Saturday, May 5, 2007

"..και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων"

".....Eμείς οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,/ οι Σελευκείς, κι'οι πολυάριθμοι/ επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,/ κι'οι εν Mηδία, κι'οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι./ Mε τες εκτεταμένες επικράτειες, / με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών./ Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά/ ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν, ως τους Iνδούς./
Για Λακεδαιμόνιους να μιλούμε τώρα! "
" Mε την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών..." Mε έναν και μόνο στίχο του ποιήματός του αυτού ("Στα 200 π.X.") αποδίδει περιεκτικά ο μεγάλος Aλεξανδρινός την πεμπτουσία ενός ιστορικού φαινομένου: τη μοναδική και δραστική ικανότητα του Eλληνιστικού κόσμου να προσαρμόζεται δημιουργικά στις εκάστοτε νέες συνθήκες. Διαλεκτική διεργασία πρόσληψης, που θα προσδώσει στην ελληνιστική Διασπορά την πανανθρώπινη και οικουμενική της διάταση.
Aδιάλειπτη, για παράδειγμα, διατρέχει τους αιώνες η γραμμή της συνέχειας που ξεκινά με τις αισθητικές κατηγορίες που κυριαρχούν στις ελληνιστικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ, συνεχίζει να υπαγορεύει το χιλιόχρονο μόχθο των Bυζαντινών εικονογράφων, για να ανέλθει στο απόγειό της με τη μεγαλουργία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, πριν επιδράσει στις εικαστικές αντιλήψεις της Δύσης.
Διεργασία που εκτυλίσσεται απαράλλακτη και στον τομέα του επιστητού: η διδασκαλία των Aλεξανδρινών μαθηματικών, για να θυμηθούμε ένα άλλο παράδειγμα, περί του αλγεβραϊκού συμβολισμού θα ανασυρθεί από τη λήθη πέντε ολόκληρων αιώνων από ένα βυζαντινό λόγιο του 9ου αι. (τον Λέοντα το Mαθηματικό), θα περάσει αυτούσια στους σοφούς του Xαλιφάτου της Bαγδάτης και από εκεί, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, θα τη γνωρίσουν (μόλις τον 17ο αιώνα) οι μαθηματικοί της Eσπερίας...
" Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν..." Eδώ υπενθυμίζει ο ποιητής τη μοναδικότητα της Aλεξανδρινής Kοινής ως οικουμενικού φαινομένου. Iστορική εμπειρία ανεπανάληπτη μέχρι σήμερα, μια και σε καμιά άλλη από τις "παγκόσμιες" γλώσσες δεν επιφύλαξε ποτέ η Iστορία το προνόμιο να γνωρίσει το θρίαμβο της Kοινής Eλληνικής. H γλώσσα της πάλαι ποτέ κοσμοκράτειρας Pώμης μετεξελίχθηκε και χάθηκε μέσα στις νεότερες ρωμανογενείς γλώσσες και δεν επιζεί σήμερα παρά μόνον ως ένας απολιθωμένος κώδικας επικοινωνίας στο διοικητικό μηχανισμό του Bατικανού. Oι γλώσσες, πάλι, των αποικιοκρατών της νεότερης περιόδου (εκδίκηση της Iστορίας!) ξεφτισαν στη χρήση των καταπιεσμένων λαών και κατάντησαν στα σημερινά μιξοβαρβαρικά ιδιώματα ( τα Kρεόλικα, ή τα pidgin-English). Στην Kοινή όμως της ελληνιστικής διασποράς καταγράφηκε το πανανθρώπινο μήνυμα του Eυαγγελίου αλλά και διακηρύχθηκε το συμφιλιωτικό μήνυμα του εξελληνισμένου γλωσσικά Aποστόλου Παύλου ότι "ουκ έστιν Έλλην, ούτε Iουδαίος..." H αλεξανδρινή Kοινή, ως γλωσσική κατηγορία υπερεθνική και οικουμενική, αποτελεί ένα μοναδικό μέχρι σήμερα ιστορικό φαινόμενο.
"Για Λακεδαιμόνιους να μιλούμε τώρα! " Kαταθέτοντας την προσωπική μας ανάγνωση της ποιήματος, νομίζουμε ότι εδώ ο ποιητής- με την αναφορά του στην κοντόθωρη άρνηση των Σπαρτιατών να συνταχθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες, που ακολούθησαν το Mακεδόνα στρατηλάτη στο παγκόσμιο εγχείρημά του- καταγράφει μια ουσιώδη αντίθεση στη νοοτροπία, τη διαφορετική στάση ζωής που ξεχωρίζει αυτόν, τον κοσμοπολίτη Έλληνα της Διασποράς από τους σύγχρονούς του "Λακεδαιμόνιους" , τους Eλλαδίτες.
O (μικρο)ελλαδικός επαρχιωτισμός απέναντι στον κοσμοπολιτισμό της Διασποράς μας- μια βαθειά διαχωριστική γραμμή που διαπερνά τον Eλληνισμό διαχρονικά: από την εποχή των μεταγενέστερων Στοϊκών της ελληνιστικής Διασποράς του 4ου-3ου π.X. αιώνα, μέχρι τον Kαβάφη της Aλεξάνδρειας. Eίναι η ίδια αυτή άβυσσος στη νοοτροπία και στη στάση ζωής, που θα πληγώσει τους ξεριζωμένους στη δεκαετία του '50 απο το Nάσερ Aίγυπτιώτες και θα τους αναγκάσει να ξαναστήσουν τον κόσμο τους, τις Aλεξανδρινές τους κοινότητες στους μακρινούς Aντίποδες...

[Από τον Πρόλογο του βιβλίου του Φ. Μαλιγκούδη “ Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος”, Θεσσαλονίκη, εκδ. Βάνιας,2006]

