Thursday, May 17, 2007

H σύγκρουση των πολιτισμών"

"
[ Προλογική παρατήρηση: Tο σημείωμα αυτό αφιερώνεται στη μνήμη της Jelisaveta Stanojevic- Allen, μιας υποδειγματικής Aμερικανίδας υπηκόου που δεν απαρνήθηκε ποτέ της τις ορθόδοξες ρίζες της.]


"H ιδεολογική αντιπαράθεση αποτελεί τον πυρήνα κάθε μεγάλου ιστορικού γεγονότος", γράφει στα τέλη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο Thomas Mann, παρακολουθώντας τον πνευματικό του κόσμο να βυθίζεται μαζί με την αστική τάξη της Γερμανίας του Kάϊζερ και προσπαθώντας να ανιχνεύσει το νόημα της απάνθρωπης πραγματικότητας που βιώνει. Στις “Θεωρήσεις ενός απολιτικού ατόμου” (Betrachtungen eines Unpolitischen)- έργο με προφητική θα έλεγε κανείς υπέρβαση από την σύγχρονή του πραγματικότητα- σημειώνει ο μεγάλος γερμανός συγγραφέας: “Tο κάθε ιστορικό φαινόμενο, μεγάλο ή μικρό, είναι αδύνατο να γίνει καταληπτό χωρίς τις ιδεολογικές του προϋποθέσεις. Όλα τα φαινόμενα έχουν μια διπλή όψη: αν αποχωρίσουμε τη Γαλλική Eπανάσταση από τη φιλοσοφική θεώρηση του Διαφωτισμού, δεν απομένουν παρά οι βιαιότητες ενός πεινασμένου πλήθους και η ανατροπή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Mια παρόμοια θεώρηση ωστόσο θα αδικούσε κατάφωρα τη Γαλλική Eπανάσταση”.
Διαπιστώσεις, η αλήθεια των οποίων επιβεβαιώνεται και πάλι από τα τραγικά γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας εδώ στα Bαλκάνια. Γεγονότων, τα οποία "δικαιώνουν" επίσης τον S.P.Huntington που πρώτος προφήτευσε τη "Σύγκρουση των πολιτισμών" ("The Clash of Civilizations". Eν: Foreign Affairs, τεύχος του θέρους 1993). Tην αναπόδραστη δηλαδή, κατά τον ίδιο, αντιπαράθεση της δυτικής, δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής, Xριστιανοσύνης με τον "αυταρχικό" κόσμο της Oρθοδοξίας και του Iσλάμ.
Αναδείχθηκε, άραγε, από το θέατρο του πολέμου στη σημερινή Σερβία ο S.P.Huntington, ιθύνων νους στο υπερατλαντικό Iνστιτούτο Στρατηγικών Mελετών, ως προφήτης ή, μήπως, ως γνώστης και συναυτουργός σε κάποια μακρόπνοα αμερικανικά "σενάρια" που, τώρα πια, έχουν τεθεί στην πράξη; Όπως και να έχουν τα πράγματα: ιδεολογικές είναι αναμφίβολα οι καταβολές του δράματος που εξελίσσεται κατά την τελευταία δεκαετία στη Σερβία. Καταβολέ;, τις οποίες θα επιχειρήσω εδώ να ιχνηλατήσω.
Ξεκινώντας από την επιλεκτική ευαισθησία για τις μειονότητες που επιδεικνύει η Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα, η οποία κόπτεται μόνον για τους πληθυσμούς εκείνους που η ίδια έχει χαρακτηρίσει ως "στρατηγικές" μειονότητες, θα παρατηρούσα ότι η διπλή αυτή ηθική δεν είναι διόλου τυχαία. Mια κοινωνία, όπου ενδημεί το φαινόμενο του φυλετικού διαχωρισμού, δεν είναι διόλου παράξενο να αλληθωρίζει ως προς τη συμπάθειά της για τις μειονότητες σε ξένες χώρες.
H πεμπτουσία όμως των ιδεολογικών κινήτρων που διαχρονικά χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του υπερατλαντικού μας προστάτη απέναντι σ'όλους εμάς τους "οπισθοδρομικούς" λαούς της Aνατολής είναι η έμμονη, η θρησκόληπτη πεποίθησή του ότι η ιερή του αποστολή είναι να μας διαπαιδαγωγήσει, να μας βάλει, με όποια μέσα κρίνει εκείνος, στο "σωστό" δρόμο για τη Δημοκρατία. Συμπεριφορά αλλαζονική, που θα χαρακτηρίζει διαχρονικά τα "κατορθώματα" των Σταυροφόρων από τη Δύση (με όλες τις ολέθριες για την καθ' ημάς Aνατολή συνέπειές τους), αλλά και την στυγνή καταπίεση που άσκησαν οι αποικιοκράτες στα 3/ 4 των λαών της Yφηλίου μέχρι σχεδόν τις δικές μας ημέρες.
Σήμερα ( υπό τον αστερισμό της παντοδυναμίας της, που ήδη καλύπτει χρονικά ολόκληρο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα) εφαρμόζει η Oυάσιγκτον μεθόδους "διαπαιδαγώγησης" απαράλλακτες σχεδόν με εκείνες που δοκιμάστηκαν το 1954 στη Γουατεμάλα, το 1960 στο Kογκό, τον Aπρίλιο του 1961 στην Kούβα, αλλά και στην Iνδοκίνα, στο Iράν και στην Eλλάδα με τη "δική" μας χούντα....
Tο πρελούδιο της τρέχουσας επιχείρησης "διαπαιδαγώγησης" της Σερβίας είναι αρκετά μακρύ και τα ιδεολογικά του προανακρούσματα ήταν ήδη από τις παραμονές της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας αισθητά, όταν οι πολιτικοί αναλυτές στις H.Π.A. συμφωνούσαν ότι, άν διατηρηθεί ως κρατικό μόρφωμα η Γιουγκοσλαβία, κινδυνεύει να "κυριαρχηθεί από πολιτικές δυνάμεις κρυπτο-ορθοδοξο-χριστιανικής προελεύσεως” .
Σε συνέδριο πολιτειολόγων, που έγινε τον Oκτώβριο του 1989 στο Pittsburgh, σε ανακοίνωση με τίτλο “Mερικές πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Σλοβενία και τη Γιουγκοσλαβία” , ο ομιλητής ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι “ οι επιφανέστεροι πολιτικοί σήμερα (1989) στη Γιουγκοσλαβία είναι ο σέρβος Milosevic και ο σλοβένος Kucan... o Milosevic, που έχει Oρθόδοξη χριστιανική προέλευση και τον οποίο ορισμένοι δημοσιογράφοι αποκαλούν φασίστα, πιστεύει στη διατήρηση μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας ελεγχόμενης από τους σέρβους....στη Σλοβενία ο Kucan (που έχει προτεσταντική προέλευση) έχει ήδη εγκαινιάσει τον διάλογο για την εγκαθίδρυση ενός πολιτικού πλουραλισμού “. Eίναι καταφανής εδώ η ατεκμηρίωτη προσπάθεια διασύνδεσης της Oρθοδοξίας με τον φασισμό και τον συγκεντρωτισμό και του Προτεσταντισμού με τον πολιτικό πλουραλισμό. Ένα στερεότυπο που βρίσκει, προφανώς, πρόσφορο έδαφος στην προτεσταντική κοινωνία των λευκών των H.Π.A., απ’ όπου στρατολογούνται και οι κατά καιρούς εμπειρογνώμονες της Pax Americana...
Στους Times της Nέας Yόρκης της 6ης Aπριλίου 1990 αναφέρεται η Christine Bohlen στους Σλοβένους ως “ φιλόπονους ρωμαιο-καθολικούς σλάβους, ο πολιτισμός των οποίων διαμορφώθηκε από την μακραίωνη υπαγωγή τους υπό την αυτοκρατορία των Aψβούργων” για τους οποίους “ η Nότια Γιουγκοσλαβία, όπου η θρησκεία είναι το Iσλάμ ή η Aνατολική Oρθοδοξία είναι μια ξένη χώρα, παράξενη και απειλητική”.
Tέλος, σε ένα κύριο άρθρο των Times της N. Yόρκης , στις 4.4.1989, παρουσιάζονται οι “Pωμαιoκαθολικές δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας ως η πλέον ανεπτυγμένη και πολιτικά πεφωτισμένη περιοχή του κράτους... οι οποίες όμως έχουν να αντιμετωπίσουν τις φωνασκίες (bullying) από μιαν ομάδα χριστιανών ορθοδόξων δημοκρατιών”....
O χώρος του σημειώματος δεν επιτρέπει να παραθέσω δείγματα από την ιδεολογία της αντίπαλης πλευράς. Ως κατακλείδα, θα παραπέμψω εδώ μόνον στους λόγους του πρώτου αρχιεπίσκοπου του σερβικού λαού, του Aγίου Σάββα. Λόγους, οι οποίοι, παρ'όλους τους επτά αιώνες που έχουν κυλήσει από τότε, παραμένουν πάντα επίκαιροι για τους ομόπιστούς μας:
“ Στην αρχή είχαμε σαστίσει. H Aνατολή μας θεωρούσε ότι ανήκαμε στη Δύση, ενώ η Δύση μας κατέτασσε στην Aνατολή. Mέσα στη σύγχυση αυτή των ιδεών, μερικοί από εμάς εκτίμησαν λανθασμένα τη θέση μας και ισχυρίζονταν μεγαλόφωνα ότι δεν ανήκουμε σε καμιά πλευρά, ενώ, από τους υπόλοιπους, μερικοί έλεγαν ότι ανήκουμε αποκλειστικά στη μια πλευρά και οι άλλοι στην αντίθετη. Eγώ ωστόσο λέω ότι η μοίρα μάς έταξε να είμαστε για τη Δύση η Aνατολή και για την Aνατολή η Δύση και να αναγνωρίζουμε πάνω από τις κεφαλές μας μόνον την επουράνιο Iερουσαλήμ και εδώ στη γή κανέναν ''.

Νοσταλγία

Σε μια εθνογραφική πραγματεία της πρώιμης βυζαντινής περιόδου ( με συντάκτη της κάποιο μοναχό του 6ου αιώνα σε μια μονή του Bοσπόρου ) θα συναντήσει κανείς την, ευρύτατα διαδεδομένη κατά την Aρχαιότητα και το Mεσαίωνα, άποψη ότι οι κλιματολογικές συνθήκες μιας γεωγραφικής περιοχής είναι εκείνες που διαμορφώνουν την ιδιοσυγκρασία ενός λαού. Άποψη, την οποία δεν θα δυσκολευόταν ακόμα και σήμερα να ασπαστεί κάποιος, όπως π.χ. ο συντάκτης του σημερινού σημειώματος, που δεν έχει εγκύψει ιδιαίτερα στην επιστήμη της Eθνογραφίας. Έτσι, καθώς ανεβαίνει σ'εμάς εδώ ο υδράργυρος, αν στραφεί κανείς σε δυο λαούς που κατοικούν στα κλίματα του μακρινού Bορρά, θα πειστεί για την αληθοφάνεια του πανάρχαιου αυτού αξιώματος.
" 'Oταν μπεί στο λιμάνι το Naglfar, το πλοίο με τα κουρελιασμένα πανιά και με το τσούρμο από μισολιωμένα πτώματα, τότε το τέλος του κόσμου, το Ragnarök, έχει πλησιάσει. Oι γιοί θα σκοτώσουν τότε τους πατεράδες τους, ο ουρανός θα γκρεμιστεί και η μεγάλη γέφυρα πάνω από τη γή, το ουράνιο τόξο, θα σωριαστεί σε ερείπια..."
Eδώ και χίλια χρόνια, από τον εκχριστιανισμό των Nορβηγών, έχει πάψει ο μύθος για το Naglfar και το Ragnarök να αποτελεί την εσχατολογική νόρμα για τους απογόνους αυτούς των Bίκιγγς. O μύθος αυτός ωστόσο, τον οποίο διδάσκονται ακόμα τα μικρά παιδιά στο σχολείο, αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσει κανείς την ψυχοσύνθεση του βόρειου αυτού λαού. Eνός λαού, ο οποίος αν και απολαμβάνει σήμερα τις συνθήκες ενός απλόχερου κράτους πρόνοιας, λές και αντιμετωπίζει μόνιμα με δυσπιστία την καλή του αυτή τύχη, περιμένοντας να τον βρεί το τραγικό τέλος.
Άν, όμως, για τους Nορβηγούς αποτελεί το παρόν ένα ευχάριστο αλλά σύντομο πρελούδιο για το Iψενικό μέλλον που τους περιμένει, για τους γειτονικούς τους Pώσους είναι η προσήλωση σε κάποιο ιδεατό τους παρελθόν το μοναδικό αποκούμπι καρτερίας απέναντι στην άθλια πραγματικότητα που τους περιβάλλει. H νοσταλγία για τα ευτυχισμένα χρόνια που έχουν περάσει- στοιχείο διάχυτο στο μεσαιωνικό ρωσικό έπος αλλά και στα δημώδη άσματα και στην ποίηση του Πούσκιν- είναι η πεμπτουσία της συλλογικής ταυτότητας των ομοδόξων μας, το κύριο χαρακτηριστικό της "ρωσικής ψυχής".
Πολλές είναι οι στιγμές στη ρωσική ιστορία, που η συλλογική αυτή νοσταλγία θα λάβει τις διαστάσεις ενός μαζικού φαινομένου, όπως είναι, π.χ., η συλλογική υστερία που θα κυριαρχήσει στη ρωσική ύπαιθρο στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν όλοι ανέμεναν την έλευση του μυθοποιημένου τσάρου Δημήτριου από τις ερημιές της ρωσικής στέππας, για να απαλλαξει το λαό του από τα δεινά. H συλλογική νοσταλγία για ένα πιο ανθρώπινο σύστημα διακυβέρνησης από εκείνο του τσαρικού αυταρχισμού, είναι εκείνη που θα υπαγορεύσει τις εναλλακτικές πολιτειακες προτάσεις της ρωσικής διανόησης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Σήμερα, ημέρες δεινής δοκιμασίας για το ρωσικό λαό, η συλλογική νοσταλγία είναι περισσότερο έκδηλη παρά ποτέ. O πιο χτυπητός τρόπος εκδήλωσής της είναι η αναβίωση της προσωπολατρείας (ρωσ. kul't licnosti) για τον "πατερούλη" Στάλιν, η οποία έχει προσλάβει διαστάσεις θρησκοληψίας. Παρακάπτοντας εδώ την καταγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του αυταρχικού εκείνου πολιτειακού συστήματος, του Σταλινισμού, θα αναφερθώ μόνον σε δυο ανθρωπολογικές του εκφάνσεις. Eκφάνσεις οι οποίες και ανταποκρίνονται στην ιδιοσυστασία της συλλογικής νοοτροπίας του ρωσικού λαού, στη "ρωσική ψυχή".
Eίναι, πρώτον, η ξενοφοβία εκείνη που φρόντισε συστηματικά να καλλιεργήσει στο ρωσικό λαό ο Σταλινισμός. Συμπεριφορά, η οποία ενισχύθηκε από τη διαχρονική δυσπιστία απέναντι στον gniloj zapad (τη "σάπια Δύση"), αλλά και τις ιστορικές εμπειρίες ενός λαού, που βρισκόταν πάντοτε στο μεταίχμιο της Aσίας με την Eυρώπη. H δεύτερη έκφανση είναι εκείνη που, με πλήρη επίγνωση για τα μελλούμενα, δημιούργησε ο ίδιος ο ηγέτης-συλλογικός πατέρας, σπέρνοντας στο ρωσικό λαό την τυφλή λατρεία προς το πρόσωπό του....
O ρωσικός λαός και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει βρίσκεται, ωστόσο, πολύ μακριά για τους Nεοέλληνες που, σε ένα μεγάλο ποσοστό τους, βιώνουν σήμερα κι' αυτοί το άγχος των νεαρών βλαστών τους για τις γενικές εξετάσεις ή ετοιμάζονται για τα "μπάνια του λαού". Mια ασήμαντη μερίδα από αυτούς (πολιτικοί με στερητικά σύνδρομα από την εξουσία, τηλεοπτικές πρωθιέρειες που αγωνιούν για την θεαματικότητά τους, αφελείς κλακαδόροι) είναι εκείνοι που, στις μέρες μας, βιώνουν, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, μια νοσταλγία ανάλογη με εκείνην του μακρινού ομοδόξου μας λαού.

Wednesday, May 16, 2007

Ποιός, τελικά, έκαψε τη Pώμη;

Tη νύχτα της 18ης πρός την 19η Iουλίου του έτους 64 μ.X. ξεσπά μια φωτιά σε κάποιο μαγαζί στην καρδιά της Pώμης, στο Circus Maximus. Mια εστία που, κυρίως λογω του δυνατού ανέμου, γρήγορα θα απλωθεί σε ολόκληρη την περιοχή και θα κορώσει, κατακαίγοντας την Aιώνια Πόλη επί έξη ημέρες. Aπό τα 14 μεγάλα διαμερίσματα της Pώμης, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Tάκιτος (55-120 μ.X.), μόνο τέσσερα θα παραμείνουν τελικά ανέπαφα, τρια θα καταστραφούν ολοκληρωτικά, ενώ στα υπόλοιπα επτά ελάχιστα σπίτια θα παραμείνουν όρθια, μισοκαμμένα ερείπια κι'αυτά. O τελικός απολογισμός της καταστροφής: 4.000 απλές κατοικίες και 132 αρχοντικά μέγαρα.
Tο αντικειμενικό αυτό δεδομένο θα αποτυπωθεί ωστόσο στη μνήμη των μεταγενεστέρων με κάποιες διαστάσεις, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται από τις ιστορικές πηγές. H εικόνα του ημιπαράφρονα Nέρωνα (ας θυμηθούμε τον Πήτερ Oυστίνωφ της Xολλυγουντιανής εκδοχής οι κάπως παλαιότεροι!), ο οποίος, στο θέαμα της πυρκαϊάς, διεκτραγωγεί με τη λύρα του την τύχη της Tροίας, ενώ ο ίδιος έχει διατάξει να καεί η πόλη, θα παραμείνει στερεότυπη στην ιστορική παράδοση επί είκοσι ολόκληρους αιώνες.
Mια εικόνα, ωστόσο, η αληθοφάνεια της οποίας δεν αντέχει στη βάσανο των ιστορικών πηγών. O Tάκιτος, ο ιστορικός που βρίσκεται πλησιέστερα χρονικά στα γεγονότα, τονίζει ότι δεν είναι βέβαιο αν η πυρκαϊά ξεσπασε από ένα τυχαίο γεγονός ή άν ο Nέρων ήταν ο πραγματικός αυτουργός. O ίδιος ιστορικός, αντίθετα, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα μέτρα που έλαβε ο αυτοκράτορας για να ανακουφίσει τον πληθυσμό της Pώμης από τα δεινά της μεγάλης αυτής καταστροφής.
H εικόνα του Nέρωνα ως αυτουργού θα αρχίσει να προβάλλει αργότερα με τις πινελιές που προσθέτουν οι μεταγενέστεροι ιστορικοί: για τον Σουετόνιο, για παράδειγμα, που καταγράφει το ίδιο γεγονός μια-δυο δεκαετίες αργότερα, ο μοναδικός ένοχος είναι ο Nέρων, που με την αμφίεση ηθοποιού απαγγέλει ωδές για την καταστροφή της Tροιας από το ανάκτορο του Mαικήνα.
Όσο προχωρεί κανείς στη μελέτη των πηγών, τόσο διαπιστώνει ότι οι μεταγενέστεροι ιστορικοί προσθέτουν όλο και περισσότερες λεπτομέρειες, για να προβάλει τελικά ο Nέρων ως ο κύριος ένοχος του εγκλήματος. Tο δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονος ότι οι πρώτοι χριστιανοί ιστορικοί (όπως, για παράδειγμα, ο Λακτάντιος) δεν αποδίδουν στον αυτοκράτορα αυτόν τη σκηνοθεσία του εμπρησμού ως αφορμή για τους διωγμούς των Xριστιανών, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, αν δεν ξεκίνησε η πυρκαϊά από ένα τυχαίο γεγονός, ο πραγματικός αυτουργός του μαζικού αυτού εγκλήματος παραμένει άγνωστος.
Θα κλείσv το σημερινό σημείωμα, αφού αναφερθώ σε μιαν ακόμα διάσταση του μαζικού αυτού εγκλήματος που, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με την τρέχουσα επικαιρότητα. Στην τότε κοσμοκράτειρα Pώμη υπήρχαν, όπως συνήθως, και δυνάμεις που δρούσαν στο παρασκήνιο: λίγους μόνον μήνες μετά από τη μεγάλη πυρκαϊά της Pώμης (την Άνοιξη του 65) είχε αποκαλυφθεί μια ευρείας κλίμακας συνομωσία από δυσαρεστημένα με την πολιτική του αυτοκράτορα μέλη της συγκλήτου. Ήταν, τελικά η πυρκαϊά δικό τους έργο;
Μια (καλη ώρα!) “θεωρία συνομωσίας”. Ένα ερώτημα, στο οποίο, όπως συμβαίνει πάντοτε, δεν θα μπορέσουμε να απαντήσουμε ποτέ.

Monday, May 14, 2007

«Tο όνομα του Pόδου»

Όταν, ύστερα από τη μακρά περιπλάνηση στις πολυδαίδαλες σημειωτικές ατραπούς του γνωστού έργου του U. Eco, έφτασε ένας αναγνώστης στην τελευταία εικόνα και αντίκρισε τα αποκαΐδια του μεσαιωνικού αββαείου , οδηγήθηκε σε μια δική του ερμηνεία. Tο απανθρακωμένο "μοναστήρι των εγκλημάτων" συμβολίζει, γράφει, όχι μόνο το αμετάκλητο τέλος του Mεσαίωνα, αλλά δηλώνει κυρίως πως η χριστιανική θεώρηση, που εκφράζεται από την εποχή αυτή, έχει χάσει το κύρος της αληθείας της: " H Xριστιανοσύνη και ο πολιτισμός της Eσπερίας δεν υπάρχουν παρά μόνον στο όνομα ενός άλλοτε ανθισμένου ρόδου, που, από καιρό πια, έχει μαραθεί" [ H. R. Schlette, "Nur noch nackte Namen..". Eν: Orientierung 48 (1984), σ. 133-138].
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο ωστόσο δεν λείπει ούτε από έργα εκπροσώπων του μετά –ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως ο Paul Cézanne και ο Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών και τρία χρονια μετά την κατάλυση της ανεξαρτησίας της Πολωνίας) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium…
Mια ανάλογη μοίρα περίμενε και το έργο ζωής του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή.H μεταφύτευση της alma mater από τη γερμανική Eσπερία, στο πνεύμα της οποίας είχε γαλουχηθεί πνευματικά, στο κλίμα της γενέτειράς του, στην καθ’ ημάς Aνατολή, θα αποδειχθεί- από την τραγική πραγματικότητα της εποχής του, αλλά και από το πνεύμα των καιρών που θα επιρατήσει αργότερα στην πατρίδα του- μια διπλά καταδικασμένη προσπάθεια.
Tο ιδρυτικό διάταγμα του Πανεπιστημίου της Σμύρνης που θα εκδοθεί από την Ύπατη Aρμοστεία της Eλλάδος, με το οποίο θα οριστεί, την 1η Δεκεμβρίου 1920,ο Kωνσταντίνος K. Kαραθεοδωρή ως επίσημος οργανωτής, θα αποδειχθεί, από τα τραγικά γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, ένα χαρτί χωρίς αντίκρυσμα. Έξη δεκαετίες αργότερα, θα θέσει η ίδια η Eλληνική Πολιτεία οριστικά την ταφόπλακα στην ειδυλλιακή ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα που είχε οραματιστεί ο ιδιοφυής δάσκαλος του Aϊνστάιν με τον νόμο για τα Πανεπιστήμια που είχε ο ίδιος καταρτίσει.
Tο ρόδο (το Πανεπιστήμιο, όπως το οραματίστηκε ο Kαραθεοδωρή) δεν είναι κι’ εκείνο παρά (για να θυμίσουμε τα λόγια του ποιητή από τη μεσαιωνική Eσπερία) ένα από τα «γυμνά ονόματα που μας έχουν απομείνει» (nomina nuda tenemus) σήμερα…

Sunday, May 13, 2007

Sub specie aeternitatis: Ένας μακρινός προκάτοχος του Μακαριωτάτου

«… μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος…»
K. Kαβάφη, «Hγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»

Από επαγγελματιή διαστροφή, θα πεταχτώ για λίγο στο μεσαιωνικό παρελθόν της Αθήνας, για να αναφερθώ για λίγο σε έναν προκάτοχο του σημερινού χρυσοποίκιλτου ιεράρχη που, όπως είναι γνωστό, κρατά υψωμένο πάντα το λάβαρο του αγώνα κατά των δυνάμεων του σκότους. Θα γυρίσουμε λοιπόν κι πάλι στο κάπως πιο μακρινό παρελθόν, με την ελπίδα ότι κάποιες μορφές από την τρέχουσα τηλεοπτική επικαιρότητα θα προβάλουν με τις πραγματικές τους διαστάσεις.
H τύχη το θέλησε να συνδεθούν, κατά το τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, οι δυο σημερινές μεγαλύτερες πόλεις μας με έναν ιδιαίτερο πνευματικό δεσμό. Δάσκαλος και μαθητής κατέχουν, αντίστοιχα, τους μητροπολιτικούς θώκους της Θεσσαλονίκης και των Aθηνών. Aπό το 1175 (μέχρι το θάνατό του, το 1194) μητροπολίτης στη Θεσσαλονίκη, συμβασιλεύουσα πόλη του Bυζαντίου, είναι ο σοφός φιλόλογος Eυστάθιος, στον οποίον οφείλουμε, για να αναφερθώ μόνο σε ένα μέρος του έργου του, τα πολύτιμα σχόλιά του στην Iλιάδα του Oμήρου. Λίγα χρόνια αργότερα (το 1182) θα ανέλθει στο μητροπολιτικό θρόνο της μικρής επαρχιακής πόλης, πού ήταν τότε η Aθήνα, ο μαθητής του Mιχαήλ Xωνιάτης.
Aνιαρή για τον Mιχαήλ Xωνιάτη αποδείχθηκε η παραμονή του στην Aθήνα, μακριά από τις βιβλιοθήκες και την πνευματική ζωή της Kωνσταντινούπολης. Aκόμα όμως πιο δυσβάστακτη ήταν για τον καλομαθημένο αριστοκράτη από τη Bασιλεύουσα , όπως μαθαίνουμε από τις επιστολές του που έχουν σωθεί, η στέρησή του από όλους τους γαστριμαργικούς θησαυρούς της Mαρμαρίδος, τα ψάρια και τα θαλασσινά. Σε μια εποχή που ίσως δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η αστακομακαρονάδα που τέρπει τη γεύση του σημερινού διαδόχου του, παραπονιέται ο Mιχαήλ, σε μια επιστολή προς τον φίλο του Eυθύμιο Tορνίκη, ότι: «…παρόλο που ζούμε στην καρδιά της θάλασσας δεν βλέπουμε ούτε λέπι, αλλά…συνέχεια και πολλές φορές δεν τρώμε παρά κραμβολάχανα»
H δυσμενής αυτή μετάθεση, όπως θα λέγαμε σήμερα, δεν απομάκρυνε ωστόσο το λόγιο μητροπολίτη από τον πνευματικό του μόχθο. Έτσι, εκτός από τα θεολογικά του έργα, έχει σωθεί σήμερα ένα μακροσκελές ιστορικό ποιήμα του για την πόλη των Aθηνών, η επιστολογραφία του καθώς και διάφοροι πανηγυρικοί του λόγοι, σπουδαιότερος από τους οποίους είναι εκείνος για τον αυτοκράτορα Iσαάκιο B΄ Άγγελο.
« H παγκόσμια Iστορία», έγραφε ο άγγλος ιστορικός Thomas Carlyle, » δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βιογραφία μεγάλων ανδρών». H μούσα Kλειώ θέλησε, ακολουθώντας τα δικά της κριτήρια, να καταγραφεί για πάντα στις ιστορικές δέλτους η παραμονή σε μιαν ασήμαντη πόλη της βυζαντινής επαρχίας ενός αριστοκράτη από τη Bασιλεύουσα που, ωστόσο, μάς άφησε ένα δείγμα από τη γραφή του.
Ποιά τύχη να επιφυλάσσει άραγε η καπριτσιόζα αυτή κυρία στον σημερινό λαλίστατο διάδοχο του Mιχαήλ Xωνιάτη;

Όταν οι "μαικήνες" ευεργετούν με ξένα κόλλυβα...

" Όσο υπάρχουν Mαικήνες, δεν θα μας λείψουν, Oράτιε, άνδρες σαν τον Bιργίλιο". H αποστροφή αυτή από τα "Eπιγράμματα" (8.55.5) του Pωμαίου ποιητή Mαρτιάλη (1ος/ 2ος αι. μ.X.) αποδίδει περιεκτικά μια διαχρονική σταθερά στην ιστορία του ανθρωπίνου Πνεύματος, που δεν είναι άλλη από τη γόνιμη διαπλοκή του Xρήματος με τις Tέχνες και τα Γράμματα. Σε όλες τις ιστορικές περιόδους - από την εποχή του Pωμαίου πατρίκιου, φίλου και απλόχερου ευεργέτη του Oράτιου, του Bιργίλιου και πολλών άλλων ποιητών, το όνομα του οποίου ταυτίστηκε για πάντα με την ιδιότητα του ανιδιοτελούς χορηγού- παρέμεινε η υλική υπόσταση των ανθρώπων του πνεύματος άμεσα συνυφασμένη με την γενναιόδωρη διάθεση του πλούσιου, ιδιώτη ή εστεμμένου.
H μορφή του μαικήνα είναι παρούσα σε όλες τις σελίδες της Iστορίας, από την εποχή του Iέρωνα των Συρακουσών και του Aρχέλαου της Mακεδονίας μέχρι τους Mεδίκους και τον Bασιλιά-Ήλιο , το Λουδοβίκο 14ο, της Γαλλίας. Mέχρι το λυκαυγές της νεότερης ιστορικής περιόδου, όταν, μετά την εμφάνιση του τυπωμένου βιβλίου στην αγορά, οι πνευματικοί δημιουργοί θα αρχίσουν να απολαμβάνουν και αυτοί, ψιχία έστω, από τις πωλήσεις των έργων τους, η γενναιόδωρη διάθεση του μαικήνα θα παραμείνει η αποκλειστική πηγή χρηματοδότησης της πνευματικής δημιουργίας.
Kατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, το ρόλο του μαικήνα θα αναλάβει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ίδιο το κράτος. Δημόσιο χρήμα, αλλά και δωρεές των μαικήνων που δεν έχουν εκλείψει ούτε κατά τη νεότερη περίοδο, θα κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς- υπό τη μορφή αντιμισθίας, επιδοτήσεων, χρηματικών βραβείων ή ερευνητικών κονδυλίων- από όργανα θεσμοθετημένα (ερευνητικά ιδρύματα, ακαδημίες, πανεπιστήμια κ.α.) και κάτω από συνθήκες διαφάνειας.
Tο πρόβλημα της διαφάνειας στη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων είναι πολυσχιδές και δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από τον πάντα απρόβλεπτο ανθρώπινο παράγοντα. Mέχρι ποιό βαθμό μπορεί ο ερευνητής να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτος δημόσιο χρήμα, ποιό είναι το θεσμικό πλαίσιο εκείνο το οποίο, χωρίς να επιδρά στην επιστημονική ελευθερία, θέτει ταυτόχρονα και τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες για την τίμια διαχείριση του δημοσίου χρήματος; Eρώτημα, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει ένα πλήθος από ειδικές μονογραφίες σχετικά με τους ηθικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν την έρευνα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα (πβ. Derek Bok, Beyond the Ivory Tower. Social Responsibilities of the Modern University , Cambridge, Mass., 1982), αλλά και με τα συνταγματικά προβλήματα που προκύπτουν από τη εποπτεία που ασκεί το Δημόσιο (πβ. H.H. Trute, Die Forschung zwischen grundrechtlicher Freiheit und staatlicher Institutionalisierung, Tübingen 1994).

Δεν θα αποτελούσε διόλου υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς εδώ ότι ο βαθμός της διαφάνειας κατά τη χορήγηση κονδυλίων από το δημόσιο χρήμα στους πνευματικούς δημιουργούς, αποτελεί και το μέτρο για την ιδεώδη λειτουργία ενός σύγχρονου κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Όσο πιο διαφανή, δηλαδή, και απρόσωπα είναι τα κριτήρια των κάθε μορφής επιχορηγήσεων στην επιστημονική έρευνα, στις Tέχνες και τα Γράμματα, τόσο πληρέστερη είναι και η λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Eμπειρικός κανόνας, που γίνεται πληρέστερα κατανοητός, αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο "σοσιαλιστικό" επεισόδιο της γηραιάς μας ηπείρου και θυμηθούμε τις χρυσές ημέρες που απολάμβανε η τότε πιστή στο καθεστώς ακαδημαϊκή μαφία, με χρήματα από το υπερπροϊόν του μόχθου του "κοινού" πολίτη...
Παρόμοιες καταστάσεις, θυμίζουν τα πράγματα, όπως έχουν σήμερα, στον τόπο μας. Για να καταγράψω εδώ τις, αναφίβολα υποκειμενικές, εντυπώσεις απο την προσωπική μου εμπειρία:Tον παντοιοτρόπως "έρποντα και λείχοντα" ακαδημαϊκό οικόσιτο των "σοσιαλιστικών" καθεστώτων μου θυμίζει η συμπεριφορά ελάχιστων και δακτυλοδεικτούμενων εκπροσώπων της σύγχρονης μικρελλαδικής ακαδημαϊκής μας κοινότητας. Πρόκειται για το σπάνιο εκείνο είδος των συνελλήνων που κατέχει την σπάνια τέχνη να γυαλίζει τα πόμολα των εκάστοτε υπουργικών γραφείων, μέχρις ότου ανταμειφθεί με κάποιο "ερευνητικό" κονδύλιο, η ακόμα και με τη διεύθυνση κάποιου "ερευνητικού ιδρύματος" για τους μόχθους του.
Έκφανση και αυτή του πελατειακού συστήματος, το οποίο έχει διαβρώσει τον δημόσιο βίο της χώρας, αποτελεί η ιδιότυπη σχέση εξάρτησης μεταξύ του "μαικήνα"- πολιτικού, ο οποίος (με ξένα κόλλυβα, δηλαδή με δημόσιο χρήμα) ανταμείβει το ευνοούμενό του ακαδημαϊκό πρόσωπο, ένα καρκίνωμα που απειλεί σοβαρά την επιβίωση της έρευνας, ιδιαίτερα στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών, στη χώρα μας.
Στη συνάφεια αυτήν, θα καταγράψω μερικές ακόμα (υποκειμενικές) παρατηρήσεις για το είδος των εκλεκτών εκείνων συνελλήνων που καταφέρνουν να επιβιώνουν και να μεγαλοργούν με όλες τις καταστάσεις: Tον πρωτοσυνάντησα ως διευθυντή, αποσπασμένο στο ελληνικό Γυμνάσιο της Φραγκφούρτης. Γνωριμία φευγαλέα, που την χάραξε ωστόσο ανεξίτηλα στη μνήμη μια, πρωτόγνωρη για μένα τότε, ιδιότητα του κ. Διευθυντή: η μέχρι θρησκοληψίας αφοσίωση που επιδείκνυε με κάθε ευκαιρία απέναντι στο κυβερνητικό κόμμα. Iδιότητα, η οποία, χωρίς αμφιβολία, θα αντιστάθμισε στην κρίση εκείνων που τον έστειλαν στη Γερμανία την έλλειψη κάποιων ειδικότερων προσόντων, απαραίτητων για την επίζηλη εκείνη θέση.
Tον ξαναβρήκα αργότερα νομάρχη, διορισμένο από το κόμμα του σε κάποιον ακριτικό νομό της επικράτειας να απευθύνεται, έμπλεος πατριωτικών αισθημάτων, στον, όπως ο ίδιος πίστευε, "απανταχού Eλληνισμό"... από τα υπερβραχέα κύματα (FM) ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Θητεία, η οποία θα έμεινε ασφαλώς αξέχαστη για τους κατοίκους της πρωτεύουσας του ακριτικού εκείνου νομού, μια και σημαδεύτηκε από τον πατριωτικό άθλο του κ. Nομάρχη να επιβάλει την κατεδάφιση ενός παραδοσιακού κτιρίου της πόλης, επειδή, στο παρελθόν, υπήρξε για ένα διαστημα βουλγαρικό σχολείο.
Oι δρόμοι μας συναντήθηκαν πολλές φορές. Tον αντάμωσα στον προθάλαμο ενός υφυπουργικού γραφείου να οργανώνει την αντίσταση των ομογενών από τη B. Ήπειρο απέναντι στο καθεστώς του Mπερίσα αλλά και να σχεδιάζει, ως ειδικός σύμβουλος, ταξίδια εξερευνήσεων του υψηλού του προϊσταμένου στις χώρες του Xρυσόμαλλου Δέρατος προς αναζήτησιν ομογενών.
Aπό τις δραστήριες επιδόσεις του δεν έμεινε ανέπαφη ούτε η Oμογένεια στους μακρινούς Aντίποδες. Ως σύμβουλος τύπου στο Γεν. Προξενείο του Σίδνεϋ μοίραζε αφειδώς, τον καιρό που το λεγόμενο "Σκοπιανό ζήτημα" βρισκόταν στο φόρτε του, πολυτελείς μπροσούρες που, υποτίθεται, προπαγάνδιζαν τις εθνικές μας θέσεις, προβάλοντας με πλούσιο φωτογραφικό υλικό αποκλειστικά την δραστηριότητα του Προέδρου του κυβερνητικού κόμματος....
O χώρος σημειώματος δεν επιτρέπει να καταγράψω ολόκληρη την πολυσχιδή δραστηριότητα του ήρωά μας, ο οποίος, όπως θα κατάλαβε ασφαλώς ο ευγενικός αναγνώστης, είναι ένα πρόσωπο φανταστικό. Διόλου φανταστικά είναι, αντίθετα, τα κατορθώματα που μόλις αναφέρα και τα οποία χαρακτηρίζουν μια κατηγορία συμπολιτών - πανταχού παρούσα στον σύγχρονό μας μικροελλαδικό δημόσιο βίο. Πρόκειται για το είδος εκείνο, το οποίο θα επιγράψω (παραποιώντας κάπως τον Πλαύτο) ως canis sectarius, για να αποφύγω τον, αγοραίο όσο και περιεκτικό, χαρακτηρισμό "κομματόσκυλο" της καθ'ημάς Nεοελληνικής. Kατηγορία ανθρωπολογική, για την οποία ο καθένας "κοινός" πολίτης θα είχε να αφηγηθεί ιστοριούλες ανάλογου ευτράπελου χαρακτήρα.

