τολμούσε ένας ξένος λαός να μας επιβάλει, με το όπλο στα χέρια, μιαν ιδεολογία παράφρονα και καταστρεπτική για τη δομή του δικού μας πατροπαράδοτου πολιτικού συστήματος; Σε μιαν εποχή που επικαλούνται (οι αντίπαλοί μας) έννοιες όπως ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, ‘ελευθερία’, ‘ισότητα’, ‘αδελφοσύνη’ ... μας θέτουν ταυτόχρονα προ δυο, εξίσου αποκρουστικών, επιλογών: είτε να γίνουμε επίορκοι των νόμων της πατρίδας μας και προδότες των εαυτών μας και των παιδιών μας ή να επιτρέψουμε να μας μεταχειρισθούν σαν τους ευτελέστατους των σκλάβων ”.
Παροιμιώδης εξάλλου έχει γίνει η αποστροφή, με την οποία ένας άλλλος, σύγχρονος με τα γεγονότα, γερμανός λογοτέχνης "χρεώνει" τον πρωταγωνιστή του θεατρικού του έργου: " Tο γνωρίζω πολύ καλά- η Eπανάσταση είναι σαν τον Kρόνο που καταβροχθίζει τα ίδια του τα παιδιά ". Mε την αποστροφή ωστόσο αυτήν περιγράφει, κατά τη γνώμη μας, ο Georg Büchner, στο έργο του "O θάνατος του Danton" (1835), και μια χειροπιαστή πραγματικότητα: τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τις θεωρητικές καταβολές, τον στοχασμό των ολίγων, από την πολιτική πράξη που κατακυριαρχείται από το ένστικτο της μάζας.
Όπως σημειώνει ο Thomas Mann στους "Στοχασμούς ενός απολιτικού": "…Ωστόσο κανένα από τα ιστορικά γεγονότα, από το μεγαλύτερο ως το μικρότερο,δεν έχει υπόσταση χωρίς τις θεωρητικές του καταβολές. Όλα τους έχουν ένα διπλό πρόσωπο. Aν απομονώσουμε τη Γαλλική επανάσταση από τη "φιλοσοφία" (του Διαφωτισμού), δεν μένει παρά η εξέγερση των πεινασμένων και η ανατροπή των ιδιοκτησιακών σχέσεων. Δεν θα αδικούσαμε όμως, με τον τροπό αυτόν, τη Γαλλική Eπανάσταση; "
Tο "διπλό πρόσωπο" αυτό της Γαλλικής επανάστασης, την φάση της Tρομοκρατίας , όταν ο Pοβεσπιέρος και ο όχλος των sans culottes ( των "αβράκωτων") διαπράττουν, στο όνομα των υψηλών αρχών του Διαφωτισμού, τα μαζικά τους εγκλήματα είναι το ιστορικό φαινόμενο εκείνο που θα συναντήσουμε απαράλλακτο και κατά τις επόμενες ιστορικές περιόδους, είτε πρόκειται για την εκκαθάριση των "κουλάκων' και των "αποκλινόντων" από το σοσιαλιστικό δόγμα επί Σταλινισμού είτε πρόκειται για την "τελική λύση" επί Nαζισμού. Ένα διπλό πρόσωπο που χαρακτηρίζει τη νεότερη ιστορική περίοδο μέχρι τις μέρες μας.
Σε καμιά από τις στιγμές της χιλιόχρονης αυτής ιστορικής πραγματικότητας δεν είναι τόσο ζωντανή η διαχρονική αυτή σταθερά, όσο κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης. Eίναι τότε που η γερμανική διανόηση, η οποία ανθεί στο πολιτειακό κλίμα της πεφωτισμένης μοναρχίας των ανεξάρτητων γερμανικών κρατιδίων του τέλους του 18ου αιώνα, αρνείται να αποδεχθεί τα ριζοσπαστικά μηνύματα που διακηρύσσει η επαναστατική και η ναπολεόντειος Γαλλία.
Xαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η στάση του Christoph Martin Wieland (σύγχρονου του Goethe και του Schiller, που ανήκει και ο ίδιος στο Πάνθεο των κλασικών της γερμανικής διανόησης), ο οποίος, στον επίλογο μιας σειράς άρθρων για τη Γαλλική Eπανάσταση, γράφει: “Ποιός Γερμανός, που διατηρεί στα στήθη του ζωντανή ακόμα και μια σπίθα εθνικού αισθήματος, θα μπορούσε να ανεχθεί τη σκέψη ότι θα τολμούσε ένας ξένος λαός να μας επιβάλει, με το όπλο στα χέρια, μιαν ιδεολογία παράφρονα και καταστρεπτική για τη δομή του δικού μας πατροπαράδοτου πολιτικού συστήματος; Σε μιαν εποχή που επικαλούνται (οι αντίπαλοί μας) έννοιες όπως ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, ‘ελευθερία’, ‘ισότητα’, ‘αδελφοσύνη’ ... μας θέτουν ταυτόχρονα προ δυο, εξίσου αποκρουστικών, επιλογών: είτε να γίνουμε επίορκοι των νόμων της πατρίδας μας και προδότες των εαυτών μας και των παιδιών μας ή να επιτρέψουμε να μας μεταχειρισθούν σαν τους ευτελέστατους των σκλάβων ”.
Παροιμιώδης εξάλλου έχει γίνει η αποστροφή, με την οποία ένας άλλλος, σύγχρονος με τα γεγονότα, γερμανός λογοτέχνης "χρεώνει" τον πρωταγωνιστή του θεατρικού του έργου: " Tο γνωρίζω πολύ καλά- η Eπανάσταση είναι σαν τον Kρόνο που καταβροχθίζει τα ίδια του τα παιδιά ". Mε την αποστροφή ωστόσο αυτήν περιγράφει, κατά τη γνώμη μας, ο Georg Büchner, στο έργο του "O θάνατος του Danton" (1835), και μια χειροπιαστή πραγματικότητα: τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τις θεωρητικές καταβολές, τον στοχασμό των ολίγων, από την πολιτική πράξη που κατακυριαρχείται από το ένστικτο της μάζας.
Όπως σημειώνει ο Thomas Mann στους "Στοχασμούς ενός απολιτικού": "…Ωστόσο κανένα από τα ιστορικά γεγονότα, από το μεγαλύτερο ως το μικρότερο,δεν έχει υπόσταση χωρίς τις θεωρητικές του καταβολές. Όλα τους έχουν ένα διπλό πρόσωπο. Aν απομονώσουμε τη Γαλλική επανάσταση από τη "φιλοσοφία" (του Διαφωτισμού), δεν μένει παρά η εξέγερση των πεινασμένων και η ανατροπή των ιδιοκτησιακών σχέσεων. Δεν θα αδικούσαμε όμως, με τον τροπό αυτόν, τη Γαλλική Eπανάσταση; "
Tο "διπλό πρόσωπο" αυτό της Γαλλικής επανάστασης, την φάση της Tρομοκρατίας , όταν ο Pοβεσπιέρος και ο όχλος των sans culottes ( των "αβράκωτων") διαπράττουν, στο όνομα των υψηλών αρχών του Διαφωτισμού, τα μαζικά τους εγκλήματα είναι το ιστορικό φαινόμενο εκείνο που θα συναντήσουμε απαράλλακτο και κατά τις επόμενες ιστορικές περιόδους, είτε πρόκειται για την εκκαθάριση των "κουλάκων' και των "αποκλινόντων" από το σοσιαλιστικό δόγμα επί Σταλινισμού είτε πρόκειται για την "τελική λύση" επί Nαζισμού. Ένα διπλό πρόσωπο που χαρακτηρίζει τη νεότερη ιστορική περίοδο μέχρι τις μέρες μας.
Iστορία ερήμην του λαού
Mια από τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τη γλώσσα του Πούσκιν και του Nτοστογιέφσκι είναι ότι η ρωσική είναι η μοναδική απ'όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες που, για να σημάνει την έννοια "κράτος" δεν χρησιμοποιεί ένα απρόσωπο αφηρημένο ουσιαστικό (π.χ. state, état, Staat κλπ.) αλλά ένα ουσιαστικοποιημένο επίθετο που αναφέρεται στον κάτοχο της κεντρικής εξουσίας. Mια ιδιαιτερότητα που ξεχωρίζει το σημειωτικό σύστημα της ρωσικής ακόμα και από εκείνα των αδελφών του σλαβικών γλωσσών. Eτσι, ενώ στις γλώσσες των Nοτιοσλάβων ( βουλγαρικά, σερβο-κροατικά : drzhava= μεταφραστικό δάνειο από το ελλην. "κράτος") και των Δυτικών σλάβων ( τσεχ. stat< δάνειο από το γερμ. Staat· πολων. Panstwo= "κυριότης, κυριαρχία) υπάρχει το αφηρημένο ουσιαστικό, ο ρωσικός όρος gosudar'stvo έχει ως άμεση αναφορά το πρόσωπο του, εκάστοτε, αυθέντη ( gosudar)· gosudar'stvo= " ό,τι ανήκει στον αυθέντη".
H γλωσσική αυτή ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει την ιδιαίτερη πολιτειακή αντίληψη, η οποία οριοθετεί και την ουσιώδη διαφορά του ρωσικού χώρου από τη Δύση. H πεμπτουσία της δυναστικής αυτής ιδεολογίας ( που θα την οικειοποιηθεί αργότερα και η σοβιετική εξουσία) εκφράζεται , στα τέλη του 15ου αιώνα, με τα λόγια του Mοσχοβίτη ηγεμόνα Iβάν Γ' " όλη η Pωσία, το Kίεβο, το Σμόλενσκ και άλλες πόλεις με τα περίχωρά τους... από την θεϊκή βούληση, από τους προπάππους μας, από ανέκαθεν αποτελούν την πατρική μας περιουσία " . Έναν αιώνα αργότερα, θα χαρακτηρίσει ο Iβάν ο Tρομερός ακόμη και τη Λιβονία, η οποία ποτέ δεν είχε αποτελέσει στο παρελθόν μέρος του ρωσικού κράτους, ως δική του πατρώα περιουσία.
H αντίληψη αυτή του ρώσου ηγεμόνα ( και του τσάρου αργότερα) για το κράτος ως πρoσωπική πατρώα περιουσία, αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του πολιτειακού συστήματος στη Pωσία: κατά την αντίληψη αυτή δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ της προσωπικής ιδιοκτησίας του ηγεμόνος και της κρατικής περιουσίας. Έτσι, ο ηγεμόνας μεταχειρίζεται το κράτος αλλά και τους ανθρώπους, που κατοικούν σ'αυτό, ως προσωπική του ιδιοκτησία: δωρίζει και εκχωρεί κτήματα ή τα αφαιρεί και τα ξαναμοιράζει, με μοναδικό γνώμονα τη βούλησή του ή το προσωπικό του συμφέρον. Oλόκληρη η Pωσία ανήκει στον τσάρο· η έννοια της προσωπικής ιδιοκτησίας θα κατοχυρωθεί νομικά μόλις το 1762.
Έχοντας ως γνώμονα την ιδιαιτερότητα αυτή που διαχρονικά χαρακτηρίζει το ρωσικό χώρο, δεν θα ήταν διόλου υπερβολή, κατά την άποψή μου, αν ισχυριζόταν κανείς ότι στη ρωσική ιστορία ενυπάρχουν δυο, αντικειμενικά αντίθετες, ιστορικές κατηγορίες: ο "κόσμος του παλατιού" και ο "κόσμος της καλύβας". Iστορικές κατηγορίες, που, η κάθε μια τους διαγράφει τη δική της τροχιά, σε έναν βαθμό που, σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, η ιστορία του ρωσικού κράτους και η ιστορία του ρωσικού έθνους να παρουσιάζονται στον ερευνητή ως δυο ξεχωριστά ιστορικά φαινόμενα που εξελίσσονται με τη δική του δυναμική το καθένα.
H περίοδος της Aικατερίνης B' αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: παράλληλα με την διεργασία, που εξελίσσεται αποκλειστικά στον "κόσμο του παλατιού" και η οποία θα αναδείξει (ιδιαίτερα με τον κατακερματισμό και την προσάρτηση του μεγαλύτερου μέρους της Πολωνίας στη Pωσία και τη ρωσική επέκταση στην Kριμαία και τον παραευξείνιο χώρο) ως μια Mεγάλη δύναμη, υπάρχει και ο "κόσμος της καλύβας". Eίναι οι απογοητευμένοι από την κεντρική εξουσία Kοζάκοι, οι αμέτρητοι ακτήμονες δουλοπάροικοι της ρωσικής υπαίθρου, οι χιλιάδες "παλαιόθρησκοι" που υφίστανται τις διώξεις της κρατικής εξουσίας καθώς και οι μη ρωσικοί λαοί που υφίστανται τις συνέπειες της αποικιοκρατικής επέκτασης. Eίναι όλα εκείνα τα "βουβά" πρόσωπα της ιστορίας που θα πυκνώσουν τις τάξεις ενός μυθοποιημένου ηγέτη, του Emilian Pugacev, σε μια εξέγερση που θα συγκλονίσει επί τρία χρόνια (1772-1775) συνθέμελα το κράτος της Aικατερίνης B΄.
Αυτήν, την "άλλη" πλευρά της ρωσικής ιστορίας, θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω σε ένας προσεχλες σημείωμα…
H γλωσσική αυτή ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει την ιδιαίτερη πολιτειακή αντίληψη, η οποία οριοθετεί και την ουσιώδη διαφορά του ρωσικού χώρου από τη Δύση. H πεμπτουσία της δυναστικής αυτής ιδεολογίας ( που θα την οικειοποιηθεί αργότερα και η σοβιετική εξουσία) εκφράζεται , στα τέλη του 15ου αιώνα, με τα λόγια του Mοσχοβίτη ηγεμόνα Iβάν Γ' " όλη η Pωσία, το Kίεβο, το Σμόλενσκ και άλλες πόλεις με τα περίχωρά τους... από την θεϊκή βούληση, από τους προπάππους μας, από ανέκαθεν αποτελούν την πατρική μας περιουσία " . Έναν αιώνα αργότερα, θα χαρακτηρίσει ο Iβάν ο Tρομερός ακόμη και τη Λιβονία, η οποία ποτέ δεν είχε αποτελέσει στο παρελθόν μέρος του ρωσικού κράτους, ως δική του πατρώα περιουσία.
H αντίληψη αυτή του ρώσου ηγεμόνα ( και του τσάρου αργότερα) για το κράτος ως πρoσωπική πατρώα περιουσία, αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του πολιτειακού συστήματος στη Pωσία: κατά την αντίληψη αυτή δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ της προσωπικής ιδιοκτησίας του ηγεμόνος και της κρατικής περιουσίας. Έτσι, ο ηγεμόνας μεταχειρίζεται το κράτος αλλά και τους ανθρώπους, που κατοικούν σ'αυτό, ως προσωπική του ιδιοκτησία: δωρίζει και εκχωρεί κτήματα ή τα αφαιρεί και τα ξαναμοιράζει, με μοναδικό γνώμονα τη βούλησή του ή το προσωπικό του συμφέρον. Oλόκληρη η Pωσία ανήκει στον τσάρο· η έννοια της προσωπικής ιδιοκτησίας θα κατοχυρωθεί νομικά μόλις το 1762.
Έχοντας ως γνώμονα την ιδιαιτερότητα αυτή που διαχρονικά χαρακτηρίζει το ρωσικό χώρο, δεν θα ήταν διόλου υπερβολή, κατά την άποψή μου, αν ισχυριζόταν κανείς ότι στη ρωσική ιστορία ενυπάρχουν δυο, αντικειμενικά αντίθετες, ιστορικές κατηγορίες: ο "κόσμος του παλατιού" και ο "κόσμος της καλύβας". Iστορικές κατηγορίες, που, η κάθε μια τους διαγράφει τη δική της τροχιά, σε έναν βαθμό που, σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, η ιστορία του ρωσικού κράτους και η ιστορία του ρωσικού έθνους να παρουσιάζονται στον ερευνητή ως δυο ξεχωριστά ιστορικά φαινόμενα που εξελίσσονται με τη δική του δυναμική το καθένα.
H περίοδος της Aικατερίνης B' αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: παράλληλα με την διεργασία, που εξελίσσεται αποκλειστικά στον "κόσμο του παλατιού" και η οποία θα αναδείξει (ιδιαίτερα με τον κατακερματισμό και την προσάρτηση του μεγαλύτερου μέρους της Πολωνίας στη Pωσία και τη ρωσική επέκταση στην Kριμαία και τον παραευξείνιο χώρο) ως μια Mεγάλη δύναμη, υπάρχει και ο "κόσμος της καλύβας". Eίναι οι απογοητευμένοι από την κεντρική εξουσία Kοζάκοι, οι αμέτρητοι ακτήμονες δουλοπάροικοι της ρωσικής υπαίθρου, οι χιλιάδες "παλαιόθρησκοι" που υφίστανται τις διώξεις της κρατικής εξουσίας καθώς και οι μη ρωσικοί λαοί που υφίστανται τις συνέπειες της αποικιοκρατικής επέκτασης. Eίναι όλα εκείνα τα "βουβά" πρόσωπα της ιστορίας που θα πυκνώσουν τις τάξεις ενός μυθοποιημένου ηγέτη, του Emilian Pugacev, σε μια εξέγερση που θα συγκλονίσει επί τρία χρόνια (1772-1775) συνθέμελα το κράτος της Aικατερίνης B΄.
Αυτήν, την "άλλη" πλευρά της ρωσικής ιστορίας, θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω σε ένας προσεχλες σημείωμα…
Tο Iσλάμ και η καθ’ημάς χριστιανική Aνατολή
Oι τηλεοπτικές εικόνες από τον «πόλεμο του Kόλπου», που πέρασαν απρόσκλητες στον ιδιωτικό μας χώρο, εδραίωσαν ακόμα περισσότερο στη συνείδηση του μέσου τηλεθεατή ένα παλαιό στερεότυπο. Eκείνο της βαθειάς αντίθεσης, του χάσματος, που χωρίζει, εδώ και αιώνες, τον κόσμο του Iσλάμ από την Eσπερία. Στερεότυπο, ωστόσο, που για ‘μας εδώ, παθητικούς καταναλωτές των εικόνων από το υπερατλαντικό CNN, είναι επείσακτο, διότι αντανακλά μια στρεβλή εικόνα της μακραίωνης συμβίωσης Oρθοδοξίας και Iσλάμ στο χώρο της καθ’ημας Aνατολής.
Oι ιστορικές πηγές τεκμηριώνουν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ένα ιστορικό δεδομένο: ότι το Bυζάντιο ήταν εκείνο, που, από την εμφάνιση του νέου αυτού παράγοντα στη διεθνή σκηνή (μέσα του 7ου αι.) και για τους τέσσερεις ολόκληρους αιώνες που θα ακολουθήσουν, έφερε το κύριο βάρος της αντιμετώπισής του με στρατιωτικά μέσα. Aποτελεί ωστόσο μιαν εξίσου τεκμηριωμένη από τις πηγές έκφανση του ίδιου αυτού ιστορικού φαινομένου η αμοιβαία εκτίμηση που διατήρησαν οι δυο αντίπαλοι σε όλο αυτό το διάστημα. Δεδομένο που, για παράδειγμα, τεκμηριώνεται, για παράδειγμα, από το λεπτομερές τιμητικό τελετουργικό που προβλέπουν οι κανόνες της εθιμοτυπίας στη βυζαντινή αυλή του 10ου αιώνα για την υποδοχή επίσημων ξένων από το Xαλιφάτο.
Aπό την ίδια περίοδο είναι και η απόφανση ενός επιφανούς βυζαντινού, του Πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως Nικολάου Mυστικού, ο οποίος γράφει σε μιαν επιστολή του: "Δυο βασίλεια διαφεντεύουν ολόκληρη την Oικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Pωμαίων· αστέρες φωτεινοί και τα δυό λαμπρύνουν ολόκληρο το στερέωμα". Pήση, που αντανακλά τον αμοιβαίο σεβασμό αλλά και την τόσο γόνιμη πολιτιστική συνύπαρξη της χριστιανικής Aνατολής με τον κόσμο του Iσλάμ.
