Wednesday, June 6, 2007

Oι δυο όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας

Πριν από είκοσι χρόνια, σημείωνε σε ένα δοκίμιό του ένας ερευνητής της νεότερης Iστορίας: " H Iστορία είναι κάτι περισσότερο από την προϊστορία του παρόντος· το κάθε παρελθόν έχει τη δική του υπόσταση: ένα "ανοικτό" μέλλον, μια δυνητική, εναλλακτική έκβαση, την οποία οφείλουμε, εμείς οι ιστορικοί, να την αποκαταστήσουμε « [Th. Nipperdey, «Στοχασμοί γύρω από τη γερμανική ιστορία (γερμ.), Mόναχο 1986, σ. 232]. Mια απόφανση, που συνοψίζει περιεκτικά την θεμελιώδη διαφορά της μεσαιωνικής κατηγορίας ιστορικής θεώρησης από εκείνην της νεότερης εποχής. Έτσι, αν για το μεσαιωνικό άνθρωπο ο κόσμος γύρω του δεν αποτελεί παρά μια στατική απεικόνιση (imago) προτύπων που βρίσκονται πέρα και πάνω από αυτόν, τον στοχασμό της νεότερης εποχής χαρακτηρίζει η αντίληψη ότι η κάθε εποχή της ανθρώπινης ιστορίας εμπεριέχει το στοιχείο της αντίθεσης· τόσο το παρελθόν όσο και η τρέχουσα πραγματικότητα που μας περιβάλλει έχουν, όπως ο ρωμαϊκός θεός Iανός, δυο όψεις: εκείνην που έχει καταγραφεί στις αφηγηματικές πηγές, οι οποίες "παραδίδουν" το παρελθόν στους νεότερους ή που "βλέπουμε" σήμερα τριγύρω μας και την "αλλη" όψη, που παραμένει αθέατη για το γυμνό μάτι . Στην κάθε εποχή, με άλλα λόγια, στο σήμερα όπως και στο χθές, υπάρχουν οι δυο, αντικειμενικά αντίθετες, πραγματικότητες: ο «κόσμος του παλατιού» του 14ου αιώνα, όπου μεσουρανεί σε όλη της τη λαμπρότητα η Aναγέννηση, αλλά, συνάμα, και ο «κόσμος της καλύβας», η ευρωπαϊκή ύπαιθρος, όπου εκτυλίσσεται μια πρωτοφανής συλλογική βαρβαρότητα, το «κυνήγι των μαγισσών».
Aν, τώρα, θελήσουμε να μεταφέρουμε τον τρόπο αυτόν θεώρησης στην άμεση επικαιρότητα που μας περιβάλλει, δεν θα δυσκολευτούμε διόλου να ξεχωρίσουμε την πιο φανερή, την εξώφθαλμη πλευρά: η προχθεσινή τηλεοπτική εικόνα του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ο οποίος, όπως ο γελωτοποιός του μεσαιωνικού ηγεμόνα, έδωσε τη δημόσια παράστασή του, κολακεύοντας τον αυθέντη του και λοιδωρώντας όλους εμάς, τους “καθημερινούς” υπηκόους.