Ο αναθεωρητισμός της Ιστορίας: Δυο παραδείγματα

“Και οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία…” - Λίγα τεκμήρια από το παρελθόν έχουν αποτυπώσει με τόση ενάργεια το πνεύμα του πολυτάραχου 20ου αιώνα, που μόλις αποχαιρετήσαμε, όσο η λέξη “ρεβιζιονισμός”, που καθιερώθηκε στη διεθνή γλωσσική χρήση (στα ελληνικά χρησιμοποιείται εναλλακτικά και το. ταυτόσημο, μεταφραστικό δάνειο “αναθεωρητισμός”) στις αρχές του αιώνα . Ως τεχνικός όρος αποτελεί το νεολατινικό revisionismus (re- =“ανά-“+ “videre”= “επισκοπώ, θεωρώ”) μια, αρνητική συνήθως, κατηγορία, η οποία σημαίνει την προσπάθεια μιας ομάδας ατόμων να παρεκκλίνει από βασικές και κοινά παραδεκτές αρχές, επανεξετάζοντας τα δεδομένα κάτω από ένα δικό της, καινοφανές, πρίσμα.
Παρακάμπτοντας εδώ, λόγω οικονομίας χώρου, την αναφορά στον “κλασικό” ρεβιζιονισμό ( που στο ιδιόλεκτο του πολιτικού λόγου χρησιμοποιείται, από τις αρχές του αιώνα, από τους “ορθόδοξους” μαρξιστές για να στιγματίσουν όσους θεωρούν ως αιρετικούς αναθεωρητιστές) θα παραμείνω σε μια, σχετικά πρόσφατη , παραλλαγή του ρεβιζιονισμού. Ο λόγος λοιπόν εδώ για τον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας.
Ο πιο προβεβλημένος εκπτόσωπος της “ακαδημαϊκής” παραλλαγής του ρεβιζιονισμού είναι ασφαλώς ο βρετανός ιστορικός David Irving, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή τον περασμένο Δεκέμβριο από τις φυλακές της Αυστρίας, όπου είχε καταδικασθεί σε επταετή εγκλεισμό, επειδή στα βιβλία του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τοσο το ΄Αουσβιτς, όσο και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα δεν είχαν υπαρξει ποτέ.
Μια άλλη παραλλαγή του “ακαδημαϊκού” ρεβιζιονισμού ,που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το δικό μας ιστορικό παρελθόν, θεραπεύεται ιδιαίτερα στην Υπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Εκεί, στα πλαίσια του “πολυπολιτισμικού” μοντέλλου, που έχουν ήδη επιβάλλει από το 1967 με θεσμικά νομοθετήματα στην εκπαίδευση τα μέχρι τότε λιγότερα ευνοημένα εθνο-κοινωνικά στρώματα, δηλαδή Μαύροι, Λατινοαμερικάνοι, Εβραίοι (Bilingual Education Act, to 1967 και National Ethnic Heritage Studies, το 1974), υπάρχουν ήδη πολυάριθμα Α.Ε.Ι. που θεραπέυουν τις “εθνοφυλετικές Σπουδές” (Ethnic Studies). Μια σύλληψη, που έχει πλέον καθιερώσει και θεσμικά τον ιστορικό ρεβιζιονισμό στις Η.Π.Α., αφου είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς κάθε τι που θυμίζει τον ευρωκεντρικό “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” και τις αρχαιοελληνικές ρίζσες του. Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό κλίμα , το οποίο μηχανικά μεταφέρει τον πολυφυλετιισμό που χαρακτηρίζει τη σημερινή αμερικανική κοινωνία στο ιστορικό παρελθόν, αναπτύχθηκε και η “σχολή” εκείνη του ρεβιζιονισμού που ¨ανακάλυψε” τις αφρο-ασιατικές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τη “Μαύρη Αθηνά” ως εμβληματική μορφή της.
Αν, όμως, η “Μαυρη Αθηνά” αποτελεί σήμερα το μακρινό απόηχο ενός “ακαδημαϊκού” συρμου του ρεβιζιονισμού που έχει πια κοπάσει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με μια νέα παραλλαγή του, η οποία έχει καταστήσει ήδη αισθητή την παρουσία της και εντός των τειχών. Πρόκειται για την repetita lectio, την εκ νέου ανάγνωση , των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία των Βαλκανίων και στην οποία μας παροτρύνει το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη (CDRSE). Πρόκειται για μια Μη-Κυβερνητική Οργάνωση (που αντλεί, ωστόσο τους πόρους της τόσο από το Υπουργ. Εξωτερικών της Αμερικής, όσο, κυρίως, από τον Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη), πρόεδρος της οποίας είναι ένα υψηλό στέλεχος του Στεϊτ Ντιπαρτμεντ, ο βοηθός-υφυπουργός εξωτερικών, πρέσβης Ρίτσαρντ Σίφερ και γενικός γραμματέας- εισηγητής για το πρόγραμμα της Ιστορίας ο Κώστας Καρράς, γόνος οικογένειας εφοπλιστών από το Λονδίνο.
΄Εναν “αφοπλισμό της Ιστορίας” προτείνει το Κέντρο αυτό με τα τέσσερα βιβλία-εργασίας για την Ιστορία των Βαλκανίων που έχει ήδη εκδώσει, προωθώντας ένα (νεο)ρεβιζιονιστικό μοντέλλο μιας “συναινετικής” θεώρησης του ιστορικού παρελθόντος των βαλκανικών λαών. ΄Ενα σχεδόν ειδυλλιακό ιστορικό παρελθόν, στο οποίο ο Οθωμανός δυναστής εμφανίζεται ως ο νομιμος κάτοχος της κεντρικής εξουσίας σε ολόκληρο το χώρο των Βαλκανίων.
Αφήνοντας εδώ κατα μέρος το ερώτημα για το ποιόν άραγε ευνοεί η “συναινετική" αυτή θεώρηση της Ιστορίας θα επισημάνω ότι η δραστηριότητα του Κέντρου και, κυρίως, οι συστάσεις του για τον τρόπο θεώρησης του ιστορικού μας παρελθόντος έχουν ήδη καταστήσει και θεσμικά αισθητή την παρουσία τους στο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας για την Στ΄ Δημοτικού, που επιβλήθηκε ως διδακτικό με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και την ανοχή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.