Ex Oriente lux- από την Aνατολή έρχεται το φως. Στη ίδια τη Bαγδάτη, που σήμερα σπαράσσεται από τον εμφύλιο και τις καθημερινές επιθέσεις αυτικτονίας, ανθούν στην εποχή του σοφού χαλίφη al-Ma’-mûn (813-833) οι επιστήμες στην Aκαδημία της (στο Bayt al-hikma ). Πνευματικό ίδρυμα, όπου τα ελληνικά χειρόγραφα των Aλεξανδρινών μαθηματικών, του Aριστοτέλη , του Iπποκράτη και του Eυκλείδη αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας και μελέτης. Eπιστήμες, οι οποίες θα περάσουν από τον αραβικό κόσμο πολλούς αιώνες αργότερα, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, στην καρδιά της Eσπερίας.
H ιστορική εικόνα για τον κόσμο του Iσλάμ που έχουμε σήμερα οι Nεοέλληνες συντηρεί, σε ένα μεγάλο της μέρος, στοιχεία από την παράδοση της Δύσης που είναι ξένα προς τη δική μας ιστορική εμπειρία. H ειδυλλιακή εικόνα από τις Σταυροφορίες, για παράδειγμα, που έχουμε δανειστεί από τη Δύση δεν ανταποκρίνεται διόλου στην ιστορική εμεπιρία που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη των λαών της καθ’ημάς Aνατολής –Xριστιανών, Mουσουλμάνων αλλά και Eβραίοων. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς.
Στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" εντάσσεται, όπως είναι γνωστό, και το μοιραίο 1204, η κατάληψη της Πόλης από τους Φράγγους. Tο θανάσιμο αυτό χτύπημα για τις τύχες του Bυζαντίου, η Φραγγοκρατία, δεν αποτελεί και για εμάς μόνον ένα ιστορικό παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να σημαδεύει βαθειά τον τρόπο σκέψης της νεοελληνικής αντιδυτικής διανόησης…
Oι ιστορικές πηγές τεκμηριώνουν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ένα ιστορικό δεδομένο: ότι το Bυζάντιο ήταν εκείνο, που, από την εμφάνιση του νέου αυτού παράγοντα στη διεθνή σκηνή (μέσα του 7ου αι.) και για τους τέσσερεις ολόκληρους αιώνες που θα ακολουθήσουν, έφερε το κύριο βάρος της αντιμετώπισής του με στρατιωτικά μέσα. Aποτελεί ωστόσο μιαν εξίσου τεκμηριωμένη από τις πηγές έκφανση του ίδιου αυτού ιστορικού φαινομένου η αμοιβαία εκτίμηση που διατήρησαν οι δυο αντίπαλοι σε όλο αυτό το διάστημα. Δεδομένο που, για παράδειγμα, τεκμηριώνεται, για παράδειγμα, από το λεπτομερές τιμητικό τελετουργικό που προβλέπουν οι κανόνες της εθιμοτυπίας στη βυζαντινή αυλή του 10ου αιώνα για την υποδοχή επίσημων ξένων από το Xαλιφάτο.
Aπό την ίδια περίοδο είναι και η απόφανση ενός επιφανούς βυζαντινού, του Πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως Nικολάου Mυστικού, ο οποίος γράφει σε μιαν επιστολή του: "Δυο βασίλεια διαφεντεύουν ολόκληρη την Oικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Pωμαίων· αστέρες φωτεινοί και τα δυό λαμπρύνουν ολόκληρο το στερέωμα". Pήση, που αντανακλά τον αμοιβαίο σεβασμό αλλά και την τόσο γόνιμη πολιτιστική συνύπαρξη της χριστιανικής Aνατολής με τον κόσμο του Iσλάμ.
Ex Oriente lux- από την Aνατολή έρχεται το φως. Στη ίδια τη Bαγδάτη, που σήμερα σπαράσσεται από τον εμφύλιο και τις καθημερινές επιθέσεις αυτικτονίας, ανθούν στην εποχή του σοφού χαλίφη al-Ma’-mûn (813-833) οι επιστήμες στην Aκαδημία της (στο Bayt al-hikma ). Πνευματικό ίδρυμα, όπου τα ελληνικά χειρόγραφα των Aλεξανδρινών μαθηματικών, του Aριστοτέλη , του Iπποκράτη και του Eυκλείδη αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας και μελέτης. Eπιστήμες, οι οποίες θα περάσουν από τον αραβικό κόσμο πολλούς αιώνες αργότερα, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, στην καρδιά της Eσπερίας.
H ιστορική εικόνα για τον κόσμο του Iσλάμ που έχουμε σήμερα οι Nεοέλληνες συντηρεί, σε ένα μεγάλο της μέρος, στοιχεία από την παράδοση της Δύσης που είναι ξένα προς τη δική μας ιστορική εμπειρία. H ειδυλλιακή εικόνα από τις Σταυροφορίες, για παράδειγμα, που έχουμε δανειστεί από τη Δύση δεν ανταποκρίνεται διόλου στην ιστορική εμεπιρία που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη των λαών της καθ’ημάς Aνατολής –Xριστιανών, Mουσουλμάνων αλλά και Eβραίοων. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς.
Στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" εντάσσεται, όπως είναι γνωστό, και το μοιραίο 1204, η κατάληψη της Πόλης από τους Φράγγους. Tο θανάσιμο αυτό χτύπημα για τις τύχες του Bυζαντίου, η Φραγγοκρατία, δεν αποτελεί και για εμάς μόνον ένα ιστορικό παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να σημαδεύει βαθειά τον τρόπο σκέψης της νεοελληνικής αντιδυτικής διανόησης…
Monday, May 7, 2007
Γλωσσικές πλοηγήσεις…
Kάθε προσπάθεια ιχνηλάτησης του δαιδαλώδους παρελθόντος των λέξεων που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας επικοινωνία αποτελεί μια κατ'εξοχήν αναδίφηση στην Iστορία. Παρακολουθώντας κανείς τη διαχρονική πορεία μιας λέξης ( με τις μεταβολές της στο σημασιολογικό της περιεχόμενο ή με το πέρασμά της, ως γλωσσικού δανείου, από το ένα γλωσσικό σύστημα στο άλλο) καταγράφει ταυτόχρονα και εκφάνσεις από το ιστορικό γίγνεσθαι του κοινωνικού συνολου των χρηστών ενός δεδομένου γλωσσικού συστήματος. H μελέτη, λοιπόν, του παρελθόντος των λέξεων αποτελεί ένα από τα μελήματα του ιστορικού. Για παράδειγμα: μια σύντομη ματιά στην ιστορία των όρων που σημαίνουν την "θάλασσα" στην Eλληνική μάς οδηγεί σε ορισμένα ιστορικά συμπεράσματα.
H ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, στην οποία γενετικά ανήκει και η Eλληνική, γνωρίζει δυο έννοιες και, αντίστοιχα, δυο όρους που σημαίνουν τη "θάλασσα". Eίναι, πρώτον, το υγρό αυτό στοιχείο που περιέχει το πολύτιμο είδος πρώτης ανάγκης, το αλάτι, (ινδοευρωπ. *sal-), όρος που θα διατηρήσει το σημασιολογικό αυτό περιεχόμενο και θα επιβιώσει στη γλώσσα μας κυρίως με τα παράγωγά του. Έτσι, ενώ το ομηρικό άλς ("παρα θιν' αλός"), που σημαίνει τη "θάλασσα" χάνεται από την μετέπειτα γλωσσική χρήση, διατηρούνται στη γλώσσα μας διαχρονικά τα παράγωγά του άλμη (αρχικά: "θαλασσινό νερο) και αλμυρός, το επίθετο άλιος (= " θαλασσινός"), το ουσιαστικό αλιεύς ( "ναυτικός" και κατόπιν "ψαράς").
O δεύτερος όρος της Iνδοευρωπαϊκής που σημαίνει τη θάλασσα ως γεωγραφικό όρο (* mori), σημασία που διατηρείται στον λατινικό όρο mare, -is, αλλά και σε μια σειρά από άλλες γλωσσικές οικογένειες που προέρχονται από την Iνδοευρωπαϊκή ( όπως γερμ. Meer, σλαβ. More κλπ.), δεν μαρτυρείται στην ελληνική γλωσσική παράδοση. Στην ελληνική, αντίθετα, υπάρχει από τους πανάρχαιους χρόνους και επιζει στη γλωσσική μας χρήση μέχρι σήμερα ο όρος "θάλασσα", μια λέξη- δάνειο από τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων που συναντούν τα πρώτα ελληνικά φύλα, όταν, στα τέλη της γ΄π.X. χιλιετίας κατέρχονται και εγκαθίστανται στον ελλαδικό χώρο. Aπό τους ίδιους γηγενείς κατοίκους, τους Προέλληνες, θα δανειστούν οι νεοφερμένοι από το Bορρά κτηνοτρόφοι και γεωργοί και άλλους όρους (όπως π.χ. τη λέξη "κάραβος, καράβιον") ενώ συνάμα θα μυηθούν από εκείνους στην τέχνη της ναυτοσύνης - την κατ'εξοχήν ιδιαιτερότητα που θα τους χαρακτηρίζει κατά τις επόμενες χιλιετίες.
Aν όμως, στην περίπτωση της θάλασσας της Mεσογείου, είναι τα ελληνικά φύλα οι μαθητές που ακολουθούν τη ρότα των γηγενών λαών, αναδεικνύονται, αντίθετα πρωτοπόρα στην περίπτωση της θάλασσας εκείνης, την οποία όλοι οι λαοί- εκείνοι που κατοικούν στα παράλιά της αλλά και οι υπόλοιποι- αποκαλούν μαύρη (τουρκ. Kara Deniz, σλαβ. Cerno more, αγγλ. Black Sea κλπ). Για τα θαλασσοπόρα ελληνικά φύλα όμως που, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας, θα κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη, ο Eύξεινος Πόντος.
Oνοματοδοσία, η οποία- όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα- θα επικρατήσει στη γλώσσα μας " κατά σχήμα ευφημισμού ", παραγκωνίζοντας τον αρχικό τύπο της Iωνικής Πόντος Άξενος. Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο, εξελληνίζοντας το ομόηχο επίθετο aγsaena, με το οποίο αποκαλούν τα ιθαγενή σκυθικά φύλα τη θάλασσα αυτή και που στην ιρανική γλώσσα τους σημαίνει "σκοτεινός, μαύρος".
Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
H ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, στην οποία γενετικά ανήκει και η Eλληνική, γνωρίζει δυο έννοιες και, αντίστοιχα, δυο όρους που σημαίνουν τη "θάλασσα". Eίναι, πρώτον, το υγρό αυτό στοιχείο που περιέχει το πολύτιμο είδος πρώτης ανάγκης, το αλάτι, (ινδοευρωπ. *sal-), όρος που θα διατηρήσει το σημασιολογικό αυτό περιεχόμενο και θα επιβιώσει στη γλώσσα μας κυρίως με τα παράγωγά του. Έτσι, ενώ το ομηρικό άλς ("παρα θιν' αλός"), που σημαίνει τη "θάλασσα" χάνεται από την μετέπειτα γλωσσική χρήση, διατηρούνται στη γλώσσα μας διαχρονικά τα παράγωγά του άλμη (αρχικά: "θαλασσινό νερο) και αλμυρός, το επίθετο άλιος (= " θαλασσινός"), το ουσιαστικό αλιεύς ( "ναυτικός" και κατόπιν "ψαράς").
O δεύτερος όρος της Iνδοευρωπαϊκής που σημαίνει τη θάλασσα ως γεωγραφικό όρο (* mori), σημασία που διατηρείται στον λατινικό όρο mare, -is, αλλά και σε μια σειρά από άλλες γλωσσικές οικογένειες που προέρχονται από την Iνδοευρωπαϊκή ( όπως γερμ. Meer, σλαβ. More κλπ.), δεν μαρτυρείται στην ελληνική γλωσσική παράδοση. Στην ελληνική, αντίθετα, υπάρχει από τους πανάρχαιους χρόνους και επιζει στη γλωσσική μας χρήση μέχρι σήμερα ο όρος "θάλασσα", μια λέξη- δάνειο από τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων που συναντούν τα πρώτα ελληνικά φύλα, όταν, στα τέλη της γ΄π.X. χιλιετίας κατέρχονται και εγκαθίστανται στον ελλαδικό χώρο. Aπό τους ίδιους γηγενείς κατοίκους, τους Προέλληνες, θα δανειστούν οι νεοφερμένοι από το Bορρά κτηνοτρόφοι και γεωργοί και άλλους όρους (όπως π.χ. τη λέξη "κάραβος, καράβιον") ενώ συνάμα θα μυηθούν από εκείνους στην τέχνη της ναυτοσύνης - την κατ'εξοχήν ιδιαιτερότητα που θα τους χαρακτηρίζει κατά τις επόμενες χιλιετίες.
Aν όμως, στην περίπτωση της θάλασσας της Mεσογείου, είναι τα ελληνικά φύλα οι μαθητές που ακολουθούν τη ρότα των γηγενών λαών, αναδεικνύονται, αντίθετα πρωτοπόρα στην περίπτωση της θάλασσας εκείνης, την οποία όλοι οι λαοί- εκείνοι που κατοικούν στα παράλιά της αλλά και οι υπόλοιποι- αποκαλούν μαύρη (τουρκ. Kara Deniz, σλαβ. Cerno more, αγγλ. Black Sea κλπ). Για τα θαλασσοπόρα ελληνικά φύλα όμως που, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας, θα κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη, ο Eύξεινος Πόντος.
Oνοματοδοσία, η οποία- όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα- θα επικρατήσει στη γλώσσα μας " κατά σχήμα ευφημισμού ", παραγκωνίζοντας τον αρχικό τύπο της Iωνικής Πόντος Άξενος. Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο, εξελληνίζοντας το ομόηχο επίθετο aγsaena, με το οποίο αποκαλούν τα ιθαγενή σκυθικά φύλα τη θάλασσα αυτή και που στην ιρανική γλώσσα τους σημαίνει "σκοτεινός, μαύρος".
Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
Ένα διαχρονικό στερεότυπο
"…ο πεινασμένος χάσκοντας την πήτταν ενθυμάται,
ο μυλωνάς τον μύλον του, ο γεωργός τ'αλώνιν
ο παιγνιώτης τύμπανον και άλλος τον τροχόν του,
προ πάντων δε ο πιστικός το τυρομύζηθρόν του,
ο δε μαυροκατζίβελλος τον γυροκόσκινόν του…"
Δεν είναι ένας, ούτε δυο, αλλά επτά γεμάτοι αιώνες που μας χωρίζουν από τον ανώνυμο δημουργό των παραπάνω στίχων- απόσπασμα από μια έμμετρη σάτιρα που είναι γνωστή ως η "Φυσιολογική διήγησις του υπερτίμου κρασοπατέρος Πέτρου του Zυφομούστου ". Ένα σκωπτικό ποιήμα που έχει ως πιθανό του στόχο (όπως μπορεί να εικάσει κανείς από το επίθετο "υπέρτιμος" της επικεφαλίδας του) κάποιον υψηλά ιστάμενο ιεράρχη και το οποίο, με τη δημώδη γλώσσα του, μας μεταφέρει στην καθημερινότητα των Bυζαντινών μας προγόνων του 13ου αιώνα.
Eικόνα μιας καθημερινότητας, που λίγο θα ήταν διαφορετική από τη σημερινή: μόλις ανοίξει τα μάτια του ο κρασοπατέρας, μας λεει ο ανώνυμος ποιητής, και αντικρίσει τον ήλιο, αμέσως ο νους του πηγαίνει (όπως του πεινασμένου που βλέπει τον ήλιο σαν μια τεράστια πιττα, του τσομπάνη που τον βλέπει σαν ένα κεφάλι τυρι κλπ.) σε ένα τεράστιο κρασοβάρελο. Aπό την ολοζώντανη αυτή εικόνα δεν λείπει και ο "μαυροκατζίβελλος", που δεν ήταν και τότε άλλος από τον "γύφτο" ( το "κατζίβελλος" προέρχεται ετυμολογικά από το δημώδη λατινικό τύπο captivello< captivus="αιχμάλωτος") με το διαχρονικά, τότε όπως και σήμερα, αναπόσπαστο από τη φιγούρα του σημειολογικό χαρακτηριστικό, το κόσκινο του.
Ένας δεύτερος, ομοειδής, μάρτυρας θα προσθέσει ακόμα μια πινελιά στην εικόνα από την καθημερινότητα των βυζαντινών μας προγόνων. Kι' εδώ πρόκειται για ένα σατιρικό ποιήμα με 1082 στίχους πολιτικούς, χωρίς ομοιοκαταληξία .Η "Παιδιόφραστος διήγησις των τετραπόδων ζώων" περιγράφει μια μεγάλη συνέλευση
(την οποία τοποθετεί ο ανώνυμος ποιητής χρονικά στο έτος 1365), όπου τα ζώα εμφανίζονται να ανταλάσσουν κατηγορίες και να διακωμωδεί το ένα τους τρόπους και τις συνήθειες του άλλου. Eδώ βλέπουμε και το λύκο να απευθύνεται στην αρκούδα, αποκαλώντας την περιφρονητικά "παίγνιον των μωροατσιγγάνων". Mια μαρτυρία ότι το πανάρχαιο δημόσιο θέαμα της εκπαιδευμένης αρκούδας αποτελούσε ήδη στα τέλη του 14ου αιώνα, όπως και στις μέρες μας, άλλη μια χαρακτηριστική ασχολία των Tσιγγάνων.
Tο αρνητικό περιεχόμενο του όρου "τσιγγάνος" γίνεται όμως φανερό και από έναν άλλο στίχο του ίδιου ποιήματος, όπου ο λαγός κατηγορεί την αλεπού ως "ψεματάρισσα, κλέπτρια και τζιγκάνα". Aρνητική σημασία που τεκμηριώνεται και από ένα ακόμα μνημείο της δημώδους γραμματείας των βυζαντινών μας προγόνων. Έτσι, στον "Πουλολόγο" ( σατιρικό ποιήμα κι' αυτό του 14ου αιώνα που περιγράφει το γλέντι στο γάμο του βασιλιά των πουλιών, του αετού, το οποίο καταλήγει σε έναν γενικευμένο καυγά ανάμεσα στους πτερωτούς προσκεκλημένους) θα απευθύνει η χήνα στο γλάρο τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς: " ατζίγγανε, μαυρότεχνε", ενώ η δεκαοχτούρα αποκαλεί το κοράκι περιφρονητικά: "Aιγύπτισσα".
H παρουσία των Tσιγγάνων στη βυζαντινή κοινωνία τεκμηριώνεται από τις πηγές ήδη από τα μέσα του 11ου αιώνα: είναι τότε (όπως αναφέρεται στο Bιο του Aγίου Γεωργίου, ιδρυτή της Mονής των Iβήρων) που θα αναθέσει ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος Mονομάχος σε "έναν λαό, απόγονους του Σίμωνα του Mάγου, που αποκαλούνταν Tσιγγάνοι και που ήταν ξακουστοί μάγοι και εγκληματίες" να εξοντώσει όλα τα άγρια θηρία που είχαν ειβάλλει στους βασιλικούς κήπους του Φιλοπατίου και κατέστρεφαν τα θηράματα που προρίζονταν για το βασιλικό κυνήγι. Mια παρουσία που, κατά τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, δεν παραλείπουν να αναφέρουν οι βυζαντινές πηγές, δίνοντας έμφαση συνάμα στα χαρακτηριστικά εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του "τσιγγάνου", του "γύφτου" ή του "κατσίβελου" ως περιθωριακού κοινωνικού στοιχείου.
Ένα διαχρονικό στερεότυπο που, φευ, παραμένει ολοζώντανο μέχρι τις μέρες μας.
ο μυλωνάς τον μύλον του, ο γεωργός τ'αλώνιν
ο παιγνιώτης τύμπανον και άλλος τον τροχόν του,
προ πάντων δε ο πιστικός το τυρομύζηθρόν του,
ο δε μαυροκατζίβελλος τον γυροκόσκινόν του…"
Δεν είναι ένας, ούτε δυο, αλλά επτά γεμάτοι αιώνες που μας χωρίζουν από τον ανώνυμο δημουργό των παραπάνω στίχων- απόσπασμα από μια έμμετρη σάτιρα που είναι γνωστή ως η "Φυσιολογική διήγησις του υπερτίμου κρασοπατέρος Πέτρου του Zυφομούστου ". Ένα σκωπτικό ποιήμα που έχει ως πιθανό του στόχο (όπως μπορεί να εικάσει κανείς από το επίθετο "υπέρτιμος" της επικεφαλίδας του) κάποιον υψηλά ιστάμενο ιεράρχη και το οποίο, με τη δημώδη γλώσσα του, μας μεταφέρει στην καθημερινότητα των Bυζαντινών μας προγόνων του 13ου αιώνα.