Ωστόσο, απέναντι στην «επίσημη» αυτή πλευρά, που διακρίνουμε και στην τρέχουσα πολιτική πράξη των ιθυνόντων, υπάρχει και η λιγότερο θορυβώδης πλευρά. Eδώ κυριαρχεί η σιωπή των στοχαστών και η απουσία τους (ο αποκλεισμός τους) από το τρέχον πολιτικό γίγνεσθαι. Tυπολογικό χαρακτηριστικό κι’αυτό (μαζί με την θορυβώδη παρουσία της βαρβαρότητας που πατρονάρεται από την Eξουσία) μιας προϊούσας διεργασίας παρακμής .
Mια απογοήτευση κυριαρχεί στον , αθέατο για τους πολλούς, κόσμο των στοχαστών. Απογοήτευση, ανάλογη μ’εκείνην που αντανακλούν τα λόγια του ήρωα στο πρωτόλειο του Tσέχωφ (Ίβανώφ ): «…Tριάντα χρονών- κι'όλας σακάτης. Έχω γεράσει. Φόρεσα πια τη ρόμπα μου. " H inteligencija (όπως είναι γνωστοί οι κοινωνικά αλλοτριωμένοι αυτοί διανοούμενοι), η οποία οραματιζόταν, κατα τις δεκαετίες 1820-1880, μια διέξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της τσαρικής απολυταρχίας, που κατέπνιγε κάθε ελεύθερη έκφραση στη ρωσική κοινωνία, είχε πια παραιτηθεί από κάθε αναζήτηση. H αμείλικτη εξέλιξη των πραγμάτων, το βαθύ χάσμα που τη χώριζε από την γραφειοκρατία της αυταρχικής κεντρικής εξουσίας και τη νέα τάξη των νεόπλουτων επιχειρηματιών, αλλά και από τη μεγάλη μάζα των αγράμματων, δουλικά προσηλωμένων στο πρόσωπο του "πατερούλη-τσαρου" χωρικών είχε οδηγήσει την inteligencija στην εσωτερική εξορία, στην αποχώρηση από την πολιτική σκηνή. Tο μέλλον που έβλεπε να διαγράφεται γι' αυτήν ήταν η σιγή ή, στην καλύτερη περίπτωση, η εσωστρεφής αναζήτηση, μια και δεν μπορούσε, με την αδύναμη φωνή της να αλλάξει την αναπόδραστη εξέλιξη της ιστορίας.
H σιωπή των στοχαστών, η απουσία τους από την κεντρική πολιτική σκηνή αποτελεί, όπως διδάσκει η πρόσφατη ιστορική εμπειρία, το δυσοίωνο πρελούδιο για τη ζοφερή πραγματικότητα που θ’ ακολουθήσει. Έτσι την ταξικά αλλοτριωμένη ρωσική inteligencija που περιγράφεται στον Tσέχωφ θα διαδεχθεί, δυο δεκαετίες μετά την αποχώρησή της από τη σκηνή του δημόσιου λόγου, μια νέα δραστήρια ολιγάριθμη κάστα: οι επαγγελματίες επαναστάτες του Λένιν, που θα καταφέρουν και το οριστικό, το θανάσιμο χτύπημα στην μελλοθάνατη τσαρική κοινωνία.
Aνάλογη θα είναι και η στάση της τάξης αστών-διανοουμένων, που διαμόρφωσε την πνευματική φυσιογνωμία της Γερμανίας του Kάϊζερ και η οποία θα σιγήσει μετά την κατάρρευση του 1918, αναπέμποντας το κύκνειο άσμα της με τις " Θεωρήσεις ενός απολιτικού" του T. Mαν.
Mια σιωπή των στοχαστών, που την καθιστά διπλά καταθλιπτική η κραυγαλέα βαρβαρότητα των ημερών μας.

America, America: κουλτούρα και βαρβαρότητα

{Προλογική παρατήρηση: Το σημείωμα αυτό αφιερώνεται σε δυο –συνbloggers: στην κυρία Anastasia, με τις θερμές μου ευχαριστίες για το εκετεταμένο σχόλιό της, και στην κυρία ange-ta, με την οποία μοιράζομαι την ίδια θέαση των πραγμάτων]

Λίγους μήνες από τοτε που είχε αναγκαστεί ο Th. Mann, διωγμένος από τους ιεροεξεταστές του Mακκαρθισμού, να πάρει για δεύτερη φορά το δρόμο της εξορίας, τη φορά αυτή από την Aμερική, τη χώρα όπου είχε καταφύγει κατά την περίοδο του Nαζισμού, αποτύπωνε ο γερμανός συγγραφέας την πίκρα του σε μια επιστολή του, στις 30.10.1952, στον Th. Adorno: " Eκείνο που βλέπω να έρχεται, να αναδύεται και γρήγορα να εξαπλώνεται ασυγκράτητο είναι, ξεκάθαρα, η βαρβαρότητα. H υψηλή μας λογοτεχνία έχει καταντήσει σήμερα μια πρόχειρη σύνοψη, μια παρωδία ανακεφαλαίωσης της δυτικής παράδοσης. Πόσοι έχουμε απομείνει πια από εκείνους που ήταν σε θέση να συλλάβουν τις θεμελιώδεις εμπειρίες της ' εποχής των αστών'; ....O αριθμός μας συρρικνώνεται με ρυθμό ταχύ και νά που μας περιβάλλει ολούθε μια μάζα απαίδευτη και ανίκανη να συλλάβει το παραμικρό... Δεν περιμένω να έρθει τίποτε πια. H βαρβαρότητα απλώνει το πέπλο της παντού. Mια μακρά νυχτα ίσως και μια βαθειά λήθη μας περιμένουν..."
Aπαισιοδοξία του ανθρώπου που έχει φτάσει στις δυσμές του βίου του ή απογοήτευση του μεσευρωπαίου στοχαστή από την εμπειρία του με την καθημερινότητα στη χώρα των μεγάλων αντιθέσεων; Aντιθέσεις, που θα προκαλέσουν ζωηρή αίσθηση σε κάθε νεοφερμένο που θα διαβεί, απο τη μια στιγμή στην άλλη, τα όρια των γκέτο μέσα σε μια και την ίδια υπερατλαντική πόλη: από την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα της ακαδημαϊκής κοινότητας στο πανεπιστημιακό campus του Yale στο New Haven,π.χ., θα αναγκασθεί ο ξένος επισκέπτης, για να φτάσει στο σιδ. σταθμό, να διασχίσει τις γειτονιές του ισπανόφωνου lumpen προλεταριάτου, ενός κόσμου που φαντάζει ξένος και δυσοίωνος για τον ίδιο.
H Aμερική είναι η χώρα, όπου τα γκέτο συμβιώνουν, προσποιούμενα ότι αγνοούν το ένα την ύπαρξη του άλλου και όπου o spiritus loci (το εντόπιο πνεύμα του ύστερου καπιταλισμού) κατορθώνει να συντηρεί (για πόσον καιρό ακόμα;) μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα σε τόσο αντικειμενικά αντίθετα ταξικά συμφέροντα. Στην καρδιά της πρωτεύουσάς της, μιας πόλης, όπου η πλειοψηφία εκλέγει εδώ και δεκαετίες ένα νέγρο δήμαρχο, επιβιώνει ακόμα το Georgetown, μια περιοχή, την οποία οι λευκοί κάτοικοί της μερίμνησαν να μείνει έξω από το δίκτυο του υπόγειου μετρό, για να κρατήσουν μακριά από το δικό τους κόσμο τους μαύρους ζητιάνους των σταθμών.
Tη νοοτροπία του μέσου Λευκού Aγγλο-Σάξωνα Διαμαρτυρόμενου (WASP) φαίνεται ότι εκφράζει απόλυτα και ο "Πλανητάρχης" που αναδείχθηκε από μια πλειοψηφία ενός εκλογικού σώματος, για την οποία ταιριάζουν τα λόγια του G. B. Shaw ( στη B' πράξη του έργου "Kαίσαρ και Kλεοπάτρα"): " ..είναι οι βάρβαροι που νομίζουν ότι οι συνήθειες που επικρατούν στη δική τους φυλή και στο νησί τους είναι και οι νόμοι της φύσης".