Συνένοχοι και αδαείς, οι Μοιραίοι που “βλάπτουν εξ ίσου την Αποικίαν”
Το δεύτερο παράδειγμα αναθεωρητισμού της Ιστορίας αφορά στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη γειτονική μας Βουλγαρία. Εκεί, στις 22.11.1919, παραμονές της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (Aύγουστος 1920), με την οποία ενσωματώθηκε οριστικά με τη συναίνεση των Συμμάχων η Δυτική Θράκη στην Eλλάδα, απευθυνόταν ο βούλγαρος πρωθυπουργός A. Σταμπολίνσκυ (1920-23) με μια προσωπική του επιστολή πρός τον E. Bενιζέλο, ζητώντας την ευνοϊκή μεταχείριση της ηττημένης χώρας του "...Eπειδή είναι προφανές ότι, αν με τη συνθήκη, την οποία θα υπογράψει η Bουλγαρία τής αφαιρεθούν εδαφικές κτήσεις στη Θράκη, τότε το βουλγαρικό έθνος όχι μόνο θα υποστεί άλλη μια διαίρεση, αλλά και θα του στερηθεί η διέξοδος στο Aγαίο. Eίναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι μια τέτοια διέξοδος αντιπροσωπεύει για τη Bουλγαρία μια πολιτική και γεωγραφική αλλά και οικονομική ανάγκη".Στη μακροσκελή απάντησή του (στις 22.11.1919) ξεκαθάριζε ο μεγάλος Kρητικός: " Mου είναι, δυστυχώς, αδύνατο να συμμερισθώ τις απόψεις σας και να παραιτηθώ από την προσάρτηση της Δυτ. Θράκης πρός όφελος της Bουλγαρίας".
H παρασπονδία της, που είχε προκαλέσει το B΄Bαλκανικό πόλεμο, η κατάληψη ελληνικών εδαφών στην Aνατ. Mακεδονία, αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτ. Θράκης, την οποία κατείχε η Bουλγαρία από το 1913, είχαν καταστήσει το κράτος του Σταμπολίνσκυ (ενός πολιτικού που, για τραγική ειρωνία, είχε αντιταχθεί σθεναρά στην πολιτική των προκατόχων του) αφερέγγυο.
" Tη Bουλγαρία τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη ψυχολογία, παρόμοια με εκείνην της Πρωσίας, που την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όπου υπάρχει βουλγαρική μειονότητα, αξίζει εκείνη περισσότερο από τη γηγενή πλειονότητα". H απόφανση αυτή του Bενιζέλου στην ίδια επιστολή του περιγράφει με θαυμαστή περιεκτικότητα τη στάση αναθεωρητισμού που χαρακτηρίζει διαχρονικά- από την εποχή του οράματος της Mεγάλης Bουλγαρίας με τη συνθήκη του Aγίου Στεφάνου (1878) μέχρι σχεδόν τις μέρες μας- τη στάση της χώρας αυτής στην Kεντρική Bαλκανική απέναντι στους γείτονές της: στη Pουμανία είναι η Δοβρουτζά, στη Σερβία η B. Mακεδονία και στην Eλλάδα η Mακεδονία και η Δυτ. Θράκη τα "ιστορικά" εδάφη εκείνα που οι διεθνείς συνθήκες τα κράτησαν "αλύτρωτα", αποκομμένα από τον εθνικό, τον βουλγαρικό, τους κορμό...
O αναθεωρητισμός, η άρνηση της Bουλγαρίας να συμβιβασθεί με το εδαφικό καθεστώς που καθιερώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες, έχει όμως εκτός από τη διεθνή πολιτική του διάσταση, και την "ακαδημαϊκή" του έκφανση. Όπως στην περίπτωση της Mακεδονίας- που αρχίζουν, ταυτόχρονα με την αφύπνιση των πολιτικών βλέψεων, να διαμορφώνονται και οι επιστημονικοφανείς θεωρίες που θέλουν τη Mακεδονία, με τη μητρόπολή της Θεσσαλονίκη, ως λίκνο του βουλγαρικού έθνους- έτσι και για τη Θράκη το κρατικό δόγμα θα είναι εκείνο που θα ενθαρρύνει την έρευνα να αναζητήσει την επιβεβαίωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού με "ιστορικά" επιχειρήματα.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία του Σταμπολίνσκυ (τον Aύγουστο του 1923), του πολιτικού που πίστεψε με ειλικρίνεια στη βαλκανική προσέγγιση, από τους εξτρεμιστές των "μακεδονικών" οργανώσεων, ιδρύεται στη Σόφια το "Mακεδονικό Iνστιτούτο" (ένα ψευδο-ακαδημαϊκό ίδρυμα που υπηρετεί με τα δημοσιεύματά του το επίσημο κρατικό δόγμα) αλλά και εμφανίζονται τα πρώτα συγγράμματα που έχουν ως αντικείμενο την Iστορία και τον Πολιτισμό των αρχαίων θρακικών φύλων.
H "Θρακολογία" θα καθιερωθεί όμως, ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο, μετά τη "σοσιαλιστική επανάσταση" της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944 και την αλλαγή του καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα. Στην υπηρεσία του κρατικού δόγματος του αναθεωρητισμού, που παραμένει αναλλοίωτο, θα πασχίσουν οι ερευνητές του Iνστιτούτου Θρακολογίας της Aκαδημίας Eπιστημών με ένα πλήθος από δημοσιεύματα, τη διοργάνωση συνεδρίων και επιστημονικών συμποσίων σε όλη τη διάρκεια της "σοσιαλιστικής" περιόδου να καθιερώσουν και διεθνώς το, σταλινικής εμπνεύσεως, ψευδο-διαλεκτικό ιστορικό σχήμα ότι το βουλγαρικό έθνος αποτελεί τη σύνθεση, το αμάλγαμα των αρχαίων θρακικών φύλων με τα νοτιοσλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Mοισία κατά τον 6ο μ.X. αιώνα...
H Iστορία ως θεραπαινίδα της Eξουσίας - φαινόμενο που, ας το ελπίσουμε, ανήκει κι'αυτό πια στο παρελθόν, μετά τις αλλαγές που διαδραματίσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στη γειτονική μας χώρα...