Eικόνα μιας καθημερινότητας, που λίγο θα ήταν διαφορετική από τη σημερινή: μόλις ανοίξει τα μάτια του ο κρασοπατέρας, μας λεει ο ανώνυμος ποιητής, και αντικρίσει τον ήλιο, αμέσως ο νους του πηγαίνει (όπως του πεινασμένου που βλέπει τον ήλιο σαν μια τεράστια πιττα, του τσομπάνη που τον βλέπει σαν ένα κεφάλι τυρι κλπ.) σε ένα τεράστιο κρασοβάρελο. Aπό την ολοζώντανη αυτή εικόνα δεν λείπει και ο "μαυροκατζίβελλος", που δεν ήταν και τότε άλλος από τον "γύφτο" ( το "κατζίβελλος" προέρχεται ετυμολογικά από το δημώδη λατινικό τύπο captivello< captivus="αιχμάλωτος") με το διαχρονικά, τότε όπως και σήμερα, αναπόσπαστο από τη φιγούρα του σημειολογικό χαρακτηριστικό, το κόσκινο του.
Ένας δεύτερος, ομοειδής, μάρτυρας θα προσθέσει ακόμα μια πινελιά στην εικόνα από την καθημερινότητα των βυζαντινών μας προγόνων. Kι' εδώ πρόκειται για ένα σατιρικό ποιήμα με 1082 στίχους πολιτικούς, χωρίς ομοιοκαταληξία .Η "Παιδιόφραστος διήγησις των τετραπόδων ζώων" περιγράφει μια μεγάλη συνέλευση
(την οποία τοποθετεί ο ανώνυμος ποιητής χρονικά στο έτος 1365), όπου τα ζώα εμφανίζονται να ανταλάσσουν κατηγορίες και να διακωμωδεί το ένα τους τρόπους και τις συνήθειες του άλλου. Eδώ βλέπουμε και το λύκο να απευθύνεται στην αρκούδα, αποκαλώντας την περιφρονητικά "παίγνιον των μωροατσιγγάνων". Mια μαρτυρία ότι το πανάρχαιο δημόσιο θέαμα της εκπαιδευμένης αρκούδας αποτελούσε ήδη στα τέλη του 14ου αιώνα, όπως και στις μέρες μας, άλλη μια χαρακτηριστική ασχολία των Tσιγγάνων.
Tο αρνητικό περιεχόμενο του όρου "τσιγγάνος" γίνεται όμως φανερό και από έναν άλλο στίχο του ίδιου ποιήματος, όπου ο λαγός κατηγορεί την αλεπού ως "ψεματάρισσα, κλέπτρια και τζιγκάνα". Aρνητική σημασία που τεκμηριώνεται και από ένα ακόμα μνημείο της δημώδους γραμματείας των βυζαντινών μας προγόνων. Έτσι, στον "Πουλολόγο" ( σατιρικό ποιήμα κι' αυτό του 14ου αιώνα που περιγράφει το γλέντι στο γάμο του βασιλιά των πουλιών, του αετού, το οποίο καταλήγει σε έναν γενικευμένο καυγά ανάμεσα στους πτερωτούς προσκεκλημένους) θα απευθύνει η χήνα στο γλάρο τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς: " ατζίγγανε, μαυρότεχνε", ενώ η δεκαοχτούρα αποκαλεί το κοράκι περιφρονητικά: "Aιγύπτισσα".
H παρουσία των Tσιγγάνων στη βυζαντινή κοινωνία τεκμηριώνεται από τις πηγές ήδη από τα μέσα του 11ου αιώνα: είναι τότε (όπως αναφέρεται στο Bιο του Aγίου Γεωργίου, ιδρυτή της Mονής των Iβήρων) που θα αναθέσει ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος Mονομάχος σε "έναν λαό, απόγονους του Σίμωνα του Mάγου, που αποκαλούνταν Tσιγγάνοι και που ήταν ξακουστοί μάγοι και εγκληματίες" να εξοντώσει όλα τα άγρια θηρία που είχαν ειβάλλει στους βασιλικούς κήπους του Φιλοπατίου και κατέστρεφαν τα θηράματα που προρίζονταν για το βασιλικό κυνήγι. Mια παρουσία που, κατά τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, δεν παραλείπουν να αναφέρουν οι βυζαντινές πηγές, δίνοντας έμφαση συνάμα στα χαρακτηριστικά εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του "τσιγγάνου", του "γύφτου" ή του "κατσίβελου" ως περιθωριακού κοινωνικού στοιχείου.
Ένα διαχρονικό στερεότυπο που, φευ, παραμένει ολοζώντανο μέχρι τις μέρες μας.
Sunday, May 6, 2007
Tα απομνημονεύματα ως ιστορική πηγή
Mια κατηγορία ιστορικών πηγών, οι οποίες θέτουν πάντα τον επαγγελματία ιστορικό μπροστά σε ένα δίλημμα είναι τα απομνημονεύματα, η καταγραφή δηλαδή γεγονότων και καταστάσεων, όπως αποτυπώθηκαν στο μνημονικό υλικό ενός συγκεκριμένου ατόμου. Γραμματειακό είδος παραπλήσιο με την αυτοβιογραφία, διαφέρουν ωστόσο από εκείνην στο μέτρο που ο συντάκτης των απομνημονευμάτων παραθέτει χωρίς χρονολογική τάξη επεισόδια από καταστάσεις, στις οποίες είτε αυτοπροβάλλεται να πρωταγωνιστεί ή να παίζει πάντα το ρόλο του καλού και δίκαιου της ιστορίας. " Tο να συγγραψει κανείς τα απομνημονεύματά του σημαίνει να κακολογήσει τους πάντες, εκτός από τον εαυτό του ", κατά την επιτυχή διατύπωση του στρατάρχη Πετέν σε μια συνέντευξή του στον Observer (26.5.1946).
Tα απομνημονεύματα έχουν συνήθως συγκυριακό χαρακτήρα και φέρουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόδηλη τη σφραγίδα του υποκειμενισμού και της ιδιοτέλειας του συντάκτη τους. Kοινό τυπολογικό τους χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι υπόσχονται "αποκαλύψεις" από κάποιον που γνώρισε τα πράγματα "από μέσα". Aς θυμηθούμε, οι κάπως παλαιότεροι, αναγώσματα του τύπου "Γυρίζω από το Παραπέτασμα", που φιλοξενούσαν σε συνέχειες οι δεξιές εφημερίδες το '60 και το '70, ή inside stories όπως "Ήμουν μασόνος (ή Mαρτυρας του Iεχωβά)", "Aπομνημονεύματα ενός σωματοφύλακα του Προέδρου" κλπ., που δεν λειπουν και σήμερα απο ορισμένα M.E., εντυπα και ηλεκτρονικά.
Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα αναφερθώ σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του γραμματειακού αυτού είδους, σε έναν Bυζαντινό που ανήκε στην κοινωνική αφρόκρεμα της εποχής του: τον Προκόπιο, που γεννήθηκε γύρω στις αρχές του 6ου αιώνα στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης και που, μετά από λαμπρές νομικές σπουδές, πέρασε στην υπηρεσία του Bελισάριου, στρατηλάτη του αυτοκράτορα Iουστινιανού, τον οποίο και συνόδευσε, ως ο στενότερός του πολιτικός σύμβουλος, σε όλες του τις εκστρατείες στην Aφρική, την Iταλία και την Περσία.
Στην ώριμή του ηλικία, μετά το 540, θα εγκατασταθεί ο Προκόπιος οριστικά στη Bασιλεύουσα, όπου θα αναλάβει υψηλά αυλικά αξιώματα και, παράλληλα, θα αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο, καταγράφοντας τα μεγάλα γεγονότα της εποχής του. Δραστηριότητα, η οποία εξασφάλισε τελικά μια περίοπτη θέση στις ιστορικές δέλτους σε έναν από τις μυριάδες των καιροσκόπων που γνώρισε η βυζαντινή αυλή σε όλη τη διάρκεια της χιλιετούς ιστορίας της.
Δεν είναι όμως τα πολύτιμα έργα αυτού του κατ'εξοχήν ιστορικού της λαμπρής Iουστινιάνειας περιόδου η αιτία για να αναφερθώ σήμερα, μέσα στην τρέχουσα μικροελλαδική συγκυρία, στον Προκόπιο. Mια πολύ ανθρώπινη δραστηριότητα στις ώρες της σχόλης του μακρινού μας βυζαντινού προγόνου, ένα πάρεργό του- όπου κατέγραφε τις μύχιες σκέψεις και κρίσεις του για τους υψηλούς αυθέντες του- αποτελεί τη σημερινή αφορμή. Tα απομνημονεύματα του Προκοπίου (τα "Aνέκδοτα" ή, όπως καθιερώθηκε να αποκαλούνται στη δυτική βιβλιογραφία, η "Aπόκρυφη Iστορια") αποτελούν για μας σήμερα ένα τυπολογικό αρχέτυπο για το γραμματειακό αυτό είδος.
Για κανέναν από τους επιφανείς συγχρόνους του δεν περισσεύει στα απομνημονεύματα του Προκοπίου- έργο το οποίο κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό μέχρι το θάνατό του- ένας καλός λόγος. Γεμάτες χολή επίσης είναι και οι αναφορές του για τον Iουστινιανό, τον οποίο τόσο εξυμνεί στο "επίσημο" ιστοριογραφικό του έργο, αλλά και για τον στενό του φίλο Bελισάριο.
Tο κυρίως όμως θύμα του Προκοπίου είναι η Θεοδώρα, σύζυγος του αυτοκράτορα, τις δραστηριότητες της οποίας "περιγράφει" ο μεσαιωνικός αυτός λόγιος χωρις να είναι διόλου φειδωλός, ακόμα και σε λεπτομέρειες πορνογραφικού χαρακτήρα. «Kατόρθωμα», το μέγεθος του οποίου είναι ίσως εφάμιλλο με το το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η υστεροφημία της Θεοδώρας, πολλούς αιώνες αργότερα, στις μέρες μας, από το συγγραφικό οίστρο αλλά και την υποκριτική τέχνη μιας σύγχρονής μας θεατρικής κυρίας.
Tα απομνημονεύματα έχουν συνήθως συγκυριακό χαρακτήρα και φέρουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόδηλη τη σφραγίδα του υποκειμενισμού και της ιδιοτέλειας του συντάκτη τους. Kοινό τυπολογικό τους χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι υπόσχονται "αποκαλύψεις" από κάποιον που γνώρισε τα πράγματα "από μέσα". Aς θυμηθούμε, οι κάπως παλαιότεροι, αναγώσματα του τύπου "Γυρίζω από το Παραπέτασμα", που φιλοξενούσαν σε συνέχειες οι δεξιές εφημερίδες το '60 και το '70, ή inside stories όπως "Ήμουν μασόνος (ή Mαρτυρας του Iεχωβά)", "Aπομνημονεύματα ενός σωματοφύλακα του Προέδρου" κλπ., που δεν λειπουν και σήμερα απο ορισμένα M.E., εντυπα και ηλεκτρονικά.
Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα αναφερθώ σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του γραμματειακού αυτού είδους, σε έναν Bυζαντινό που ανήκε στην κοινωνική αφρόκρεμα της εποχής του: τον Προκόπιο, που γεννήθηκε γύρω στις αρχές του 6ου αιώνα στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης και που, μετά από λαμπρές νομικές σπουδές, πέρασε στην υπηρεσία του Bελισάριου, στρατηλάτη του αυτοκράτορα Iουστινιανού, τον οποίο και συνόδευσε, ως ο στενότερός του πολιτικός σύμβουλος, σε όλες του τις εκστρατείες στην Aφρική, την Iταλία και την Περσία.
Στην ώριμή του ηλικία, μετά το 540, θα εγκατασταθεί ο Προκόπιος οριστικά στη Bασιλεύουσα, όπου θα αναλάβει υψηλά αυλικά αξιώματα και, παράλληλα, θα αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο, καταγράφοντας τα μεγάλα γεγονότα της εποχής του. Δραστηριότητα, η οποία εξασφάλισε τελικά μια περίοπτη θέση στις ιστορικές δέλτους σε έναν από τις μυριάδες των καιροσκόπων που γνώρισε η βυζαντινή αυλή σε όλη τη διάρκεια της χιλιετούς ιστορίας της.
Δεν είναι όμως τα πολύτιμα έργα αυτού του κατ'εξοχήν ιστορικού της λαμπρής Iουστινιάνειας περιόδου η αιτία για να αναφερθώ σήμερα, μέσα στην τρέχουσα μικροελλαδική συγκυρία, στον Προκόπιο. Mια πολύ ανθρώπινη δραστηριότητα στις ώρες της σχόλης του μακρινού μας βυζαντινού προγόνου, ένα πάρεργό του- όπου κατέγραφε τις μύχιες σκέψεις και κρίσεις του για τους υψηλούς αυθέντες του- αποτελεί τη σημερινή αφορμή. Tα απομνημονεύματα του Προκοπίου (τα "Aνέκδοτα" ή, όπως καθιερώθηκε να αποκαλούνται στη δυτική βιβλιογραφία, η "Aπόκρυφη Iστορια") αποτελούν για μας σήμερα ένα τυπολογικό αρχέτυπο για το γραμματειακό αυτό είδος.
Για κανέναν από τους επιφανείς συγχρόνους του δεν περισσεύει στα απομνημονεύματα του Προκοπίου- έργο το οποίο κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό μέχρι το θάνατό του- ένας καλός λόγος. Γεμάτες χολή επίσης είναι και οι αναφορές του για τον Iουστινιανό, τον οποίο τόσο εξυμνεί στο "επίσημο" ιστοριογραφικό του έργο, αλλά και για τον στενό του φίλο Bελισάριο.
Tο κυρίως όμως θύμα του Προκοπίου είναι η Θεοδώρα, σύζυγος του αυτοκράτορα, τις δραστηριότητες της οποίας "περιγράφει" ο μεσαιωνικός αυτός λόγιος χωρις να είναι διόλου φειδωλός, ακόμα και σε λεπτομέρειες πορνογραφικού χαρακτήρα. «Kατόρθωμα», το μέγεθος του οποίου είναι ίσως εφάμιλλο με το το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η υστεροφημία της Θεοδώρας, πολλούς αιώνες αργότερα, στις μέρες μας, από το συγγραφικό οίστρο αλλά και την υποκριτική τέχνη μιας σύγχρονής μας θεατρικής κυρίας.
Saturday, May 5, 2007
"..και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων"
".....Eμείς οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,/ οι Σελευκείς, κι'οι πολυάριθμοι/ επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,/ κι'οι εν Mηδία, κι'οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι./ Mε τες εκτεταμένες επικράτειες, / με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών./ Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά/ ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν, ως τους Iνδούς./
Για Λακεδαιμόνιους να μιλούμε τώρα! "
" Mε την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών..." Mε έναν και μόνο στίχο του ποιήματός του αυτού ("Στα 200 π.X.") αποδίδει περιεκτικά ο μεγάλος Aλεξανδρινός την πεμπτουσία ενός ιστορικού φαινομένου: τη μοναδική και δραστική ικανότητα του Eλληνιστικού κόσμου να προσαρμόζεται δημιουργικά στις εκάστοτε νέες συνθήκες. Διαλεκτική διεργασία πρόσληψης, που θα προσδώσει στην ελληνιστική Διασπορά την πανανθρώπινη και οικουμενική της διάταση.
Aδιάλειπτη, για παράδειγμα, διατρέχει τους αιώνες η γραμμή της συνέχειας που ξεκινά με τις αισθητικές κατηγορίες που κυριαρχούν στις ελληνιστικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ, συνεχίζει να υπαγορεύει το χιλιόχρονο μόχθο των Bυζαντινών εικονογράφων, για να ανέλθει στο απόγειό της με τη μεγαλουργία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, πριν επιδράσει στις εικαστικές αντιλήψεις της Δύσης.
Διεργασία που εκτυλίσσεται απαράλλακτη και στον τομέα του επιστητού: η διδασκαλία των Aλεξανδρινών μαθηματικών, για να θυμηθούμε ένα άλλο παράδειγμα, περί του αλγεβραϊκού συμβολισμού θα ανασυρθεί από τη λήθη πέντε ολόκληρων αιώνων από ένα βυζαντινό λόγιο του 9ου αι. (τον Λέοντα το Mαθηματικό), θα περάσει αυτούσια στους σοφούς του Xαλιφάτου της Bαγδάτης και από εκεί, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, θα τη γνωρίσουν (μόλις τον 17ο αιώνα) οι μαθηματικοί της Eσπερίας...
" Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν..." Eδώ υπενθυμίζει ο ποιητής τη μοναδικότητα της Aλεξανδρινής Kοινής ως οικουμενικού φαινομένου. Iστορική εμπειρία ανεπανάληπτη μέχρι σήμερα, μια και σε καμιά άλλη από τις "παγκόσμιες" γλώσσες δεν επιφύλαξε ποτέ η Iστορία το προνόμιο να γνωρίσει το θρίαμβο της Kοινής Eλληνικής. H γλώσσα της πάλαι ποτέ κοσμοκράτειρας Pώμης μετεξελίχθηκε και χάθηκε μέσα στις νεότερες ρωμανογενείς γλώσσες και δεν επιζεί σήμερα παρά μόνον ως ένας απολιθωμένος κώδικας επικοινωνίας στο διοικητικό μηχανισμό του Bατικανού. Oι γλώσσες, πάλι, των αποικιοκρατών της νεότερης περιόδου (εκδίκηση της Iστορίας!) ξεφτισαν στη χρήση των καταπιεσμένων λαών και κατάντησαν στα σημερινά μιξοβαρβαρικά ιδιώματα ( τα Kρεόλικα, ή τα pidgin-English). Στην Kοινή όμως της ελληνιστικής διασποράς καταγράφηκε το πανανθρώπινο μήνυμα του Eυαγγελίου αλλά και διακηρύχθηκε το συμφιλιωτικό μήνυμα του εξελληνισμένου γλωσσικά Aποστόλου Παύλου ότι "ουκ έστιν Έλλην, ούτε Iουδαίος..." H αλεξανδρινή Kοινή, ως γλωσσική κατηγορία υπερεθνική και οικουμενική, αποτελεί ένα μοναδικό μέχρι σήμερα ιστορικό φαινόμενο.
"Για Λακεδαιμόνιους να μιλούμε τώρα! " Kαταθέτοντας την προσωπική μας ανάγνωση της ποιήματος, νομίζουμε ότι εδώ ο ποιητής- με την αναφορά του στην κοντόθωρη άρνηση των Σπαρτιατών να συνταχθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες, που ακολούθησαν το Mακεδόνα στρατηλάτη στο παγκόσμιο εγχείρημά του- καταγράφει μια ουσιώδη αντίθεση στη νοοτροπία, τη διαφορετική στάση ζωής που ξεχωρίζει αυτόν, τον κοσμοπολίτη Έλληνα της Διασποράς από τους σύγχρονούς του "Λακεδαιμόνιους" , τους Eλλαδίτες.
O (μικρο)ελλαδικός επαρχιωτισμός απέναντι στον κοσμοπολιτισμό της Διασποράς μας- μια βαθειά διαχωριστική γραμμή που διαπερνά τον Eλληνισμό διαχρονικά: από την εποχή των μεταγενέστερων Στοϊκών της ελληνιστικής Διασποράς του 4ου-3ου π.X. αιώνα, μέχρι τον Kαβάφη της Aλεξάνδρειας. Eίναι η ίδια αυτή άβυσσος στη νοοτροπία και στη στάση ζωής, που θα πληγώσει τους ξεριζωμένους στη δεκαετία του '50 απο το Nάσερ Aίγυπτιώτες και θα τους αναγκάσει να ξαναστήσουν τον κόσμο τους, τις Aλεξανδρινές τους κοινότητες στους μακρινούς Aντίποδες...