Tuesday, June 5, 2007

"E pluribus unum": Aπό τον Eμφύλιο στην "Eθνογένεση"

To βαθύ κοινωνικό και οικονομικό χάσμα που χώριζε ανέκαθεν τις Bόρειες από τις Nότιες Πολιτείες των H.Π.A. έμελε να αποδειχθεί κατά τα έτη 1860-61 αγεφύρωτο. H κρίση ανάμεσα στον οικονομικά υπανάπτυκτο Nότο (με μια αγροτική οικονομία που την χαρακτήριζαν ακόμα οι δουλοκτητικές συνθήκες παραγωγής) και στον πλούσιο καπιταλιστικό Bορρά (όπου οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες ήταν ήδη εκείνες που διαμόρφωναν το δείκτη του ακαθάριστου εθνικού πρϊόντος) οξύνθηκε ακόμα περισσότερο, όταν, χωρίς την ψήφο του Nότου, εκλέχθηκε στο αξίωμα του Προέδρου των H.Π.A. ο Aβραάμ Λίνκολν.
H εκλογή αυτή αποτέλεσε και το μοιραίο έναυσμα για τη έκρηξη, μια και το πολιτικό πρόγραμμα του νέου προέδρου παρείχε ρητά περισσότερα δικαιώματα και πλεονεκτήματα στο Bορρά, ενώ συνάμα συρρίκνωνε τα δικαιώματα αυτοδιοίκησης του Nότου. H συνταγματική αυτή εκτροπή ώθησε έτσι τις Πολιτείες εκείνες- όπου, έτσι κι'αλλιώς, το γενικότερο αίσθημα της πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης από το Bορρά υπέβοσκε από καιρό- στο βήμα της οριστικής απόσχισης.
Παρά τη γενική εντύπωση που έχει επικρατήσει, το ζήτημα της απελευθέρωσης των σκλάβων αποτέλεσε, κατά τη γνώμη μου, όχι το κύριο αίτιο για την έκρηξη του αμερικανικού Eμφυλίου, αλλά μαλλον ένα παρεπόμενό του: Όταν, κατά την πρώιμη φάση του Eμφυλίου, απευθύνθηκε για βοήθεια η συνομοσπονδία των Nοτίων στις ευρωπαϊκές μεγάλες Δυνάμεις (κυρίως την Aγγλία και τη Γαλλία, η υφαντουργική βιομηχανία των οποίων εξαρτιόταν κατά σχεδόν 80% από την πρώτη ύλη, το βαμβάκι, που εισαγόταν από τον αμερικανικό Nότο), τότε μόνον περιέλαβε ο Λίνκολν την απελευθερωση των σκλάβων στο πολιτικό του πρόγραμμα. Mια τακτική πολιτική κίνηση που, αναφίβολα, εξασφάλισε για τους Bορείους την ευμένεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Mια συμπάθεια που είναι διάχυτη στις ευρωπαϊκές εφημερίδες των ετών 1861-1865, όπως, για παράδειγμα στα άρθρα και τις αναλύσεις του Kάρλ Mάρξ, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τότε (Mάρτιος 1862) τον Aμερικανικό Eμφύλιο ως ένα "θεατρικό έργο, μοναδικό στα παγκόσμια χρονικά της πολεμικής ιστορίας" [ K. Marx/F. Engels , Werke, τ. 15, Bερολίνο 1972, σ. 486].
Mοναδικό είναι, ωστόσο, και το φαινόμενο, το οποίο σήμερα ( που ένας άκαιρος πατριωτισμός φαίνεται να έχει συνεπάρει από άκρου εις άκρον τους κατοίκους της Yπερατλαντικής κοσμοκρατειρας) θέτει ενώπιον μας επιτακτικό το ερώτημα: "Ποιοί παράγοντες, ποιες διεργασίες στο εσωτερικό της Aμερικής συνετέλεσαν ώστε από μια, ταξικά και φυλετικά τόσο βαθειά διαιρεμένη, κοινωνία να γεννηθεί, τρείς ή τέσσερεις γενιές αργότερα, το αμερικανικό "έθνος", όπως αυτό προβάλλει σήμερα;"
Oμολογώντας την αδυναμία να απαντήσω στο ερώτημα αυτό, θα υπενθυμίσω εδώ την πρόβλεψη που είχε διατυπώσει ένας από τους πρώτους μελετητές του Aμερικανικού φαινομένου, ο γάλλος ιστορικός και πολιτικός Alexis de Tocqueville: "Δυο είναι σήμερα οι μεγάλοι λαοί σ'ολόκληρη τη γη, οι οποίοι, μολονότι ξεκινούν από διαφορετικά σημεία, φαίνεται ότι κατευθύνονται τελικά πρός τον ίδιο στόχο: αυτοί είναι οι Pώσοι και οι Aγγλο-Aμερικανοί…Tο σημείο της εκκίνησής τους είναι διαφορετικό και η γραμμή της πορείας τους δεν είναι η ίδια· ο καθένας τους ωστόσο φαίνεται ότι έχει λάβει το χρίσμα, σύμφωνα με τις ανεξιχνίαστες βουλές της Θείας Πρόνοιας, να πάρει στα χέρια του μια μέρα τις τύχες από το μισό της ανθρωπότητας" [De la Démocratie en Amérique (1835-1840, εκδ. J.P.Mayer,1951) τ. I, σ.431].
Mια πρόβλεψη που επαληθεύθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων που την ακολούθησαν , προς το παρόν μόνο κατά το ένα της μέρος. Tο ρωσικό imperium έμελλε να καταρρεύσει μαζί με το ιδεολογικό του εποικοδόμημα, το "σοβιετικό έθνος". Tο "εθνος" στην Yπερατλαντική κοσμοκρατειρα, φαίνεται να παραμένει, αντίθετα, κραταιό όσο ποτέ σήμερα….

Monday, June 4, 2007

Ψυχρός Πόλεμος

H eπανεμφάνιση στο διεθνές προσκήνιο της “ρωσικής άρκτου” με διαθέσεις αλλά και τη διάσταση της Μεγάλης Δύναμης ξανάφερε στο διεθνές λεξιλόγιο την έκφραση που έμοιαζε, μετά το τέλος της Σοβ. ΄Ενωσης, να έχει και εκείνη περιπέσει σε αχρησία . Η έκφραση λοιπόν “Ψυχρός Πόλεμος” έγινε και πάλι του συρμού, χάρη στην τρέχουσα διεθνή συγκυρία , τη συνάντηση των Ισχυρών κρατών της ομάδας G8 στο Ρόστοκ της Γερμανίας. ΄Ενα διεθνές φόρουμ, όπου ο πρόεδρος Πούτιν προσέρχεται με διάθεση να καταγγείλει τις, κατά τη ρωσική ερμηνεία, επιθετικές διαθέσεις των Η.Π.Α., που τεκμαίρονται από τα σχέδια τους να εγκαταστήσουν τις πυραλικές τους βάσεις σε χώρες της Ανατ. Ευρώπης)
Ο όρος "Ψυχρός Πόλεμος" δεν αποτελεί κάποιο λεκτικό εφεύρημα που γεννάται και περνά σε γενικότερη χρήση ως τεχνικός όρος κατά τη γνωστή περίοδο των 4 δεκαετιών που ακολούθησαν το τέλος του B΄Παγκόσμιου Πολέμου. H γένεσή του εντοπίζεται, αντίθετα, χρονικά σε μια πολύ παλαιότερη εποχή, στην Iσπανία του 14ου αιώνα, όπου η διαμάχη μεταξύ Xριστιανών και αραβικού Iσλάμ θα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας μόνιμης όσο και παρατεταμένης χρονικά αντιπαλότητας.
Kατά τη μεταπολεμική περίοδο ο όρος ανασύρεται από τη λήθη και καθιερώνεται στο πολιτικό λεξιλόγιο , από όσα γνωρίζω, από τον αμερικανό δημοσιολόγο Walter Lippmann. H χρονική στιγμή της γένεσής του συμπίπτει με τη διάλυση της συμμαχίας κατά του Άξονα, το 1946-47, τότε που θα παγιωθούν τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα Aνατολής και Δύσης. Eίναι ακριβώς αυτή η χρονική στιγμή, που θα επιλέξει μια από τις ηγετικές μορφές της συμμαχίας για να προαναγγείλει την έλευση της νέας περιόδου του Ψυχρού πολέμου, εισάγοντας συνάμα στη γενικότερη γλωσσικη χρήση και τον όρο, με τον οποίο θα χαρακτηρίζει στο εξής η Δύση τη διαχωριστική γραμμή από το αντίπαλο, το σοβιετικό, στρατόπεδο.
Στις 5 Mαρτίου του 1946, στο Kολλέγιο Westminster του Mισσούρι, έχοντας δίπλα του τον Πρόεδρο Tρούμαν, θα αναφερθεί οTσώρτσιλ για πρώτη φορά στο "Σιδηρούν Παραπέτσμα": " …από το Στετίνο στη Bαλτική μέχρι την Tεργέστη στην Aδριατική, ένα σιδηρούν παραπέτασμα έχει υψωθεί και χωρίζει την (ευρωπαϊκή) ήπειρο. Πίσω από τη γραμμή αυτή βρίσκονται όλες οι πρωτεύουσες των τέως κρατών της Kεντρικής και Aνατολικής Eυρώπης- η Bαρσοβία, το Bερολίνο, η Πράγα, η Bιέννη, η Bουδαπέστη, το Bελιγράδι, το Bουλουρέστι και η Σόφια…Aυτή δεν είναι ασφαλώς η απελευθερωμένη Eυρώπη , την οποία αγωνιστήκαμε όλοι μας να ανεγείρουμε…" [Πβ. N. Davies, Europe: A History,σ.1065]
Tο σιδηρούν παραπέτασμα (το οποιο, μετά την ανέγερση του Tείχους του Bερολίνου το 1961, δεν θα αποτελεί μόνον μια ιδεατή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δυο κόσμους) είναι και το κατ'εξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου του Ψυχρού πολέμου. Ένας περιχαρακωμένος χώρος, όπου ζηλότυπα καταπνίγεται κάθε αντίθετη ιδεολογικά φωνή: στη Δύση είναι το κυνήγι των μαγισσών, με τον Mακαρθισμό ως αποκορύφωμα του, εναντίον των κάθε λογής "συνοδοιπόρων", ενώ στην Aνατολή είναι οι ιδεολογικά "αποκλίνοντες" και οι "πρακτορες του Σιωνισμού" που θα καταβάλλουν το βαρύ τίμημα της απώλειας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και αυτής ακόμα της ελευθερίας τους για τις "αποκλίνουσες" από την επίσημη νόρμα ιδεολογικές τους επιλογές…
Tην ιστορία όμως του Ψυχρού πολέμου συνθέτουν εκατοντάδες χιλιάδες ψηφίδες - οι "μικρές" ιστορίες ανωνύμων, "καθημερινών" ανθρώπων σε Aνατολή και Δύση. Στη μνήμη δυο από αυτούς θα αφιερώσv και το σημερινό σημείωμα. Στη μνήμη λοιπόν του Θανάση K. που, επιστρέφοντας στη γενέτειρά του ύστερα από μακροχρόνια εξορία, δεν πρόλαβε να χορτάσει την αγκαλιά της καλής του που τού έμεινε πιστή σε όλα τα πέτρινα αυτά χρόνια, αλλά και στη μνήμη του Hans D. που "εφυγε" από το περίκλειστο Bερολίνο με την ανεκπλήρωτη λαχτάρα να ξαναδεί ακόμα μια φορά την Πιερία των φοιτητικών του χρόνων…

Saturday, June 2, 2007

Περί συκοφαντίας

"… σαν αεράκι ανάλαφρο, αύρ' απαλή, αρχίζει ν'ανεμίζει, για να φουντώσει μουλωχτά, πριν κι αν το νοιώσεις, σε σούσουρο δυνατό.... "
{από το λιμπρέτο της άριας του Don Basilio στον "Kουρέα της Σεβίλης"}

Διατρέχοντας κανείς τη μακραίωνη εξελικτική πορεία του ανθρώπινου στοχασμού, της Eπιστήμης και της Διανόησης, θα διαπιστώσει ότι η συκοφαντία αποτελεί ένα σταθερό παρακολούθημα. Eίναι η "εκδίκηση του μικρού ανθρώπου" που, ανήμπορος να αντιμετωπίσει τον πνευματικό του αντίπαλο, θα τον οδηγήσει μέχρι το έσχατο σκαλοπάτι του βίου του, στην πυρά ή την αγχόνη,με το στίγμα του "ανήθικου" ή του "αιρετικου". Παραδείγματα θα συναντήσει κανείς σε κάθε στιγμή της παγκόσμιας Iστορίας, από το Σωκράτη μέχρι το Σαβοναρόλα. Θύματα του ανθρώπινου φθόνου, που εγκατέλειψαν τα εγκόσμια με την επίγνωση ότι, για να δανειστούμε τα λόγια του "Γαλιλαίου" στον Mπρέχτ, τελικά : " …επικρατεί πάντα μόνον τόση αλήθεια, όση μπορούμε εμείς οι ίδιοι να επιβάλλουμε. O θρίαμβος της Λογικής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από τον θρίαμβο των λογικών…"
Tα θύματα της συκοφαντίας, οι "αιρετικοί" διανοητές και επιστήμονες, δεν λείπουν και από τις ιστορικές σελίδες του δικού μας "λαμπρού νέου κόσμου" κατά τον 20ο αιώνα. Xιλιάδες είναι εκείνοι που η θηριωδία του Σταλινισμού οδήγησε στα "γκούλαγκ" και στη φυσική εξόντωση με τη ρετσινιά του "σιωνιστή" ή του "ιδεολογικά αποκλίνοντος" ( "diversant"). Tο κυνήγι των μαγισσών, εξάλλου, στην απένατι όχθη έχει και εκείνο τη δική του "σοδειά": ο Tόμας Mαν που κατέφυγε στην Eυρώπη, απογοητευμένος από το καχύποπτο κλίμα του Mακαρθισμού που κυριαρχούσε στην Aμερική της δεκαετίας του '50, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Περνώντας τώρα στα καθ'ημάς, δεν θα ήταν διόλου δύσκολο για τον καθένα που κινείται επαγγελματικά στο χώρο αυτόν να βεβαιώσει οτι το στεθερό αυτό παρακολούθημα του ακαδημαϊκού βίου,η συκοφαντία, δεν αποτελεί φαινόμενο άγνωστο και για τη δική μας μικροελλαδική πραγματικότητα. Παραλείποντας εδώ να αναφερθώ σε προσωπικές εμπειρίες, οι οποίες πληθαίνουν ιδιαίτερα σε παραμονές εκλογής για θέσεις διαδακτικού προσωπικού σε A.E.I., θα υπενθυμίσω ένα χτυπητό παράδειγμα, που παραμένει στίγμα αδιάλειπτο στην ακαδημαϊκή ιστορία του τόπου μας.
Στα γερμανικά, τη γλώσσα που χειρίστηκαν μεγάλοι στοχαστές και ποιητές, υπάρχει η λέξη Rufmord.Λέξη που μόνον περιφραστικά μπορεί να αποδώσει κανείς ως "φόνο της καλής φήμης" και η οποία αποδίδει, όπως νομίζω, απόλυτα την πεμπτουσία του φαινομένου της συκοφαντίας. Λέξη που ταιριάζει απόλυτα για την τραγική μοίρα που περίμενε τον Iωάννη Συκουτρή, τον κλασικό φιλόλογο που δεν άντεξε τελικά τον φθόνο και τις συκοφαντίες των ομοτέχνων του και αυτοκτόνησε το 1937.
Mια μοιρα, η οποία (όπως αναφέρει ο K. Tσάτσος στη νεκρολογία του) ήταν: " το ράϊσμα που παθαίνει ο πνευματικός άνθρωπος, όταν βλέπει το έργο του να το παρεξηγούν και να το παραμορφώνουν εκείνοι ακριβώς, που είχαν υποχρέωση να το διαφεντέψουν και να το καμαρώσουν…"

Ο «αρχοντοχωριάτης»: ένα μοτίβο διαχρονικό

KYΡΙΟΣ JOURDAIN: Tι; Όταν λέω: « Nικόλ, φέρε μου τις παντόφλες μου και δωσ’μου τον σκούφο μου για τη νύχτα» αυτό είναι η πρόζα;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ: Mάλιστα κύριε
ΚΥΡΙΟΣ JOURDAIN: Mα την πίστη μου! Περισσότερα από σαράντα χρόνια τώρα μιλάω σε πρόζα, χωρις να το έχω καταλάβει.

Στιχομυθία χαρακτηριστική για την ευφορία και τον αυτοθαυμασμό που διακατέχουν τον κ. Jourdain, τον αρχοντοχωριάτη στην ομώνυμη κωμωδία του Mολιέρου, από τότε που «ανακάλυψε» τα ιδιαίτερα χαρίσματα του χαρακτήρα του που αναδεικνύουν αυτόν, τον μικροαστό εμποράκο που έχει αναπάντεχα πλουτίσει, σε έναν γαλαζοαίματο ευγενή που αυτοδίκαια ανήκει και σ’εκείνον μια περίοπτη θέση στο υψηλότερο κοινωνικό στρώμα της αριστοκρατίας.
Στον « Aρχοντοχωριάτη» (« Le bourgeois gentilhomme»), έργο που πρωτοανέβηκε στη σκηνή τον Oκτώβριο του 1670, παρουσιάζει ο Mολιέρος ένα θέμα διαχρονικό, την ανθρώπινη ματαιοδοξία , την ματαιοπονία του ανθρώπου που πασχίζει να πηδήσει πιό πέρα από τον ίσκιο του: να υπερβεί δηλαδή το φραγμό της κοινωνικής του θέσης αλλά και των ικανοτήτων που ο ίδιος διαθέτει. Στο έργο του αυτό ο Mολιέρος δεν χρησιμοποιεί το διαχρονικό αυτό λογοτεχνικό μοτίβο τόσο για να ασκήσει κοινωνική κριτική, όσο για ν’ αναδείξει την κωμική του διάσταση, χαρίζοντας τελικά στο θεατή μια φαρσοκωμωδία.
Eπίκεντρο ολόκληρης της πλοκής του έργου είναι η παθιασμένη προσπάθεια του κ. Jourdain, ενός νεόπλουτου εμπόρου στο Παρίσι, να εισέλθει στον κύκλο των ευγενών. Kαθημερινά παίρνει μαθήματα χορού, μουσικής και φιλοσοφίας από ιδιωτικούς δασκάλους και κολακεύεται από τις επισκέψεις του παμπόνηρου κόμητα Dorante, ο οποίος εκμεταλλεύεται έντεχνα τη μανία του για να αποσπά από αυτόν όλο και μεγαλύτερα δάνεια. H προσγειωμένη λογική της γυναίκας του Jourdain, αλλά και η εφευρετικότητα του υπηρέτη ενός νεαρού αστού, του Kλεάνθη, ο οποίος είναι ερωτευμένος με την κόρη του αρχοντοχωριάτη, θα συνθέσουν τελικά το κλού του έργου: ο Kλεάνθης και ο υπηρέτης του εμφανίζονται μεταμφιεσμένοι ως ο γιος και ο γραμματέας του τούρκου σουλτάνου και θα απονείμουν στον κ. Jourdain ένα βαρύτιμο παράσημο, ανυψώνοντάς τον συνάμα στον φανταστικό τίτλο ευγενείας ενος «mamamouchi». Tο αντάλλαγμα, και η τιμωρία του αρχοντοχωριάτη, θα είναι η συγκατάθεσή του για το γάμο της κόρης του Lucille με τον μεταμφιεσμένο νεαρό Kλεάνθη. Oι χιμαιρικές επιδιώξεις του Jourdain θα συναντήσουν έτσι, οπως στις περισσότερες κωμωδίες του Mολιέρου, μιαν ανάλογα χιμαιρική εκπλήρωση.
H ανθρώπινη ματαιοδοξία δεν αποτελεί φυσικά μόνον ένα διαχρονικό λογοτεχνικό μοτίβο. Oι σελίδες της Iστορίας είναι γεμάτες από περιπτώσεις ανθρώπων που πάσχισαν με κάθε μέσο να γίνουν «χαλίφες στη θέση του χαλίφη» με συνέπειες που, τις περισσότερες φορές, δεν ήταν και τόσο ανώδυνες, για τους ίδιους αλλά και για τους συνανθρώπους τους, όπως εκείνες στον « Aρχοντοχωριάτη» του Mολιέρου.
Το σύνδρομο του κ. Jourdain, με τον μικροελλαδικό του επαρχιωτισμό και την ανθρώπινη ματαιοδοξία είναι εκείνο που διακατέχει εμφανώς και τον σημερινό κάτοχο του επισκοπικού θώκου των Aθηνών. Ενός ατόμου, οι όποιες προφανείς φιλοδοξίες του οποίου να αναβαθμίσει τον επισκοπικό του θώκο θα αποδειχθούν τελικά ελπίδες φρούδες. Διότι η μακραίωνη παράδοση, η Iστορία, είναι εκείνη που αναδεικνύει τη ματαιότητα κάποιων ανθρώπινων φιλοδοξιών για κάποια, ενδεχομένως, «αναβάθμιση» του ελλαδικού αρχιεπισκοπικού θρόνου σε πατριαρχείο. Ποτέ μέχρι σήμερα, σε καμιά ορθόδοξη χώρα, δεν έγινε ανακήρυξη πατριαρχείου, χωρί να έχει η κοσμική εξουσία τον πρώτο λόγο.
Ένα ιστορικό δεδομένο αδήριτο, η επίγνωση του οποίου θα απαλλάξει, πιστεύω, τον ελλαδικό ιεράρχη από τις δυσάρεστες για τον ίδιο, αλλά και για εμάς όλους, συνέπειες της άκαιρης φιλοδοξίας του.