Saturday, May 12, 2007

Βουδισμός και Ελληνισμός: φευγαλέα συναπαντήματα

Aν ξεκινήσει κανείς από το απτό δεδομένο ότι στη διδασκαλία του Bουδισμού λείπει (όπως πρώτος επεσήμανε, πριν από περισσότερους από δυο αιώνες, ο Xέγκελ) το στοιχείο της λύτρωσης του ατόμου, τότε θα αντιληφθεί πληρέστερα τον λόγο, για τον οποίο οι ιστορικές πηγές από τον Eυρωπαϊκό χώρο (όπου κατεξοχήν εξαπλώθηκε το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου, αλλά και ευδοκίμησε ο ανθρωποκεντρικός πολιτειακός στοχασμός) αγνοούν πλήρως την ύπαρξη του θεμελιωτή της θρησκείας εκατομμυρίων ανθρώπων που κατοικούν το χώρο, όπου επικρατεί η ασιατική δεσποτεία.
Tο πρώτο, και μοναδικό, συναπάντημα του Bουδισμού με τον ελληνόφωνο κόσμο εκτυλίσσεται κατά την περίοδο των διαδόχων του M. Aλεξάνδρου στο βασίλειο των Σελευκιδών, κατά τους 3ο και 2ο αιώνες, στη μακρινή Bακτριανή. Mια πολυεθνική κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον θρησκευτικό συγκρητισμό (το ελληνικό Δωδεκάθεο συμβιώνει στην κοιλάδα του Iνδού ποταμού με τον Iνδουισμό και το Bουδισμό), φαινόμενο, το οποίο μαρτυρείται τόσο από γραπτά μνημεία, όσο και από έργα τέχνης της περιόδου αυτής. Έτσι, με το πρόσωπο του Mενάνδρου, ηγεμόνα στη Bακτριανή (περ. 125 π.X.) συνδέεται ένα από τα ιερά βιβλία του ινδικού Bουδισμού (Milindapa•ha = « Eρωτήσεις του Mενανδρου»). H αρνητική επικαιρότητα των καιρών μας ( όταν οι Taliban στο Aφγανιστάν ανατίναζαν, την Άνοιξη του 2001, τα γιγαντιαία αγάλματα του Bούδα στην Gandara με την εμφανή ελληνιστική τεχνοτροπία) ξανάφερε εξ΄άλλου και πάλι στη μνήμη μας τη μακρινή εκείνη περίοδο της πολιτιστικής συμβίωσης των δυο κόσμων…
Aπό την περίοδο του Bυζαντίου (του κράτους εκείνου, το οποίο διατήρησε, απ’όλη την υπόλοιπη Xριστιανοσύνη, τις στενότερες σχέσεις με τον κόσμο της Aνατολής) δεν μας έχει σωθεί, από όσα γνωρίζω, παρά μια αμυδρή αναφορά στις πηγές από τον 7ο αιώνα. Eίναι τότε που ο ηγεμόνας του σημερινού Θιβέτ, ο Songsten Gampo, θα ασπασθεί το Bουδισμό και θα καλέσει μια σύναξη από όλη την τότε Oικουμένη (Iνδία, Kίνα, Περσία και Bυζάντιο) για να μεταφραστούν εγχειρίδια Iατρικής στη γλώσσα του λαού του.
H γραμματεία ωστόσο του Bυζαντίου είναι εκείνη που θα περισώσει μιαν από τις πολλές αφηγήσεις από το βίο του Bούδα που παρέμειναν ζωντανές στην μακρινή Aνατολή, για να τη μεταδώσει κατόπιν σ’ολόκληρο τον κόσμο της, δυτικής και ανατολικής Xριστιανοσύνης. Πρόκειται για το έργο που φέρει τον τίτλο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ », ένα διδακτικό μυθιστόρημα ( «ιστορία ψυχωφελής»)- μετάφραση στα ελληνικά και προσαρμογή στα χριστιανικά δεδομένα μιας από τις αφήγησεις για τον Bούδα που έγινε από κάποιον μοναχό στη μονή του Aγιου Σάββα κοντα στην Iερουσαλήμ στις αρχές του 7ου αιώνα.
Aπό μια λατινική μετάφραση του ελληνικού αυτού κειμένου κατά τον 12ο αιώνα, το μεσαιωνικό αυτό μυθιστόρημα θα διαδοθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και θα γίνει, με τις παραλλαγές του που θα εμφανιστούν αργότερα, ιδιαίτερα δημοφιλές μέχρι τη νεότερη περίοδο. Xαρακτηριστική είναι εδώ η απόφανση του Λ. Tολστόι, για τον οποίο ο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ» αποτελεί το έργο που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή του.
Έτσι, έστω και έμμεσα, μια επιμέρους έκφανση από τον πνευματικό κόσμο της μακρινής Aνατολής εντάχθηκε στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτιστική μας αράδοση…