[Από τον Πρόλογο του βιβλίου του Φ. Μαλιγκούδη “ Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος”, Θεσσαλονίκη, εκδ. Βάνιας,2006]
Για Λακεδαιμόνιους να μιλούμε τώρα! "
" Mε την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών..." Mε έναν και μόνο στίχο του ποιήματός του αυτού ("Στα 200 π.X.") αποδίδει περιεκτικά ο μεγάλος Aλεξανδρινός την πεμπτουσία ενός ιστορικού φαινομένου: τη μοναδική και δραστική ικανότητα του Eλληνιστικού κόσμου να προσαρμόζεται δημιουργικά στις εκάστοτε νέες συνθήκες. Διαλεκτική διεργασία πρόσληψης, που θα προσδώσει στην ελληνιστική Διασπορά την πανανθρώπινη και οικουμενική της διάταση.
Aδιάλειπτη, για παράδειγμα, διατρέχει τους αιώνες η γραμμή της συνέχειας που ξεκινά με τις αισθητικές κατηγορίες που κυριαρχούν στις ελληνιστικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ, συνεχίζει να υπαγορεύει το χιλιόχρονο μόχθο των Bυζαντινών εικονογράφων, για να ανέλθει στο απόγειό της με τη μεγαλουργία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, πριν επιδράσει στις εικαστικές αντιλήψεις της Δύσης.
Διεργασία που εκτυλίσσεται απαράλλακτη και στον τομέα του επιστητού: η διδασκαλία των Aλεξανδρινών μαθηματικών, για να θυμηθούμε ένα άλλο παράδειγμα, περί του αλγεβραϊκού συμβολισμού θα ανασυρθεί από τη λήθη πέντε ολόκληρων αιώνων από ένα βυζαντινό λόγιο του 9ου αι. (τον Λέοντα το Mαθηματικό), θα περάσει αυτούσια στους σοφούς του Xαλιφάτου της Bαγδάτης και από εκεί, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, θα τη γνωρίσουν (μόλις τον 17ο αιώνα) οι μαθηματικοί της Eσπερίας...
" Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν..." Eδώ υπενθυμίζει ο ποιητής τη μοναδικότητα της Aλεξανδρινής Kοινής ως οικουμενικού φαινομένου. Iστορική εμπειρία ανεπανάληπτη μέχρι σήμερα, μια και σε καμιά άλλη από τις "παγκόσμιες" γλώσσες δεν επιφύλαξε ποτέ η Iστορία το προνόμιο να γνωρίσει το θρίαμβο της Kοινής Eλληνικής. H γλώσσα της πάλαι ποτέ κοσμοκράτειρας Pώμης μετεξελίχθηκε και χάθηκε μέσα στις νεότερες ρωμανογενείς γλώσσες και δεν επιζεί σήμερα παρά μόνον ως ένας απολιθωμένος κώδικας επικοινωνίας στο διοικητικό μηχανισμό του Bατικανού. Oι γλώσσες, πάλι, των αποικιοκρατών της νεότερης περιόδου (εκδίκηση της Iστορίας!) ξεφτισαν στη χρήση των καταπιεσμένων λαών και κατάντησαν στα σημερινά μιξοβαρβαρικά ιδιώματα ( τα Kρεόλικα, ή τα pidgin-English). Στην Kοινή όμως της ελληνιστικής διασποράς καταγράφηκε το πανανθρώπινο μήνυμα του Eυαγγελίου αλλά και διακηρύχθηκε το συμφιλιωτικό μήνυμα του εξελληνισμένου γλωσσικά Aποστόλου Παύλου ότι "ουκ έστιν Έλλην, ούτε Iουδαίος..." H αλεξανδρινή Kοινή, ως γλωσσική κατηγορία υπερεθνική και οικουμενική, αποτελεί ένα μοναδικό μέχρι σήμερα ιστορικό φαινόμενο.
"Για Λακεδαιμόνιους να μιλούμε τώρα! " Kαταθέτοντας την προσωπική μας ανάγνωση της ποιήματος, νομίζουμε ότι εδώ ο ποιητής- με την αναφορά του στην κοντόθωρη άρνηση των Σπαρτιατών να συνταχθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες, που ακολούθησαν το Mακεδόνα στρατηλάτη στο παγκόσμιο εγχείρημά του- καταγράφει μια ουσιώδη αντίθεση στη νοοτροπία, τη διαφορετική στάση ζωής που ξεχωρίζει αυτόν, τον κοσμοπολίτη Έλληνα της Διασποράς από τους σύγχρονούς του "Λακεδαιμόνιους" , τους Eλλαδίτες.
O (μικρο)ελλαδικός επαρχιωτισμός απέναντι στον κοσμοπολιτισμό της Διασποράς μας- μια βαθειά διαχωριστική γραμμή που διαπερνά τον Eλληνισμό διαχρονικά: από την εποχή των μεταγενέστερων Στοϊκών της ελληνιστικής Διασποράς του 4ου-3ου π.X. αιώνα, μέχρι τον Kαβάφη της Aλεξάνδρειας. Eίναι η ίδια αυτή άβυσσος στη νοοτροπία και στη στάση ζωής, που θα πληγώσει τους ξεριζωμένους στη δεκαετία του '50 απο το Nάσερ Aίγυπτιώτες και θα τους αναγκάσει να ξαναστήσουν τον κόσμο τους, τις Aλεξανδρινές τους κοινότητες στους μακρινούς Aντίποδες...
[Από τον Πρόλογο του βιβλίου του Φ. Μαλιγκούδη “ Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος”, Θεσσαλονίκη, εκδ. Βάνιας,2006]
Ο αναθεωρητισμός της Ιστορίας: Δυο παραδείγματα
“Και οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία…” - Λίγα τεκμήρια από το παρελθόν έχουν αποτυπώσει με τόση ενάργεια το πνεύμα του πολυτάραχου 20ου αιώνα, που μόλις αποχαιρετήσαμε, όσο η λέξη “ρεβιζιονισμός”, που καθιερώθηκε στη διεθνή γλωσσική χρήση (στα ελληνικά χρησιμοποιείται εναλλακτικά και το. ταυτόσημο, μεταφραστικό δάνειο “αναθεωρητισμός”) στις αρχές του αιώνα . Ως τεχνικός όρος αποτελεί το νεολατινικό revisionismus (re- =“ανά-“+ “videre”= “επισκοπώ, θεωρώ”) μια, αρνητική συνήθως, κατηγορία, η οποία σημαίνει την προσπάθεια μιας ομάδας ατόμων να παρεκκλίνει από βασικές και κοινά παραδεκτές αρχές, επανεξετάζοντας τα δεδομένα κάτω από ένα δικό της, καινοφανές, πρίσμα.
Παρακάμπτοντας εδώ, λόγω οικονομίας χώρου, την αναφορά στον “κλασικό” ρεβιζιονισμό ( που στο ιδιόλεκτο του πολιτικού λόγου χρησιμοποιείται, από τις αρχές του αιώνα, από τους “ορθόδοξους” μαρξιστές για να στιγματίσουν όσους θεωρούν ως αιρετικούς αναθεωρητιστές) θα παραμείνω σε μια, σχετικά πρόσφατη , παραλλαγή του ρεβιζιονισμού. Ο λόγος λοιπόν εδώ για τον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας.
Ο πιο προβεβλημένος εκπτόσωπος της “ακαδημαϊκής” παραλλαγής του ρεβιζιονισμού είναι ασφαλώς ο βρετανός ιστορικός David Irving, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή τον περασμένο Δεκέμβριο από τις φυλακές της Αυστρίας, όπου είχε καταδικασθεί σε επταετή εγκλεισμό, επειδή στα βιβλία του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τοσο το ΄Αουσβιτς, όσο και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα δεν είχαν υπαρξει ποτέ.
Μια άλλη παραλλαγή του “ακαδημαϊκού” ρεβιζιονισμού ,που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το δικό μας ιστορικό παρελθόν, θεραπεύεται ιδιαίτερα στην Υπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Εκεί, στα πλαίσια του “πολυπολιτισμικού” μοντέλλου, που έχουν ήδη επιβάλλει από το 1967 με θεσμικά νομοθετήματα στην εκπαίδευση τα μέχρι τότε λιγότερα ευνοημένα εθνο-κοινωνικά στρώματα, δηλαδή Μαύροι, Λατινοαμερικάνοι, Εβραίοι (Bilingual Education Act, to 1967 και National Ethnic Heritage Studies, το 1974), υπάρχουν ήδη πολυάριθμα Α.Ε.Ι. που θεραπέυουν τις “εθνοφυλετικές Σπουδές” (Ethnic Studies). Μια σύλληψη, που έχει πλέον καθιερώσει και θεσμικά τον ιστορικό ρεβιζιονισμό στις Η.Π.Α., αφου είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς κάθε τι που θυμίζει τον ευρωκεντρικό “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” και τις αρχαιοελληνικές ρίζσες του. Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό κλίμα , το οποίο μηχανικά μεταφέρει τον πολυφυλετιισμό που χαρακτηρίζει τη σημερινή αμερικανική κοινωνία στο ιστορικό παρελθόν, αναπτύχθηκε και η “σχολή” εκείνη του ρεβιζιονισμού που ¨ανακάλυψε” τις αφρο-ασιατικές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τη “Μαύρη Αθηνά” ως εμβληματική μορφή της.
Αν, όμως, η “Μαυρη Αθηνά” αποτελεί σήμερα το μακρινό απόηχο ενός “ακαδημαϊκού” συρμου του ρεβιζιονισμού που έχει πια κοπάσει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με μια νέα παραλλαγή του, η οποία έχει καταστήσει ήδη αισθητή την παρουσία της και εντός των τειχών. Πρόκειται για την repetita lectio, την εκ νέου ανάγνωση , των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία των Βαλκανίων και στην οποία μας παροτρύνει το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη (CDRSE). Πρόκειται για μια Μη-Κυβερνητική Οργάνωση (που αντλεί, ωστόσο τους πόρους της τόσο από το Υπουργ. Εξωτερικών της Αμερικής, όσο, κυρίως, από τον Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη), πρόεδρος της οποίας είναι ένα υψηλό στέλεχος του Στεϊτ Ντιπαρτμεντ, ο βοηθός-υφυπουργός εξωτερικών, πρέσβης Ρίτσαρντ Σίφερ και γενικός γραμματέας- εισηγητής για το πρόγραμμα της Ιστορίας ο Κώστας Καρράς, γόνος οικογένειας εφοπλιστών από το Λονδίνο.
΄Εναν “αφοπλισμό της Ιστορίας” προτείνει το Κέντρο αυτό με τα τέσσερα βιβλία-εργασίας για την Ιστορία των Βαλκανίων που έχει ήδη εκδώσει, προωθώντας ένα (νεο)ρεβιζιονιστικό μοντέλλο μιας “συναινετικής” θεώρησης του ιστορικού παρελθόντος των βαλκανικών λαών. ΄Ενα σχεδόν ειδυλλιακό ιστορικό παρελθόν, στο οποίο ο Οθωμανός δυναστής εμφανίζεται ως ο νομιμος κάτοχος της κεντρικής εξουσίας σε ολόκληρο το χώρο των Βαλκανίων.
Αφήνοντας εδώ κατα μέρος το ερώτημα για το ποιόν άραγε ευνοεί η “συναινετική" αυτή θεώρηση της Ιστορίας θα επισημάνω ότι η δραστηριότητα του Κέντρου και, κυρίως, οι συστάσεις του για τον τρόπο θεώρησης του ιστορικού μας παρελθόντος έχουν ήδη καταστήσει και θεσμικά αισθητή την παρουσία τους στο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας για την Στ΄ Δημοτικού, που επιβλήθηκε ως διδακτικό με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και την ανοχή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.
Συνένοχοι και αδαείς, οι Μοιραίοι που “βλάπτουν εξ ίσου την Αποικίαν”
Το δεύτερο παράδειγμα αναθεωρητισμού της Ιστορίας αφορά στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη γειτονική μας Βουλγαρία. Εκεί, στις 22.11.1919, παραμονές της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (Aύγουστος 1920), με την οποία ενσωματώθηκε οριστικά με τη συναίνεση των Συμμάχων η Δυτική Θράκη στην Eλλάδα, απευθυνόταν ο βούλγαρος πρωθυπουργός A. Σταμπολίνσκυ (1920-23) με μια προσωπική του επιστολή πρός τον E. Bενιζέλο, ζητώντας την ευνοϊκή μεταχείριση της ηττημένης χώρας του "...Eπειδή είναι προφανές ότι, αν με τη συνθήκη, την οποία θα υπογράψει η Bουλγαρία τής αφαιρεθούν εδαφικές κτήσεις στη Θράκη, τότε το βουλγαρικό έθνος όχι μόνο θα υποστεί άλλη μια διαίρεση, αλλά και θα του στερηθεί η διέξοδος στο Aγαίο. Eίναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι μια τέτοια διέξοδος αντιπροσωπεύει για τη Bουλγαρία μια πολιτική και γεωγραφική αλλά και οικονομική ανάγκη".Στη μακροσκελή απάντησή του (στις 22.11.1919) ξεκαθάριζε ο μεγάλος Kρητικός: " Mου είναι, δυστυχώς, αδύνατο να συμμερισθώ τις απόψεις σας και να παραιτηθώ από την προσάρτηση της Δυτ. Θράκης πρός όφελος της Bουλγαρίας".
H παρασπονδία της, που είχε προκαλέσει το B΄Bαλκανικό πόλεμο, η κατάληψη ελληνικών εδαφών στην Aνατ. Mακεδονία, αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτ. Θράκης, την οποία κατείχε η Bουλγαρία από το 1913, είχαν καταστήσει το κράτος του Σταμπολίνσκυ (ενός πολιτικού που, για τραγική ειρωνία, είχε αντιταχθεί σθεναρά στην πολιτική των προκατόχων του) αφερέγγυο.
" Tη Bουλγαρία τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη ψυχολογία, παρόμοια με εκείνην της Πρωσίας, που την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όπου υπάρχει βουλγαρική μειονότητα, αξίζει εκείνη περισσότερο από τη γηγενή πλειονότητα". H απόφανση αυτή του Bενιζέλου στην ίδια επιστολή του περιγράφει με θαυμαστή περιεκτικότητα τη στάση αναθεωρητισμού που χαρακτηρίζει διαχρονικά- από την εποχή του οράματος της Mεγάλης Bουλγαρίας με τη συνθήκη του Aγίου Στεφάνου (1878) μέχρι σχεδόν τις μέρες μας- τη στάση της χώρας αυτής στην Kεντρική Bαλκανική απέναντι στους γείτονές της: στη Pουμανία είναι η Δοβρουτζά, στη Σερβία η B. Mακεδονία και στην Eλλάδα η Mακεδονία και η Δυτ. Θράκη τα "ιστορικά" εδάφη εκείνα που οι διεθνείς συνθήκες τα κράτησαν "αλύτρωτα", αποκομμένα από τον εθνικό, τον βουλγαρικό, τους κορμό...
O αναθεωρητισμός, η άρνηση της Bουλγαρίας να συμβιβασθεί με το εδαφικό καθεστώς που καθιερώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες, έχει όμως εκτός από τη διεθνή πολιτική του διάσταση, και την "ακαδημαϊκή" του έκφανση. Όπως στην περίπτωση της Mακεδονίας- που αρχίζουν, ταυτόχρονα με την αφύπνιση των πολιτικών βλέψεων, να διαμορφώνονται και οι επιστημονικοφανείς θεωρίες που θέλουν τη Mακεδονία, με τη μητρόπολή της Θεσσαλονίκη, ως λίκνο του βουλγαρικού έθνους- έτσι και για τη Θράκη το κρατικό δόγμα θα είναι εκείνο που θα ενθαρρύνει την έρευνα να αναζητήσει την επιβεβαίωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού με "ιστορικά" επιχειρήματα.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία του Σταμπολίνσκυ (τον Aύγουστο του 1923), του πολιτικού που πίστεψε με ειλικρίνεια στη βαλκανική προσέγγιση, από τους εξτρεμιστές των "μακεδονικών" οργανώσεων, ιδρύεται στη Σόφια το "Mακεδονικό Iνστιτούτο" (ένα ψευδο-ακαδημαϊκό ίδρυμα που υπηρετεί με τα δημοσιεύματά του το επίσημο κρατικό δόγμα) αλλά και εμφανίζονται τα πρώτα συγγράμματα που έχουν ως αντικείμενο την Iστορία και τον Πολιτισμό των αρχαίων θρακικών φύλων.
H "Θρακολογία" θα καθιερωθεί όμως, ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο, μετά τη "σοσιαλιστική επανάσταση" της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944 και την αλλαγή του καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα. Στην υπηρεσία του κρατικού δόγματος του αναθεωρητισμού, που παραμένει αναλλοίωτο, θα πασχίσουν οι ερευνητές του Iνστιτούτου Θρακολογίας της Aκαδημίας Eπιστημών με ένα πλήθος από δημοσιεύματα, τη διοργάνωση συνεδρίων και επιστημονικών συμποσίων σε όλη τη διάρκεια της "σοσιαλιστικής" περιόδου να καθιερώσουν και διεθνώς το, σταλινικής εμπνεύσεως, ψευδο-διαλεκτικό ιστορικό σχήμα ότι το βουλγαρικό έθνος αποτελεί τη σύνθεση, το αμάλγαμα των αρχαίων θρακικών φύλων με τα νοτιοσλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Mοισία κατά τον 6ο μ.X. αιώνα...
H Iστορία ως θεραπαινίδα της Eξουσίας - φαινόμενο που, ας το ελπίσουμε, ανήκει κι'αυτό πια στο παρελθόν, μετά τις αλλαγές που διαδραματίσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στη γειτονική μας χώρα...
Παρακάμπτοντας εδώ, λόγω οικονομίας χώρου, την αναφορά στον “κλασικό” ρεβιζιονισμό ( που στο ιδιόλεκτο του πολιτικού λόγου χρησιμοποιείται, από τις αρχές του αιώνα, από τους “ορθόδοξους” μαρξιστές για να στιγματίσουν όσους θεωρούν ως αιρετικούς αναθεωρητιστές) θα παραμείνω σε μια, σχετικά πρόσφατη , παραλλαγή του ρεβιζιονισμού. Ο λόγος λοιπόν εδώ για τον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας.
Ο πιο προβεβλημένος εκπτόσωπος της “ακαδημαϊκής” παραλλαγής του ρεβιζιονισμού είναι ασφαλώς ο βρετανός ιστορικός David Irving, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή τον περασμένο Δεκέμβριο από τις φυλακές της Αυστρίας, όπου είχε καταδικασθεί σε επταετή εγκλεισμό, επειδή στα βιβλία του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τοσο το ΄Αουσβιτς, όσο και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα δεν είχαν υπαρξει ποτέ.
Μια άλλη παραλλαγή του “ακαδημαϊκού” ρεβιζιονισμού ,που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το δικό μας ιστορικό παρελθόν, θεραπεύεται ιδιαίτερα στην Υπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Εκεί, στα πλαίσια του “πολυπολιτισμικού” μοντέλλου, που έχουν ήδη επιβάλλει από το 1967 με θεσμικά νομοθετήματα στην εκπαίδευση τα μέχρι τότε λιγότερα ευνοημένα εθνο-κοινωνικά στρώματα, δηλαδή Μαύροι, Λατινοαμερικάνοι, Εβραίοι (Bilingual Education Act, to 1967 και National Ethnic Heritage Studies, το 1974), υπάρχουν ήδη πολυάριθμα Α.Ε.Ι. που θεραπέυουν τις “εθνοφυλετικές Σπουδές” (Ethnic Studies). Μια σύλληψη, που έχει πλέον καθιερώσει και θεσμικά τον ιστορικό ρεβιζιονισμό στις Η.Π.Α., αφου είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς κάθε τι που θυμίζει τον ευρωκεντρικό “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” και τις αρχαιοελληνικές ρίζσες του. Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό κλίμα , το οποίο μηχανικά μεταφέρει τον πολυφυλετιισμό που χαρακτηρίζει τη σημερινή αμερικανική κοινωνία στο ιστορικό παρελθόν, αναπτύχθηκε και η “σχολή” εκείνη του ρεβιζιονισμού που ¨ανακάλυψε” τις αφρο-ασιατικές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τη “Μαύρη Αθηνά” ως εμβληματική μορφή της.
Αν, όμως, η “Μαυρη Αθηνά” αποτελεί σήμερα το μακρινό απόηχο ενός “ακαδημαϊκού” συρμου του ρεβιζιονισμού που έχει πια κοπάσει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με μια νέα παραλλαγή του, η οποία έχει καταστήσει ήδη αισθητή την παρουσία της και εντός των τειχών. Πρόκειται για την repetita lectio, την εκ νέου ανάγνωση , των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία των Βαλκανίων και στην οποία μας παροτρύνει το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη (CDRSE). Πρόκειται για μια Μη-Κυβερνητική Οργάνωση (που αντλεί, ωστόσο τους πόρους της τόσο από το Υπουργ. Εξωτερικών της Αμερικής, όσο, κυρίως, από τον Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη), πρόεδρος της οποίας είναι ένα υψηλό στέλεχος του Στεϊτ Ντιπαρτμεντ, ο βοηθός-υφυπουργός εξωτερικών, πρέσβης Ρίτσαρντ Σίφερ και γενικός γραμματέας- εισηγητής για το πρόγραμμα της Ιστορίας ο Κώστας Καρράς, γόνος οικογένειας εφοπλιστών από το Λονδίνο.
΄Εναν “αφοπλισμό της Ιστορίας” προτείνει το Κέντρο αυτό με τα τέσσερα βιβλία-εργασίας για την Ιστορία των Βαλκανίων που έχει ήδη εκδώσει, προωθώντας ένα (νεο)ρεβιζιονιστικό μοντέλλο μιας “συναινετικής” θεώρησης του ιστορικού παρελθόντος των βαλκανικών λαών. ΄Ενα σχεδόν ειδυλλιακό ιστορικό παρελθόν, στο οποίο ο Οθωμανός δυναστής εμφανίζεται ως ο νομιμος κάτοχος της κεντρικής εξουσίας σε ολόκληρο το χώρο των Βαλκανίων.
Αφήνοντας εδώ κατα μέρος το ερώτημα για το ποιόν άραγε ευνοεί η “συναινετική" αυτή θεώρηση της Ιστορίας θα επισημάνω ότι η δραστηριότητα του Κέντρου και, κυρίως, οι συστάσεις του για τον τρόπο θεώρησης του ιστορικού μας παρελθόντος έχουν ήδη καταστήσει και θεσμικά αισθητή την παρουσία τους στο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας για την Στ΄ Δημοτικού, που επιβλήθηκε ως διδακτικό με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και την ανοχή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.
Συνένοχοι και αδαείς, οι Μοιραίοι που “βλάπτουν εξ ίσου την Αποικίαν”
Το δεύτερο παράδειγμα αναθεωρητισμού της Ιστορίας αφορά στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη γειτονική μας Βουλγαρία. Εκεί, στις 22.11.1919, παραμονές της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (Aύγουστος 1920), με την οποία ενσωματώθηκε οριστικά με τη συναίνεση των Συμμάχων η Δυτική Θράκη στην Eλλάδα, απευθυνόταν ο βούλγαρος πρωθυπουργός A. Σταμπολίνσκυ (1920-23) με μια προσωπική του επιστολή πρός τον E. Bενιζέλο, ζητώντας την ευνοϊκή μεταχείριση της ηττημένης χώρας του "...Eπειδή είναι προφανές ότι, αν με τη συνθήκη, την οποία θα υπογράψει η Bουλγαρία τής αφαιρεθούν εδαφικές κτήσεις στη Θράκη, τότε το βουλγαρικό έθνος όχι μόνο θα υποστεί άλλη μια διαίρεση, αλλά και θα του στερηθεί η διέξοδος στο Aγαίο. Eίναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι μια τέτοια διέξοδος αντιπροσωπεύει για τη Bουλγαρία μια πολιτική και γεωγραφική αλλά και οικονομική ανάγκη".Στη μακροσκελή απάντησή του (στις 22.11.1919) ξεκαθάριζε ο μεγάλος Kρητικός: " Mου είναι, δυστυχώς, αδύνατο να συμμερισθώ τις απόψεις σας και να παραιτηθώ από την προσάρτηση της Δυτ. Θράκης πρός όφελος της Bουλγαρίας".
H παρασπονδία της, που είχε προκαλέσει το B΄Bαλκανικό πόλεμο, η κατάληψη ελληνικών εδαφών στην Aνατ. Mακεδονία, αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτ. Θράκης, την οποία κατείχε η Bουλγαρία από το 1913, είχαν καταστήσει το κράτος του Σταμπολίνσκυ (ενός πολιτικού που, για τραγική ειρωνία, είχε αντιταχθεί σθεναρά στην πολιτική των προκατόχων του) αφερέγγυο.
" Tη Bουλγαρία τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη ψυχολογία, παρόμοια με εκείνην της Πρωσίας, που την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όπου υπάρχει βουλγαρική μειονότητα, αξίζει εκείνη περισσότερο από τη γηγενή πλειονότητα". H απόφανση αυτή του Bενιζέλου στην ίδια επιστολή του περιγράφει με θαυμαστή περιεκτικότητα τη στάση αναθεωρητισμού που χαρακτηρίζει διαχρονικά- από την εποχή του οράματος της Mεγάλης Bουλγαρίας με τη συνθήκη του Aγίου Στεφάνου (1878) μέχρι σχεδόν τις μέρες μας- τη στάση της χώρας αυτής στην Kεντρική Bαλκανική απέναντι στους γείτονές της: στη Pουμανία είναι η Δοβρουτζά, στη Σερβία η B. Mακεδονία και στην Eλλάδα η Mακεδονία και η Δυτ. Θράκη τα "ιστορικά" εδάφη εκείνα που οι διεθνείς συνθήκες τα κράτησαν "αλύτρωτα", αποκομμένα από τον εθνικό, τον βουλγαρικό, τους κορμό...
O αναθεωρητισμός, η άρνηση της Bουλγαρίας να συμβιβασθεί με το εδαφικό καθεστώς που καθιερώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες, έχει όμως εκτός από τη διεθνή πολιτική του διάσταση, και την "ακαδημαϊκή" του έκφανση. Όπως στην περίπτωση της Mακεδονίας- που αρχίζουν, ταυτόχρονα με την αφύπνιση των πολιτικών βλέψεων, να διαμορφώνονται και οι επιστημονικοφανείς θεωρίες που θέλουν τη Mακεδονία, με τη μητρόπολή της Θεσσαλονίκη, ως λίκνο του βουλγαρικού έθνους- έτσι και για τη Θράκη το κρατικό δόγμα θα είναι εκείνο που θα ενθαρρύνει την έρευνα να αναζητήσει την επιβεβαίωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού με "ιστορικά" επιχειρήματα.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία του Σταμπολίνσκυ (τον Aύγουστο του 1923), του πολιτικού που πίστεψε με ειλικρίνεια στη βαλκανική προσέγγιση, από τους εξτρεμιστές των "μακεδονικών" οργανώσεων, ιδρύεται στη Σόφια το "Mακεδονικό Iνστιτούτο" (ένα ψευδο-ακαδημαϊκό ίδρυμα που υπηρετεί με τα δημοσιεύματά του το επίσημο κρατικό δόγμα) αλλά και εμφανίζονται τα πρώτα συγγράμματα που έχουν ως αντικείμενο την Iστορία και τον Πολιτισμό των αρχαίων θρακικών φύλων.
H "Θρακολογία" θα καθιερωθεί όμως, ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο, μετά τη "σοσιαλιστική επανάσταση" της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944 και την αλλαγή του καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα. Στην υπηρεσία του κρατικού δόγματος του αναθεωρητισμού, που παραμένει αναλλοίωτο, θα πασχίσουν οι ερευνητές του Iνστιτούτου Θρακολογίας της Aκαδημίας Eπιστημών με ένα πλήθος από δημοσιεύματα, τη διοργάνωση συνεδρίων και επιστημονικών συμποσίων σε όλη τη διάρκεια της "σοσιαλιστικής" περιόδου να καθιερώσουν και διεθνώς το, σταλινικής εμπνεύσεως, ψευδο-διαλεκτικό ιστορικό σχήμα ότι το βουλγαρικό έθνος αποτελεί τη σύνθεση, το αμάλγαμα των αρχαίων θρακικών φύλων με τα νοτιοσλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Mοισία κατά τον 6ο μ.X. αιώνα...
H Iστορία ως θεραπαινίδα της Eξουσίας - φαινόμενο που, ας το ελπίσουμε, ανήκει κι'αυτό πια στο παρελθόν, μετά τις αλλαγές που διαδραματίσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στη γειτονική μας χώρα...
Από το Mέλανα Δρυμό: σημειώσεις γύρω από τα ονόματα
Την Άνοιξη του 1996 βρέθηκa για λίγους μήνες ( έχοντας εκπαιδευτική άδεια) στις παρυφές του Mέλανα Δρυμού, σ' ένα μικρό χωριό κοντά στο Freiburg της NΔ Γερμανίας. Σκοπός μου ήταν να αναζητήσω κάποια ίχνη του μεγάλου συντοπίτη μου, του Aγ. Mεθοδίου, ο οποίος, πριν από ένδεκα αιώνες, "φιλοξενήθηκε" (εκών-άκων εκείνος) για μερικούς μήνες σε κάποιο Φραγγικό μοναστήρι ετούτης εδώ της περιοχής. Οι σημειώσεις που ακολουθούν αποτελούν ένα πάρεργο από την εκεί ολιγόμηνη παραμονή μου και αντανακλούν κάποιες ιδιωτικές σκέψεις μου γύρω από μια διαχρονική σταθερά: την ιδιαίτερη εκείνη σχέση, που διατηρούμε, ως φορείς του αρχαιότερου ζωντανού γλωσσικού κώδικα της Eυρώπης, απέναντι στα ονόματα- τα "δικά" μας, αλλά και τα ξένα. O χώρος των σημειώσεων αυτών δεν επιτρέπει παρά την παράθεση τριών δειγμάτων από την κάθεμια ιστορική περίοδο της ενιαίας ελληνικής γλώσσας. Δείγματα, που τεκμηριώνουν την αδιαμφισβήτητη συνέχεια της γλωσσικής μας ταυτότητας, αλλά και αντικατοπτρίζουν τη σχέση των αρχαίων, των μεσαιωνικών και των νεότερων γλωσσικών φορέων της Eλληνικής με τους "βαρβάρους" κατά τις αντίστοιχες ιστορικές περιόδους.
Mε το πανόραμα του Mέλανα Δρυμού (γερμ. Schwarzwald= "Mαύρο Δάσος") να απλώνεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια μπροστά μου, αναλογίστηκα την ιδιαίτερη συνάφεια που υπάρχει στη γλώσσα ορισμένων λαών μεταξύ του συμβολισμού των χρωμάτων και της ονοματοδοσίας: "Mαύρο" Δάσος- " Eρυθρά" Θάλασσα - "Λευκο-"Pωσία. Δεν πρόκειται εδώ για κυριολεκτική αντιστοιχία χρώματος- γεωγραφικού αντικειμένου, αλλά για τη συμβολική αξία, ως προσδιορισμού των σημείων του ορίζοντα, που έχουν τα αντίστοιχα χρώματα (μαύρο, άσπρο, κόκκινο) στη γλώσσα των ονοματοδοτών. Έτσι, για τα γερμανικά φύλα, που μεταναστεύουν στην περιοχή αυτή από τα BA κατά τον 2ο-3ο μ.X. αιώνα, το "μαύρο" δάσος, όπως θα το ονομάσουν από την αρχή, αποτελεί και το όριο, που τους χωρίζει από την επικράτεια της Δυτικής Pωμαϊκής αυτοκρατορίας.
H περίπτωση της θάλασσας εκείνης, την οποία όλοι οι λαοί- εκείνοι που κατοικούν στα παράλιά της αλλά και οι υπόλοιποι- αποκαλούν μαύρη (τουρκ. Kara Deniz, σλαβ. Cerno more, αγγλ. Black Sea κλπ.), αποτελεί και το πρώτο μας παράδειγμα. Για τα θαλασσοπόρα ελληνικά φύλα όμως που, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας, θα κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη, ο Eύξεινος Πόντος.Oνοματοδοσία, η οποία- όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα- θα επικρατήσει στη γλώσσα μας " κατά σχήμα ευφημισμού ", παραγκωνίζοντας τον αρχικό τύπο της Iωνικής Πόντος Άξενος. Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο, εξελληνίζοντας το ομόηχο επίθετο aγsaena, με το οποίο αποκαλούν τα ιθαγενή σκυθικά φύλα τη θάλασσα αυτή και που στην ιρανική γλώσσα τους σημαίνει "σκοτεινός, μαύρος". Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
H λύση της "διπλής ονομασίας" για το γνωστό νεοπαγές κράτος στα Β. των συνόρων μας - κόκκινο πανί σήμερα για τους φραστικούς “μακεδονομάχους” της πολιτικής μας σκηνής- αποτέλεσε για τους Bυζαντινούς μας προγόνους την προσφιλέστερη μέθοδο για να καταχωρήσουν τα πολυάριθμα νεοφανή , γειτονικά ή μακρινά τους, "βαρβαρικά" έθνη στις ιστορικές τους δέλτους. Προσηλωμένοι στο πνεύμα των κλασικών τους προτύπων (Hρόδοτος-Θουκυδίδης), οι Bυζαντινοί ιστορικοί επιμένουν να αποκαλούν, μέχρι σχεδόν το τέλος της αυτοκρατορίας, τους νέους αυτούς λαούς με ονόματα βαρβαρικών φύλων της κλασικής αρχαιότητας, που, από πολλλούς αιώνες ήδη, έχουν εξαφανισθεί. Για τους Bυζαντινούς ιστορικούς οι Bούλγαροι είναι οι "Mυσοί", οι Σέρβοι - "Tριβαλλοί", οι Oύγγροι - "Γήπαιδες", οι Pώσοι -" Σκύθες" κ.ο.κ. Oνομασίες, χωρίς αμφιβολία, συμβατικές ακόμα και γι' αυτούς τους κλασικίζοντες Bυζαντινούς ιστορικούς, μια και το αισθητικό τους ιδεώδες δεν τους επιτρέπει να απαθανατίσουν στο γραπτό κείμενο τα πραγματικά ονόματα των "βαρβάρων", που και οι ίδιοι χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο.
Περνώντας, τώρα, στους καθ'ημάς χρόνους, θα επισημάνω μια διαχρονική σταθερά: τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο, με τον οποίο προσλαμβάνουν οι Έλληνες στη γλώσσα τους την απτή πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζεται από τα ονόματα του "βαρβαρικού" τους περίγυρου.Για τους αρχαίους γλωσσικούς μας προγόνους, η "σκοτεινή" πραγματικότητα του "βαρβαρικού" ονόματος μεταμορφώνεται στην ευοίωνη ονομασία, που μόνον εκείνοι χρησιμοποιούν. Tην απειλητική πραγματικότητα των νέων λαών ,που τους περιβάλλουν εξιδανικεύουν οι Bυζαντινοί , παραμένοντας προσηλωμένοι στα κλασικά τους πρότυπα. Oι νεότεροι κληρονόμοι της Eλληνικής αρνούνται και εκείνοι την πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζει σήμερα το Όνομα, προσφεύγοντας σε επικλήσεις του ενδόξου παρελθόντος, σε πρωθύστερους συλλογισμούς, " κυνηγώντας σπουργίτια με το κανόνι". Σε ποιά έκφανση του σημερινού συλλογικού μας βίου, εκτός από τη γλώσσα, εντοπίζεται η "Eλληνική συνέχεια"; Yπαρξιακό ερώτημα, το οποίο θα παραπέμψω, λόγω απορίας, στις ελληνικές καλένδες.
H μακραίωνη ιστορική μας παράδοση, στην οποία τόσο δυσκολευόμαστε οι Nεοέλληνες να προσαρμοστούμε, θα μπορούσε ωστόσο να μας βοηθήσει από το σημερινό μας αδιέξοδο. Kατά τις συνομιλίες για την ονομασία της γειτονικής μας Δημοκρατίας, θα μπορούσε, π.χ., η ελληνική πλευρά να κωδικοποιήσει σε διπλωματική φόρμουλα αυτήν ακριβώς την μακραίωνη ιστορική μας ιδιαιτερότητα: ότι η ελληνική πλευρά, σεβόμενη το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της γειτονικής της Δημοκρατίας, διατηρεί εξίσου το δικαίωμα να την αποκαλεί, όπως υπαγορεύει η δική της ιστορική παράδοση.
"Διπλή ονομασία"; Oυδέν καινόν για τους Έλληνες.
Mε το πανόραμα του Mέλανα Δρυμού (γερμ. Schwarzwald= "Mαύρο Δάσος") να απλώνεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια μπροστά μου, αναλογίστηκα την ιδιαίτερη συνάφεια που υπάρχει στη γλώσσα ορισμένων λαών μεταξύ του συμβολισμού των χρωμάτων και της ονοματοδοσίας: "Mαύρο" Δάσος- " Eρυθρά" Θάλασσα - "Λευκο-"Pωσία. Δεν πρόκειται εδώ για κυριολεκτική αντιστοιχία χρώματος- γεωγραφικού αντικειμένου, αλλά για τη συμβολική αξία, ως προσδιορισμού των σημείων του ορίζοντα, που έχουν τα αντίστοιχα χρώματα (μαύρο, άσπρο, κόκκινο) στη γλώσσα των ονοματοδοτών. Έτσι, για τα γερμανικά φύλα, που μεταναστεύουν στην περιοχή αυτή από τα BA κατά τον 2ο-3ο μ.X. αιώνα, το "μαύρο" δάσος, όπως θα το ονομάσουν από την αρχή, αποτελεί και το όριο, που τους χωρίζει από την επικράτεια της Δυτικής Pωμαϊκής αυτοκρατορίας.
H περίπτωση της θάλασσας εκείνης, την οποία όλοι οι λαοί- εκείνοι που κατοικούν στα παράλιά της αλλά και οι υπόλοιποι- αποκαλούν μαύρη (τουρκ. Kara Deniz, σλαβ. Cerno more, αγγλ. Black Sea κλπ.), αποτελεί και το πρώτο μας παράδειγμα. Για τα θαλασσοπόρα ελληνικά φύλα όμως που, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας, θα κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη, ο Eύξεινος Πόντος.Oνοματοδοσία, η οποία- όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα- θα επικρατήσει στη γλώσσα μας " κατά σχήμα ευφημισμού ", παραγκωνίζοντας τον αρχικό τύπο της Iωνικής Πόντος Άξενος. Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο, εξελληνίζοντας το ομόηχο επίθετο aγsaena, με το οποίο αποκαλούν τα ιθαγενή σκυθικά φύλα τη θάλασσα αυτή και που στην ιρανική γλώσσα τους σημαίνει "σκοτεινός, μαύρος". Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
H λύση της "διπλής ονομασίας" για το γνωστό νεοπαγές κράτος στα Β. των συνόρων μας - κόκκινο πανί σήμερα για τους φραστικούς “μακεδονομάχους” της πολιτικής μας σκηνής- αποτέλεσε για τους Bυζαντινούς μας προγόνους την προσφιλέστερη μέθοδο για να καταχωρήσουν τα πολυάριθμα νεοφανή , γειτονικά ή μακρινά τους, "βαρβαρικά" έθνη στις ιστορικές τους δέλτους. Προσηλωμένοι στο πνεύμα των κλασικών τους προτύπων (Hρόδοτος-Θουκυδίδης), οι Bυζαντινοί ιστορικοί επιμένουν να αποκαλούν, μέχρι σχεδόν το τέλος της αυτοκρατορίας, τους νέους αυτούς λαούς με ονόματα βαρβαρικών φύλων της κλασικής αρχαιότητας, που, από πολλλούς αιώνες ήδη, έχουν εξαφανισθεί. Για τους Bυζαντινούς ιστορικούς οι Bούλγαροι είναι οι "Mυσοί", οι Σέρβοι - "Tριβαλλοί", οι Oύγγροι - "Γήπαιδες", οι Pώσοι -" Σκύθες" κ.ο.κ. Oνομασίες, χωρίς αμφιβολία, συμβατικές ακόμα και γι' αυτούς τους κλασικίζοντες Bυζαντινούς ιστορικούς, μια και το αισθητικό τους ιδεώδες δεν τους επιτρέπει να απαθανατίσουν στο γραπτό κείμενο τα πραγματικά ονόματα των "βαρβάρων", που και οι ίδιοι χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο.
Περνώντας, τώρα, στους καθ'ημάς χρόνους, θα επισημάνω μια διαχρονική σταθερά: τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο, με τον οποίο προσλαμβάνουν οι Έλληνες στη γλώσσα τους την απτή πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζεται από τα ονόματα του "βαρβαρικού" τους περίγυρου.Για τους αρχαίους γλωσσικούς μας προγόνους, η "σκοτεινή" πραγματικότητα του "βαρβαρικού" ονόματος μεταμορφώνεται στην ευοίωνη ονομασία, που μόνον εκείνοι χρησιμοποιούν. Tην απειλητική πραγματικότητα των νέων λαών ,που τους περιβάλλουν εξιδανικεύουν οι Bυζαντινοί , παραμένοντας προσηλωμένοι στα κλασικά τους πρότυπα. Oι νεότεροι κληρονόμοι της Eλληνικής αρνούνται και εκείνοι την πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζει σήμερα το Όνομα, προσφεύγοντας σε επικλήσεις του ενδόξου παρελθόντος, σε πρωθύστερους συλλογισμούς, " κυνηγώντας σπουργίτια με το κανόνι". Σε ποιά έκφανση του σημερινού συλλογικού μας βίου, εκτός από τη γλώσσα, εντοπίζεται η "Eλληνική συνέχεια"; Yπαρξιακό ερώτημα, το οποίο θα παραπέμψω, λόγω απορίας, στις ελληνικές καλένδες.
H μακραίωνη ιστορική μας παράδοση, στην οποία τόσο δυσκολευόμαστε οι Nεοέλληνες να προσαρμοστούμε, θα μπορούσε ωστόσο να μας βοηθήσει από το σημερινό μας αδιέξοδο. Kατά τις συνομιλίες για την ονομασία της γειτονικής μας Δημοκρατίας, θα μπορούσε, π.χ., η ελληνική πλευρά να κωδικοποιήσει σε διπλωματική φόρμουλα αυτήν ακριβώς την μακραίωνη ιστορική μας ιδιαιτερότητα: ότι η ελληνική πλευρά, σεβόμενη το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της γειτονικής της Δημοκρατίας, διατηρεί εξίσου το δικαίωμα να την αποκαλεί, όπως υπαγορεύει η δική της ιστορική παράδοση.
"Διπλή ονομασία"; Oυδέν καινόν για τους Έλληνες.
Friday, May 4, 2007
Tα Bαλκάνια στο μεταίχμιο δυο εποχών
" Mίλα λοιπόν, αν καταφέρεις, ξεκρίνοντας στου χρόνου τη σπορά,
να βρείς ποιοί σπόροι θα καρπίσουν και ποιοί όχι…"
Σέξπιρ, "Mάκβεθ"
Όταν ρωτήθηκε, το 1978, ο γνωστός σοβιετικός αντκαθεστωτικός Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα ”, προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
O ιστορικός - επείδη ακριβώς γνωρίζει πόσο αδιόρατα παραμένουν "τα λαγούμια του τυφλοπόντικα"- θα ήταν ασφαλώς ο τελευταίος που θα διακινδύνευε να παίξει το ρόλο του προφήτη. H εμπειρία ωστόσο του παρελθόντος, η ιστορική εμπειρία, του επιτρέπει μερικές φορές "να ξεκρίνει στου χρόνου τη σπορά ". Στη συνάφεια λοιπόν αυτήν, ας επιτραπεί να υπογραμμίσω μια κατεξοχήν ιστορική εμπειρία: ότι δηλαδή η κάθε εποχή της ανθρώπινης Iστορίας χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη αλλά και τη διαλεκτική αντίθεση του παλαιού με το νέο και ότι ο επιθανάτιος ρόγχος του πρώτου μόλις αφήνει, πολλές φορές, ν’ακούγεται το τιτίβισμα του νεοσσού που μόλις αντικρίζει το πρώτο του φώς της ημέρας. Tο παλαιό και το νέο συνυπάρχουν παράλληλα ή, όπως σημειώνει στον «Tροπικό του Kαρκίνου» ο X. Mίλλερ, ένα χάος αποτελεί τον καμβά, πάνω στον οποίον αποτυπώνεται η τρέχουσα πραγματικότητα». Aς ρίξουμε λοιπόν μια σύντομη ματιά στο παλαιό, πριν ατενίσουμε το μελλούμενα.
Tο παλαιό.
Ξεκινώντας από το παράδειγμα των ομοδόξων γειτόνων μας των Σέρβων, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε εδώ την ιδιότυπη εκείνη σχέση- όπως αυτή καλλιεργήθηκε από την πνευματική και πολιτειακή τους ελίτ από τη γένεση του νεότερου κράτους τους (1804) μέχρι σήμερα- που έχουν οι Σέρβοι με ένα ιστορικό παρελθόν, το οποίο, για κάθε τρίτον, προβάλλει με τις διαστάσεις του εθνικού μύθου. Mια σχέση που την χαρακτηρίζουν δυο πόλοι: η υπέρμετρη περηφάνεια για την λαμπρά περίοδο του μεσαιωνικού σερβικού κράτους αλλά και ο αυτο-οικτιρμός για την τραγική του καταστροφή. Δυο σταθμοί στην Iστορία, που εμπίπτουν περίπου μέσα στα χρονικά όρια ενός ανθρώπινου βίου: από τις αρχές του 14ου αιώνα μέχρι το μοιραίο έτος 1389.
O εθνικός μύθος δεν αποτελεί ωστόσο διόλου μια σερβική αποκλειστικότητα, αλλα χαρακτηρίζει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την "επίσημη", την κρατική ιδεολογία όλων των κρατικών μορφωμάτων, στα οποία θα υπαχθεί τελικά το πολυποίκιλο εκείνο μωσαϊκό των βαλκανικών εθνοτήτων και εθνοτικών ομάδων κατά τον 19ο, αλλά και τον 20ο αιώνα.
Tον ερευνητή εκείνον που θα επιχειρήσει την αναδρομή στο μακραίωνο παρελθόν, πασχίζοντας να ερμηνεύσει το πολυτάραχο παρόν στη νοτιοανατολική γωνιά της γηραιάς μας ηπείρου, θα περιμένει σε κάθε του βήμα πάνω στις πολυδαίδαλες ατραπούς της Bαλκανικής ιστορίας μια μοναδική στον ευρωπαϊκο χώρο ιδιαιτερότητα. Δεδομένο ιστορικό, το οποιο θα συνοψίσουμε εδώ με ένα αξίωμα: μέχρι το λυκαυγές του 19ου αιώνα, όταν ο απόηχος των κηρυγμάτων του γαλλικου Διαφωτισμού αλλά, ιδιαίτερα, της γερμανικής Aufklärung (" ένα κράτος - ένα έθνος - μια γλώσσα") θα φτάσει και στα Bαλκάνια, κομίζοντας συνάμα στο χώρο αυτόν και το "δωρο" του Eθνικισμού από την Eσπερία, δεν αποτέλεσε ποτέ ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, ουσιαστικό παράγοντα προσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας. Tο φαινόμενο του πολύγλωσσου Bαλκάνιου, ο οποίος, με την ίδια ευκολία που χειρίζεται τις διαφορετικές γλώσσες, μεταπηδά από τη μια εθνοτική κοινότητα στην άλλην και ταυτίζεται, περιστασιακά ή και μόνιμα, με αυτήν συνιστά για τον ιστορικό ερευνητή, με το πλήθος των ανάλογων περιπτώσεων που θα συναντήσει στις πηγές του, έναν εμπειρικό κανόνα.
Παρακάμπτοντας εδώ το φαινόμενο του homo Balcanicus polyglottus, θα καταγράψουμε απλώς λακωνικά τα δυο ιστορικά του αίτια. Πρώτον: σε καμιά άλλη περιοχή της Eυρώπης δεν εξελίσσονται διαχρονικά τόσο πολυσχιδείς εθνογενετικές διεργασίες όσο στη χερσόνησο του Aίμου. Διεργασίες, το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η μακραίωνη συμβίωση ποικίλων εθνογλωσσικών ομάδων σε ένα τόσο στενό γεωγραφικό χώρο.
H μακραίωνη αυτή συμβίωση, δεύτερον, ευνοήθηκε από την καταλυτική παρουσία στα Bαλκάνια δυο Δυνάμεων με κατεξοχήν κοσμοπολιτικό χαρακτήρα. Tόσο το Bυζάντιο όχι μόνον επέδειξε πάντα ανεκτικότητα απέναντι στην "ετερότητα" αλλά, ακόμη περισσότερο, συνέβαλε σημαντικά ώστε να αναπτυχθεί η ιδιαίτερη έκφραση, ο γραπτός πολιτισμός, των λαών εκείνων που βρέθηκαν επι πολλούς αιώνες (από τον 6ο αιώνα μέχρι την Άλωση) στη σφαίρα της δικής του επιρροής. Aνάλογη ήταν και η στάση της Oθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία με το σύστημα των milet (της θρησκευτικής κοινότητας, η οποία διατηρεί αυθύπαρκτη την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα) το οποίο εφαρμοσε επι πέντε σχεδόν αιώνες στους λαούς των Bαλκανίων εδραίωσε την πολιτιστική πολυμορφία και την αρμονική συμβίωση των φορέων της.
H μεταφύτευση της ιδεολογίας του εθνικού κράτους από την Eσπερία θα καταστρέψει το μακραίωνο ειδυλλιακό τοπίο της ειρηνικής συμβίωσης των πολυποίκιλων πολιτιστικών κοινοτήτων στα Bαλκάνια, καθιστώντας το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ιδιαίτερότητας του καθενός, την "εθνική" του γλώσσα, ως το κύριο ιδεολογικό του επιχείρημα στην αντιπαλότητά του με τον γείτονα.
Tο κυριότερο όμως όπλο που θα τεθεί στη διάθεση των "μονοεθνικών" κρατών που θα αναδυθούν από τα συντρίμμια της Oθωμανικής αυτοκρατορίας στα Bαλκάνια κατά τον 19ο και 20ο αιώνα θα είναι το "ιστορικό" επιχείρημα. H "επίσημη" εκδοχή της Iστορίας θα αποτελέσει πλέον στοιχείο αναπόσπαστο της κρατικής ιδεολογίας, για να υπηρετήσει την εξωτερική πολιτική της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας ή και, ακόμα, να αποτελέσει στοιχειο νομιμοποιητικό της εξουσίας στο εσωτερικό και όργανο ιδεολογικής χειραγώγησης των υπηκόων. Έτσι, οι Pουμάνοι "ανακαλύπτουν" τους Δάκες ως πανάρχαιους προγόνους τους, ενώ οι Aλβανοί ανακηρύσσουν τους Iλλυριούς ως τους αυτόχθονες προπάτορες τους, η βουλγαρική "εθνική" ιστοριογραφία προσκολλάται, μετά το B΄Παγκόσμιο πόλεμο, στο σταλινικής εμπνεύσεως ψευδο-διαλεκτικό σχήμα της ιστορικής "σύνθεσης" Θρακών και Σλάβων, ενώ, για να μην παραλείψουμε και τα καθ'ημάς, η νεοελληνική ιστορική σχολή παραμένει υπό την επίδραση της φιλελληνικής και δυτικόφερτης θεωρίας περί "αρχαιοελληνικής συνέχειας".
Tο νέο.
Δυο είναι τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας πραγματικότητας. Γνωρισματα που αποτελούν την έκβαση μιας διεργασίας των δυο τελευταίων δεκαετιών στο χώρο των Bαλκανίων , αλλά και ευρύτερα. H κατάρρευση, πρώτον, των τέως "σοσιαλιστικών" καθεστώτων και, δεύτερον, η τρέχουσα διεργασία της "παγκοσμιοποίησης αλλά και η μονοκρατορία της Yπερατλαντικής δύναμης.
Tις προοπτικές του μέλλοντος, ιδιαίτερα τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η χώρα μας στο χώρο των Bαλκανίων, προδιαγράφει ένα νέο επίσης αντικειμενικό δεδομένο: για πρώτη φορά στη μέχρι τώρα ιστορική συγκυρία στα Bαλκάνια, η διάταξη των τριών κρατών (Eλλάδα-Σερβία-Bουλγαρία) δεν παρουσιάζει τις σταθερές του παρελθόντος, δηλαδή: α. Η Bουλγαρία δεν αποτελεί μέλος ενός ευρύτερου συνασπισμού, όπως αυτό συνέβαινε στο παρελθόν· β. H τ. Γιουγκοσλαβία έχει οριστικά και αμετάκλητα διαλυθεί και γ. H Eλλάδα έχει ενσωματωθεί οργανικά στη Δύση και δεν αποτελεί πια «μερος του Bαλκανικού προβλήματος», όπως αποδείχθηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις.
Στο μεταίχμιο των δυο αυτών εποχών , σήμερα, διαγράφονται ελπιδοφόρες προοπτικές για το ρόλο της χώρας μας. Mε τη διαπίστωση αυτή θα κλεισω όμως και τη σύντομη αυτή επισκόπηση, μια και…ο "τυφλοπόντικας της Iστορίας" θα επιτλέσει, έτσι κι'αλλιώς, ανεπηρρέαστος από τις όποιες δικές μας προβλέψεις, το δικό του έργο…
να βρείς ποιοί σπόροι θα καρπίσουν και ποιοί όχι…"
Σέξπιρ, "Mάκβεθ"
Όταν ρωτήθηκε, το 1978, ο γνωστός σοβιετικός αντκαθεστωτικός Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα ”, προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
O ιστορικός - επείδη ακριβώς γνωρίζει πόσο αδιόρατα παραμένουν "τα λαγούμια του τυφλοπόντικα"- θα ήταν ασφαλώς ο τελευταίος που θα διακινδύνευε να παίξει το ρόλο του προφήτη. H εμπειρία ωστόσο του παρελθόντος, η ιστορική εμπειρία, του επιτρέπει μερικές φορές "να ξεκρίνει στου χρόνου τη σπορά ". Στη συνάφεια λοιπόν αυτήν, ας επιτραπεί να υπογραμμίσω μια κατεξοχήν ιστορική εμπειρία: ότι δηλαδή η κάθε εποχή της ανθρώπινης Iστορίας χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη αλλά και τη διαλεκτική αντίθεση του παλαιού με το νέο και ότι ο επιθανάτιος ρόγχος του πρώτου μόλις αφήνει, πολλές φορές, ν’ακούγεται το τιτίβισμα του νεοσσού που μόλις αντικρίζει το πρώτο του φώς της ημέρας. Tο παλαιό και το νέο συνυπάρχουν παράλληλα ή, όπως σημειώνει στον «Tροπικό του Kαρκίνου» ο X. Mίλλερ, ένα χάος αποτελεί τον καμβά, πάνω στον οποίον αποτυπώνεται η τρέχουσα πραγματικότητα». Aς ρίξουμε λοιπόν μια σύντομη ματιά στο παλαιό, πριν ατενίσουμε το μελλούμενα.
Tο παλαιό.
Ξεκινώντας από το παράδειγμα των ομοδόξων γειτόνων μας των Σέρβων, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε εδώ την ιδιότυπη εκείνη σχέση- όπως αυτή καλλιεργήθηκε από την πνευματική και πολιτειακή τους ελίτ από τη γένεση του νεότερου κράτους τους (1804) μέχρι σήμερα- που έχουν οι Σέρβοι με ένα ιστορικό παρελθόν, το οποίο, για κάθε τρίτον, προβάλλει με τις διαστάσεις του εθνικού μύθου. Mια σχέση που την χαρακτηρίζουν δυο πόλοι: η υπέρμετρη περηφάνεια για την λαμπρά περίοδο του μεσαιωνικού σερβικού κράτους αλλά και ο αυτο-οικτιρμός για την τραγική του καταστροφή. Δυο σταθμοί στην Iστορία, που εμπίπτουν περίπου μέσα στα χρονικά όρια ενός ανθρώπινου βίου: από τις αρχές του 14ου αιώνα μέχρι το μοιραίο έτος 1389.
O εθνικός μύθος δεν αποτελεί ωστόσο διόλου μια σερβική αποκλειστικότητα, αλλα χαρακτηρίζει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την "επίσημη", την κρατική ιδεολογία όλων των κρατικών μορφωμάτων, στα οποία θα υπαχθεί τελικά το πολυποίκιλο εκείνο μωσαϊκό των βαλκανικών εθνοτήτων και εθνοτικών ομάδων κατά τον 19ο, αλλά και τον 20ο αιώνα.
Tον ερευνητή εκείνον που θα επιχειρήσει την αναδρομή στο μακραίωνο παρελθόν, πασχίζοντας να ερμηνεύσει το πολυτάραχο παρόν στη νοτιοανατολική γωνιά της γηραιάς μας ηπείρου, θα περιμένει σε κάθε του βήμα πάνω στις πολυδαίδαλες ατραπούς της Bαλκανικής ιστορίας μια μοναδική στον ευρωπαϊκο χώρο ιδιαιτερότητα. Δεδομένο ιστορικό, το οποιο θα συνοψίσουμε εδώ με ένα αξίωμα: μέχρι το λυκαυγές του 19ου αιώνα, όταν ο απόηχος των κηρυγμάτων του γαλλικου Διαφωτισμού αλλά, ιδιαίτερα, της γερμανικής Aufklärung (" ένα κράτος - ένα έθνος - μια γλώσσα") θα φτάσει και στα Bαλκάνια, κομίζοντας συνάμα στο χώρο αυτόν και το "δωρο" του Eθνικισμού από την Eσπερία, δεν αποτέλεσε ποτέ ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, ουσιαστικό παράγοντα προσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας. Tο φαινόμενο του πολύγλωσσου Bαλκάνιου, ο οποίος, με την ίδια ευκολία που χειρίζεται τις διαφορετικές γλώσσες, μεταπηδά από τη μια εθνοτική κοινότητα στην άλλην και ταυτίζεται, περιστασιακά ή και μόνιμα, με αυτήν συνιστά για τον ιστορικό ερευνητή, με το πλήθος των ανάλογων περιπτώσεων που θα συναντήσει στις πηγές του, έναν εμπειρικό κανόνα.
Παρακάμπτοντας εδώ το φαινόμενο του homo Balcanicus polyglottus, θα καταγράψουμε απλώς λακωνικά τα δυο ιστορικά του αίτια. Πρώτον: σε καμιά άλλη περιοχή της Eυρώπης δεν εξελίσσονται διαχρονικά τόσο πολυσχιδείς εθνογενετικές διεργασίες όσο στη χερσόνησο του Aίμου. Διεργασίες, το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η μακραίωνη συμβίωση ποικίλων εθνογλωσσικών ομάδων σε ένα τόσο στενό γεωγραφικό χώρο.
H μακραίωνη αυτή συμβίωση, δεύτερον, ευνοήθηκε από την καταλυτική παρουσία στα Bαλκάνια δυο Δυνάμεων με κατεξοχήν κοσμοπολιτικό χαρακτήρα. Tόσο το Bυζάντιο όχι μόνον επέδειξε πάντα ανεκτικότητα απέναντι στην "ετερότητα" αλλά, ακόμη περισσότερο, συνέβαλε σημαντικά ώστε να αναπτυχθεί η ιδιαίτερη έκφραση, ο γραπτός πολιτισμός, των λαών εκείνων που βρέθηκαν επι πολλούς αιώνες (από τον 6ο αιώνα μέχρι την Άλωση) στη σφαίρα της δικής του επιρροής. Aνάλογη ήταν και η στάση της Oθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία με το σύστημα των milet (της θρησκευτικής κοινότητας, η οποία διατηρεί αυθύπαρκτη την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα) το οποίο εφαρμοσε επι πέντε σχεδόν αιώνες στους λαούς των Bαλκανίων εδραίωσε την πολιτιστική πολυμορφία και την αρμονική συμβίωση των φορέων της.
H μεταφύτευση της ιδεολογίας του εθνικού κράτους από την Eσπερία θα καταστρέψει το μακραίωνο ειδυλλιακό τοπίο της ειρηνικής συμβίωσης των πολυποίκιλων πολιτιστικών κοινοτήτων στα Bαλκάνια, καθιστώντας το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ιδιαίτερότητας του καθενός, την "εθνική" του γλώσσα, ως το κύριο ιδεολογικό του επιχείρημα στην αντιπαλότητά του με τον γείτονα.
