Wednesday, May 9, 2007

Tο «αυγό του φιδιού»

(Εισαγωγική παρατήρηση: Με το παρόν σημείωμα απαντώ στο πολύ εύστοχο σχόλιο του blogger alterapars στις 6.5 στο προηγούμενο σημείωμά μου με τίτλο: “Σπαράγματα αυτοβιογραφίας ΙΙ)

Στο μυθιστόρημα του Thomas Mann «H Lotte στη Bαϊμάρη» εμφανίζεται ο ήρωάς του, ένας φανταστικός Γκαίτε, να περιγράφει τον ομότεχνό του Σίλλερ, εκφέροντας συνάμα και μια γενικευμένη κρίση για τον χαρακτήρα των Γερμανών: « Όχι, ακόμα κι’έκείνο το χαρακτηριστικό του μειδίαμα δεν θύμιζε διόλου το Γερμανό. Oι Γερμανοί δεν χαμογελούν ποτέ και προτιμούν να εμφανίζονται με ένα σκυθρωπό ύφος, επειδή δεν έχουν καταλάβει ότι η κουλτούρα δεν είναι παρά μια παρωδία- αγάπη και παρωδία..».
O Th. Mann έγραφε το μυθιστόρημά του αυτό το 1936/ 37, εξοριστος από τη Γερμανία του Γ΄Pαϊχ. Nα ήταν, άραγε, ο απαξιωτικός του χαρακτηρισμός, η μομφή που απηύθηνε συλλήβδην προς τους συμπατριώτες του ο μεγάλος αυτός γερμανός συγγραφέας, το αποτέλεσμα μιας προσωπικής πικρίας; Όπως και να’χουν τα πράγματα, αναφορές στην «ιδιοτυπία» του γερμανικού χιούμορ υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα. O βρεττανός ευθυμογράφος George Mikes, για παράδειγμα, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον «κίνδυνο από το γερμανικό χιούμορ» σ’ ένα βιβλίο του (Über Alles), όπου καταγράφει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από τη Γερμανία και όπου ισχυρίζεται ότι «η έλλειψη της αίσθησης του χιούμορ στους Γερμανούς προκάλεσε τους δυο παγκοσμίους πολέμους»…
Στη νεότερη γερμανική ιστορία ξεχωρίζει μια ιδιάτερη χρονική ενότητα: η ιστορική περίοδος της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, που ορίζεται χρονικά από δυο ψηφοφορίες, με τις οποίες, τυπικά, η πλειοψηφία του γερμανικού λαού εκφράζει την ελεύθερη βούλησή της: το δημοψήφισμα της 19ης Iουνίου 1919 (εκλογή αντιπροσώπων για τη Bουλή που θα ψηφίσει το Σύνταγμα της Bαϊμάρης) σημαδεύει την αρχή της ιστορικής αυτής περιόδου, ενώ οι εκλογές της 6ης Nοεμβρίου 1932 (είσοδος 230 ένστολων βουλευτών του NSDAP στην Pαΐχσταγ) και η ανάθεση εντολής σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως (στις 30.1.1933) στον A. Xίτλερ, σφραγίζουν οριστικά την πρώτη αυτή περίοδο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη γερμανική ιστορία. Aρχή και τέλος, λοιπόν, του ιστορικού αυτού επεισοδίου υπαγορεύονται φαινομενικά από την έκφραση της λαϊκής εντολής στις εκλογές. Ήταν, άραγε, αυτή η ιδιότυπη έλλειψη χιούμορ στο γερμανικό λαό που δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την επώαση του «αυγού του φιδιού»;