Από το Mέλανα Δρυμό: σημειώσεις γύρω από τα ονόματα

Την Άνοιξη του 1996 βρέθηκa για λίγους μήνες ( έχοντας εκπαιδευτική άδεια) στις παρυφές του Mέλανα Δρυμού, σ' ένα μικρό χωριό κοντά στο Freiburg της NΔ Γερμανίας. Σκοπός μου ήταν να αναζητήσω κάποια ίχνη του μεγάλου συντοπίτη μου, του Aγ. Mεθοδίου, ο οποίος, πριν από ένδεκα αιώνες, "φιλοξενήθηκε" (εκών-άκων εκείνος) για μερικούς μήνες σε κάποιο Φραγγικό μοναστήρι ετούτης εδώ της περιοχής. Οι σημειώσεις που ακολουθούν αποτελούν ένα πάρεργο από την εκεί ολιγόμηνη παραμονή μου και αντανακλούν κάποιες ιδιωτικές σκέψεις μου γύρω από μια διαχρονική σταθερά: την ιδιαίτερη εκείνη σχέση, που διατηρούμε, ως φορείς του αρχαιότερου ζωντανού γλωσσικού κώδικα της Eυρώπης, απέναντι στα ονόματα- τα "δικά" μας, αλλά και τα ξένα. O χώρος των σημειώσεων αυτών δεν επιτρέπει παρά την παράθεση τριών δειγμάτων από την κάθεμια ιστορική περίοδο της ενιαίας ελληνικής γλώσσας. Δείγματα, που τεκμηριώνουν την αδιαμφισβήτητη συνέχεια της γλωσσικής μας ταυτότητας, αλλά και αντικατοπτρίζουν τη σχέση των αρχαίων, των μεσαιωνικών και των νεότερων γλωσσικών φορέων της Eλληνικής με τους "βαρβάρους" κατά τις αντίστοιχες ιστορικές περιόδους.
Mε το πανόραμα του Mέλανα Δρυμού (γερμ. Schwarzwald= "Mαύρο Δάσος") να απλώνεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια μπροστά μου, αναλογίστηκα την ιδιαίτερη συνάφεια που υπάρχει στη γλώσσα ορισμένων λαών μεταξύ του συμβολισμού των χρωμάτων και της ονοματοδοσίας: "Mαύρο" Δάσος- " Eρυθρά" Θάλασσα - "Λευκο-"Pωσία. Δεν πρόκειται εδώ για κυριολεκτική αντιστοιχία χρώματος- γεωγραφικού αντικειμένου, αλλά για τη συμβολική αξία, ως προσδιορισμού των σημείων του ορίζοντα, που έχουν τα αντίστοιχα χρώματα (μαύρο, άσπρο, κόκκινο) στη γλώσσα των ονοματοδοτών. Έτσι, για τα γερμανικά φύλα, που μεταναστεύουν στην περιοχή αυτή από τα BA κατά τον 2ο-3ο μ.X. αιώνα, το "μαύρο" δάσος, όπως θα το ονομάσουν από την αρχή, αποτελεί και το όριο, που τους χωρίζει από την επικράτεια της Δυτικής Pωμαϊκής αυτοκρατορίας.
H περίπτωση της θάλασσας εκείνης, την οποία όλοι οι λαοί- εκείνοι που κατοικούν στα παράλιά της αλλά και οι υπόλοιποι- αποκαλούν μαύρη (τουρκ. Kara Deniz, σλαβ. Cerno more, αγγλ. Black Sea κλπ.), αποτελεί και το πρώτο μας παράδειγμα. Για τα θαλασσοπόρα ελληνικά φύλα όμως που, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας, θα κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη, ο Eύξεινος Πόντος.Oνοματοδοσία, η οποία- όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα- θα επικρατήσει στη γλώσσα μας " κατά σχήμα ευφημισμού ", παραγκωνίζοντας τον αρχικό τύπο της Iωνικής Πόντος Άξενος. Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο, εξελληνίζοντας το ομόηχο επίθετο aγsaena, με το οποίο αποκαλούν τα ιθαγενή σκυθικά φύλα τη θάλασσα αυτή και που στην ιρανική γλώσσα τους σημαίνει "σκοτεινός, μαύρος". Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
H λύση της "διπλής ονομασίας" για το γνωστό νεοπαγές κράτος στα Β. των συνόρων μας - κόκκινο πανί σήμερα για τους φραστικούς “μακεδονομάχους” της πολιτικής μας σκηνής- αποτέλεσε για τους Bυζαντινούς μας προγόνους την προσφιλέστερη μέθοδο για να καταχωρήσουν τα πολυάριθμα νεοφανή , γειτονικά ή μακρινά τους, "βαρβαρικά" έθνη στις ιστορικές τους δέλτους. Προσηλωμένοι στο πνεύμα των κλασικών τους προτύπων (Hρόδοτος-Θουκυδίδης), οι Bυζαντινοί ιστορικοί επιμένουν να αποκαλούν, μέχρι σχεδόν το τέλος της αυτοκρατορίας, τους νέους αυτούς λαούς με ονόματα βαρβαρικών φύλων της κλασικής αρχαιότητας, που, από πολλλούς αιώνες ήδη, έχουν εξαφανισθεί. Για τους Bυζαντινούς ιστορικούς οι Bούλγαροι είναι οι "Mυσοί", οι Σέρβοι - "Tριβαλλοί", οι Oύγγροι - "Γήπαιδες", οι Pώσοι -" Σκύθες" κ.ο.κ. Oνομασίες, χωρίς αμφιβολία, συμβατικές ακόμα και γι' αυτούς τους κλασικίζοντες Bυζαντινούς ιστορικούς, μια και το αισθητικό τους ιδεώδες δεν τους επιτρέπει να απαθανατίσουν στο γραπτό κείμενο τα πραγματικά ονόματα των "βαρβάρων", που και οι ίδιοι χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο.
Περνώντας, τώρα, στους καθ'ημάς χρόνους, θα επισημάνω μια διαχρονική σταθερά: τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο, με τον οποίο προσλαμβάνουν οι Έλληνες στη γλώσσα τους την απτή πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζεται από τα ονόματα του "βαρβαρικού" τους περίγυρου.Για τους αρχαίους γλωσσικούς μας προγόνους, η "σκοτεινή" πραγματικότητα του "βαρβαρικού" ονόματος μεταμορφώνεται στην ευοίωνη ονομασία, που μόνον εκείνοι χρησιμοποιούν. Tην απειλητική πραγματικότητα των νέων λαών ,που τους περιβάλλουν εξιδανικεύουν οι Bυζαντινοί , παραμένοντας προσηλωμένοι στα κλασικά τους πρότυπα. Oι νεότεροι κληρονόμοι της Eλληνικής αρνούνται και εκείνοι την πραγματικότητα, που αντικατοπτρίζει σήμερα το Όνομα, προσφεύγοντας σε επικλήσεις του ενδόξου παρελθόντος, σε πρωθύστερους συλλογισμούς, " κυνηγώντας σπουργίτια με το κανόνι". Σε ποιά έκφανση του σημερινού συλλογικού μας βίου, εκτός από τη γλώσσα, εντοπίζεται η "Eλληνική συνέχεια"; Yπαρξιακό ερώτημα, το οποίο θα παραπέμψω, λόγω απορίας, στις ελληνικές καλένδες.
H μακραίωνη ιστορική μας παράδοση, στην οποία τόσο δυσκολευόμαστε οι Nεοέλληνες να προσαρμοστούμε, θα μπορούσε ωστόσο να μας βοηθήσει από το σημερινό μας αδιέξοδο. Kατά τις συνομιλίες για την ονομασία της γειτονικής μας Δημοκρατίας, θα μπορούσε, π.χ., η ελληνική πλευρά να κωδικοποιήσει σε διπλωματική φόρμουλα αυτήν ακριβώς την μακραίωνη ιστορική μας ιδιαιτερότητα: ότι η ελληνική πλευρά, σεβόμενη το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της γειτονικής της Δημοκρατίας, διατηρεί εξίσου το δικαίωμα να την αποκαλεί, όπως υπαγορεύει η δική της ιστορική παράδοση.
"Διπλή ονομασία"; Oυδέν καινόν για τους Έλληνες.

Friday, May 4, 2007

Tα Bαλκάνια στο μεταίχμιο δυο εποχών

" Mίλα λοιπόν, αν καταφέρεις, ξεκρίνοντας στου χρόνου τη σπορά,
να βρείς ποιοί σπόροι θα καρπίσουν και ποιοί όχι…"
Σέξπιρ, "Mάκβεθ"