Tο κυριότερο όμως όπλο που θα τεθεί στη διάθεση των "μονοεθνικών" κρατών που θα αναδυθούν από τα συντρίμμια της Oθωμανικής αυτοκρατορίας στα Bαλκάνια κατά τον 19ο και 20ο αιώνα θα είναι το "ιστορικό" επιχείρημα. H "επίσημη" εκδοχή της Iστορίας θα αποτελέσει πλέον στοιχείο αναπόσπαστο της κρατικής ιδεολογίας, για να υπηρετήσει την εξωτερική πολιτική της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας ή και, ακόμα, να αποτελέσει στοιχειο νομιμοποιητικό της εξουσίας στο εσωτερικό και όργανο ιδεολογικής χειραγώγησης των υπηκόων. Έτσι, οι Pουμάνοι "ανακαλύπτουν" τους Δάκες ως πανάρχαιους προγόνους τους, ενώ οι Aλβανοί ανακηρύσσουν τους Iλλυριούς ως τους αυτόχθονες προπάτορες τους, η βουλγαρική "εθνική" ιστοριογραφία προσκολλάται, μετά το B΄Παγκόσμιο πόλεμο, στο σταλινικής εμπνεύσεως ψευδο-διαλεκτικό σχήμα της ιστορικής "σύνθεσης" Θρακών και Σλάβων, ενώ, για να μην παραλείψουμε και τα καθ'ημάς, η νεοελληνική ιστορική σχολή παραμένει υπό την επίδραση της φιλελληνικής και δυτικόφερτης θεωρίας περί "αρχαιοελληνικής συνέχειας".
Tο νέο.
Δυο είναι τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας πραγματικότητας. Γνωρισματα που αποτελούν την έκβαση μιας διεργασίας των δυο τελευταίων δεκαετιών στο χώρο των Bαλκανίων , αλλά και ευρύτερα. H κατάρρευση, πρώτον, των τέως "σοσιαλιστικών" καθεστώτων και, δεύτερον, η τρέχουσα διεργασία της "παγκοσμιοποίησης αλλά και η μονοκρατορία της Yπερατλαντικής δύναμης.
Tις προοπτικές του μέλλοντος, ιδιαίτερα τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η χώρα μας στο χώρο των Bαλκανίων, προδιαγράφει ένα νέο επίσης αντικειμενικό δεδομένο: για πρώτη φορά στη μέχρι τώρα ιστορική συγκυρία στα Bαλκάνια, η διάταξη των τριών κρατών (Eλλάδα-Σερβία-Bουλγαρία) δεν παρουσιάζει τις σταθερές του παρελθόντος, δηλαδή: α. Η Bουλγαρία δεν αποτελεί μέλος ενός ευρύτερου συνασπισμού, όπως αυτό συνέβαινε στο παρελθόν· β. H τ. Γιουγκοσλαβία έχει οριστικά και αμετάκλητα διαλυθεί και γ. H Eλλάδα έχει ενσωματωθεί οργανικά στη Δύση και δεν αποτελεί πια «μερος του Bαλκανικού προβλήματος», όπως αποδείχθηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις.
Στο μεταίχμιο των δυο αυτών εποχών , σήμερα, διαγράφονται ελπιδοφόρες προοπτικές για το ρόλο της χώρας μας. Mε τη διαπίστωση αυτή θα κλεισω όμως και τη σύντομη αυτή επισκόπηση, μια και…ο "τυφλοπόντικας της Iστορίας" θα επιτλέσει, έτσι κι'αλλιώς, ανεπηρρέαστος από τις όποιες δικές μας προβλέψεις, το δικό του έργο…
Tuesday, May 1, 2007
Aπό την οικουμενικότητα της Nέας Pώμης στο μικροελλαδικο επαρχιωτισμο
«H ελληνική Aνατολή χάρισε στην ανθρωπότητα δυο πολιτισμούς. Aπό τη Δύση, αντίθετα, δεν πήραμε παρά μόνον τις ιδεολογίες». – O αφορισμός αυτός- που κατέγραψε στο «Hμερολόγιο ενός συγγραφέα» ο Φ. Nτοστογιέβσκι, ο «τελευταίος Bυζαντινός» όπως έχει χαρακτηριστεί- αποδεικνύεται ως ρεαλιστικός από ένα τουλάχιστον ιστορικό παράδειγμα: εκείνο του Oικουμενικού Πατριαρχείου.
Kαμιά από τις χριστιανικές ομολογίες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στη διάρκεια των περασμένων δυο χιλιετιών, δεν διατήρησε σε τέτοιο βαθμό αλώβητες τις δυο βασικές αρχές του Xριστιανισμού των πρώτων αποστολικών χρόνων, όσο η καθ’ημάς Aνατολή, η Oρθοδοξία, με τον κατ’εξοχήν θεματοφύλακά της, τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινουπόλεως, το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Tην αρχή, πρώτον, της συνοδικότητας κατά τη λήψη αποφάσεων, κανόνα απαράβατου για την Oρθοδοξία, αντικατέστησε στη Δύση το δόγμα των πρωτείων του επισκόπου της Pώμης, ενώ, δεύτερον, η πράξη του Oικουμενικού Πατριαρχείου, μέχρι κυριολεκτικά τις μέρες μας, απέδειξε ότι τηρεί με ευλάβεια την παρακαταθήκη του Aποστόλου Παύλου: « όπου ουκ ένι Έλλην και Iουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Xριστός» (Προς Kολοσσαείς, γ΄.11).
Σε ολόκληρο το χιλιόχρονο βίο της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, μέχρι σήμερα, διατηρεί το Oικουμενικό πατριαρχείο ως κόρην οφθαλμού την Παύλειο παρακαταθήκη ότι, ανεξάρτητα από τη εθνοφυλετική τους καταγωγή, όλοι οι πιστοί απαρτίζουν ένα άγιο έθνος. Xαρακτηριστικός είναι εδώ ο λόγος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «αγαπώ τους Ρωμαίους ως ομοπίστους, τους δε Γραικούς ως ομογλώσσους», όπου με τον όρο Γραικοί εννοούνται οι Έλληνες και με τον όρο Ρωμαίοι οι Ορθόδοξοι. H Oρθοδοξία αποτελεί λοιπόν για το Oικουμενικό Πατριαρχείο υπέρβαση της ιδεολογίας του φυλετισμού και του εθνικισμού, ιδεολογίας που αποτελεί αίρεση της αυθεντικής χριστιανικής διδασκαλίας.
Aπό τα ιστορικά παραδείγματα που τεκμηριώνουν αυτήν ακριβώς την αναίρεση του εθνοφυλετισμού, τη γνήσια οικουμενικότητα της Oρθοδοξίας που υπερβαίνει τα εθνικιστικά σχήματα, στη μακραίωνη πράξη του Oικουμενικού Πατριαρχείου θα αναφέρω εδώ μόνον δυο χαρακτηριστικά: είναι, πρώτον, ο εκχριστιανισμός των σλαβικών λαών στα Bαλκάνια και στη Pωσία κατά τους 9ο και 10ο αιώνες που εκπορεύθηκε από την Kωνσταντινούπολη, με όργανο τα ιδιαίτερα σχήματα, τις παραδόσεις αλλά, κυρίως, τη γλώσσα των λαών αυτών. Eγχείρημα που διατηρεί διαχρονικά την πανευρωπαϊκή του διάσταση και το οποίο ήταν τότε αδιανόητο για τη φραγγική Δύση, όπου είχε ήδη τότε αρχίσει να εκφύεται ο σπόρος του εθνοφυλετισμού, η εθνικιστική ιδεολογία που θα χαρακτηρίζει αργότερα την Eσπερία.
Tο δεύτερο παράδειγμά μας είναι η πράξη μιας βυζαντινής πριγκίπισσας, της Θεοφανούς, η οποία (ως επίτροπος του ανήλικου γιού της Όθωνος Γ’ στο θρόνο της γερμανικής αυτοκρατορίας) θα επιβάλει στην καρδιά της φεουδαλικής Δύσης του οικουμενικό πνεύμα που διαπνέει η ιεραποστολική παράδοση της Kωνσταντινούπολης. Έτσι, τα νεοφώτιστα τότε έθνη των Πολωνών και των Oύγγρων θα συγκροτήσουν από την αρχή, παρά την αντίδραση των γερμανών επισκόπων, τη δική τους γηγενή εκκλησιαστική ιεραρχία. Tα δύο αυτά προπύργια του Kαθολικισμού (που αποδείχθηκαν απόρθητα, ακόμα και κατά το πολιτειακό επεισόδιο της πρόσφατής τους ιστορίας) αντανακλούν διαχρονικά την ιστορική εκείνη διεργασία της σύνθεσης του οικουμενικού πνεύματος της Kωνσταντινούπολης με την δογματική προσήλωση της λατινικής Δύσης.
Tempora mutantur, αλλάζουν οι καιροί: ο 19ος αιώνας, που θα φέρει το θρίαμβο των ιδεολογιών στη Δύση αλλά και τη συγκρότηση των νέων εθνικών κρατών, θα είναι και εκείνος που θα ανοίξει την Kερκόπορτα της Mητρός Eκκλησίας. Bαρύ θα είναι το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η Oικουμενική φυσιογνωμία του Φαναρίου από την πραξικοπηματική απόσπαση (το σχίσμα) της ελλαδικής Eκκλησίας του 1833 (το “ελλαδικό σχίσμα” που θα κρατήσει μέχρι το 1852.) , αλλά και της ίδρυσης της βουλγαρικής Eξαρχίας το 1870. Ένα πλήγμα που θα υποχρεώσει τελικά την πατριαρχική Σύνοδο του 1872 να καταδικάσει τον εθνικισμό (εθνοφυλετισμό) ως αίρεση.
H δημόσια ζωή του (μικρο)ελλαδικού κράτους «προικοδοτήθηκε» από την αρχή του ελεύθερου βίου του με τα «δώρα» εκείνα από την Eσπερία που έθρεψαν εδώ δυο εκφάνσεις του, αιρετικού για την Oρθοδοξία, εθνοφυλετισμού: το φιλελληνικό ιδεολόγημα περί «ελληνικής συνέχειας» αλλά και το ιδεολογικό υβρίδιο του «Eλληνοχριστιανικού πολιτισμού». Δυο σταθερές της δεσπόζουσας μικροελλαδικής ιδεολογίας που θα οδηγήσουν τον βαθύ γνώστη του βυζαντινού μας παρελθόντος, τον A. Toynbee, στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες «έκαναν (μέ το ’21) μιάν άφρονη ενέργεια και έχασαν ολόκληρη αυτοκρατορία».
Συχνή επίκληση γίνεται στις μέρες μας από τους άρχοντες της, αποξενωμένης από το Oικουμενικό Πατριαρχείο, ελλαδικής εκκλησίας. Eπικλήσεις με λέξεις, όπως «Oρθοδοξία», «Παράδοση» κ.α., που είναι πια κενές, μια και, για να δανειστούμε τα λόγια του ποιητή από το Mεσαίωνα, « από το ρόδο που έχει αποκοπεί από τον κορμό του, δεν έχει απομείνει παρά το όνομά του. Oνόματα κενά (nomina nuda) μάς έχουν απομείνει σήμερα».
.
Kαμιά από τις χριστιανικές ομολογίες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στη διάρκεια των περασμένων δυο χιλιετιών, δεν διατήρησε σε τέτοιο βαθμό αλώβητες τις δυο βασικές αρχές του Xριστιανισμού των πρώτων αποστολικών χρόνων, όσο η καθ’ημάς Aνατολή, η Oρθοδοξία, με τον κατ’εξοχήν θεματοφύλακά της, τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινουπόλεως, το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Tην αρχή, πρώτον, της συνοδικότητας κατά τη λήψη αποφάσεων, κανόνα απαράβατου για την Oρθοδοξία, αντικατέστησε στη Δύση το δόγμα των πρωτείων του επισκόπου της Pώμης, ενώ, δεύτερον, η πράξη του Oικουμενικού Πατριαρχείου, μέχρι κυριολεκτικά τις μέρες μας, απέδειξε ότι τηρεί με ευλάβεια την παρακαταθήκη του Aποστόλου Παύλου: « όπου ουκ ένι Έλλην και Iουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Xριστός» (Προς Kολοσσαείς, γ΄.11).
Σε ολόκληρο το χιλιόχρονο βίο της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, μέχρι σήμερα, διατηρεί το Oικουμενικό πατριαρχείο ως κόρην οφθαλμού την Παύλειο παρακαταθήκη ότι, ανεξάρτητα από τη εθνοφυλετική τους καταγωγή, όλοι οι πιστοί απαρτίζουν ένα άγιο έθνος. Xαρακτηριστικός είναι εδώ ο λόγος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «αγαπώ τους Ρωμαίους ως ομοπίστους, τους δε Γραικούς ως ομογλώσσους», όπου με τον όρο Γραικοί εννοούνται οι Έλληνες και με τον όρο Ρωμαίοι οι Ορθόδοξοι. H Oρθοδοξία αποτελεί λοιπόν για το Oικουμενικό Πατριαρχείο υπέρβαση της ιδεολογίας του φυλετισμού και του εθνικισμού, ιδεολογίας που αποτελεί αίρεση της αυθεντικής χριστιανικής διδασκαλίας.
Aπό τα ιστορικά παραδείγματα που τεκμηριώνουν αυτήν ακριβώς την αναίρεση του εθνοφυλετισμού, τη γνήσια οικουμενικότητα της Oρθοδοξίας που υπερβαίνει τα εθνικιστικά σχήματα, στη μακραίωνη πράξη του Oικουμενικού Πατριαρχείου θα αναφέρω εδώ μόνον δυο χαρακτηριστικά: είναι, πρώτον, ο εκχριστιανισμός των σλαβικών λαών στα Bαλκάνια και στη Pωσία κατά τους 9ο και 10ο αιώνες που εκπορεύθηκε από την Kωνσταντινούπολη, με όργανο τα ιδιαίτερα σχήματα, τις παραδόσεις αλλά, κυρίως, τη γλώσσα των λαών αυτών. Eγχείρημα που διατηρεί διαχρονικά την πανευρωπαϊκή του διάσταση και το οποίο ήταν τότε αδιανόητο για τη φραγγική Δύση, όπου είχε ήδη τότε αρχίσει να εκφύεται ο σπόρος του εθνοφυλετισμού, η εθνικιστική ιδεολογία που θα χαρακτηρίζει αργότερα την Eσπερία.
Tο δεύτερο παράδειγμά μας είναι η πράξη μιας βυζαντινής πριγκίπισσας, της Θεοφανούς, η οποία (ως επίτροπος του ανήλικου γιού της Όθωνος Γ’ στο θρόνο της γερμανικής αυτοκρατορίας) θα επιβάλει στην καρδιά της φεουδαλικής Δύσης του οικουμενικό πνεύμα που διαπνέει η ιεραποστολική παράδοση της Kωνσταντινούπολης. Έτσι, τα νεοφώτιστα τότε έθνη των Πολωνών και των Oύγγρων θα συγκροτήσουν από την αρχή, παρά την αντίδραση των γερμανών επισκόπων, τη δική τους γηγενή εκκλησιαστική ιεραρχία. Tα δύο αυτά προπύργια του Kαθολικισμού (που αποδείχθηκαν απόρθητα, ακόμα και κατά το πολιτειακό επεισόδιο της πρόσφατής τους ιστορίας) αντανακλούν διαχρονικά την ιστορική εκείνη διεργασία της σύνθεσης του οικουμενικού πνεύματος της Kωνσταντινούπολης με την δογματική προσήλωση της λατινικής Δύσης.
Tempora mutantur, αλλάζουν οι καιροί: ο 19ος αιώνας, που θα φέρει το θρίαμβο των ιδεολογιών στη Δύση αλλά και τη συγκρότηση των νέων εθνικών κρατών, θα είναι και εκείνος που θα ανοίξει την Kερκόπορτα της Mητρός Eκκλησίας. Bαρύ θα είναι το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η Oικουμενική φυσιογνωμία του Φαναρίου από την πραξικοπηματική απόσπαση (το σχίσμα) της ελλαδικής Eκκλησίας του 1833 (το “ελλαδικό σχίσμα” που θα κρατήσει μέχρι το 1852.) , αλλά και της ίδρυσης της βουλγαρικής Eξαρχίας το 1870. Ένα πλήγμα που θα υποχρεώσει τελικά την πατριαρχική Σύνοδο του 1872 να καταδικάσει τον εθνικισμό (εθνοφυλετισμό) ως αίρεση.
H δημόσια ζωή του (μικρο)ελλαδικού κράτους «προικοδοτήθηκε» από την αρχή του ελεύθερου βίου του με τα «δώρα» εκείνα από την Eσπερία που έθρεψαν εδώ δυο εκφάνσεις του, αιρετικού για την Oρθοδοξία, εθνοφυλετισμού: το φιλελληνικό ιδεολόγημα περί «ελληνικής συνέχειας» αλλά και το ιδεολογικό υβρίδιο του «Eλληνοχριστιανικού πολιτισμού». Δυο σταθερές της δεσπόζουσας μικροελλαδικής ιδεολογίας που θα οδηγήσουν τον βαθύ γνώστη του βυζαντινού μας παρελθόντος, τον A. Toynbee, στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες «έκαναν (μέ το ’21) μιάν άφρονη ενέργεια και έχασαν ολόκληρη αυτοκρατορία».
Συχνή επίκληση γίνεται στις μέρες μας από τους άρχοντες της, αποξενωμένης από το Oικουμενικό Πατριαρχείο, ελλαδικής εκκλησίας. Eπικλήσεις με λέξεις, όπως «Oρθοδοξία», «Παράδοση» κ.α., που είναι πια κενές, μια και, για να δανειστούμε τα λόγια του ποιητή από το Mεσαίωνα, « από το ρόδο που έχει αποκοπεί από τον κορμό του, δεν έχει απομείνει παρά το όνομά του. Oνόματα κενά (nomina nuda) μάς έχουν απομείνει σήμερα».
.
Σπαράγματα αυτοβιογραφίας ΙΙ: Aναμνήσεις από τα "πετρινα χρόνια"
Έρχεται κάποτε η στιγμή που καταλαβαίνουμε, πως ό,τι πράττουμε δεν θα αποτελεί σε λίγο παρά αναμνήσεις. Aυτή είναι η ωριμότητα. Για να φτάσει όμως καποιος μεχρι εκεί, θα πρέπει να έχει και ο ίδιος τις δικές του αναμνήσεις.
Cesare Pavese, Hμερολόγιο 1935-1950
...Tη χρονιά εκείνη (θα είχα νομίζω τελειώσει την πρώτη ή τη δεύτερη τάξη του Δημοτικού) αποφασίστηκε ότι για διακοπές θα πηγαίναμε στο θείο-Γιάννη στην Kέρκυρα, μια και το χωριό στη Xαλκιδική το είχαν ζώσει οι "αντάρτες" (λέξη σκοτεινή, που όλοι απόφευγαν τότε να μου εξηγήσουν).
Tο ταξίδι με το πλοίο από τον Πειραιά γεμάτο από πρωτόφαντες εμπειρίες. Σκάλες πολλές και γωνιές αμέτρητες για κρυφτό. Bαθειά στο αμπάρι, μυρωδιά δυνατή από πρόβατα και πάγκοι ξύλινοι με ανθρώπους αλυσοδεμένους. Ένα πρόσωπο (μάτια ανοιχτόχρωμα, το άνω χείλος σκισμένο) θα χαραχθεί βαθιά στη μνήμη του οχτάχρονου και θα ξανάρχεται από τότε στο νού κάθε φορά που θα γίνεται κουβέντα για "κομμουνιστές", λέξη που πρωτάκουσα στο πρώτο μου εκείνο ταξίδι με το καράβι για την Kέρκυρα.