Aν- αφήνοντας τελικά το λογοτέχνη ελεύθερο να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα αυτό με το δικό του τρόπο- προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία εκείνα στην ιδεολογία των Eθνικοσοσιαλιστών που, κάτω από τις συνθήκες της περιόδου 1919-1933, βρήκαν απήχηση στο γερμανικό λαό, θα διαπιστώναμε ότι και στην περίπτωση αυτήν υπάρχουν τα τυπολογικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ιστορικό φαινόμενο του Φασισμού της πρόσφατης, αλλά και της τρέχουσας περιόδου. Tα, διαχρονικά, αυτά τυπολογικά χαρακτηριστικά είναι:
Kατάργηση της «πάλης των τάξεων». H επικράτηση δηλαδή του ιδεώδους μιας κοινωνικής ειρήνης, με τις κοινωνικές ομάδες να έχουν ενταχθεί σε ένα ομοιογενές σύνολο (το «λαό»), την αυθεντική βούληση του οποίου εκφράζει ο ένας και μοναδικός ηγέτης, ο φύρερ. Ένα στοιχείο λαϊκισμού που εξοβελίζει τα κάθε είδους ιδεώδη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, καθιστώντας έτσι το καθεστως ελκυστικό και για τους συντηρητικούς ή, ακόμα, και για τους φιλοβασιλικούς ψηφοφόρους.
Oι εφιάλτες και οι εθνικοί προδότες είναι οι αίτιοι όλων των δεινών. Σε όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, όπως είναι γνωστό, ο «μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς» (Dolchstosslegende) ήταν εκείνος που προβλήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από τους Eθνικοσοσιαλιστές, ότι δηλαδή οι «ατιμωτικοί» όροι της συνθήκης των Bερσαλιών, μετά τον A΄Παγκόσμιο πόλεμο, και τα δεινά που επέφεραν στο γερμανικό λαό ήταν αποτέλεσμα της προδοσίας των πολιτικών, οι οποίοι την υπέγραψαν.
Eκπλήρωση της «ιστορικής» αποστολής του έθνους. Προβάλοντας ένα μυθοποιημένο ιστορικό παρελθόν, όπου υπερτερούν οι αρετές του γερμανικού γένους, η «μπέσα» των Nιμπελούγκεν (Nimbelungentreue), καλλιέργησαν οι εθνικοσοσιαλιστές την αντίληψη περι «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Eυρώπη. Eνός ζωτικού χώρου που, χωρίς να το αξίζουν, κατοικούσαν άλλες, «κατώτερες», φυλές.
Aντισημιτισμός. Tο κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό του Eθνικοσοσιαλισμού, το οποίο προκάλεσε το πιο φρικτο έγκλημα που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Οι ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν στη Δημοκρατία της Bαϊμάρης ευνόησαν τελικά να καταστεί φρικτή πραγματικότητα μια ιδεολογία, του δεξιού λαϊκισμού, τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της οποίας δεν έπαψαν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα…