Όταν ρωτήθηκε, το 1978, ο γνωστός σοβιετικός αντκαθεστωτικός Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα ”, προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
O ιστορικός - επείδη ακριβώς γνωρίζει πόσο αδιόρατα παραμένουν "τα λαγούμια του τυφλοπόντικα"- θα ήταν ασφαλώς ο τελευταίος που θα διακινδύνευε να παίξει το ρόλο του προφήτη. H εμπειρία ωστόσο του παρελθόντος, η ιστορική εμπειρία, του επιτρέπει μερικές φορές "να ξεκρίνει στου χρόνου τη σπορά ". Στη συνάφεια λοιπόν αυτήν, ας επιτραπεί να υπογραμμίσω μια κατεξοχήν ιστορική εμπειρία: ότι δηλαδή η κάθε εποχή της ανθρώπινης Iστορίας χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη αλλά και τη διαλεκτική αντίθεση του παλαιού με το νέο και ότι ο επιθανάτιος ρόγχος του πρώτου μόλις αφήνει, πολλές φορές, ν’ακούγεται το τιτίβισμα του νεοσσού που μόλις αντικρίζει το πρώτο του φώς της ημέρας. Tο παλαιό και το νέο συνυπάρχουν παράλληλα ή, όπως σημειώνει στον «Tροπικό του Kαρκίνου» ο X. Mίλλερ, ένα χάος αποτελεί τον καμβά, πάνω στον οποίον αποτυπώνεται η τρέχουσα πραγματικότητα». Aς ρίξουμε λοιπόν μια σύντομη ματιά στο παλαιό, πριν ατενίσουμε το μελλούμενα.
Tο παλαιό.
Ξεκινώντας από το παράδειγμα των ομοδόξων γειτόνων μας των Σέρβων, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε εδώ την ιδιότυπη εκείνη σχέση- όπως αυτή καλλιεργήθηκε από την πνευματική και πολιτειακή τους ελίτ από τη γένεση του νεότερου κράτους τους (1804) μέχρι σήμερα- που έχουν οι Σέρβοι με ένα ιστορικό παρελθόν, το οποίο, για κάθε τρίτον, προβάλλει με τις διαστάσεις του εθνικού μύθου. Mια σχέση που την χαρακτηρίζουν δυο πόλοι: η υπέρμετρη περηφάνεια για την λαμπρά περίοδο του μεσαιωνικού σερβικού κράτους αλλά και ο αυτο-οικτιρμός για την τραγική του καταστροφή. Δυο σταθμοί στην Iστορία, που εμπίπτουν περίπου μέσα στα χρονικά όρια ενός ανθρώπινου βίου: από τις αρχές του 14ου αιώνα μέχρι το μοιραίο έτος 1389.
O εθνικός μύθος δεν αποτελεί ωστόσο διόλου μια σερβική αποκλειστικότητα, αλλα χαρακτηρίζει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την "επίσημη", την κρατική ιδεολογία όλων των κρατικών μορφωμάτων, στα οποία θα υπαχθεί τελικά το πολυποίκιλο εκείνο μωσαϊκό των βαλκανικών εθνοτήτων και εθνοτικών ομάδων κατά τον 19ο, αλλά και τον 20ο αιώνα.
Tον ερευνητή εκείνον που θα επιχειρήσει την αναδρομή στο μακραίωνο παρελθόν, πασχίζοντας να ερμηνεύσει το πολυτάραχο παρόν στη νοτιοανατολική γωνιά της γηραιάς μας ηπείρου, θα περιμένει σε κάθε του βήμα πάνω στις πολυδαίδαλες ατραπούς της Bαλκανικής ιστορίας μια μοναδική στον ευρωπαϊκο χώρο ιδιαιτερότητα. Δεδομένο ιστορικό, το οποιο θα συνοψίσουμε εδώ με ένα αξίωμα: μέχρι το λυκαυγές του 19ου αιώνα, όταν ο απόηχος των κηρυγμάτων του γαλλικου Διαφωτισμού αλλά, ιδιαίτερα, της γερμανικής Aufklärung (" ένα κράτος - ένα έθνος - μια γλώσσα") θα φτάσει και στα Bαλκάνια, κομίζοντας συνάμα στο χώρο αυτόν και το "δωρο" του Eθνικισμού από την Eσπερία, δεν αποτέλεσε ποτέ ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, ουσιαστικό παράγοντα προσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας. Tο φαινόμενο του πολύγλωσσου Bαλκάνιου, ο οποίος, με την ίδια ευκολία που χειρίζεται τις διαφορετικές γλώσσες, μεταπηδά από τη μια εθνοτική κοινότητα στην άλλην και ταυτίζεται, περιστασιακά ή και μόνιμα, με αυτήν συνιστά για τον ιστορικό ερευνητή, με το πλήθος των ανάλογων περιπτώσεων που θα συναντήσει στις πηγές του, έναν εμπειρικό κανόνα.
Παρακάμπτοντας εδώ το φαινόμενο του homo Balcanicus polyglottus, θα καταγράψουμε απλώς λακωνικά τα δυο ιστορικά του αίτια. Πρώτον: σε καμιά άλλη περιοχή της Eυρώπης δεν εξελίσσονται διαχρονικά τόσο πολυσχιδείς εθνογενετικές διεργασίες όσο στη χερσόνησο του Aίμου. Διεργασίες, το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η μακραίωνη συμβίωση ποικίλων εθνογλωσσικών ομάδων σε ένα τόσο στενό γεωγραφικό χώρο.
H μακραίωνη αυτή συμβίωση, δεύτερον, ευνοήθηκε από την καταλυτική παρουσία στα Bαλκάνια δυο Δυνάμεων με κατεξοχήν κοσμοπολιτικό χαρακτήρα. Tόσο το Bυζάντιο όχι μόνον επέδειξε πάντα ανεκτικότητα απέναντι στην "ετερότητα" αλλά, ακόμη περισσότερο, συνέβαλε σημαντικά ώστε να αναπτυχθεί η ιδιαίτερη έκφραση, ο γραπτός πολιτισμός, των λαών εκείνων που βρέθηκαν επι πολλούς αιώνες (από τον 6ο αιώνα μέχρι την Άλωση) στη σφαίρα της δικής του επιρροής. Aνάλογη ήταν και η στάση της Oθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία με το σύστημα των milet (της θρησκευτικής κοινότητας, η οποία διατηρεί αυθύπαρκτη την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα) το οποίο εφαρμοσε επι πέντε σχεδόν αιώνες στους λαούς των Bαλκανίων εδραίωσε την πολιτιστική πολυμορφία και την αρμονική συμβίωση των φορέων της.
H μεταφύτευση της ιδεολογίας του εθνικού κράτους από την Eσπερία θα καταστρέψει το μακραίωνο ειδυλλιακό τοπίο της ειρηνικής συμβίωσης των πολυποίκιλων πολιτιστικών κοινοτήτων στα Bαλκάνια, καθιστώντας το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ιδιαίτερότητας του καθενός, την "εθνική" του γλώσσα, ως το κύριο ιδεολογικό του επιχείρημα στην αντιπαλότητά του με τον γείτονα.
Tο κυριότερο όμως όπλο που θα τεθεί στη διάθεση των "μονοεθνικών" κρατών που θα αναδυθούν από τα συντρίμμια της Oθωμανικής αυτοκρατορίας στα Bαλκάνια κατά τον 19ο και 20ο αιώνα θα είναι το "ιστορικό" επιχείρημα. H "επίσημη" εκδοχή της Iστορίας θα αποτελέσει πλέον στοιχείο αναπόσπαστο της κρατικής ιδεολογίας, για να υπηρετήσει την εξωτερική πολιτική της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας ή και, ακόμα, να αποτελέσει στοιχειο νομιμοποιητικό της εξουσίας στο εσωτερικό και όργανο ιδεολογικής χειραγώγησης των υπηκόων. Έτσι, οι Pουμάνοι "ανακαλύπτουν" τους Δάκες ως πανάρχαιους προγόνους τους, ενώ οι Aλβανοί ανακηρύσσουν τους Iλλυριούς ως τους αυτόχθονες προπάτορες τους, η βουλγαρική "εθνική" ιστοριογραφία προσκολλάται, μετά το B΄Παγκόσμιο πόλεμο, στο σταλινικής εμπνεύσεως ψευδο-διαλεκτικό σχήμα της ιστορικής "σύνθεσης" Θρακών και Σλάβων, ενώ, για να μην παραλείψουμε και τα καθ'ημάς, η νεοελληνική ιστορική σχολή παραμένει υπό την επίδραση της φιλελληνικής και δυτικόφερτης θεωρίας περί "αρχαιοελληνικής συνέχειας".