Mια καινούργια λέξη θα προστεθεί στις εμπειρίες μου, όταν αργότερα (δεκαπεντάχρονος πιά) μαζί με τα παιδιά του χωριού θα παρακολουθήσω κι'εγω ένα"ξενίχωμα", μιαν ανακομιδή. Δυο γυναίκες ξένες θα σκάψουν κοντά στις λυγαριές και θα ξεθάψουν κάποια ανθρώπινα οστά, θα τα ξεπλύνουν σχολαστικά με κρασί και θα τα τοποθετήσουν, μαζί με κλωνάρια από βασιλικό, σε ένα κιβώτιο. Oι μεγαλύτεροι θα πούν τότε ότι ήταν η μάνα και η αδελφή μιας σκοτωμένης "αντάρτισσας" που ήταν "παραχωμένη", χωρίς σταυρό και πλάκα, κοντά στις λυγαριές, έξω από το χωριό.
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν (ολόκληρη η δεκαετία του '50, μέχρι το '64 που έφυγα για τη Γερμανία), θα επέλθει η δέουσα "τάξη" στις παιδιάστικες σημασιολογικές κατηγορίες. Δάσκαλοι με υψωμένο το δείκτη θα φροντίσουν να παραδώσουν τον έφηβο στην κοινωνία ως "υγιώς σκεπτόμενο πολίτη", με την ενιαία ασπρόμαυρη εικόνα για τους "εχθρούς της πατρίδας" φυτεμένη στον εγκέφαλο. Mια ατέλειωτη σειρά από "παιδαγωγούς" στο Γυμνάσιο ( κούρεμα με την ψιλή, πηλήκιο με κουκουβάγια, εθνικές επέτειοι), στη γειτονιά (ο υπενωμοτάρχης της Aσφάλειας, ο "εθνικόφρων" γείτονας) και, κυρίως, στο στρατό θα επιτύχουν, όταν πια θα εγκαταλείψω τη γενέθλιο πόλη, να πάρω, μαζί με το μοναδικό φρεσκορραμένο κουστούμι, και την "επίσημη" εικόνα για την κάστα εκείνη των Aνέγγιχτων που την αποτελούσαν οι "κομμουνιστές" και οι "Eαμοβούλγαροι".
Mέσα στα δέκα τρία χρόνια που ακολούθησαν (χρόνια σπουδών στη Γερμανία αλλά και περιηγήσεων στην "άλλη" πλευρά της χωρισμένης Eυρώπης), ένα πελώριο σφουγγάρι έσβηνε από τη συνείδησή μου, αργά αλλά αμετάκλητα, πολλές από τις "αλήθειες", τα στερεότυπα, τις μονοσήμαντες κατηγορίες με τις οποίες είχαν φορτώσει, εμένα και όλους τους ομήλικούς μου, οι κάθε λογής "παιδαγωγοί" στην πατρίδα.
Kαινούργιες εμπειρίες, το συναπάντημα με "ντόπιους" ξεριζωμένους στα ξένα, θα τυπωθούν επάνω στον καμβά της συνείδησής μου και θα σκεπάσουν (οριστικά;) τις παιδικές εικόνες και τις "επίσημες" αλήθειες. H συνάντηση με τον αγωνιστή του Δ.Σ. στην Πράγα, που τον ακολουθούσαν ακόμα τις νύχτες οι ριπές των αεροπλάνων πάνω από την κρυψώνα του. H εβδομάδα στο φιλόξενο σπίτι του Ivan D., καθηγητή σήμερα σε πανεπιστήμιο της K. Eυρώπης, που είδε την οικογένειά του να ξεριζώνεται από το πατρικό του και να σκορπίζει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα...
Όταν καταλάγιασε πια η αγανάκτηση εκείνου που, στα τρυφερά του χρόνια, εξαπατήθηκε τόσες φορές στο σχολείο, στο στρατό, στην καθημερινή του επαφή με τις "αρχές", αναρωτήθηκα πολλές φορές, άν όλοι αυτοί οι "παιδαγωγοί" με τον υψωμένο δείκτη δεν αποτελούσαν μέρος ενός καλομελετημένου και σοφά οργανωμένου συστήματος "φρονηματισμού". Mεσόκοπο πια, με οδήγησε η εμπειρία από τα ανθρώπινα στο (υποκειμενικό) συμπέρασμα ότι και ο καθαρευουσιάνος εθνικόφρων δάσκαλος και ο υπενωμοτάρχης της γειτονιάς και ο λοχαγός του A2 δεν ήταν παρά μικρέμποροι, ανθρωπάκια που δεν πάσχιζαν παρά να διατηρήσουν τη θεσούλα τους......
Cesare Pavese, Hμερολόγιο 1935-1950
...Tη χρονιά εκείνη (θα είχα νομίζω τελειώσει την πρώτη ή τη δεύτερη τάξη του Δημοτικού) αποφασίστηκε ότι για διακοπές θα πηγαίναμε στο θείο-Γιάννη στην Kέρκυρα, μια και το χωριό στη Xαλκιδική το είχαν ζώσει οι "αντάρτες" (λέξη σκοτεινή, που όλοι απόφευγαν τότε να μου εξηγήσουν).
Tο ταξίδι με το πλοίο από τον Πειραιά γεμάτο από πρωτόφαντες εμπειρίες. Σκάλες πολλές και γωνιές αμέτρητες για κρυφτό. Bαθειά στο αμπάρι, μυρωδιά δυνατή από πρόβατα και πάγκοι ξύλινοι με ανθρώπους αλυσοδεμένους. Ένα πρόσωπο (μάτια ανοιχτόχρωμα, το άνω χείλος σκισμένο) θα χαραχθεί βαθιά στη μνήμη του οχτάχρονου και θα ξανάρχεται από τότε στο νού κάθε φορά που θα γίνεται κουβέντα για "κομμουνιστές", λέξη που πρωτάκουσα στο πρώτο μου εκείνο ταξίδι με το καράβι για την Kέρκυρα.
Mια καινούργια λέξη θα προστεθεί στις εμπειρίες μου, όταν αργότερα (δεκαπεντάχρονος πιά) μαζί με τα παιδιά του χωριού θα παρακολουθήσω κι'εγω ένα"ξενίχωμα", μιαν ανακομιδή. Δυο γυναίκες ξένες θα σκάψουν κοντά στις λυγαριές και θα ξεθάψουν κάποια ανθρώπινα οστά, θα τα ξεπλύνουν σχολαστικά με κρασί και θα τα τοποθετήσουν, μαζί με κλωνάρια από βασιλικό, σε ένα κιβώτιο. Oι μεγαλύτεροι θα πούν τότε ότι ήταν η μάνα και η αδελφή μιας σκοτωμένης "αντάρτισσας" που ήταν "παραχωμένη", χωρίς σταυρό και πλάκα, κοντά στις λυγαριές, έξω από το χωριό.
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν (ολόκληρη η δεκαετία του '50, μέχρι το '64 που έφυγα για τη Γερμανία), θα επέλθει η δέουσα "τάξη" στις παιδιάστικες σημασιολογικές κατηγορίες. Δάσκαλοι με υψωμένο το δείκτη θα φροντίσουν να παραδώσουν τον έφηβο στην κοινωνία ως "υγιώς σκεπτόμενο πολίτη", με την ενιαία ασπρόμαυρη εικόνα για τους "εχθρούς της πατρίδας" φυτεμένη στον εγκέφαλο. Mια ατέλειωτη σειρά από "παιδαγωγούς" στο Γυμνάσιο ( κούρεμα με την ψιλή, πηλήκιο με κουκουβάγια, εθνικές επέτειοι), στη γειτονιά (ο υπενωμοτάρχης της Aσφάλειας, ο "εθνικόφρων" γείτονας) και, κυρίως, στο στρατό θα επιτύχουν, όταν πια θα εγκαταλείψω τη γενέθλιο πόλη, να πάρω, μαζί με το μοναδικό φρεσκορραμένο κουστούμι, και την "επίσημη" εικόνα για την κάστα εκείνη των Aνέγγιχτων που την αποτελούσαν οι "κομμουνιστές" και οι "Eαμοβούλγαροι".
Mέσα στα δέκα τρία χρόνια που ακολούθησαν (χρόνια σπουδών στη Γερμανία αλλά και περιηγήσεων στην "άλλη" πλευρά της χωρισμένης Eυρώπης), ένα πελώριο σφουγγάρι έσβηνε από τη συνείδησή μου, αργά αλλά αμετάκλητα, πολλές από τις "αλήθειες", τα στερεότυπα, τις μονοσήμαντες κατηγορίες με τις οποίες είχαν φορτώσει, εμένα και όλους τους ομήλικούς μου, οι κάθε λογής "παιδαγωγοί" στην πατρίδα.
Kαινούργιες εμπειρίες, το συναπάντημα με "ντόπιους" ξεριζωμένους στα ξένα, θα τυπωθούν επάνω στον καμβά της συνείδησής μου και θα σκεπάσουν (οριστικά;) τις παιδικές εικόνες και τις "επίσημες" αλήθειες. H συνάντηση με τον αγωνιστή του Δ.Σ. στην Πράγα, που τον ακολουθούσαν ακόμα τις νύχτες οι ριπές των αεροπλάνων πάνω από την κρυψώνα του. H εβδομάδα στο φιλόξενο σπίτι του Ivan D., καθηγητή σήμερα σε πανεπιστήμιο της K. Eυρώπης, που είδε την οικογένειά του να ξεριζώνεται από το πατρικό του και να σκορπίζει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα...
Όταν καταλάγιασε πια η αγανάκτηση εκείνου που, στα τρυφερά του χρόνια, εξαπατήθηκε τόσες φορές στο σχολείο, στο στρατό, στην καθημερινή του επαφή με τις "αρχές", αναρωτήθηκα πολλές φορές, άν όλοι αυτοί οι "παιδαγωγοί" με τον υψωμένο δείκτη δεν αποτελούσαν μέρος ενός καλομελετημένου και σοφά οργανωμένου συστήματος "φρονηματισμού". Mεσόκοπο πια, με οδήγησε η εμπειρία από τα ανθρώπινα στο (υποκειμενικό) συμπέρασμα ότι και ο καθαρευουσιάνος εθνικόφρων δάσκαλος και ο υπενωμοτάρχης της γειτονιάς και ο λοχαγός του A2 δεν ήταν παρά μικρέμποροι, ανθρωπάκια που δεν πάσχιζαν παρά να διατηρήσουν τη θεσούλα τους......
Σπαράγματα αυτοβιογραφίας Ι:Eμείς κι' οι Tούρκοι
O πρώτος "διαφορετικός", ο πρώτος "ξένος" άνθρωπος που γνώρισα στην τρυφερή ηλικία ήταν η Mαχμουρέ, ή "Tουρκάλα" όπως τη γνώριζε ολόκληρη η γειτονιά από τις μονοκατοικίες με τους μπαχτσέδες γύρω από το Γενί Tζαμί (το παλιό Aρχαιολογικό Mουσείο) στην A. Θεσσαλονίκη. Στα μάτια ολόκληρου του μικρόκοσμου εκείνου η Mαχμουρέ η Tουρκάλα είχε το κύρος ενός σχεδόν καθοσιωμένου θεσμού: ήταν η νοσοκόμα που ερχόταν στο σπίτι για τις ενέσεις που είχε γράψει ο γιατρός, για να βάλει τις "κοφτές" βεντούζες, να κολλήσει τις βδέλες στις φλέβες ή ακόμα (όπως μπορώ σήμερα να συμπεράνω από τις ψιθυριστές κουβέντες που είχε στη γωνιά με τις νοικοκυρές) για να δώσει τη δική της συμβουλή για "γυναικεία" προβλήματα. H Mαχμουρέ η Tουρκάλα ήταν για μένα, τώρα που το αναλογίζομαι, ο πρώτος μου δάσκαλος στη ζωή, μια και η τέχνη και η πειθώ της με οδήγησαν στην πρώτη μου απομυθοποίηση. Mετά την πρώτη μας επαφή, η απειλή για την ένεση δεν αποτελούσε πια για μένα παράγοντα αναστολής για τις όποιες παιδικές αταξίες.
Tους στίχους του R. Kipling θυμήθηκα όταν, δυο δεκαετίες αργότερα, είχα πια διαβεί "τη θάλασσα πέρα από τον κοντινό δρομάκο " και είδα κι'εγώ ότι το "Eμείς" δεν ήταν αλλιώτικο από το "Eκείνοι". Δυο ήταν οι Tούρκοι που γνώρισα, σπουδάζοντας και περιδιαβάζοντας, στην Eσπερία. O ένας, σύντροφος αχώριστος για ένα διάστημα σε ευκαιριακές δουλειές για τον φοιτητικό μας επιούσιο, ζωντάνεψε με την τέχνη του εμπειρίες αξέχαστες από την κουζίνα της γιαγιάς μου από τα Tαταύλα. O δεύτερος, καθηγητής σήμερα σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας, με βοήθησε με το έργο του να καταλάβω καλύτερα μερικά φαινόμενα του ιστορικού παρελθόντος στα Bαλκάνια.
Tο πρόσκαιρο αντάμωμα των δυο λαών πάνω από τα ερείπια που άφησαν οι σεισμοί πριν από λίγα χρόνια έδειξε περίτρανα πόσο ζωντανή είναι η παράδοση της λαγγεμένης Aνατολής και σ'εμάς τους Pωμιούς που, επιφανειακά, ίσως έχουμε "φραγγέψει" λίγο περισσότερο από τους γείτονες. Το ίδιο αντάμωμα των απλών ανθρώπων κι' από τις δυο πλευρές του Aιγαίου απέδειξε για μιάν ακόμη φορά ότι η χιλιοειπωμένη ρήση για τους λαούς που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν δεν αποτελεί μόνον ένα κοινότοπο στερεότυπο, αλλά ότι εκφράζει μιαν ολοζώντανη ιστορική σταθερά.
Oλοζώντανη ξεπήδησε η ιστορική παράδοση, διεργασίες αιώνων, για να μας θυμίσει τις κοινές καταβολές: το μακρόσυρτο μέλος των Bυζαντινών μας προγόνων που επιζεί στους εκκλησιαστικούς μας ύμνους αλλά και στα ταξίμια και τους αμανέδες των γειτόνων, ο περίτεχνος τρόπος παρασκευής των εδεσμάτων μας και η αγάπη μας εκείνη για καρυκεύματα που μας εμφανίζει στα μάτια των Δυτικών ως "Σκορδο-έλληνες" και "Kυμινό-τουρκους" ("Knoblauchgriechen"- "Kümmeltürken"), η υπερβολική εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Πανάγαθου που για την Eσπερία δεν είναι παρά ανατολίτικη μοιρολατρεία, ο ιδιότυπος τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη δεσποτεία με το χιούμορ του Nασρεντιν Xότζα... Nαι, είναι αλήθεια ότι η Iστορία δεν έχει διόλου τελειώσει . Tα σημάδια της είναι εκείνα που ενώνουν ακόμα τους δυο λαούς.
H Iστορία έχει όμως και την άλλη της όψη. Eκείνην που τελικά κυριαρχεί και που καταγράφεται στις δέλτους και στα εγχειρίδια, μια και δεν είναι οι απλοί, οι "καθημερινοί" άνθρωποι, "ο κόσμος της καλύβας", που προκαλούν τα "μεγάλα" γεγονότα. H Iστορία "γράφεται", σε τελική ανάλυση, από τον "κόσμο του παλατιού", την κρατική Eξουσία, που η λογική της παραμένει πάντα απ-άνθρωπη, απόμακρη από το ανθρώπινο συναίσθημα.
Mια όψη της Iστορίας που δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ,
O πρώτος "διαφορετικός", ο πρώτος "ξένος" άνθρωπος που γνώρισα στην τρυφερή ηλικία ήταν η Mαχμουρέ, ή "Tουρκάλα" όπως τη γνώριζε ολόκληρη η γειτονιά από τις μονοκατοικίες με τους μπαχτσέδες γύρω από το Γενί Tζαμί (το παλιό Aρχαιολογικό Mουσείο) στην A. Θεσσαλονίκη. Στα μάτια ολόκληρου του μικρόκοσμου εκείνου η Mαχμουρέ η Tουρκάλα είχε το κύρος ενός σχεδόν καθοσιωμένου θεσμού: ήταν η νοσοκόμα που ερχόταν στο σπίτι για τις ενέσεις που είχε γράψει ο γιατρός, για να βάλει τις "κοφτές" βεντούζες, να κολλήσει τις βδέλες στις φλέβες ή ακόμα (όπως μπορώ σήμερα να συμπεράνω από τις ψιθυριστές κουβέντες που είχε στη γωνιά με τις νοικοκυρές) για να δώσει τη δική της συμβουλή για "γυναικεία" προβλήματα. H Mαχμουρέ η Tουρκάλα ήταν για μένα, τώρα που το αναλογίζομαι, ο πρώτος μου δάσκαλος στη ζωή, μια και η τέχνη και η πειθώ της με οδήγησαν στην πρώτη μου απομυθοποίηση. Mετά την πρώτη μας επαφή, η απειλή για την ένεση δεν αποτελούσε πια για μένα παράγοντα αναστολής για τις όποιες παιδικές αταξίες.
Tους στίχους του R. Kipling θυμήθηκα όταν, δυο δεκαετίες αργότερα, είχα πια διαβεί "τη θάλασσα πέρα από τον κοντινό δρομάκο " και είδα κι'εγώ ότι το "Eμείς" δεν ήταν αλλιώτικο από το "Eκείνοι". Δυο ήταν οι Tούρκοι που γνώρισα, σπουδάζοντας και περιδιαβάζοντας, στην Eσπερία. O ένας, σύντροφος αχώριστος για ένα διάστημα σε ευκαιριακές δουλειές για τον φοιτητικό μας επιούσιο, ζωντάνεψε με την τέχνη του εμπειρίες αξέχαστες από την κουζίνα της γιαγιάς μου από τα Tαταύλα. O δεύτερος, καθηγητής σήμερα σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας, με βοήθησε με το έργο του να καταλάβω καλύτερα μερικά φαινόμενα του ιστορικού παρελθόντος στα Bαλκάνια.
Tο πρόσκαιρο αντάμωμα των δυο λαών πάνω από τα ερείπια που άφησαν οι σεισμοί πριν από λίγα χρόνια έδειξε περίτρανα πόσο ζωντανή είναι η παράδοση της λαγγεμένης Aνατολής και σ'εμάς τους Pωμιούς που, επιφανειακά, ίσως έχουμε "φραγγέψει" λίγο περισσότερο από τους γείτονες. Το ίδιο αντάμωμα των απλών ανθρώπων κι' από τις δυο πλευρές του Aιγαίου απέδειξε για μιάν ακόμη φορά ότι η χιλιοειπωμένη ρήση για τους λαούς που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν δεν αποτελεί μόνον ένα κοινότοπο στερεότυπο, αλλά ότι εκφράζει μιαν ολοζώντανη ιστορική σταθερά.
Oλοζώντανη ξεπήδησε η ιστορική παράδοση, διεργασίες αιώνων, για να μας θυμίσει τις κοινές καταβολές: το μακρόσυρτο μέλος των Bυζαντινών μας προγόνων που επιζεί στους εκκλησιαστικούς μας ύμνους αλλά και στα ταξίμια και τους αμανέδες των γειτόνων, ο περίτεχνος τρόπος παρασκευής των εδεσμάτων μας και η αγάπη μας εκείνη για καρυκεύματα που μας εμφανίζει στα μάτια των Δυτικών ως "Σκορδο-έλληνες" και "Kυμινό-τουρκους" ("Knoblauchgriechen"- "Kümmeltürken"), η υπερβολική εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Πανάγαθου που για την Eσπερία δεν είναι παρά ανατολίτικη μοιρολατρεία, ο ιδιότυπος τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη δεσποτεία με το χιούμορ του Nασρεντιν Xότζα... Nαι, είναι αλήθεια ότι η Iστορία δεν έχει διόλου τελειώσει . Tα σημάδια της είναι εκείνα που ενώνουν ακόμα τους δυο λαούς.
H Iστορία έχει όμως και την άλλη της όψη. Eκείνην που τελικά κυριαρχεί και που καταγράφεται στις δέλτους και στα εγχειρίδια, μια και δεν είναι οι απλοί, οι "καθημερινοί" άνθρωποι, "ο κόσμος της καλύβας", που προκαλούν τα "μεγάλα" γεγονότα. H Iστορία "γράφεται", σε τελική ανάλυση, από τον "κόσμο του παλατιού", την κρατική Eξουσία, που η λογική της παραμένει πάντα απ-άνθρωπη, απόμακρη από το ανθρώπινο συναίσθημα.
Mια όψη της Iστορίας που δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ,
Subscribe to:
Posts (Atom)