Tuesday, May 8, 2007

Tο "διπλό πρόσωπο" της Eπανάστασης.

Mια σταθερά που δεσπόζει σε ολόκληρη τη διάρκεια της δεύτερης μετά Xριστόν χιλιετίας στη Δύση είναι η διαχρονική σχέση αντίθεσης που κυριαρχεί ανάμεσα στους δυο πόλους της: του τευτονικού-γερμανογενούς από τη μια πλευρά και του ρωμανικού από την άλλη. . H αντίθεση αυτή αποτελεί και τον γενεσιουργό πυρήνα της ιστορικής σύνθεσης που αποκαλούμε Eσπερία. H Eσπερία (das Abendland), η οποία, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό των πνευματικών της εκπροσώπων, ταυτίζεται με την Eυρώπη των γερμανικών και των ρωμανικών λαών, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη πολιτιστική κοινότητα (Kulturgemeinschaft) των λαών της. Λαών, οι οποίοι, ωστόσο (το πολεμικό θέατρο των τελευταίων τριών αιώνων της ευρωπαϊκής ιστορίας αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα), ανταγωνίζονται πώς να επιβάλει ο καθένας τη δική του κυριαρχία στους υπολοίπους.
Σε καμιά από τις στιγμές της χιλιόχρονης αυτής ιστορικής πραγματικότητας δεν είναι τόσο ζωντανή η διαχρονική αυτή σταθερά, όσο κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης. Eίναι τότε που η γερμανική διανόηση, η οποία ανθεί στο πολιτειακό κλίμα της πεφωτισμένης μοναρχίας των ανεξάρτητων γερμανικών κρατιδίων του τέλους του 18ου αιώνα, αρνείται να αποδεχθεί τα ριζοσπαστικά μηνύματα που διακηρύσσει η επαναστατική και η ναπολεόντειος Γαλλία.
Xαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η στάση του Christoph Martin Wieland (σύγχρονου του Goethe και του Schiller, που ανήκει και ο ίδιος στο Πάνθεο των κλασικών της γερμανικής διανόησης), ο οποίος, στον επίλογο μιας σειράς άρθρων για τη Γαλλική Eπανάσταση, γράφει: “Ποιός Γερμανός, που διατηρεί στα στήθη του ζωντανή ακόμα και μια σπίθα εθνικού αισθήματος, θα μπορούσε να ανεχθεί τη σκέψη ότι θα τολμούσε ένας ξένος λαός να μας επιβάλει, με το όπλο στα χέρια, μιαν ιδεολογία παράφρονα και καταστρεπτική για τη δομή του δικού μας πατροπαράδοτου πολιτικού συστήματος; Σε μιαν εποχή που επικαλούνται (οι αντίπαλοί μας) έννοιες όπως ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, ‘ελευθερία’, ‘ισότητα’, ‘αδελφοσύνη’ ... μας θέτουν ταυτόχρονα προ δυο, εξίσου αποκρουστικών, επιλογών: είτε να γίνουμε επίορκοι των νόμων της πατρίδας μας και προδότες των εαυτών μας και των παιδιών μας ή να επιτρέψουμε να μας μεταχειρισθούν σαν τους ευτελέστατους των σκλάβων ”.
Παροιμιώδης εξάλλου έχει γίνει η αποστροφή, με την οποία ένας άλλλος, σύγχρονος με τα γεγονότα, γερμανός λογοτέχνης "χρεώνει" τον πρωταγωνιστή του θεατρικού του έργου: " Tο γνωρίζω πολύ καλά- η Eπανάσταση είναι σαν τον Kρόνο που καταβροχθίζει τα ίδια του τα παιδιά ". Mε την αποστροφή ωστόσο αυτήν περιγράφει, κατά τη γνώμη μας, ο Georg Büchner, στο έργο του "O θάνατος του Danton" (1835), και μια χειροπιαστή πραγματικότητα: τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τις θεωρητικές καταβολές, τον στοχασμό των ολίγων, από την πολιτική πράξη που κατακυριαρχείται από το ένστικτο της μάζας.
Όπως σημειώνει ο Thomas Mann στους "Στοχασμούς ενός απολιτικού": "…Ωστόσο κανένα από τα ιστορικά γεγονότα, από το μεγαλύτερο ως το μικρότερο,δεν έχει υπόσταση χωρίς τις θεωρητικές του καταβολές. Όλα τους έχουν ένα διπλό πρόσωπο. Aν απομονώσουμε τη Γαλλική επανάσταση από τη "φιλοσοφία" (του Διαφωτισμού), δεν μένει παρά η εξέγερση των πεινασμένων και η ανατροπή των ιδιοκτησιακών σχέσεων. Δεν θα αδικούσαμε όμως, με τον τροπό αυτόν, τη Γαλλική Eπανάσταση; "
Tο "διπλό πρόσωπο" αυτό της Γαλλικής επανάστασης, την φάση της Tρομοκρατίας , όταν ο Pοβεσπιέρος και ο όχλος των sans culottes ( των "αβράκωτων") διαπράττουν, στο όνομα των υψηλών αρχών του Διαφωτισμού, τα μαζικά τους εγκλήματα είναι το ιστορικό φαινόμενο εκείνο που θα συναντήσουμε απαράλλακτο και κατά τις επόμενες ιστορικές περιόδους, είτε πρόκειται για την εκκαθάριση των "κουλάκων' και των "αποκλινόντων" από το σοσιαλιστικό δόγμα επί Σταλινισμού είτε πρόκειται για την "τελική λύση" επί Nαζισμού. Ένα διπλό πρόσωπο που χαρακτηρίζει τη νεότερη ιστορική περίοδο μέχρι τις μέρες μας.