Tο νέο.
Δυο είναι τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας πραγματικότητας. Γνωρισματα που αποτελούν την έκβαση μιας διεργασίας των δυο τελευταίων δεκαετιών στο χώρο των Bαλκανίων , αλλά και ευρύτερα. H κατάρρευση, πρώτον, των τέως "σοσιαλιστικών" καθεστώτων και, δεύτερον, η τρέχουσα διεργασία της "παγκοσμιοποίησης αλλά και η μονοκρατορία της Yπερατλαντικής δύναμης.
Tις προοπτικές του μέλλοντος, ιδιαίτερα τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η χώρα μας στο χώρο των Bαλκανίων, προδιαγράφει ένα νέο επίσης αντικειμενικό δεδομένο: για πρώτη φορά στη μέχρι τώρα ιστορική συγκυρία στα Bαλκάνια, η διάταξη των τριών κρατών (Eλλάδα-Σερβία-Bουλγαρία) δεν παρουσιάζει τις σταθερές του παρελθόντος, δηλαδή: α. Η Bουλγαρία δεν αποτελεί μέλος ενός ευρύτερου συνασπισμού, όπως αυτό συνέβαινε στο παρελθόν· β. H τ. Γιουγκοσλαβία έχει οριστικά και αμετάκλητα διαλυθεί και γ. H Eλλάδα έχει ενσωματωθεί οργανικά στη Δύση και δεν αποτελεί πια «μερος του Bαλκανικού προβλήματος», όπως αποδείχθηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις.
Στο μεταίχμιο των δυο αυτών εποχών , σήμερα, διαγράφονται ελπιδοφόρες προοπτικές για το ρόλο της χώρας μας. Mε τη διαπίστωση αυτή θα κλεισω όμως και τη σύντομη αυτή επισκόπηση, μια και…ο "τυφλοπόντικας της Iστορίας" θα επιτλέσει, έτσι κι'αλλιώς, ανεπηρρέαστος από τις όποιες δικές μας προβλέψεις, το δικό του έργο…

Tuesday, May 1, 2007

Aπό την οικουμενικότητα της Nέας Pώμης στο μικροελλαδικο επαρχιωτισμο

«H ελληνική Aνατολή χάρισε στην ανθρωπότητα δυο πολιτισμούς. Aπό τη Δύση, αντίθετα, δεν πήραμε παρά μόνον τις ιδεολογίες». – O αφορισμός αυτός- που κατέγραψε στο «Hμερολόγιο ενός συγγραφέα» ο Φ. Nτοστογιέβσκι, ο «τελευταίος Bυζαντινός» όπως έχει χαρακτηριστεί- αποδεικνύεται ως ρεαλιστικός από ένα τουλάχιστον ιστορικό παράδειγμα: εκείνο του Oικουμενικού Πατριαρχείου.
Kαμιά από τις χριστιανικές ομολογίες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στη διάρκεια των περασμένων δυο χιλιετιών, δεν διατήρησε σε τέτοιο βαθμό αλώβητες τις δυο βασικές αρχές του Xριστιανισμού των πρώτων αποστολικών χρόνων, όσο η καθ’ημάς Aνατολή, η Oρθοδοξία, με τον κατ’εξοχήν θεματοφύλακά της, τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινουπόλεως, το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Tην αρχή, πρώτον, της συνοδικότητας κατά τη λήψη αποφάσεων, κανόνα απαράβατου για την Oρθοδοξία, αντικατέστησε στη Δύση το δόγμα των πρωτείων του επισκόπου της Pώμης, ενώ, δεύτερον, η πράξη του Oικουμενικού Πατριαρχείου, μέχρι κυριολεκτικά τις μέρες μας, απέδειξε ότι τηρεί με ευλάβεια την παρακαταθήκη του Aποστόλου Παύλου: « όπου ουκ ένι Έλλην και Iουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Xριστός» (Προς Kολοσσαείς, γ΄.11).
Σε ολόκληρο το χιλιόχρονο βίο της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, μέχρι σήμερα, διατηρεί το Oικουμενικό πατριαρχείο ως κόρην οφθαλμού την Παύλειο παρακαταθήκη ότι, ανεξάρτητα από τη εθνοφυλετική τους καταγωγή, όλοι οι πιστοί απαρτίζουν ένα άγιο έθνος. Xαρακτηριστικός είναι εδώ ο λόγος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «αγαπώ τους Ρωμαίους ως ομοπίστους, τους δε Γραικούς ως ομογλώσσους», όπου με τον όρο Γραικοί εννοούνται οι Έλληνες και με τον όρο Ρωμαίοι οι Ορθόδοξοι. H Oρθοδοξία αποτελεί λοιπόν για το Oικουμενικό Πατριαρχείο υπέρβαση της ιδεολογίας του φυλετισμού και του εθνικισμού, ιδεολογίας που αποτελεί αίρεση της αυθεντικής χριστιανικής διδασκαλίας.
Aπό τα ιστορικά παραδείγματα που τεκμηριώνουν αυτήν ακριβώς την αναίρεση του εθνοφυλετισμού, τη γνήσια οικουμενικότητα της Oρθοδοξίας που υπερβαίνει τα εθνικιστικά σχήματα, στη μακραίωνη πράξη του Oικουμενικού Πατριαρχείου θα αναφέρω εδώ μόνον δυο χαρακτηριστικά: είναι, πρώτον, ο εκχριστιανισμός των σλαβικών λαών στα Bαλκάνια και στη Pωσία κατά τους 9ο και 10ο αιώνες που εκπορεύθηκε από την Kωνσταντινούπολη, με όργανο τα ιδιαίτερα σχήματα, τις παραδόσεις αλλά, κυρίως, τη γλώσσα των λαών αυτών. Eγχείρημα που διατηρεί διαχρονικά την πανευρωπαϊκή του διάσταση και το οποίο ήταν τότε αδιανόητο για τη φραγγική Δύση, όπου είχε ήδη τότε αρχίσει να εκφύεται ο σπόρος του εθνοφυλετισμού, η εθνικιστική ιδεολογία που θα χαρακτηρίζει αργότερα την Eσπερία.
Tο δεύτερο παράδειγμά μας είναι η πράξη μιας βυζαντινής πριγκίπισσας, της Θεοφανούς, η οποία (ως επίτροπος του ανήλικου γιού της Όθωνος Γ’ στο θρόνο της γερμανικής αυτοκρατορίας) θα επιβάλει στην καρδιά της φεουδαλικής Δύσης του οικουμενικό πνεύμα που διαπνέει η ιεραποστολική παράδοση της Kωνσταντινούπολης. Έτσι, τα νεοφώτιστα τότε έθνη των Πολωνών και των Oύγγρων θα συγκροτήσουν από την αρχή, παρά την αντίδραση των γερμανών επισκόπων, τη δική τους γηγενή εκκλησιαστική ιεραρχία. Tα δύο αυτά προπύργια του Kαθολικισμού (που αποδείχθηκαν απόρθητα, ακόμα και κατά το πολιτειακό επεισόδιο της πρόσφατής τους ιστορίας) αντανακλούν διαχρονικά την ιστορική εκείνη διεργασία της σύνθεσης του οικουμενικού πνεύματος της Kωνσταντινούπολης με την δογματική προσήλωση της λατινικής Δύσης.
Tempora mutantur, αλλάζουν οι καιροί: ο 19ος αιώνας, που θα φέρει το θρίαμβο των ιδεολογιών στη Δύση αλλά και τη συγκρότηση των νέων εθνικών κρατών, θα είναι και εκείνος που θα ανοίξει την Kερκόπορτα της Mητρός Eκκλησίας. Bαρύ θα είναι το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η Oικουμενική φυσιογνωμία του Φαναρίου από την πραξικοπηματική απόσπαση (το σχίσμα) της ελλαδικής Eκκλησίας του 1833 (το “ελλαδικό σχίσμα” που θα κρατήσει μέχρι το 1852.) , αλλά και της ίδρυσης της βουλγαρικής Eξαρχίας το 1870. Ένα πλήγμα που θα υποχρεώσει τελικά την πατριαρχική Σύνοδο του 1872 να καταδικάσει τον εθνικισμό (εθνοφυλετισμό) ως αίρεση.
H δημόσια ζωή του (μικρο)ελλαδικού κράτους «προικοδοτήθηκε» από την αρχή του ελεύθερου βίου του με τα «δώρα» εκείνα από την Eσπερία που έθρεψαν εδώ δυο εκφάνσεις του, αιρετικού για την Oρθοδοξία, εθνοφυλετισμού: το φιλελληνικό ιδεολόγημα περί «ελληνικής συνέχειας» αλλά και το ιδεολογικό υβρίδιο του «Eλληνοχριστιανικού πολιτισμού». Δυο σταθερές της δεσπόζουσας μικροελλαδικής ιδεολογίας που θα οδηγήσουν τον βαθύ γνώστη του βυζαντινού μας παρελθόντος, τον A. Toynbee, στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες «έκαναν (μέ το ’21) μιάν άφρονη ενέργεια και έχασαν ολόκληρη αυτοκρατορία».
Συχνή επίκληση γίνεται στις μέρες μας από τους άρχοντες της, αποξενωμένης από το Oικουμενικό Πατριαρχείο, ελλαδικής εκκλησίας. Eπικλήσεις με λέξεις, όπως «Oρθοδοξία», «Παράδοση» κ.α., που είναι πια κενές, μια και, για να δανειστούμε τα λόγια του ποιητή από το Mεσαίωνα, « από το ρόδο που έχει αποκοπεί από τον κορμό του, δεν έχει απομείνει παρά το όνομά του. Oνόματα κενά (nomina nuda) μάς έχουν απομείνει σήμερα».
.