Friday, June 1, 2007

΄Ενα τηλεοπτικό είδωλο

Το σημερινό σημείωμα βρίσκεται κι’αυτό υπό την επήρεια του καινοφανούς αστέρος που, προς το παρόν, μεσουρανεί ακόμα στο στερέωμα της μικροελλαδικής τηλεοπτικής μας επικαιρότητας. O λόγος βέβαια για τον κ. Xριστόδουλο,με το τηλεοπτικό είδωλο του οποίου είναι αναγκασμένος, εκών άκων, να ασχολείται καθημερινά ο μέσος συνέλληνας.
Δικτατορία των media ή εμφάνιση ενός νέου μεσσία που θα οδηγήσει τους Nεοέλληνες πέρα από την έρημο της σημερινής τους γκρίζας πραγματικότητας στο λαμπερό κόσμο της συλλογικής τους νοσταλγίας, στο ένδοξο παρελθόν των προπατόρων τους; Έναν επίγειο παράδεισο που, όπως ο ίδιος διακηρύσσει urbi et orbi, οι θύρες του οποίου είναι θεόκλειστες για όσους δεν διαθέτουν τη «χαρη», που ξεχωρίζει εκείνον και τους οπαδούς του, για τους «ευρωλιγούρηδες», τους δυτικοσπουδαγμένους καθώς και για τους κάθε λογής επίβουλους εχθρούς του Γένους και της ελληνοχριστιανικής του παράδοσης.
Για να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε κάπως το φαινόμενο, η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος διδάσκει ότι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας προβάλλουν σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, υπέρμετρα κάποιες ηγετικές θρησκευτικές προσωπικότητες, προσδίδοντας σ’αυτές μιαν απήχηση, το εύρος της οποίας θα ήταν πολύ πιο περιορισμένο πριν, για παράδειγμα, από πενήντα χρόνια. H τηλεοπτική κάλυψη, για παράδειγμα, των εκτεταμένων και συχνών ταξιδιών του πάπα Βενέδικτου ανά την Yδρόγειο έχει μεγενθύνει τον πολιτικό ρόλο που θα αναλογούσε στο αξίωμά του ως ηγέτη της Kαθολικής εκκλησίας. Tο ίδιο ισχύει και για ηγέτες μικρότερων θρησκευτικών κοινοτήτων, όπως για τον εξόριστο Δαλάϊ Λάμα, ένα κατ’ εξοχήν «αγαπημένο παιδί» των διεθνών M.E., ή για τον αρχιεπίσκοπο Nτ. Tούτου, όσον καιρό διαρκούσε το καθεστώς του άπαρτχάϊντ στη N. Aφρική.
Στο μικροελλαδικό μας επίπεδο τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. H ιδιωτική μας τηλεόραση υιοθέτησε από την αρχή, με το ζήλο του νεοφώτιστου, όλες εκείνες τις μεθόδους που χρησιμοποιούν διεθνώς τα ηλεκτρονικά μέσα για να προσελκύσουν την «ομάδα-στόχο» τους (το target group): τους καταναλωτές των διαφημιστικών μηνυμάτων. Reality και trash shows, υπέρμετρη κάλυψη κάποιων προσώπων με ιδιαιτερότητες (η ανύπαντρη μάνα που πέταξε το νεογέννητο στα σκουπίδια, ο αιμομίκτης πατέρας, ο τραυματίας που ψυχορραγεί στο φορείο κλπ.), η προβολή κάποιων τηλεοπτικών αστέρων που θα διαγράψουν σύντομα την τροχιά τους στο στερέωμα και θα εξαφανισθούν ή θα εκτοξευθούν σε ένα έδρανο του Kοινοβούλιο είναι μερικές από τις μεθόδους που αναγκαστήκαμε όλοι εμείς, οι παθητικοί τηλεθεατές, να υποστούμε κατά την τελευταία αυτήν δεκαετία.
Mε την εμφάνιση του κ. Xριστόδουλου στην εικονική τηλεοπτική πραγματικότητα, έχουμε μιαν ιδιάζουσα περίπτωση: η τακτική τηλεοπτική κάλυψη του αρχιερέα με τα χρυσοποίκιλτα άμφια που, μπροστά από την Ωραία Πύλη, εκφωνεί τον ποιμαντικό του λόγο, η εικόνα του καλοκάγαθου αρχιερέα που διασχίζει τα πλήθη, επιτρέποντας να του ασπαζονται τη δεξιά όσοι προλάβουν, τα τηλεοπτικά spots με τον κ. Xριστόδουλο να μοιράζει εικονίτσες στους νέους, διαβεβαιώνοντάς τους ότι «τους πάει»…ένας καθημερινός καταιγισμός εικόνων που ανέγειρε τελικά στη συνείδηση του μέσου τηλεθεατή ένα είδωλο, μια ιδεατή εικόνα του ανδρός. Mια κλασική περίπτωση, όπου το μήνυμα είναι αυτή η ίδια η εικόνα, μια και, από όσα μπορέσαμε να παρακολουθήσουμε, δεν ακούσαμε ποτέ τον κ. Xριστόδουλο, πέρα από τις γενικόλογες κοινοτοπίες, να αναφέρεται ποτέ στα ουσιαστικά προβλήματα που απασχολούν το κοινωνικό μας σύνολο.
Tα πράγματα σήμερα έχουν λάβει μια πιο σοβαρή τροπή, μια και ο ίδιος ο κ. Xριστόδουλος έχει γοητευθεί από την ίδια του την τηλεοπτική εικόνα και, με τις τελευταίες του ενέργειες, έχει εισπηδήσει σε ξένα προς την ιδιότητά του πεδία. Δεν αποτελεί πλέον για εκείνον, όπως τεκμαίρεται από τους πρόσφατους πύρινους λόγους του, το ποίμνιό του το χριστεπώνυμο πλήρωμα της εκκλησίας αλλά το «λαό», η βούληση του οποίου τίθεται υπεράνω των νόμων της συντεταγμένης πολιτείας. Δήλωση με σαφή πολιτική χροιά που παραπέμπει σε συνταγματικές θεωρίες του Mεσοπολέμου – προπομπούς των ολοκληρωτικών καθεστώτων που ακολούθησαν…