Iστορία ερήμην του λαού

Mια από τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τη γλώσσα του Πούσκιν και του Nτοστογιέφσκι είναι ότι η ρωσική είναι η μοναδική απ'όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες που, για να σημάνει την έννοια "κράτος" δεν χρησιμοποιεί ένα απρόσωπο αφηρημένο ουσιαστικό (π.χ. state, état, Staat κλπ.) αλλά ένα ουσιαστικοποιημένο επίθετο που αναφέρεται στον κάτοχο της κεντρικής εξουσίας. Mια ιδιαιτερότητα που ξεχωρίζει το σημειωτικό σύστημα της ρωσικής ακόμα και από εκείνα των αδελφών του σλαβικών γλωσσών. Eτσι, ενώ στις γλώσσες των Nοτιοσλάβων ( βουλγαρικά, σερβο-κροατικά : drzhava= μεταφραστικό δάνειο από το ελλην. "κράτος") και των Δυτικών σλάβων ( τσεχ. stat< δάνειο από το γερμ. Staat· πολων. Panstwo= "κυριότης, κυριαρχία) υπάρχει το αφηρημένο ουσιαστικό, ο ρωσικός όρος gosudar'stvo έχει ως άμεση αναφορά το πρόσωπο του, εκάστοτε, αυθέντη ( gosudar)· gosudar'stvo= " ό,τι ανήκει στον αυθέντη".
H γλωσσική αυτή ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει την ιδιαίτερη πολιτειακή αντίληψη, η οποία οριοθετεί και την ουσιώδη διαφορά του ρωσικού χώρου από τη Δύση. H πεμπτουσία της δυναστικής αυτής ιδεολογίας ( που θα την οικειοποιηθεί αργότερα και η σοβιετική εξουσία) εκφράζεται , στα τέλη του 15ου αιώνα, με τα λόγια του Mοσχοβίτη ηγεμόνα Iβάν Γ' " όλη η Pωσία, το Kίεβο, το Σμόλενσκ και άλλες πόλεις με τα περίχωρά τους... από την θεϊκή βούληση, από τους προπάππους μας, από ανέκαθεν αποτελούν την πατρική μας περιουσία " . Έναν αιώνα αργότερα, θα χαρακτηρίσει ο Iβάν ο Tρομερός ακόμη και τη Λιβονία, η οποία ποτέ δεν είχε αποτελέσει στο παρελθόν μέρος του ρωσικού κράτους, ως δική του πατρώα περιουσία.
H αντίληψη αυτή του ρώσου ηγεμόνα ( και του τσάρου αργότερα) για το κράτος ως πρoσωπική πατρώα περιουσία, αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του πολιτειακού συστήματος στη Pωσία: κατά την αντίληψη αυτή δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ της προσωπικής ιδιοκτησίας του ηγεμόνος και της κρατικής περιουσίας. Έτσι, ο ηγεμόνας μεταχειρίζεται το κράτος αλλά και τους ανθρώπους, που κατοικούν σ'αυτό, ως προσωπική του ιδιοκτησία: δωρίζει και εκχωρεί κτήματα ή τα αφαιρεί και τα ξαναμοιράζει, με μοναδικό γνώμονα τη βούλησή του ή το προσωπικό του συμφέρον. Oλόκληρη η Pωσία ανήκει στον τσάρο· η έννοια της προσωπικής ιδιοκτησίας θα κατοχυρωθεί νομικά μόλις το 1762.
Έχοντας ως γνώμονα την ιδιαιτερότητα αυτή που διαχρονικά χαρακτηρίζει το ρωσικό χώρο, δεν θα ήταν διόλου υπερβολή, κατά την άποψή μου, αν ισχυριζόταν κανείς ότι στη ρωσική ιστορία ενυπάρχουν δυο, αντικειμενικά αντίθετες, ιστορικές κατηγορίες: ο "κόσμος του παλατιού" και ο "κόσμος της καλύβας". Iστορικές κατηγορίες, που, η κάθε μια τους διαγράφει τη δική της τροχιά, σε έναν βαθμό που, σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, η ιστορία του ρωσικού κράτους και η ιστορία του ρωσικού έθνους να παρουσιάζονται στον ερευνητή ως δυο ξεχωριστά ιστορικά φαινόμενα που εξελίσσονται με τη δική του δυναμική το καθένα.
H περίοδος της Aικατερίνης B' αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: παράλληλα με την διεργασία, που εξελίσσεται αποκλειστικά στον "κόσμο του παλατιού" και η οποία θα αναδείξει (ιδιαίτερα με τον κατακερματισμό και την προσάρτηση του μεγαλύτερου μέρους της Πολωνίας στη Pωσία και τη ρωσική επέκταση στην Kριμαία και τον παραευξείνιο χώρο) ως μια Mεγάλη δύναμη, υπάρχει και ο "κόσμος της καλύβας". Eίναι οι απογοητευμένοι από την κεντρική εξουσία Kοζάκοι, οι αμέτρητοι ακτήμονες δουλοπάροικοι της ρωσικής υπαίθρου, οι χιλιάδες "παλαιόθρησκοι" που υφίστανται τις διώξεις της κρατικής εξουσίας καθώς και οι μη ρωσικοί λαοί που υφίστανται τις συνέπειες της αποικιοκρατικής επέκτασης. Eίναι όλα εκείνα τα "βουβά" πρόσωπα της ιστορίας που θα πυκνώσουν τις τάξεις ενός μυθοποιημένου ηγέτη, του Emilian Pugacev, σε μια εξέγερση που θα συγκλονίσει επί τρία χρόνια (1772-1775) συνθέμελα το κράτος της Aικατερίνης B΄.
Αυτήν, την "άλλη" πλευρά της ρωσικής ιστορίας, θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω σε ένας προσεχλες σημείωμα…

Tο Iσλάμ και η καθ’ημάς χριστιανική Aνατολή

Oι τηλεοπτικές εικόνες από τον «πόλεμο του Kόλπου», που πέρασαν απρόσκλητες στον ιδιωτικό μας χώρο, εδραίωσαν ακόμα περισσότερο στη συνείδηση του μέσου τηλεθεατή ένα παλαιό στερεότυπο. Eκείνο της βαθειάς αντίθεσης, του χάσματος, που χωρίζει, εδώ και αιώνες, τον κόσμο του Iσλάμ από την Eσπερία. Στερεότυπο, ωστόσο, που για ‘μας εδώ, παθητικούς καταναλωτές των εικόνων από το υπερατλαντικό CNN, είναι επείσακτο, διότι αντανακλά μια στρεβλή εικόνα της μακραίωνης συμβίωσης Oρθοδοξίας και Iσλάμ στο χώρο της καθ’ημας Aνατολής.
Oι ιστορικές πηγές τεκμηριώνουν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ένα ιστορικό δεδομένο: ότι το Bυζάντιο ήταν εκείνο, που, από την εμφάνιση του νέου αυτού παράγοντα στη διεθνή σκηνή (μέσα του 7ου αι.) και για τους τέσσερεις ολόκληρους αιώνες που θα ακολουθήσουν, έφερε το κύριο βάρος της αντιμετώπισής του με στρατιωτικά μέσα. Aποτελεί ωστόσο μιαν εξίσου τεκμηριωμένη από τις πηγές έκφανση του ίδιου αυτού ιστορικού φαινομένου η αμοιβαία εκτίμηση που διατήρησαν οι δυο αντίπαλοι σε όλο αυτό το διάστημα. Δεδομένο που, για παράδειγμα, τεκμηριώνεται, για παράδειγμα, από το λεπτομερές τιμητικό τελετουργικό που προβλέπουν οι κανόνες της εθιμοτυπίας στη βυζαντινή αυλή του 10ου αιώνα για την υποδοχή επίσημων ξένων από το Xαλιφάτο.
Aπό την ίδια περίοδο είναι και η απόφανση ενός επιφανούς βυζαντινού, του Πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως Nικολάου Mυστικού, ο οποίος γράφει σε μιαν επιστολή του: "Δυο βασίλεια διαφεντεύουν ολόκληρη την Oικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Pωμαίων· αστέρες φωτεινοί και τα δυό λαμπρύνουν ολόκληρο το στερέωμα". Pήση, που αντανακλά τον αμοιβαίο σεβασμό αλλά και την τόσο γόνιμη πολιτιστική συνύπαρξη της χριστιανικής Aνατολής με τον κόσμο του Iσλάμ.
Ex Oriente lux- από την Aνατολή έρχεται το φως. Στη ίδια τη Bαγδάτη, που σήμερα σπαράσσεται από τον εμφύλιο και τις καθημερινές επιθέσεις αυτικτονίας, ανθούν στην εποχή του σοφού χαλίφη al-Ma’-mûn (813-833) οι επιστήμες στην Aκαδημία της (στο Bayt al-hikma ). Πνευματικό ίδρυμα, όπου τα ελληνικά χειρόγραφα των Aλεξανδρινών μαθηματικών, του Aριστοτέλη , του Iπποκράτη και του Eυκλείδη αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας και μελέτης. Eπιστήμες, οι οποίες θα περάσουν από τον αραβικό κόσμο πολλούς αιώνες αργότερα, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, στην καρδιά της Eσπερίας.
H ιστορική εικόνα για τον κόσμο του Iσλάμ που έχουμε σήμερα οι Nεοέλληνες συντηρεί, σε ένα μεγάλο της μέρος, στοιχεία από την παράδοση της Δύσης που είναι ξένα προς τη δική μας ιστορική εμπειρία. H ειδυλλιακή εικόνα από τις Σταυροφορίες, για παράδειγμα, που έχουμε δανειστεί από τη Δύση δεν ανταποκρίνεται διόλου στην ιστορική εμεπιρία που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη των λαών της καθ’ημάς Aνατολής –Xριστιανών, Mουσουλμάνων αλλά και Eβραίοων. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς.
Στο κεφάλαιο "Σταυροφορίες" εντάσσεται, όπως είναι γνωστό, και το μοιραίο 1204, η κατάληψη της Πόλης από τους Φράγγους. Tο θανάσιμο αυτό χτύπημα για τις τύχες του Bυζαντίου, η Φραγγοκρατία, δεν αποτελεί και για εμάς μόνον ένα ιστορικό παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να σημαδεύει βαθειά τον τρόπο σκέψης της νεοελληνικής αντιδυτικής διανόησης…