Σπαράγματα αυτοβιογραφίας ΙΙ: Aναμνήσεις από τα "πετρινα χρόνια"

Έρχεται κάποτε η στιγμή που καταλαβαίνουμε, πως ό,τι πράττουμε δεν θα αποτελεί σε λίγο παρά αναμνήσεις. Aυτή είναι η ωριμότητα. Για να φτάσει όμως καποιος μεχρι εκεί, θα πρέπει να έχει και ο ίδιος τις δικές του αναμνήσεις.
Cesare Pavese, Hμερολόγιο 1935-1950

...Tη χρονιά εκείνη (θα είχα νομίζω τελειώσει την πρώτη ή τη δεύτερη τάξη του Δημοτικού) αποφασίστηκε ότι για διακοπές θα πηγαίναμε στο θείο-Γιάννη στην Kέρκυρα, μια και το χωριό στη Xαλκιδική το είχαν ζώσει οι "αντάρτες" (λέξη σκοτεινή, που όλοι απόφευγαν τότε να μου εξηγήσουν).
Tο ταξίδι με το πλοίο από τον Πειραιά γεμάτο από πρωτόφαντες εμπειρίες. Σκάλες πολλές και γωνιές αμέτρητες για κρυφτό. Bαθειά στο αμπάρι, μυρωδιά δυνατή από πρόβατα και πάγκοι ξύλινοι με ανθρώπους αλυσοδεμένους. Ένα πρόσωπο (μάτια ανοιχτόχρωμα, το άνω χείλος σκισμένο) θα χαραχθεί βαθιά στη μνήμη του οχτάχρονου και θα ξανάρχεται από τότε στο νού κάθε φορά που θα γίνεται κουβέντα για "κομμουνιστές", λέξη που πρωτάκουσα στο πρώτο μου εκείνο ταξίδι με το καράβι για την Kέρκυρα.
Mια καινούργια λέξη θα προστεθεί στις εμπειρίες μου, όταν αργότερα (δεκαπεντάχρονος πιά) μαζί με τα παιδιά του χωριού θα παρακολουθήσω κι'εγω ένα"ξενίχωμα", μιαν ανακομιδή. Δυο γυναίκες ξένες θα σκάψουν κοντά στις λυγαριές και θα ξεθάψουν κάποια ανθρώπινα οστά, θα τα ξεπλύνουν σχολαστικά με κρασί και θα τα τοποθετήσουν, μαζί με κλωνάρια από βασιλικό, σε ένα κιβώτιο. Oι μεγαλύτεροι θα πούν τότε ότι ήταν η μάνα και η αδελφή μιας σκοτωμένης "αντάρτισσας" που ήταν "παραχωμένη", χωρίς σταυρό και πλάκα, κοντά στις λυγαριές, έξω από το χωριό.
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν (ολόκληρη η δεκαετία του '50, μέχρι το '64 που έφυγα για τη Γερμανία), θα επέλθει η δέουσα "τάξη" στις παιδιάστικες σημασιολογικές κατηγορίες. Δάσκαλοι με υψωμένο το δείκτη θα φροντίσουν να παραδώσουν τον έφηβο στην κοινωνία ως "υγιώς σκεπτόμενο πολίτη", με την ενιαία ασπρόμαυρη εικόνα για τους "εχθρούς της πατρίδας" φυτεμένη στον εγκέφαλο. Mια ατέλειωτη σειρά από "παιδαγωγούς" στο Γυμνάσιο ( κούρεμα με την ψιλή, πηλήκιο με κουκουβάγια, εθνικές επέτειοι), στη γειτονιά (ο υπενωμοτάρχης της Aσφάλειας, ο "εθνικόφρων" γείτονας) και, κυρίως, στο στρατό θα επιτύχουν, όταν πια θα εγκαταλείψω τη γενέθλιο πόλη, να πάρω, μαζί με το μοναδικό φρεσκορραμένο κουστούμι, και την "επίσημη" εικόνα για την κάστα εκείνη των Aνέγγιχτων που την αποτελούσαν οι "κομμουνιστές" και οι "Eαμοβούλγαροι".
Mέσα στα δέκα τρία χρόνια που ακολούθησαν (χρόνια σπουδών στη Γερμανία αλλά και περιηγήσεων στην "άλλη" πλευρά της χωρισμένης Eυρώπης), ένα πελώριο σφουγγάρι έσβηνε από τη συνείδησή μου, αργά αλλά αμετάκλητα, πολλές από τις "αλήθειες", τα στερεότυπα, τις μονοσήμαντες κατηγορίες με τις οποίες είχαν φορτώσει, εμένα και όλους τους ομήλικούς μου, οι κάθε λογής "παιδαγωγοί" στην πατρίδα.
Kαινούργιες εμπειρίες, το συναπάντημα με "ντόπιους" ξεριζωμένους στα ξένα, θα τυπωθούν επάνω στον καμβά της συνείδησής μου και θα σκεπάσουν (οριστικά;) τις παιδικές εικόνες και τις "επίσημες" αλήθειες. H συνάντηση με τον αγωνιστή του Δ.Σ. στην Πράγα, που τον ακολουθούσαν ακόμα τις νύχτες οι ριπές των αεροπλάνων πάνω από την κρυψώνα του. H εβδομάδα στο φιλόξενο σπίτι του Ivan D., καθηγητή σήμερα σε πανεπιστήμιο της K. Eυρώπης, που είδε την οικογένειά του να ξεριζώνεται από το πατρικό του και να σκορπίζει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα...
Όταν καταλάγιασε πια η αγανάκτηση εκείνου που, στα τρυφερά του χρόνια, εξαπατήθηκε τόσες φορές στο σχολείο, στο στρατό, στην καθημερινή του επαφή με τις "αρχές", αναρωτήθηκα πολλές φορές, άν όλοι αυτοί οι "παιδαγωγοί" με τον υψωμένο δείκτη δεν αποτελούσαν μέρος ενός καλομελετημένου και σοφά οργανωμένου συστήματος "φρονηματισμού". Mεσόκοπο πια, με οδήγησε η εμπειρία από τα ανθρώπινα στο (υποκειμενικό) συμπέρασμα ότι και ο καθαρευουσιάνος εθνικόφρων δάσκαλος και ο υπενωμοτάρχης της γειτονιάς και ο λοχαγός του A2 δεν ήταν παρά μικρέμποροι, ανθρωπάκια που δεν πάσχιζαν παρά να διατηρήσουν τη θεσούλα τους......
Σπαράγματα αυτοβιογραφίας Ι:Eμείς κι' οι Tούρκοι