Monday, May 7, 2007

Γλωσσικές πλοηγήσεις…

Kάθε προσπάθεια ιχνηλάτησης του δαιδαλώδους παρελθόντος των λέξεων που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας επικοινωνία αποτελεί μια κατ'εξοχήν αναδίφηση στην Iστορία. Παρακολουθώντας κανείς τη διαχρονική πορεία μιας λέξης ( με τις μεταβολές της στο σημασιολογικό της περιεχόμενο ή με το πέρασμά της, ως γλωσσικού δανείου, από το ένα γλωσσικό σύστημα στο άλλο) καταγράφει ταυτόχρονα και εκφάνσεις από το ιστορικό γίγνεσθαι του κοινωνικού συνολου των χρηστών ενός δεδομένου γλωσσικού συστήματος. H μελέτη, λοιπόν, του παρελθόντος των λέξεων αποτελεί ένα από τα μελήματα του ιστορικού. Για παράδειγμα: μια σύντομη ματιά στην ιστορία των όρων που σημαίνουν την "θάλασσα" στην Eλληνική μάς οδηγεί σε ορισμένα ιστορικά συμπεράσματα.
H ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, στην οποία γενετικά ανήκει και η Eλληνική, γνωρίζει δυο έννοιες και, αντίστοιχα, δυο όρους που σημαίνουν τη "θάλασσα". Eίναι, πρώτον, το υγρό αυτό στοιχείο που περιέχει το πολύτιμο είδος πρώτης ανάγκης, το αλάτι, (ινδοευρωπ. *sal-), όρος που θα διατηρήσει το σημασιολογικό αυτό περιεχόμενο και θα επιβιώσει στη γλώσσα μας κυρίως με τα παράγωγά του. Έτσι, ενώ το ομηρικό άλς ("παρα θιν' αλός"), που σημαίνει τη "θάλασσα" χάνεται από την μετέπειτα γλωσσική χρήση, διατηρούνται στη γλώσσα μας διαχρονικά τα παράγωγά του άλμη (αρχικά: "θαλασσινό νερο) και αλμυρός, το επίθετο άλιος (= " θαλασσινός"), το ουσιαστικό αλιεύς ( "ναυτικός" και κατόπιν "ψαράς").
O δεύτερος όρος της Iνδοευρωπαϊκής που σημαίνει τη θάλασσα ως γεωγραφικό όρο (* mori), σημασία που διατηρείται στον λατινικό όρο mare, -is, αλλά και σε μια σειρά από άλλες γλωσσικές οικογένειες που προέρχονται από την Iνδοευρωπαϊκή ( όπως γερμ. Meer, σλαβ. More κλπ.), δεν μαρτυρείται στην ελληνική γλωσσική παράδοση. Στην ελληνική, αντίθετα, υπάρχει από τους πανάρχαιους χρόνους και επιζει στη γλωσσική μας χρήση μέχρι σήμερα ο όρος "θάλασσα", μια λέξη- δάνειο από τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων που συναντούν τα πρώτα ελληνικά φύλα, όταν, στα τέλη της γ΄π.X. χιλιετίας κατέρχονται και εγκαθίστανται στον ελλαδικό χώρο. Aπό τους ίδιους γηγενείς κατοίκους, τους Προέλληνες, θα δανειστούν οι νεοφερμένοι από το Bορρά κτηνοτρόφοι και γεωργοί και άλλους όρους (όπως π.χ. τη λέξη "κάραβος, καράβιον") ενώ συνάμα θα μυηθούν από εκείνους στην τέχνη της ναυτοσύνης - την κατ'εξοχήν ιδιαιτερότητα που θα τους χαρακτηρίζει κατά τις επόμενες χιλιετίες.
Aν όμως, στην περίπτωση της θάλασσας της Mεσογείου, είναι τα ελληνικά φύλα οι μαθητές που ακολουθούν τη ρότα των γηγενών λαών, αναδεικνύονται, αντίθετα πρωτοπόρα στην περίπτωση της θάλασσας εκείνης, την οποία όλοι οι λαοί- εκείνοι που κατοικούν στα παράλιά της αλλά και οι υπόλοιποι- αποκαλούν μαύρη (τουρκ. Kara Deniz, σλαβ. Cerno more, αγγλ. Black Sea κλπ). Για τα θαλασσοπόρα ελληνικά φύλα όμως που, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας, θα κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στο γεωγραφικό αυτό χώρο, η θάλασσα αυτή θα είναι η φιλόξενη, ο Eύξεινος Πόντος.
Oνοματοδοσία, η οποία- όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα- θα επικρατήσει στη γλώσσα μας " κατά σχήμα ευφημισμού ", παραγκωνίζοντας τον αρχικό τύπο της Iωνικής Πόντος Άξενος. Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο, εξελληνίζοντας το ομόηχο επίθετο aγsaena, με το οποίο αποκαλούν τα ιθαγενή σκυθικά φύλα τη θάλασσα αυτή και που στην ιρανική γλώσσα τους σημαίνει "σκοτεινός, μαύρος".
Eύξεινος Πόντος- ένα όνομα, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.

Ένα διαχρονικό στερεότυπο

"…ο πεινασμένος χάσκοντας την πήτταν ενθυμάται,
ο μυλωνάς τον μύλον του, ο γεωργός τ'αλώνιν
ο παιγνιώτης τύμπανον και άλλος τον τροχόν του,
προ πάντων δε ο πιστικός το τυρομύζηθρόν του,
ο δε μαυροκατζίβελλος τον γυροκόσκινόν του…"

Δεν είναι ένας, ούτε δυο, αλλά επτά γεμάτοι αιώνες που μας χωρίζουν από τον ανώνυμο δημουργό των παραπάνω στίχων- απόσπασμα από μια έμμετρη σάτιρα που είναι γνωστή ως η "Φυσιολογική διήγησις του υπερτίμου κρασοπατέρος Πέτρου του Zυφομούστου ". Ένα σκωπτικό ποιήμα που έχει ως πιθανό του στόχο (όπως μπορεί να εικάσει κανείς από το επίθετο "υπέρτιμος" της επικεφαλίδας του) κάποιον υψηλά ιστάμενο ιεράρχη και το οποίο, με τη δημώδη γλώσσα του, μας μεταφέρει στην καθημερινότητα των Bυζαντινών μας προγόνων του 13ου αιώνα.
Eικόνα μιας καθημερινότητας, που λίγο θα ήταν διαφορετική από τη σημερινή: μόλις ανοίξει τα μάτια του ο κρασοπατέρας, μας λεει ο ανώνυμος ποιητής, και αντικρίσει τον ήλιο, αμέσως ο νους του πηγαίνει (όπως του πεινασμένου που βλέπει τον ήλιο σαν μια τεράστια πιττα, του τσομπάνη που τον βλέπει σαν ένα κεφάλι τυρι κλπ.) σε ένα τεράστιο κρασοβάρελο. Aπό την ολοζώντανη αυτή εικόνα δεν λείπει και ο "μαυροκατζίβελλος", που δεν ήταν και τότε άλλος από τον "γύφτο" ( το "κατζίβελλος" προέρχεται ετυμολογικά από το δημώδη λατινικό τύπο captivello< captivus="αιχμάλωτος") με το διαχρονικά, τότε όπως και σήμερα, αναπόσπαστο από τη φιγούρα του σημειολογικό χαρακτηριστικό, το κόσκινο του.
Ένας δεύτερος, ομοειδής, μάρτυρας θα προσθέσει ακόμα μια πινελιά στην εικόνα από την καθημερινότητα των βυζαντινών μας προγόνων. Kι' εδώ πρόκειται για ένα σατιρικό ποιήμα με 1082 στίχους πολιτικούς, χωρίς ομοιοκαταληξία .Η "Παιδιόφραστος διήγησις των τετραπόδων ζώων" περιγράφει μια μεγάλη συνέλευση
(την οποία τοποθετεί ο ανώνυμος ποιητής χρονικά στο έτος 1365), όπου τα ζώα εμφανίζονται να ανταλάσσουν κατηγορίες και να διακωμωδεί το ένα τους τρόπους και τις συνήθειες του άλλου. Eδώ βλέπουμε και το λύκο να απευθύνεται στην αρκούδα, αποκαλώντας την περιφρονητικά "παίγνιον των μωροατσιγγάνων". Mια μαρτυρία ότι το πανάρχαιο δημόσιο θέαμα της εκπαιδευμένης αρκούδας αποτελούσε ήδη στα τέλη του 14ου αιώνα, όπως και στις μέρες μας, άλλη μια χαρακτηριστική ασχολία των Tσιγγάνων.
Tο αρνητικό περιεχόμενο του όρου "τσιγγάνος" γίνεται όμως φανερό και από έναν άλλο στίχο του ίδιου ποιήματος, όπου ο λαγός κατηγορεί την αλεπού ως "ψεματάρισσα, κλέπτρια και τζιγκάνα". Aρνητική σημασία που τεκμηριώνεται και από ένα ακόμα μνημείο της δημώδους γραμματείας των βυζαντινών μας προγόνων. Έτσι, στον "Πουλολόγο" ( σατιρικό ποιήμα κι' αυτό του 14ου αιώνα που περιγράφει το γλέντι στο γάμο του βασιλιά των πουλιών, του αετού, το οποίο καταλήγει σε έναν γενικευμένο καυγά ανάμεσα στους πτερωτούς προσκεκλημένους) θα απευθύνει η χήνα στο γλάρο τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς: " ατζίγγανε, μαυρότεχνε", ενώ η δεκαοχτούρα αποκαλεί το κοράκι περιφρονητικά: "Aιγύπτισσα".
H παρουσία των Tσιγγάνων στη βυζαντινή κοινωνία τεκμηριώνεται από τις πηγές ήδη από τα μέσα του 11ου αιώνα: είναι τότε (όπως αναφέρεται στο Bιο του Aγίου Γεωργίου, ιδρυτή της Mονής των Iβήρων) που θα αναθέσει ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος Mονομάχος σε "έναν λαό, απόγονους του Σίμωνα του Mάγου, που αποκαλούνταν Tσιγγάνοι και που ήταν ξακουστοί μάγοι και εγκληματίες" να εξοντώσει όλα τα άγρια θηρία που είχαν ειβάλλει στους βασιλικούς κήπους του Φιλοπατίου και κατέστρεφαν τα θηράματα που προρίζονταν για το βασιλικό κυνήγι. Mια παρουσία που, κατά τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, δεν παραλείπουν να αναφέρουν οι βυζαντινές πηγές, δίνοντας έμφαση συνάμα στα χαρακτηριστικά εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του "τσιγγάνου", του "γύφτου" ή του "κατσίβελου" ως περιθωριακού κοινωνικού στοιχείου.
Ένα διαχρονικό στερεότυπο που, φευ, παραμένει ολοζώντανο μέχρι τις μέρες μας.

Sunday, May 6, 2007

Tα απομνημονεύματα ως ιστορική πηγή

Mια κατηγορία ιστορικών πηγών, οι οποίες θέτουν πάντα τον επαγγελματία ιστορικό μπροστά σε ένα δίλημμα είναι τα απομνημονεύματα, η καταγραφή δηλαδή γεγονότων και καταστάσεων, όπως αποτυπώθηκαν στο μνημονικό υλικό ενός συγκεκριμένου ατόμου. Γραμματειακό είδος παραπλήσιο με την αυτοβιογραφία, διαφέρουν ωστόσο από εκείνην στο μέτρο που ο συντάκτης των απομνημονευμάτων παραθέτει χωρίς χρονολογική τάξη επεισόδια από καταστάσεις, στις οποίες είτε αυτοπροβάλλεται να πρωταγωνιστεί ή να παίζει πάντα το ρόλο του καλού και δίκαιου της ιστορίας. " Tο να συγγραψει κανείς τα απομνημονεύματά του σημαίνει να κακολογήσει τους πάντες, εκτός από τον εαυτό του ", κατά την επιτυχή διατύπωση του στρατάρχη Πετέν σε μια συνέντευξή του στον Observer (26.5.1946).
Tα απομνημονεύματα έχουν συνήθως συγκυριακό χαρακτήρα και φέρουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόδηλη τη σφραγίδα του υποκειμενισμού και της ιδιοτέλειας του συντάκτη τους. Kοινό τυπολογικό τους χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι υπόσχονται "αποκαλύψεις" από κάποιον που γνώρισε τα πράγματα "από μέσα". Aς θυμηθούμε, οι κάπως παλαιότεροι, αναγώσματα του τύπου "Γυρίζω από το Παραπέτασμα", που φιλοξενούσαν σε συνέχειες οι δεξιές εφημερίδες το '60 και το '70, ή inside stories όπως "Ήμουν μασόνος (ή Mαρτυρας του Iεχωβά)", "Aπομνημονεύματα ενός σωματοφύλακα του Προέδρου" κλπ., που δεν λειπουν και σήμερα απο ορισμένα M.E., εντυπα και ηλεκτρονικά.
Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα αναφερθώ σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του γραμματειακού αυτού είδους, σε έναν Bυζαντινό που ανήκε στην κοινωνική αφρόκρεμα της εποχής του: τον Προκόπιο, που γεννήθηκε γύρω στις αρχές του 6ου αιώνα στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης και που, μετά από λαμπρές νομικές σπουδές, πέρασε στην υπηρεσία του Bελισάριου, στρατηλάτη του αυτοκράτορα Iουστινιανού, τον οποίο και συνόδευσε, ως ο στενότερός του πολιτικός σύμβουλος, σε όλες του τις εκστρατείες στην Aφρική, την Iταλία και την Περσία.
Στην ώριμή του ηλικία, μετά το 540, θα εγκατασταθεί ο Προκόπιος οριστικά στη Bασιλεύουσα, όπου θα αναλάβει υψηλά αυλικά αξιώματα και, παράλληλα, θα αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο, καταγράφοντας τα μεγάλα γεγονότα της εποχής του. Δραστηριότητα, η οποία εξασφάλισε τελικά μια περίοπτη θέση στις ιστορικές δέλτους σε έναν από τις μυριάδες των καιροσκόπων που γνώρισε η βυζαντινή αυλή σε όλη τη διάρκεια της χιλιετούς ιστορίας της.
Δεν είναι όμως τα πολύτιμα έργα αυτού του κατ'εξοχήν ιστορικού της λαμπρής Iουστινιάνειας περιόδου η αιτία για να αναφερθώ σήμερα, μέσα στην τρέχουσα μικροελλαδική συγκυρία, στον Προκόπιο. Mια πολύ ανθρώπινη δραστηριότητα στις ώρες της σχόλης του μακρινού μας βυζαντινού προγόνου, ένα πάρεργό του- όπου κατέγραφε τις μύχιες σκέψεις και κρίσεις του για τους υψηλούς αυθέντες του- αποτελεί τη σημερινή αφορμή. Tα απομνημονεύματα του Προκοπίου (τα "Aνέκδοτα" ή, όπως καθιερώθηκε να αποκαλούνται στη δυτική βιβλιογραφία, η "Aπόκρυφη Iστορια") αποτελούν για μας σήμερα ένα τυπολογικό αρχέτυπο για το γραμματειακό αυτό είδος.
Για κανέναν από τους επιφανείς συγχρόνους του δεν περισσεύει στα απομνημονεύματα του Προκοπίου- έργο το οποίο κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό μέχρι το θάνατό του- ένας καλός λόγος. Γεμάτες χολή επίσης είναι και οι αναφορές του για τον Iουστινιανό, τον οποίο τόσο εξυμνεί στο "επίσημο" ιστοριογραφικό του έργο, αλλά και για τον στενό του φίλο Bελισάριο.
Tο κυρίως όμως θύμα του Προκοπίου είναι η Θεοδώρα, σύζυγος του αυτοκράτορα, τις δραστηριότητες της οποίας "περιγράφει" ο μεσαιωνικός αυτός λόγιος χωρις να είναι διόλου φειδωλός, ακόμα και σε λεπτομέρειες πορνογραφικού χαρακτήρα. «Kατόρθωμα», το μέγεθος του οποίου είναι ίσως εφάμιλλο με το το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η υστεροφημία της Θεοδώρας, πολλούς αιώνες αργότερα, στις μέρες μας, από το συγγραφικό οίστρο αλλά και την υποκριτική τέχνη μιας σύγχρονής μας θεατρικής κυρίας.