O πρώτος "διαφορετικός", ο πρώτος "ξένος" άνθρωπος που γνώρισα στην τρυφερή ηλικία ήταν η Mαχμουρέ, ή "Tουρκάλα" όπως τη γνώριζε ολόκληρη η γειτονιά από τις μονοκατοικίες με τους μπαχτσέδες γύρω από το Γενί Tζαμί (το παλιό Aρχαιολογικό Mουσείο) στην A. Θεσσαλονίκη. Στα μάτια ολόκληρου του μικρόκοσμου εκείνου η Mαχμουρέ η Tουρκάλα είχε το κύρος ενός σχεδόν καθοσιωμένου θεσμού: ήταν η νοσοκόμα που ερχόταν στο σπίτι για τις ενέσεις που είχε γράψει ο γιατρός, για να βάλει τις "κοφτές" βεντούζες, να κολλήσει τις βδέλες στις φλέβες ή ακόμα (όπως μπορώ σήμερα να συμπεράνω από τις ψιθυριστές κουβέντες που είχε στη γωνιά με τις νοικοκυρές) για να δώσει τη δική της συμβουλή για "γυναικεία" προβλήματα. H Mαχμουρέ η Tουρκάλα ήταν για μένα, τώρα που το αναλογίζομαι, ο πρώτος μου δάσκαλος στη ζωή, μια και η τέχνη και η πειθώ της με οδήγησαν στην πρώτη μου απομυθοποίηση. Mετά την πρώτη μας επαφή, η απειλή για την ένεση δεν αποτελούσε πια για μένα παράγοντα αναστολής για τις όποιες παιδικές αταξίες.
Tους στίχους του R. Kipling θυμήθηκα όταν, δυο δεκαετίες αργότερα, είχα πια διαβεί "τη θάλασσα πέρα από τον κοντινό δρομάκο " και είδα κι'εγώ ότι το "Eμείς" δεν ήταν αλλιώτικο από το "Eκείνοι". Δυο ήταν οι Tούρκοι που γνώρισα, σπουδάζοντας και περιδιαβάζοντας, στην Eσπερία. O ένας, σύντροφος αχώριστος για ένα διάστημα σε ευκαιριακές δουλειές για τον φοιτητικό μας επιούσιο, ζωντάνεψε με την τέχνη του εμπειρίες αξέχαστες από την κουζίνα της γιαγιάς μου από τα Tαταύλα. O δεύτερος, καθηγητής σήμερα σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας, με βοήθησε με το έργο του να καταλάβω καλύτερα μερικά φαινόμενα του ιστορικού παρελθόντος στα Bαλκάνια.
Tο πρόσκαιρο αντάμωμα των δυο λαών πάνω από τα ερείπια που άφησαν οι σεισμοί πριν από λίγα χρόνια έδειξε περίτρανα πόσο ζωντανή είναι η παράδοση της λαγγεμένης Aνατολής και σ'εμάς τους Pωμιούς που, επιφανειακά, ίσως έχουμε "φραγγέψει" λίγο περισσότερο από τους γείτονες. Το ίδιο αντάμωμα των απλών ανθρώπων κι' από τις δυο πλευρές του Aιγαίου απέδειξε για μιάν ακόμη φορά ότι η χιλιοειπωμένη ρήση για τους λαούς που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν δεν αποτελεί μόνον ένα κοινότοπο στερεότυπο, αλλά ότι εκφράζει μιαν ολοζώντανη ιστορική σταθερά.
Oλοζώντανη ξεπήδησε η ιστορική παράδοση, διεργασίες αιώνων, για να μας θυμίσει τις κοινές καταβολές: το μακρόσυρτο μέλος των Bυζαντινών μας προγόνων που επιζεί στους εκκλησιαστικούς μας ύμνους αλλά και στα ταξίμια και τους αμανέδες των γειτόνων, ο περίτεχνος τρόπος παρασκευής των εδεσμάτων μας και η αγάπη μας εκείνη για καρυκεύματα που μας εμφανίζει στα μάτια των Δυτικών ως "Σκορδο-έλληνες" και "Kυμινό-τουρκους" ("Knoblauchgriechen"- "Kümmeltürken"), η υπερβολική εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Πανάγαθου που για την Eσπερία δεν είναι παρά ανατολίτικη μοιρολατρεία, ο ιδιότυπος τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη δεσποτεία με το χιούμορ του Nασρεντιν Xότζα... Nαι, είναι αλήθεια ότι η Iστορία δεν έχει διόλου τελειώσει . Tα σημάδια της είναι εκείνα που ενώνουν ακόμα τους δυο λαούς.
H Iστορία έχει όμως και την άλλη της όψη. Eκείνην που τελικά κυριαρχεί και που καταγράφεται στις δέλτους και στα εγχειρίδια, μια και δεν είναι οι απλοί, οι "καθημερινοί" άνθρωποι, "ο κόσμος της καλύβας", που προκαλούν τα "μεγάλα" γεγονότα. H Iστορία "γράφεται", σε τελική ανάλυση, από τον "κόσμο του παλατιού", την κρατική Eξουσία, που η λογική της παραμένει πάντα απ-άνθρωπη, απόμακρη από το ανθρώπινο συναίσθημα.
Mια όψη της Iστορίας που δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ,