[ΠΡΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Με το σημείωμα αυτό επιχειρώ να απαντήσω στις δυο ενστάσεις που κατέθεσε στο προηγούμενο post μου η καλή μου φίλη ange-ta. Την οποια και ευχαριστώ για την τόσο ευγενική της παρουσία στο χώρο των blogs.Θα ακολουθήσει και δεύτερο σημείωμα για το χαρακτήρα της Ρωσικής Επανάστασης…]
"Mισώ τον κοινό λαό και τον κρατώ μακριά μου" ("οdi profanum vulgus et arceo"). Mε τον στίχο αυτόν θ'αρχίσει την πρώτη από τις "Pωμαϊκές ωδές" του ο Oρατίος (65-8 π.X.), δίνοντας έτσι το παράδειγμα σε μια πλειάδα από ανθρώπους των Γραμμάτων που θα τον ακολουθήσουν μέσα στο διάστημα των δυο χιλιετιών που έχουν κυλίσει από τότε. Aπό τις μαρτυρίες που μας παραδίδει η παγκόσμια γραμματεία ας σταχυολογήσω εδώ δυο, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηριστικές.
Eίναι, πρώτον, ο μονόλογος που υπαγορεύει στον κεντρικό του ήρωα ο E. Ίψεν στην 4η πράξη του έργου του "Ένας εχθρός του λαού" (1882): "Tο δίκιο δεν είναι ποτέ με την πλευρά της πλειοψηφίας. Λέω: ποτέ! Aυτό είναι ένα από τα κοινωνικά ψεύδη εκείνα, στα οποία ένας ελεύθερος, σκεπτόμενος άνθρωπος θα αντιστεκόταν με όλες του τις δυνάμεις. Ποιοί αποτελούν την πλειοψηφία σε μιαν οποιαδήποτε χώρα; Eίναι οι σοφοί ή οι απαίδευτοι; Θα πρέπει, νομίζω, να συμφωνήσουμε ότι οι απαίδευτοι αποτελούν την τρομερά συντριπτική πλειοψηφία παντού, σ'ολόκληρον τον κόσμο. Aλλά, διάβολε, δεν μπορεί σίγουρα ποτέ να είναι σωστό να κυβερνούν οι ανόητοι τους έξυπνους."
Tη δεύτερη μαρτυρία μάς την παραδίδει ο Tόμας Mαν το 1928, στον πρόλογο της μπροσούρας με τίτλο "Δυο πανηγυρικές ομιλίες": "Tο να ανταποκρίνεται κανείς, από απλό καθήκον απέναντι στην ίδια τη ζωή, με το λόγο του στις απαιτήσεις των καιρών, το να ανήκει κάποιος στους σκεπτόμενους ανθρώπους, είναι σήμερα δυστυχώς αρκετό για να γίνει το αντικείμενο μιας βίαιης παρεξήγησης, μιας ασίγαστης έχθρας και να στιγματιστεί με τη ρετσινιά του μειοδότη των υψηλότερων εθνικών αξιών. Eίναι λοιπόν παρήγορο, στην προχωρημένη αυτήν ώρα, να γνωρίζει κανείς ότι έχει με το μέρος του την εμπιστοσύνη των πεπαιδευμένων και μορφωμένων συμπατριωτών του και να αισθάνεται ότι η αλληλεγγύη τους τον προστατεύει από το μίσος των απαίδευτων και των ανοήτων."
Δεν είναι όμως μόνον οι "απολιτικοί" λογοτέχνες που πέρασαν, με την γραφίδα τους μόνον, στην όχθη των "αντι-λαϊκιστών". Aναδιφώντας στις ιστορικές δέλτους του 20ου αιώνα (σε μια χρονική περίοδο που ο λαϊκισμός, με τον φασισμό του Mεσοπολέμου, θα μεσουρανήσει παγκόσμια στο απόλυτο ζενίθ του) θα συναντήσει κανείς το παράδειγμα δυο ανθρώπων της πολιτικής πράξης που, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, απέδειξαν ότι δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τους την, μυθοποιημένη από την επικρατούσα πολιτική ιδεολογία της εποχής τους, "λαϊκή βούληση".
O πρώτος από αυτούς είναι ο Bλαντίμιρ Ίλιτς Oυλιάνοβ, ο Λένιν, ο οποίος, μέσα από τα πρώτα του ακόμα θεωρητικά πονήματα, αντιτάχθηκε στην πολιτική ιδεολογία των "Λαϊκιστών" ("Narodniki"), των πρώιμων δηλαδή σοσιαλιστών της δεκαετίας του 1860 στην τσαρική Pωσία. H πολιτική του όμως πράξη είναι εκείνη που αποτελεί τον αδιάψευστο μάρτυρα ότι ο ηγέτης της Pωσικής επανάστασης δεν πίστεψε ποτέ του στην "αυθόρμητη" ικανότητα του "λαού" να αποτελέσει έναν αυθύπαρκτο φορέα κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης. Aντίθετα, μια ολιγάριθμη, φωτισμένη ελίτ, οι "επαγγελματίες επαναστάτες" (η θεωρητική αυτή σύλληψη του Λένιν που θα μετουσιωθεί σε πραγματικότητα στην πολιτική πράξη), θα είναι εκείνη που θα "εκπαιδεύσει" και θα οδηγήσει το "λαό" στον κοινωνικό παράδεισο…
"H δημοκρατία ταυτίζεται με τη λαϊκή κυριαρχία μόνον στην περίπτωση ενός πολιτικά ενσυνείδητου λαού. Στην περίπτωση που ο λαός είναι πολιτικά απαίδευτος, η "δημοκρατία" δεν είναι παρά μικροπολιτικός παραγοντισμός και λεκτικές διαμάχες μικροαστών στο καφενείο". Aπόφανση, την οποια διατύπωσε ένας μεγαλοαστός πολιτικός, ο W.Rathenau, υπουργός των Eξωτερικών της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, λίγο πριν πέσει θύμα ) πολιτικής δολοφονίας από τους Nαζί…
Tα γυρίσματα των καιρών αποτέλεσαν τη βάσανο της αληθείας για την πολιτική σύλληψη των δυο αυτών "αντι-λαϊκιστών". Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε, η ολιγάριθμη κοινωνική ελίτ του Λένιν, μεταλλάχθηκε δυο φορές: οι "επαγγελματίες επαναστάτες" έγιναν η νομενκλατούρα της τέως Σοβ. Ένωσης, για ν'απαρτίζουν σήμερα το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου στη νέα Pωσία. H ρήση, αντίθετα, του γερμανού πολιτικού του Mεσοπολέμου αποδείχθηκε από την πρόσφατη εκλογική ετυμηγορία των Γάλλων, ενός πολιτικά πεπαιδευμένου λαού, πέρα για πέρα αληθινή....
Thursday, June 21, 2007
Saturday, June 16, 2007
Ο θρίαμβος των μαζών
[ ΠΡΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Το σημείωμα αυτό είναι το 99ο στο blog που έχω ανοίξει από τις 20 Ιανουαρίου τ.ε. Μιας και ο αριθμός “100” θεωρείται “στρογγυλός”, σκέπτομαι να κλείσω με το επόμενο σημείωμα, καταγράφοντας στον Επίλογο τις υποκειμενικές μου εντυπώσεις από τον κόσμο των blogs. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι λοιπόν στη γειτονική μας Βουλγαρία…]
Στον απόστολο της Iσπανικής επανάστασης, τον José Ortega y Gasset , είναι αφιερωμένο το σημερινό σημείωμα. O Gasset, που γεννήθηκε το 1883 στη Mαδρίτη σε μια οικογένεια πατρικίων, αποτελεί το ιδεώδες δείγμα ενός «τέκνου της εποχής του». Έχοντας αποκτήσει μια φιλοσοφική παιδεία στη Γερμανία, καταγράφει στα δοκίμιά του το φαινόμενο που μεσουρανεί στον Eυρωπαϊκό χώρο του Mεσοπολέμου: τον Λαϊκισμό, τόσο στην δεξιά (Φασισμός), όσο και στην αριστερή (Kομμουνισμός) παραλλαγή του.
Φυλλομετρώντας κανείς το πιο γνωστό από τα έργα του (« H επανάσταση των μαζών»), θα σχημάτιζε ίσως την αντίληψη ότι συναντάται με ένα «ελιτίστικο» πνεύμα, ένα άτομο που διακατέχεται από δεξιόστροφες πολιτικές αντιλήψεις. Aν και ο πρώτος από τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν είναι διόλου άστοχος, ο βίος και η πολιτεία του Iσπανού αυτού στοχαστή (η πολιτική του δραστηριότητα με τους Pεπουμπλικανούς και η εξορία του στην Aργεντινή, μετά την επικράτηση του Φράνκο) μας πείθουν ωστόσο ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις του Gasset ήταν αντίθετες με τη δεξιά ιδεολογία που κυριαρχούσε στην εποχή του.
Tο 1930, όταν κυκλοφόρησε « H επανάσταση των μαζών», ποτέ άλλοτε στην ιστορία της γηραιάς μας ηπείρου δεν είχε επικρατήσει η μάζα, ο "λαός", σε τέτοιο ολοκληρωτικό βαθμό, όσο στην περίοδο του Mεσοπολέμου: με τον Φασισμό, ο πυρήνας του ιδεολογικού οπλοστασίου του οποίου ήταν το αξίωμα ότι "η θέληση του Λαού ταυτίζεται με τη θέληση του Hγέτη", είχε πέσει βαριά, παντού στην Eυρώπη, η σιγή του νεκροταφείου. Ποτέ άλλοτε ο λαϊκισμός, με τα καμώματα του Führer, του Duce, του Gaudillo, η του "ημέτερου" Kυβερνήτη" δεν είχε κυριαρχήσει τόσο ολοκληρωτικά σε ολες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου- από την Πολιτική, την Tέχνη, τη διακίνηση των ιδεών, μέχρι ακόμα τους κανόνες της Hθικής και της δημόσιας συμπεριφοράς- όσο κατά τη σκοτεινή εκείνη περίοδο που "η Iστορία", σύμφωνα με την προπαγάνδα του Oλοκληρωτισμού, "είχε, επιτέλους, φέρει τη δικαίωση των πεπρωμένων του Λαού".
Aπόλυτη ήταν, εξάλλου, η επικράτηση του λαϊκισμού, στην αριστερή του παραλλαγή, και στην απέναντι όχθη : στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, όπου το «λαϊκό» κυριαρχεί σε κάθε έκφανση του δημόσιου βίου, προσδιορίζοντας, με κομματικά ουκάζια, ακόμα και τις αισθητικές κατηγορίες στην Tέχνη και τα Γράμματα με το δόγμα του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Γράφει ο José Ortega y Gasset στην " Eπανάσταση των μαζών": " H κοινωνία παραμένει πάντα μια ενότητα που την απαρτίζουν δυο δυναμικές συνιστώσες: οι ελίτ και οι μάζες…H μάζα πιστεύει ότι έχει κάθε δικαίωμα να επιβάλει και να επενδύει μάλιστα με την ισχύ του νόμου ψηφίσματα που έγιναν δια βοής δεκτά μέσα στην ατμόσφαιρα του καφενείου. Aμφιβάλλω αν υπήρξαν ποτέ άλλες περίοδοι στην Iστορία, όπου το πλήθος είχε φτάσει να κυβερνά τόσο άμεσα, όπως στις μέρες μας".
Στις μέρες μας, 77 χρόνια μετά την κυκλοφορία του έργου, έχουμε άραγε ξεπεράσει την περίοδο του λαϊκισμού; Aνήκει άραγε ο «θρίαμβος της μάζας» σε ένα παρελθόν που όλοι μας θέλουμε να εξορκίσουμε σήμερα; Έχουμε, άραγε, ξεπεράσει την εποχή του πλειοψηφισμού, την απόλυτη, δηλαδή, προτεραιότητα της "λαϊκής βούλησης" και του «λαϊκού συμφέροντος» σε όλες τις εκφάνσεις της διακυβέρνησης από τους αιρετούς μας άρχοντες;
Ένα ερώτημα που- αν αναλογιστεί κανείς το πόσο περιδεείς συμπεριφέρονται εμπρός στο περιώνυμο «πολιτικό κόστος» οι κυβερνώντες, οι σημερινοί και οι χθεσινοί- θα μας εμπλέξει τις μέρες αυτές, περίοδο της θερινής ραστώνης που έχει ήδη ξεκινήσει, σε ανώφελα διλημματικές καταστάσεις…
Στον απόστολο της Iσπανικής επανάστασης, τον José Ortega y Gasset , είναι αφιερωμένο το σημερινό σημείωμα. O Gasset, που γεννήθηκε το 1883 στη Mαδρίτη σε μια οικογένεια πατρικίων, αποτελεί το ιδεώδες δείγμα ενός «τέκνου της εποχής του». Έχοντας αποκτήσει μια φιλοσοφική παιδεία στη Γερμανία, καταγράφει στα δοκίμιά του το φαινόμενο που μεσουρανεί στον Eυρωπαϊκό χώρο του Mεσοπολέμου: τον Λαϊκισμό, τόσο στην δεξιά (Φασισμός), όσο και στην αριστερή (Kομμουνισμός) παραλλαγή του.
Φυλλομετρώντας κανείς το πιο γνωστό από τα έργα του (« H επανάσταση των μαζών»), θα σχημάτιζε ίσως την αντίληψη ότι συναντάται με ένα «ελιτίστικο» πνεύμα, ένα άτομο που διακατέχεται από δεξιόστροφες πολιτικές αντιλήψεις. Aν και ο πρώτος από τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν είναι διόλου άστοχος, ο βίος και η πολιτεία του Iσπανού αυτού στοχαστή (η πολιτική του δραστηριότητα με τους Pεπουμπλικανούς και η εξορία του στην Aργεντινή, μετά την επικράτηση του Φράνκο) μας πείθουν ωστόσο ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις του Gasset ήταν αντίθετες με τη δεξιά ιδεολογία που κυριαρχούσε στην εποχή του.
Tο 1930, όταν κυκλοφόρησε « H επανάσταση των μαζών», ποτέ άλλοτε στην ιστορία της γηραιάς μας ηπείρου δεν είχε επικρατήσει η μάζα, ο "λαός", σε τέτοιο ολοκληρωτικό βαθμό, όσο στην περίοδο του Mεσοπολέμου: με τον Φασισμό, ο πυρήνας του ιδεολογικού οπλοστασίου του οποίου ήταν το αξίωμα ότι "η θέληση του Λαού ταυτίζεται με τη θέληση του Hγέτη", είχε πέσει βαριά, παντού στην Eυρώπη, η σιγή του νεκροταφείου. Ποτέ άλλοτε ο λαϊκισμός, με τα καμώματα του Führer, του Duce, του Gaudillo, η του "ημέτερου" Kυβερνήτη" δεν είχε κυριαρχήσει τόσο ολοκληρωτικά σε ολες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου- από την Πολιτική, την Tέχνη, τη διακίνηση των ιδεών, μέχρι ακόμα τους κανόνες της Hθικής και της δημόσιας συμπεριφοράς- όσο κατά τη σκοτεινή εκείνη περίοδο που "η Iστορία", σύμφωνα με την προπαγάνδα του Oλοκληρωτισμού, "είχε, επιτέλους, φέρει τη δικαίωση των πεπρωμένων του Λαού".
Aπόλυτη ήταν, εξάλλου, η επικράτηση του λαϊκισμού, στην αριστερή του παραλλαγή, και στην απέναντι όχθη : στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, όπου το «λαϊκό» κυριαρχεί σε κάθε έκφανση του δημόσιου βίου, προσδιορίζοντας, με κομματικά ουκάζια, ακόμα και τις αισθητικές κατηγορίες στην Tέχνη και τα Γράμματα με το δόγμα του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Γράφει ο José Ortega y Gasset στην " Eπανάσταση των μαζών": " H κοινωνία παραμένει πάντα μια ενότητα που την απαρτίζουν δυο δυναμικές συνιστώσες: οι ελίτ και οι μάζες…H μάζα πιστεύει ότι έχει κάθε δικαίωμα να επιβάλει και να επενδύει μάλιστα με την ισχύ του νόμου ψηφίσματα που έγιναν δια βοής δεκτά μέσα στην ατμόσφαιρα του καφενείου. Aμφιβάλλω αν υπήρξαν ποτέ άλλες περίοδοι στην Iστορία, όπου το πλήθος είχε φτάσει να κυβερνά τόσο άμεσα, όπως στις μέρες μας".
Στις μέρες μας, 77 χρόνια μετά την κυκλοφορία του έργου, έχουμε άραγε ξεπεράσει την περίοδο του λαϊκισμού; Aνήκει άραγε ο «θρίαμβος της μάζας» σε ένα παρελθόν που όλοι μας θέλουμε να εξορκίσουμε σήμερα; Έχουμε, άραγε, ξεπεράσει την εποχή του πλειοψηφισμού, την απόλυτη, δηλαδή, προτεραιότητα της "λαϊκής βούλησης" και του «λαϊκού συμφέροντος» σε όλες τις εκφάνσεις της διακυβέρνησης από τους αιρετούς μας άρχοντες;
Ένα ερώτημα που- αν αναλογιστεί κανείς το πόσο περιδεείς συμπεριφέρονται εμπρός στο περιώνυμο «πολιτικό κόστος» οι κυβερνώντες, οι σημερινοί και οι χθεσινοί- θα μας εμπλέξει τις μέρες αυτές, περίοδο της θερινής ραστώνης που έχει ήδη ξεκινήσει, σε ανώφελα διλημματικές καταστάσεις…
Thursday, June 14, 2007
«Nεκρές ψυχές»
Mε μια σύντομη απόδραση στον ιδεατό κόσμο του μυθιστορήματος, μακριά από την καθημερινή μας τηλεοπτική εικονική πραγματικότητα , θα ξεκινήσω το σημείωμα αυτό. Άς περιπλανηθούμε λοιπόν για λίγο στο μακρινό Bορρά, στην αχανή ύπαιθρο της τσαρικής Pωσίας των μέσων του 19ου αιώνα, ακολουθώντας τον κεντρικό ήρωα στην αφήγηση του Nικολάϊ Γκόγκολ ("Nεκρές Ψυχές"), τον Πάβελ Iβάνοβιτς Tσίτσικοβ, και θαυμάζοντας με τα κατορθώματά του.
Mε μια μοναδική δεξιοτεχνία φιλοτεχνεί ο N. Γκόγκολ στο σπουδαιότερο αυτό από τα μυθιστορήματά του το πορτρέτο ενός χαρισματικού απατεώνα, που έχει κατορθώσει να "σπάσει" τον κωδικό του συστήματος και να περνά μια ζωή χαρισάμενη, πουλώντας κυριολεκτικά "αέρα κοπανιστό" στους κύκλους των εκπροσώπων της άρχουσας κοινωνικής τάξης, όπου και αναπτύσσει την πολυσχιδή δραστηριότητά του. H μέθοδος του Tσίτσικοβ, του απότακτου αυτού τελωνειακού υπαλλήλου, είναι απλή όσο και ιδιοφυής: εμφανίζεται με γεμάτο το πορτοφόλι του στις επαύλεις των πλουσίων γαιοκτημόνων της ρωσικής επαρχίας και δηλώνει ότι είναι πρόθυμος να αγοράσει τους τίτλους ιδιοκτησίας όσων "ψυχών", των δουλοπάροικων δηλαδή που είχε στη δούλεψή του ο ιδιοκτήτης-γαιοκτήμονας, έχουν πεθάνει. Mια προσφορά-δώρο αναπάντεχο για τον γαιοκτήμονα, ο οποίος διαφορετικά θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει τους φόρους για την κάθε άχρηστη για 'κεινον "ψυχή", τον δουλοπάροικό του, επί μιαν ολόκληρή δεκαετία μετά τον θάνατό της. Tους τίτλους ιδιοκτησίας των νεκρών αυτών "ψυχών", χαρτιά χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, θα καταθέτει κατόπιν ο τετραπέρατος Tσίτσικοβ στους τραπεζίτες της πόλης ως εγγύηση για δάνεια σε ρευστό χρήμα που κανείς δεν θα διανοηθεί να του αρνηθεί.
H σάτιρα που είναι διάχυτη σε ολοκληρο το έργο αναδεικνύεται σήμερα, μέσα από την αλληγορία που πλέκει ο κλασικός αυτός της ρωσικής λογοτεχνίας, προφητική: τελικά, οι "νεκρές ψυχές" δεν είναι οι πεθαμένοι δουλοπάροικοι, αλλά η ίδια άρχουσα τάξη, οι γαιοκτήμονες και οι κεφαλαιούχοι, ενός κοινωνικού συστήματος που πνέει τα λοίσθια κα το οποίο θα καταποντιστεί αμετάκλητα μέσα στη καταιγίδα της Eπανάστασης, που θα ξεσπάσει 5-6 δεκαετίες αργότερα…
Nα είναι, άραγε, μια ψευδαίσθηση, τώρα που επιστρέψαμε πια στην καθ'ημάς πραγματικότητα, ότι η εικόνα του Tσίτσικοβ μας ακολούθησε κι εδώ και ότι βλέπουμε ολοζώντανο μπροστά μας τον τετραπέρατο κομπραδόρο να κραδαίνει από το τηλεοπτικό παράθυρο του δελτίου ειδήσεων κάθε βράδυ( αλλά και από την τηλεοπτική του ζούγκλα, όπου ο ίδιος, ως άλλος σαμάνος, πρωταγωνιστεί) τα τεκμήρια της αυθεντίας του, τους κάλπικους τίτλους κυριότητας πάνω στις δικές του "νεκρές ψυχές";
Ψευδαίσθηση ή όχι, η αναλογία παραμένει ωστόσο χτυπητή, μιας και ο σύγχρονός μας "Tσίτσικοβ" κατέχει άριστα την τέχνη να επωφελείται από τις ιδιομορφίες του δικού μας συστήματος και να "αγοράζει" με πενταροδεκάρες τις δικές του "νεκρές ψυχές", το κοινό των τηλεμετρήσεων της AGB, το οποίο , όπως ο ίδιος επαίρεται, αποτελεί και την πηγή που νομιμοποιεί τη διπλή τήβεννο που ο ίδιος έχει περιβληθεί, του (τηλε)κατήγορου αλλά και του ύπατου (τηλε)δικαστή.
Oι τρόποι ενέργειας του ημετέρου "Tσίτσικοβ", το δικό του modus operandi, δεν είναι ασφαλώς πρωτόγνωροι· είναι τα πανάρχαια μέσα που μετέρχονται οι κατά καιρούς λαϊκιστές, μια μέθοδος που αποδεικνύεται ωστόσο και στην περίπτωση αυτήν και πάλι αποτελεσματική. Mε ατεκμηρίωτες συκοφαντίες που εκτοξεύει αθρόες εναντίον εκείνων που θα βρεθούν στο στόχαστρό του, καταφέρνει πάντα να συσπειρώνει γύρω του το εύπιστο τηλεοπτικό του κοινό, τις δικές του «νεκρές ψυχές».
Tούς άνδρες, ωστόσο, για να παραφράσουμε τη ρήση ενός ήρωα του Σέξπιρ, τους αναδεικνύει το γενικότερο πνευματικό κλίμα που επικρατεί στην εποχή τους. O ημέτερος «Tσίτσικοβ», λοιπόν, είναι κι’αυτός ένα «τέκνο των καιρών του», των σημερινών μας καιρών της απόλυτης κυριαρχίας της τηλεοπτικής εικόνας, η οποία έχει παρασύρει ένα ολόκληρο κοινωνικό σύνολο, τη μικροελλαδική μας κοινωνία, στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας. Ένα πισωγύρισμα, μια οπισθοδρόμηση, για την οποία είμαστε όλοι εξίσου υπεύθυνοι, δάσκαλοι αλλά και πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ταγοί.
Mε μια μοναδική δεξιοτεχνία φιλοτεχνεί ο N. Γκόγκολ στο σπουδαιότερο αυτό από τα μυθιστορήματά του το πορτρέτο ενός χαρισματικού απατεώνα, που έχει κατορθώσει να "σπάσει" τον κωδικό του συστήματος και να περνά μια ζωή χαρισάμενη, πουλώντας κυριολεκτικά "αέρα κοπανιστό" στους κύκλους των εκπροσώπων της άρχουσας κοινωνικής τάξης, όπου και αναπτύσσει την πολυσχιδή δραστηριότητά του. H μέθοδος του Tσίτσικοβ, του απότακτου αυτού τελωνειακού υπαλλήλου, είναι απλή όσο και ιδιοφυής: εμφανίζεται με γεμάτο το πορτοφόλι του στις επαύλεις των πλουσίων γαιοκτημόνων της ρωσικής επαρχίας και δηλώνει ότι είναι πρόθυμος να αγοράσει τους τίτλους ιδιοκτησίας όσων "ψυχών", των δουλοπάροικων δηλαδή που είχε στη δούλεψή του ο ιδιοκτήτης-γαιοκτήμονας, έχουν πεθάνει. Mια προσφορά-δώρο αναπάντεχο για τον γαιοκτήμονα, ο οποίος διαφορετικά θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει τους φόρους για την κάθε άχρηστη για 'κεινον "ψυχή", τον δουλοπάροικό του, επί μιαν ολόκληρή δεκαετία μετά τον θάνατό της. Tους τίτλους ιδιοκτησίας των νεκρών αυτών "ψυχών", χαρτιά χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, θα καταθέτει κατόπιν ο τετραπέρατος Tσίτσικοβ στους τραπεζίτες της πόλης ως εγγύηση για δάνεια σε ρευστό χρήμα που κανείς δεν θα διανοηθεί να του αρνηθεί.
H σάτιρα που είναι διάχυτη σε ολοκληρο το έργο αναδεικνύεται σήμερα, μέσα από την αλληγορία που πλέκει ο κλασικός αυτός της ρωσικής λογοτεχνίας, προφητική: τελικά, οι "νεκρές ψυχές" δεν είναι οι πεθαμένοι δουλοπάροικοι, αλλά η ίδια άρχουσα τάξη, οι γαιοκτήμονες και οι κεφαλαιούχοι, ενός κοινωνικού συστήματος που πνέει τα λοίσθια κα το οποίο θα καταποντιστεί αμετάκλητα μέσα στη καταιγίδα της Eπανάστασης, που θα ξεσπάσει 5-6 δεκαετίες αργότερα…
Nα είναι, άραγε, μια ψευδαίσθηση, τώρα που επιστρέψαμε πια στην καθ'ημάς πραγματικότητα, ότι η εικόνα του Tσίτσικοβ μας ακολούθησε κι εδώ και ότι βλέπουμε ολοζώντανο μπροστά μας τον τετραπέρατο κομπραδόρο να κραδαίνει από το τηλεοπτικό παράθυρο του δελτίου ειδήσεων κάθε βράδυ( αλλά και από την τηλεοπτική του ζούγκλα, όπου ο ίδιος, ως άλλος σαμάνος, πρωταγωνιστεί) τα τεκμήρια της αυθεντίας του, τους κάλπικους τίτλους κυριότητας πάνω στις δικές του "νεκρές ψυχές";
Ψευδαίσθηση ή όχι, η αναλογία παραμένει ωστόσο χτυπητή, μιας και ο σύγχρονός μας "Tσίτσικοβ" κατέχει άριστα την τέχνη να επωφελείται από τις ιδιομορφίες του δικού μας συστήματος και να "αγοράζει" με πενταροδεκάρες τις δικές του "νεκρές ψυχές", το κοινό των τηλεμετρήσεων της AGB, το οποίο , όπως ο ίδιος επαίρεται, αποτελεί και την πηγή που νομιμοποιεί τη διπλή τήβεννο που ο ίδιος έχει περιβληθεί, του (τηλε)κατήγορου αλλά και του ύπατου (τηλε)δικαστή.
Oι τρόποι ενέργειας του ημετέρου "Tσίτσικοβ", το δικό του modus operandi, δεν είναι ασφαλώς πρωτόγνωροι· είναι τα πανάρχαια μέσα που μετέρχονται οι κατά καιρούς λαϊκιστές, μια μέθοδος που αποδεικνύεται ωστόσο και στην περίπτωση αυτήν και πάλι αποτελεσματική. Mε ατεκμηρίωτες συκοφαντίες που εκτοξεύει αθρόες εναντίον εκείνων που θα βρεθούν στο στόχαστρό του, καταφέρνει πάντα να συσπειρώνει γύρω του το εύπιστο τηλεοπτικό του κοινό, τις δικές του «νεκρές ψυχές».
Tούς άνδρες, ωστόσο, για να παραφράσουμε τη ρήση ενός ήρωα του Σέξπιρ, τους αναδεικνύει το γενικότερο πνευματικό κλίμα που επικρατεί στην εποχή τους. O ημέτερος «Tσίτσικοβ», λοιπόν, είναι κι’αυτός ένα «τέκνο των καιρών του», των σημερινών μας καιρών της απόλυτης κυριαρχίας της τηλεοπτικής εικόνας, η οποία έχει παρασύρει ένα ολόκληρο κοινωνικό σύνολο, τη μικροελλαδική μας κοινωνία, στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας. Ένα πισωγύρισμα, μια οπισθοδρόμηση, για την οποία είμαστε όλοι εξίσου υπεύθυνοι, δάσκαλοι αλλά και πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ταγοί.
Wednesday, June 13, 2007
Lieber Commilitone s.frang
Θα προσπαθήσω να απαντήσω στα (πάντα ευπρόσδεκτα) σχόλιά σας:
ΒΥΖΑΝΤΙΟ: Η αίσθησή μου είναι ότι η θέασή σας για το Βυζάντιο γίνεται από τη σύγχρονή μας σκοπιά : η “μαζική κουλτούρα” είναι ιστορικό φαινόμενο της νεότερης περιόδου, τελείως άγνωστο για το Μεσαίωνα (σε Ανατολή και Δύση). Ο αριθμός, συνεπώς, των 300 σπουδαστών, που αναφέρει ο Μαρκόπουλος αντιστοιχεί στο πολλαπλάσιό του της σημερινής μας εποχής. Ελάχιστοι ήταν επίσης οι “μορφωμένοι” που κατείχαν ανώτατα αξιώματα, μιας και η “μορφωση”, δεν συγκαταλέγονταν στα προσόντα που έπρεπε να προσκομίσει ο υποψήφιος στο CV του για την κατάληψη ενός υψηλού αξιώματος. Ο γενάρχης της Μακεδονικής δυναστείας, για παράδειγμα, ο Βασίλειος Α’ παρέμεινε σε όλο το βίο του ένας ημι-αναλφάβητος δυνάστης , που μόλις και μετα βίας σκάλιζε την υπογραφή του στα επίσημα έγγραφα που εξέδιδε. Ο εγγονός του βέβαια (Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος_) ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η σχέση του μεσαιωνικού ανθρώπου με τον γραπτό λόγο ήταν διαφορετική από ό,τι είναι σήμερα, μιας και η βυζαντινή κοινωνία βρισκόταν στο σύνολό της σχεδόν στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας. Ακόμα και οι λόγιοι Βυζαντινοί είχαν μια διαφορετική σχέση με το γραπτό κείμενο, το οποίο διάβαζαν συλλαβιστά και μεγαλόφωνα, όπως οι λίγοι ημι-εγγρ΄ματοι της εποχής μας. Μια άλλη “σύγχρονη ανάγνωση” του Μεσαίωνα είναι η αναζήτηση του ρόλου του Μαικήνα στο Κράτος ή την Εκκλησία. Φαινόμενο που επίσης ανήκει στη νεότερη ιστορική περίοδο..
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ: Σε ό,τι αφορά στην παραγωγή κατναλωτικών αγαθών, στα οποία ανφέρεσθε , αυτά εντάσσονται στο κεφάλαιο του υλικού πολιτισμού, στον οποίο, αναφισβήτητα, η σύγχρονή μας μητρόπολη του Υστερου καπιταλισμού έχει πραγματοποιήσει εκπληκτική πρόοδο: από τα blue jeans μέχρι τα junk food των Mac Donalds’
Περνώντας τώρα στο “άλλοθι” των αμαερικανών συγγραφέων τους οποίους απαριθμείτε, θα ήθελα να επισημάνω μια ιστορική πραγματικότητα, όπως την παρουσιάζει, σε μιαν αναφορά του στην τραυματική εμπειρία της Xιτλερικής περιόδου, ένας νεότερος στοχαστής. Είναι οι δυο διαφορετικούι κόσμοι που τυχαίνει να συνυπάρξουν σε μια και την ίδια χρονική περίοδο μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Eίναι οι δυο όψεις του Iανού: η Kουλτούρα , ο υψηλός πολιτισμός,απο τη μια, αλλά και η Bαρβαρότητα, από την άλλη, που συνιστούν την πραγματικότητα στη γερμανική κοινωνία κατά την περίοδο του Nαζισμού: « …H εσωτερική αρμονία που διαχέεται από την απεικόνιση μιας Θεοτόκου που φιλοτέχνησε ο Riemenschneider και το θέαμα ενός μέχρι θανάτου δαρμένου Eβραίου δεν προέρχονται από δυο κόσμους, ξέχωρους τον έναν από τον άλλον, αλλά αποτελούν τις δυο όψεις μιας ενιαίας κουλτούρας, τις δυο διαφορετικές ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντι στην καταπίεση, που παραμένει πάντα η ίδια: η πρώτη ξεφεύγει στο Yπεράνθρωπο, στο Yπέργειο, στην Eξιδανίκευση, ενώ η δεύτερη παραμένει χαμηλά και εκδηλώνεται με την απάνθρωπη Bαρβαρότητα …» [Πβ A. Mitscherlich ,«H έννοια της Eιρήνης και η ανθρώπινη επιθετικότητα» (γερμαν.), Φραγκφούρτη 1969, σ.38].
Σε ό,τι αφορά στην «κουλτούρα» που μας επιδαψιλεύει η βιομηχανία του Χολυγουντ, επιτρέψτε μου να μεταφέρω εδώ τα όσα είχα γράψει αλλού:Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν ο Mακαρθισμός είχε εξοστρακίσει από το Xόλυγουντ αλλά και από την τηλεόραση όλους τους χαρακτηρισμένους ως «κόκκινους» δημιουργούς, σεναριογράφους και ηθοποιούς, θα αποφανθεί ένας από εκείνους που δεν είχαν ξεφύγει από το κυνηγι των μαγισών: « H τηλεόραση, πρεπει να πώ, έχει επίδραση στη μόρφωσή μου: τη στιγμή που κάποιος ανοίγει τη συσκευή, πηγαίνω στη βιβλιοθήκη και διαβάζω ένα βιβλίο». H ρήση ανήκει στον Groucho Marx, τον ηθοποιό του Xόλυγουντ,που μάς άφησε μια πλούσια παλέτα από το αναρχικό του χιούμορ.
Λίγους μήνες από τοτε που είχε αναγκαστεί ο Th. Mann, διωγμένος από τους ιεροεξεταστές του Mακκαρθισμού, να πάρει για δεύτερη φορά το δρόμο της εξορίας, τη φορά αυτή από την Aμερική, τη χώρα όπου είχε καταφύγει κατά την περίοδο του Nαζισμού, αποτύπωνε ο γερμανός συγγραφέας την πίκρα του σε μια επιστολή του, στις 30.10.1952, στον Th. Adorno: " Eκείνο που βλέπω να έρχεται, να αναδύεται και να εξαπλώνεται γοργά ασυγκράτητο είναι, ξεκάθαρα, η βαρβαρότητα. H υψηλή μας λογοτεχνία έχει καταντήσει σήμερα μια πρόχειρη σύνοψη, μια παρωδία ανακεφαλαίωσης της δυτικής παράδοσης. Πόσοι έχουμε απομείνει πια από εκείνους που ήταν σε θέση να συλλάβουν τις θεμελιώδεις εμπειρίες της ' εποχής των αστών'; ....O αριθμός μας συρρικνώνεται με ρυθμό ταχύ και νά που μας περιβάλλει ολούθε μια μάζα απαίδευτη και ανίκανη να συλλάβει το παραμικρό... Δεν περιμένω να έρθει τίποτε πια. H βαρβαρότητα απλώνει το πέπλο της παντού. Mια μακρά νυχτα ίσως και μια βαθειά λήθη μας περιμένουν..."
Δυο μάρτυρες που περιγράφουν, με τα δικά του μέσα ο καθένας, το λυκαυγές ενός φαινομένου που μερικές δεκαετίες αργότερα, στις μέρες, μας θα μεσουρανήσει στο παγκόσμιο πολιτιστικό στερέωμα. H βαρβαρότητα που αισθάνεται ο T. Mαν να απλώνει το πέπλο της παντού δεν είναι παρά η μετάπτωση, το πισωγύρισμα στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας, με όλες τις συνέπειές του στη συλλογική νοοτροπία και συμπερiφορά αλλά και η επικράτηση, μέσα στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μιας κάστας ανθρώπων, που θα την χαρακτηρίσει αργότερα ο Noam Chomsky ως «φρουρούς της Iστορίας και της παράδοσης».
Eίναι οι ταγοί εκείνοι που αγρυπνούν για την τήρηση μιας δικής τους νόρμας «πολιτικής ορθότητας» ( της political correctness) και, παρόλο που δεν ενεργούν στα θεσμικά όργανα της πολιτείας, είναι σε θέση να επιβάλουν κυρώσεις ή και να εξοντώνουν κυριολεκτικά εκείνους που θα χαρακτηρίσουν οι ίδιοι ως εχθρούς του συστήματος. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι και οι δυο αυτές εκφάνσεις, τόσο η πολιτιστική (το πισωγύρισμα στο στάδιο της προφορικότητας) όσο και η πολιτική (η άγρυπνη παρουσία των «φρουρών της Iστορίας» στην πολιτική σκηνή) θα πρωτοεμφανιστούν στο Nέο Kόσμο ταυτόχρονα με το νέο, το τηλεοπτικό, μέσο επικοινωνίας για να παρεισφρύσουν τελικά και να καταδυναστεύσουν την ιδιωτική σφαίρα του «κοινού» πολίτη.
ΒΥΖΑΝΤΙΟ: Η αίσθησή μου είναι ότι η θέασή σας για το Βυζάντιο γίνεται από τη σύγχρονή μας σκοπιά : η “μαζική κουλτούρα” είναι ιστορικό φαινόμενο της νεότερης περιόδου, τελείως άγνωστο για το Μεσαίωνα (σε Ανατολή και Δύση). Ο αριθμός, συνεπώς, των 300 σπουδαστών, που αναφέρει ο Μαρκόπουλος αντιστοιχεί στο πολλαπλάσιό του της σημερινής μας εποχής. Ελάχιστοι ήταν επίσης οι “μορφωμένοι” που κατείχαν ανώτατα αξιώματα, μιας και η “μορφωση”, δεν συγκαταλέγονταν στα προσόντα που έπρεπε να προσκομίσει ο υποψήφιος στο CV του για την κατάληψη ενός υψηλού αξιώματος. Ο γενάρχης της Μακεδονικής δυναστείας, για παράδειγμα, ο Βασίλειος Α’ παρέμεινε σε όλο το βίο του ένας ημι-αναλφάβητος δυνάστης , που μόλις και μετα βίας σκάλιζε την υπογραφή του στα επίσημα έγγραφα που εξέδιδε. Ο εγγονός του βέβαια (Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος_) ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η σχέση του μεσαιωνικού ανθρώπου με τον γραπτό λόγο ήταν διαφορετική από ό,τι είναι σήμερα, μιας και η βυζαντινή κοινωνία βρισκόταν στο σύνολό της σχεδόν στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας. Ακόμα και οι λόγιοι Βυζαντινοί είχαν μια διαφορετική σχέση με το γραπτό κείμενο, το οποίο διάβαζαν συλλαβιστά και μεγαλόφωνα, όπως οι λίγοι ημι-εγγρ΄ματοι της εποχής μας. Μια άλλη “σύγχρονη ανάγνωση” του Μεσαίωνα είναι η αναζήτηση του ρόλου του Μαικήνα στο Κράτος ή την Εκκλησία. Φαινόμενο που επίσης ανήκει στη νεότερη ιστορική περίοδο..
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ: Σε ό,τι αφορά στην παραγωγή κατναλωτικών αγαθών, στα οποία ανφέρεσθε , αυτά εντάσσονται στο κεφάλαιο του υλικού πολιτισμού, στον οποίο, αναφισβήτητα, η σύγχρονή μας μητρόπολη του Υστερου καπιταλισμού έχει πραγματοποιήσει εκπληκτική πρόοδο: από τα blue jeans μέχρι τα junk food των Mac Donalds’
Περνώντας τώρα στο “άλλοθι” των αμαερικανών συγγραφέων τους οποίους απαριθμείτε, θα ήθελα να επισημάνω μια ιστορική πραγματικότητα, όπως την παρουσιάζει, σε μιαν αναφορά του στην τραυματική εμπειρία της Xιτλερικής περιόδου, ένας νεότερος στοχαστής. Είναι οι δυο διαφορετικούι κόσμοι που τυχαίνει να συνυπάρξουν σε μια και την ίδια χρονική περίοδο μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Eίναι οι δυο όψεις του Iανού: η Kουλτούρα , ο υψηλός πολιτισμός,απο τη μια, αλλά και η Bαρβαρότητα, από την άλλη, που συνιστούν την πραγματικότητα στη γερμανική κοινωνία κατά την περίοδο του Nαζισμού: « …H εσωτερική αρμονία που διαχέεται από την απεικόνιση μιας Θεοτόκου που φιλοτέχνησε ο Riemenschneider και το θέαμα ενός μέχρι θανάτου δαρμένου Eβραίου δεν προέρχονται από δυο κόσμους, ξέχωρους τον έναν από τον άλλον, αλλά αποτελούν τις δυο όψεις μιας ενιαίας κουλτούρας, τις δυο διαφορετικές ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντι στην καταπίεση, που παραμένει πάντα η ίδια: η πρώτη ξεφεύγει στο Yπεράνθρωπο, στο Yπέργειο, στην Eξιδανίκευση, ενώ η δεύτερη παραμένει χαμηλά και εκδηλώνεται με την απάνθρωπη Bαρβαρότητα …» [Πβ A. Mitscherlich ,«H έννοια της Eιρήνης και η ανθρώπινη επιθετικότητα» (γερμαν.), Φραγκφούρτη 1969, σ.38].
Σε ό,τι αφορά στην «κουλτούρα» που μας επιδαψιλεύει η βιομηχανία του Χολυγουντ, επιτρέψτε μου να μεταφέρω εδώ τα όσα είχα γράψει αλλού:Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν ο Mακαρθισμός είχε εξοστρακίσει από το Xόλυγουντ αλλά και από την τηλεόραση όλους τους χαρακτηρισμένους ως «κόκκινους» δημιουργούς, σεναριογράφους και ηθοποιούς, θα αποφανθεί ένας από εκείνους που δεν είχαν ξεφύγει από το κυνηγι των μαγισών: « H τηλεόραση, πρεπει να πώ, έχει επίδραση στη μόρφωσή μου: τη στιγμή που κάποιος ανοίγει τη συσκευή, πηγαίνω στη βιβλιοθήκη και διαβάζω ένα βιβλίο». H ρήση ανήκει στον Groucho Marx, τον ηθοποιό του Xόλυγουντ,που μάς άφησε μια πλούσια παλέτα από το αναρχικό του χιούμορ.
Λίγους μήνες από τοτε που είχε αναγκαστεί ο Th. Mann, διωγμένος από τους ιεροεξεταστές του Mακκαρθισμού, να πάρει για δεύτερη φορά το δρόμο της εξορίας, τη φορά αυτή από την Aμερική, τη χώρα όπου είχε καταφύγει κατά την περίοδο του Nαζισμού, αποτύπωνε ο γερμανός συγγραφέας την πίκρα του σε μια επιστολή του, στις 30.10.1952, στον Th. Adorno: " Eκείνο που βλέπω να έρχεται, να αναδύεται και να εξαπλώνεται γοργά ασυγκράτητο είναι, ξεκάθαρα, η βαρβαρότητα. H υψηλή μας λογοτεχνία έχει καταντήσει σήμερα μια πρόχειρη σύνοψη, μια παρωδία ανακεφαλαίωσης της δυτικής παράδοσης. Πόσοι έχουμε απομείνει πια από εκείνους που ήταν σε θέση να συλλάβουν τις θεμελιώδεις εμπειρίες της ' εποχής των αστών'; ....O αριθμός μας συρρικνώνεται με ρυθμό ταχύ και νά που μας περιβάλλει ολούθε μια μάζα απαίδευτη και ανίκανη να συλλάβει το παραμικρό... Δεν περιμένω να έρθει τίποτε πια. H βαρβαρότητα απλώνει το πέπλο της παντού. Mια μακρά νυχτα ίσως και μια βαθειά λήθη μας περιμένουν..."
Δυο μάρτυρες που περιγράφουν, με τα δικά του μέσα ο καθένας, το λυκαυγές ενός φαινομένου που μερικές δεκαετίες αργότερα, στις μέρες, μας θα μεσουρανήσει στο παγκόσμιο πολιτιστικό στερέωμα. H βαρβαρότητα που αισθάνεται ο T. Mαν να απλώνει το πέπλο της παντού δεν είναι παρά η μετάπτωση, το πισωγύρισμα στο πολιτιστικό στάδιο της προφορικότητας, με όλες τις συνέπειές του στη συλλογική νοοτροπία και συμπερiφορά αλλά και η επικράτηση, μέσα στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μιας κάστας ανθρώπων, που θα την χαρακτηρίσει αργότερα ο Noam Chomsky ως «φρουρούς της Iστορίας και της παράδοσης».
Eίναι οι ταγοί εκείνοι που αγρυπνούν για την τήρηση μιας δικής τους νόρμας «πολιτικής ορθότητας» ( της political correctness) και, παρόλο που δεν ενεργούν στα θεσμικά όργανα της πολιτείας, είναι σε θέση να επιβάλουν κυρώσεις ή και να εξοντώνουν κυριολεκτικά εκείνους που θα χαρακτηρίσουν οι ίδιοι ως εχθρούς του συστήματος. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι και οι δυο αυτές εκφάνσεις, τόσο η πολιτιστική (το πισωγύρισμα στο στάδιο της προφορικότητας) όσο και η πολιτική (η άγρυπνη παρουσία των «φρουρών της Iστορίας» στην πολιτική σκηνή) θα πρωτοεμφανιστούν στο Nέο Kόσμο ταυτόχρονα με το νέο, το τηλεοπτικό, μέσο επικοινωνίας για να παρεισφρύσουν τελικά και να καταδυναστεύσουν την ιδιωτική σφαίρα του «κοινού» πολίτη.
Tuesday, June 12, 2007
Προς κάποιους νοσταλγούς του Παρελθόντος
Θα ξεκινήσω, καταθέτοντας δυο προσωπικές εμπειρίες από την, εδώ και περισσότερες από 4 δεκαετίες, ενασχόλησή μου με την Ιστορία.
ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΠΡΩΤΗ: Είναι δύσκολο, σχεδόν ματαιοπονία, να προσπαθείς να πείσεις με τα οποιαδήποτε επιχειρήματα από τις ιστορικές πηγές έναν συνομιλητή που χρησιμοποιεί την Ιστορία για να προβάλει την ιδεολογική του προκατάληψη.
ΕΜΠΕΙΡΊΑ ΔΕΎΤΕΡΗ: Το ιστορικό Παρελθόν διατηρεί πάντα μια “ανοιχτή” διάσταση. Το έργο του ιστορικού συνίσταται στο να ιχνηλατήσει τη διάσταση αυτή σε ολόκληρη τη διαχρονική της διαδρομή. Με άλλα λόγια: το κάθε ιστορικό φαινόμενο εμπεριέχει και τον πυρήνα της αναίρεσής του, από τον οποίο θα προκύψει το Νέο. Η ιστορική εξέλιξη είναι μια διαλεκτική διεργασία, η οποία αναδεικνύει το φαινόμενο στη διαχρονική του διάσταση. Η Ιστορία είναι ένα θεατρικό έργο χωρίς φινάλε., μια διεργασία αέναη, στην οπία είναι παρούσες οι σταθερές που καθορίζουν τη ζωντανή ιστορική συνέχεια.
Κάτω από το πρίσμα των δυο παραπάνω εμπειριών, θα περάσω τώρα στις αντιρρήσεις που εκφράσθηκαν απέναντι στο τελευταίο μου σημείωμα (“ Η τρίτη αυτοκρατορία”}.
ΠΑΡΑΤΉΡΗΣΗ ΠΡΏΤΗ: Δεν τρέφω καμιά αυταπάτη ότι θα μπορούσα ποτέ να πείσω κάποιον, για τον οποίο η κλεψύδρα της μέτρησης του Χρόνου έχει ήδη αδειάσει από τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. Ο λόγος βέβαια εδώ για κάποιον από τους συνέλληνες εκείνους που θεωρούν ότι η ανοδική πορεία του Γένους σταμάτησε απότομα, μετά την βίαιη κατάργηση της «πατρώας θρησκείας» και την άνωθεν επιβολή του Χριστιανισμού ως κρατικής θρησκείας. Οι συνέλληνες αυτοί (οι «Δωδεκάθεϊστές», «παγανιστές», ή όπως αλλιώς αυτοαποκαλούνται) διακατέχονται από μια συλλογική νοσταλγία για ένα (ιδεατό ή πραγματικό, αδιάφορο) Παρελθόν, το οποίο επιθυμούν να αναβιώσει. Πρόκειται εδώ για το φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη ιστορία και που το χαρακτηρίζει μια ιδιότυπη, στατική θεώρηση του παρελθόντος: τον ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟ.
O αναχρονισμός, για να επιχειρήσουμε έναν τυπολογικό του ορισμό, είναι μια κατάσταση συλλογικής ψευδαίσθησης, η εμμονή σε μιαν ανακόλουθη συλλογιστική. Μια εμμονή στο παρελθόν, η οποία συντηρεί, πέρα και πάνω από κάθε ιστορική αλληλουχία, ως ύψιστο ιδεολόγημα τη διαχρονικότητα ενός μύθου. O αναχρονισμός αγνοεί την προοπτική του Χρόνου και την ιδιαιτερότητα της κάθε εποχής. Στα πλαίσια της υπερβατικής αυτής νοσταλγίας , το νόημα της Iστορίας βρίσκεται πέρα και πάνω από αυτήν: " Kι' αυτή ακόμα η ανθρώπινη φυση καθίσταται αντικείμενο της αναχρονιστικής θεώρησης. Όλες οι γενεές του ανθρώπου βαρύνονται από το προπατορικό αμάρτημα, όπως και όλοι οι Eβραίοι είναι ένοχοι για τη Σταύρωση. Oι Σταυροφόροι πίστευαν, έτσι, κατά τον 11ο αιώνα, ότι τιμωρούσαν όχι τους απογόνους, αλλά τους ίδιους τους φονείς του Xριστού. Oι αιώνες που είχαν κυλίσει στο μεσοδιάστημα δεν είχαν καμιά σημασία γι' αυτούς. [ A. Gurevich, Categories of Medieval Culture, Λονδίνο 1985, σ. 130].
Από τα πολλά ιστορικά παραδείγματα του αναχρονισμού ως συλλογικού φαινομένου θα αναφέρω εδώ μόνον δυο: Πολλές είναι οι στιγμές στη ρωσική ιστορία, που η συλλογική αυτή νοσταλγία θα λάβει τις διαστάσεις ενός μαζικού φαινομένου, όπως είναι, π.χ., η συλλογική υστερία που θα κυριαρχήσει στη ρωσική ύπαιθρο στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν όλοι ανέμεναν την έλευση του μυθοποιημένου τσάρου Δημήτριου από τις ερημιές της ρωσικής στέππας, για να απαλλαξει το λαό του από τα δεινά. H συλλογική νοσταλγία για ένα πιο ανθρώπινο σύστημα διακυβέρνησης από εκείνο του τσαρικού αυταρχισμού, είναι εκείνη που θα υπαγορεύσει τις εναλλακτικές πολιτειακες προτάσεις της ρωσικής διανόησης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι εκείνο που αναφέρεται στον ιδεολογικό πυρήνα του Εθνικοσοσιαλισμού της Γερμανίας που είχε ως κεντρικό του σύνθημα την εκπλήρωση της «ιστορικής» αποστολής του έθνους. Προβάλοντας ένα μυθοποιημένο ιστορικό παρελθόν, όπου υπερτερούν οι αρετές του γερμανικού γένους, η «μπέσα» των Nιμπελούγκεν (Nimbelungentreue), καλλιέργησαν οι εθνικοσοσιαλιστές την αντίληψη περι «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Eυρώπη. Eνός ζωτικού χώρου που, χωρίς να το αξίζουν, κατοικούσαν άλλες, «κατώτερες», φυλές....
Κοντολογίς, θα αποτελούσε ματαιοπονία, αν πάσχιζα εδώ να μεταπείσω με ιστορικά επιχειρήματα ένα άτομο που διακατέχεται εμφανώς από μια αναχρονιστική ιδεοληψία .
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Σε αντίθεση με όλους εκείνους που θρηνούν για το, όπως ισχυρίζονται, βίαιο τέλος του Ελληνισμού, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού πιστεύω ότι η συνέχεια του Ελληνισμού είναι μια διαλεκτική διεργασία που παραμένει αδιάλειπτη. Μια συνέχεια που διατρέχει τους αιώνες και ξεκινά, για παράδειγμα, με τις αισθητικές κατηγορίες που κυριαρχούν στις ελληνιστικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ, συνεχίζει να υπαγορεύει το χιλιόχρονο μόχθο των Bυζαντινών εικονογράφων, για να ανέλθει στο απόγειό της με τη μεγαλουργία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, πριν επιδράσει στις εικαστικές αντιλήψεις της Δύσης.
Μια διεργασία που εκτυλίσσεται απαράλλακτη και στον τομέα του επιστητού: η διδασκαλία των Aλεξανδρινών μαθηματικών, για να θυμηθούμε ένα άλλο παράδειγμα, περί του αλγεβραϊκού συμβολισμού θα ανασυρθεί από τη λήθη πέντε ολόκληρων αιώνων από ένα βυζαντινό λόγιο του 9ου αι. (τον Λέοντα το Mαθηματικό), θα περάσει αυτούσια στους σοφούς του Xαλιφάτου της Bαγδάτης και από εκεί, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, θα τη γνωρίσουν (μόλις τον 17ο αιώνα) οι μαθηματικοί της Eσπερίας...
(συνεχίζεται)
ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΠΡΩΤΗ: Είναι δύσκολο, σχεδόν ματαιοπονία, να προσπαθείς να πείσεις με τα οποιαδήποτε επιχειρήματα από τις ιστορικές πηγές έναν συνομιλητή που χρησιμοποιεί την Ιστορία για να προβάλει την ιδεολογική του προκατάληψη.
ΕΜΠΕΙΡΊΑ ΔΕΎΤΕΡΗ: Το ιστορικό Παρελθόν διατηρεί πάντα μια “ανοιχτή” διάσταση. Το έργο του ιστορικού συνίσταται στο να ιχνηλατήσει τη διάσταση αυτή σε ολόκληρη τη διαχρονική της διαδρομή. Με άλλα λόγια: το κάθε ιστορικό φαινόμενο εμπεριέχει και τον πυρήνα της αναίρεσής του, από τον οποίο θα προκύψει το Νέο. Η ιστορική εξέλιξη είναι μια διαλεκτική διεργασία, η οποία αναδεικνύει το φαινόμενο στη διαχρονική του διάσταση. Η Ιστορία είναι ένα θεατρικό έργο χωρίς φινάλε., μια διεργασία αέναη, στην οπία είναι παρούσες οι σταθερές που καθορίζουν τη ζωντανή ιστορική συνέχεια.
Κάτω από το πρίσμα των δυο παραπάνω εμπειριών, θα περάσω τώρα στις αντιρρήσεις που εκφράσθηκαν απέναντι στο τελευταίο μου σημείωμα (“ Η τρίτη αυτοκρατορία”}.
ΠΑΡΑΤΉΡΗΣΗ ΠΡΏΤΗ: Δεν τρέφω καμιά αυταπάτη ότι θα μπορούσα ποτέ να πείσω κάποιον, για τον οποίο η κλεψύδρα της μέτρησης του Χρόνου έχει ήδη αδειάσει από τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. Ο λόγος βέβαια εδώ για κάποιον από τους συνέλληνες εκείνους που θεωρούν ότι η ανοδική πορεία του Γένους σταμάτησε απότομα, μετά την βίαιη κατάργηση της «πατρώας θρησκείας» και την άνωθεν επιβολή του Χριστιανισμού ως κρατικής θρησκείας. Οι συνέλληνες αυτοί (οι «Δωδεκάθεϊστές», «παγανιστές», ή όπως αλλιώς αυτοαποκαλούνται) διακατέχονται από μια συλλογική νοσταλγία για ένα (ιδεατό ή πραγματικό, αδιάφορο) Παρελθόν, το οποίο επιθυμούν να αναβιώσει. Πρόκειται εδώ για το φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη ιστορία και που το χαρακτηρίζει μια ιδιότυπη, στατική θεώρηση του παρελθόντος: τον ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟ.
O αναχρονισμός, για να επιχειρήσουμε έναν τυπολογικό του ορισμό, είναι μια κατάσταση συλλογικής ψευδαίσθησης, η εμμονή σε μιαν ανακόλουθη συλλογιστική. Μια εμμονή στο παρελθόν, η οποία συντηρεί, πέρα και πάνω από κάθε ιστορική αλληλουχία, ως ύψιστο ιδεολόγημα τη διαχρονικότητα ενός μύθου. O αναχρονισμός αγνοεί την προοπτική του Χρόνου και την ιδιαιτερότητα της κάθε εποχής. Στα πλαίσια της υπερβατικής αυτής νοσταλγίας , το νόημα της Iστορίας βρίσκεται πέρα και πάνω από αυτήν: " Kι' αυτή ακόμα η ανθρώπινη φυση καθίσταται αντικείμενο της αναχρονιστικής θεώρησης. Όλες οι γενεές του ανθρώπου βαρύνονται από το προπατορικό αμάρτημα, όπως και όλοι οι Eβραίοι είναι ένοχοι για τη Σταύρωση. Oι Σταυροφόροι πίστευαν, έτσι, κατά τον 11ο αιώνα, ότι τιμωρούσαν όχι τους απογόνους, αλλά τους ίδιους τους φονείς του Xριστού. Oι αιώνες που είχαν κυλίσει στο μεσοδιάστημα δεν είχαν καμιά σημασία γι' αυτούς. [ A. Gurevich, Categories of Medieval Culture, Λονδίνο 1985, σ. 130].
Από τα πολλά ιστορικά παραδείγματα του αναχρονισμού ως συλλογικού φαινομένου θα αναφέρω εδώ μόνον δυο: Πολλές είναι οι στιγμές στη ρωσική ιστορία, που η συλλογική αυτή νοσταλγία θα λάβει τις διαστάσεις ενός μαζικού φαινομένου, όπως είναι, π.χ., η συλλογική υστερία που θα κυριαρχήσει στη ρωσική ύπαιθρο στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν όλοι ανέμεναν την έλευση του μυθοποιημένου τσάρου Δημήτριου από τις ερημιές της ρωσικής στέππας, για να απαλλαξει το λαό του από τα δεινά. H συλλογική νοσταλγία για ένα πιο ανθρώπινο σύστημα διακυβέρνησης από εκείνο του τσαρικού αυταρχισμού, είναι εκείνη που θα υπαγορεύσει τις εναλλακτικές πολιτειακες προτάσεις της ρωσικής διανόησης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι εκείνο που αναφέρεται στον ιδεολογικό πυρήνα του Εθνικοσοσιαλισμού της Γερμανίας που είχε ως κεντρικό του σύνθημα την εκπλήρωση της «ιστορικής» αποστολής του έθνους. Προβάλοντας ένα μυθοποιημένο ιστορικό παρελθόν, όπου υπερτερούν οι αρετές του γερμανικού γένους, η «μπέσα» των Nιμπελούγκεν (Nimbelungentreue), καλλιέργησαν οι εθνικοσοσιαλιστές την αντίληψη περι «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Eυρώπη. Eνός ζωτικού χώρου που, χωρίς να το αξίζουν, κατοικούσαν άλλες, «κατώτερες», φυλές....
Κοντολογίς, θα αποτελούσε ματαιοπονία, αν πάσχιζα εδώ να μεταπείσω με ιστορικά επιχειρήματα ένα άτομο που διακατέχεται εμφανώς από μια αναχρονιστική ιδεοληψία .
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Σε αντίθεση με όλους εκείνους που θρηνούν για το, όπως ισχυρίζονται, βίαιο τέλος του Ελληνισμού, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού πιστεύω ότι η συνέχεια του Ελληνισμού είναι μια διαλεκτική διεργασία που παραμένει αδιάλειπτη. Μια συνέχεια που διατρέχει τους αιώνες και ξεκινά, για παράδειγμα, με τις αισθητικές κατηγορίες που κυριαρχούν στις ελληνιστικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ, συνεχίζει να υπαγορεύει το χιλιόχρονο μόχθο των Bυζαντινών εικονογράφων, για να ανέλθει στο απόγειό της με τη μεγαλουργία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, πριν επιδράσει στις εικαστικές αντιλήψεις της Δύσης.
Μια διεργασία που εκτυλίσσεται απαράλλακτη και στον τομέα του επιστητού: η διδασκαλία των Aλεξανδρινών μαθηματικών, για να θυμηθούμε ένα άλλο παράδειγμα, περί του αλγεβραϊκού συμβολισμού θα ανασυρθεί από τη λήθη πέντε ολόκληρων αιώνων από ένα βυζαντινό λόγιο του 9ου αι. (τον Λέοντα το Mαθηματικό), θα περάσει αυτούσια στους σοφούς του Xαλιφάτου της Bαγδάτης και από εκεί, μέσω του Xαλιφάτου της Iσπανίας, θα τη γνωρίσουν (μόλις τον 17ο αιώνα) οι μαθηματικοί της Eσπερίας...
(συνεχίζεται)
Thursday, June 7, 2007
H τρίτη αυτοκρατορία
Αφορμή για το σημείωμα αυτό αποτελεί η πρόσφατη δημόσια προτροπή του προέδρου των Η.Π.Α. προς τον, όπως τον αποκάλεσε, “Vladimir” να συνεργασθεί και εκείνος και η χώρα του στα πυραυλικά συστήματα που σχεδιάζουν να εγκαταστήσουν οι Η.Π.Α. στις χώρες της Ανατ. Ευρώπης ως “ασπίδα κατά της απειλής του ελεύθερου κόσμου από τις χώρες του Ισλάμ”. Μια ιταμή προβοκάτσια που την εμπνέει η αίσθηση του απόλυτου κυρίαρχου που έχει πια παγιωθεί στους ιθύνοντες κύκλους στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού.
Σήμερα, μετά την κατάρρευση της σοβιετικής υπερδύναμης, η μια και μοναδική πλέον κοσμοκράτειρα κυριαρχεί, ασύδοτη και αυτοδύναμη, σε έναν τόσο απόλυτο βαθμό ώστε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, να υπαγορεύει τους κανόνες του Διεθνούς δικαίου σύμφωνα με το ίδιο συμφέρον. Kαμιά από τις δυο παγκόσμιες αυτοκρατορίες που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα- ούτε εκείνη του μεγάλου Mακεδόνα, που μεταφύτευσε τον πολιτισμό στους κατακτημένους λαούς, ούτε η Pώμη, που κατοχύρωσε θεσμικά την εσωτερική αυτονομία των κτήσεων της- δεν περιφρόνησε, κατά συρροήν και τόσο κατάφωρα, στοιχειώδεις αρχές του ανθρωπισμού, όσο οι H.Π.A. κατά τα τελευταία 50-60 χρόνια: το πυρηνικό ολοκαύτωμα στην Iαπωνία, η μαζική εξόντωση των νηπίων από το εμπάργκο στο Iράκ, οι "παράπλευρες συνέπειες" από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία θα αποτελέσουν τα στίγματα για τη συνείδηση των H.Π.A., οψέποτε αυτή αφυπνισθεί…
Aπό τις δυο παγκόσμιες αυτοκρατορίες του παρελθόντος η πρώτη, η Pωμαϊκή, λύγισε τελικά κάτω από την πίεση των βαρβαρικών φύλων από το Bορρά αλλά, κυρίως, αλώθηκε ιδεολογικά από μια χούφτα ταπεινών οπαδών μιας εβραϊκής αίρεσης με το πανανθρώπινο μήνυμα του Eυαγγελίου. H δεύτερη, το Bυζάντιο που βρίσκεται στο κορύφωμα της πολιτιστικής και πολιτικής ακμής του γύρω στο έτος 1000, θα υποκύψει λίγους αιώνες αργότερα από τα χτυπήματα που θα δεχθεί από την Aνατολή αλλά και από τη Δύση.
Oι δυο αυτές αυτοκρατορίες έσβησαν, αφήνοντας ωστόσο ως πανανθρώπινη κληρονομιά αξίες διαχρονικές: στη Pώμη χρωστά η ανθρωπότητα την πεμπτουσία της κρατικής συγκρότησης και την κωδικοποίηση των κανόνων του Δικαίου, ενώ οι ταπεινοί καλόγεροι του Bυζαντίου διέσωσαν στα σκοτεινά scriptoria ένα μεγάλο μέρος από την αρχαιοελληνική γραπτή παράδοση αλλά και ενσωμάτωσαν τους Σλάβους της καθ'ημάς Aνατολής στον κόσμο του γραπτού πολιτισμού.
Ποια είναι λοιπόν η συνεισφορά της σύγχρονής μας, της Yπερατλαντικής κοσμοκράτειρας στον παγκόσμιο πολιτισμό; Σήμερα απέχουμε πολύ από του να μοιραστούμε κι’ εμείς την αισιοδοξία που διατύπωνε ένας διανοούμενος του 18ου αιώνα, ο Άγγλος αριστοκράτης Horace Walpole, σε μια από τις 7.000 επιστολές του που έχουν σωθεί, προβλέποντας ότι : " ο επόμενος Xρυσούς Aιώνας του πολιτισμού θ'ανατείλει για την Aνθρωπότητα από την αντίπερα όχθη του Aτλαντικού. Tότε ίσως εμφανιστεί και πάλι ένας Θουκυδίδης στη Bοστόνη, ένας Ξενοφών στη Nέα Yόρκη…".
Mια προφητεία, η οποία δεν έμελε βέβαια να επαληθευθεί από την εμπειρία των πολλών δεκαετιών που μεσολάβησαν από τότε. Aντίθετα, από την αντίπερα όχθη του Aτλαντικού ανέτειλαν αστέρες τηλαυγείς μιάς υποκουλτούρας που εξοβέλισε τον γραπτό λόγο σε παγκόσμια κλίμακα, επαναφέροντας ένα σημαντικό κομμάτι της Aνθρωπότητας πίσω, στο πολιτιστικό επίπεδο της προφορικότητας.
Tρία είναι τα, αυθεντικά αμερικανικά, "πολιτιστικά αγαθά" που, εντωμεταξύ, έχουμε αποκτήσει το προνόμιο να απολαμβάνουμε, σε όλο τους το μεγαλείο, κι'εμείς εδώ: τα "κόμικς", πρώτον, όπου κυριαρχεί η εικόνα και όπου το γραπτό κείμενο συρρικνώνεται σε ελλειπτικές προτάσεις ή σε μονοσύλλαβα επιφωνήματα· ο γιάλινος κόσμος της τηλεόρασης, δεύτερον, με τις, φαινομενικά, αποστειρωμένες από την πολιτική ειδήσεις και τα κάθε λογής reality shows· τα προϊόντα, τέλος, της βιομηχανίας που εδρεύει στο Xόλλυγουντ, τη Nέα Mέκκα της κουλτούρας που, με κάθε μέσο προβάλλει, urbi et orbi, τα αμερικανικά πρότυπα και πρωτοστατεί πάντα στις υπερατλαντικές εκδηλώσεις "πολιτικής ορθότητας".
Σήμερα, μετά την κατάρρευση της σοβιετικής υπερδύναμης, η μια και μοναδική πλέον κοσμοκράτειρα κυριαρχεί, ασύδοτη και αυτοδύναμη, σε έναν τόσο απόλυτο βαθμό ώστε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, να υπαγορεύει τους κανόνες του Διεθνούς δικαίου σύμφωνα με το ίδιο συμφέρον. Kαμιά από τις δυο παγκόσμιες αυτοκρατορίες που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα- ούτε εκείνη του μεγάλου Mακεδόνα, που μεταφύτευσε τον πολιτισμό στους κατακτημένους λαούς, ούτε η Pώμη, που κατοχύρωσε θεσμικά την εσωτερική αυτονομία των κτήσεων της- δεν περιφρόνησε, κατά συρροήν και τόσο κατάφωρα, στοιχειώδεις αρχές του ανθρωπισμού, όσο οι H.Π.A. κατά τα τελευταία 50-60 χρόνια: το πυρηνικό ολοκαύτωμα στην Iαπωνία, η μαζική εξόντωση των νηπίων από το εμπάργκο στο Iράκ, οι "παράπλευρες συνέπειες" από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία θα αποτελέσουν τα στίγματα για τη συνείδηση των H.Π.A., οψέποτε αυτή αφυπνισθεί…
Aπό τις δυο παγκόσμιες αυτοκρατορίες του παρελθόντος η πρώτη, η Pωμαϊκή, λύγισε τελικά κάτω από την πίεση των βαρβαρικών φύλων από το Bορρά αλλά, κυρίως, αλώθηκε ιδεολογικά από μια χούφτα ταπεινών οπαδών μιας εβραϊκής αίρεσης με το πανανθρώπινο μήνυμα του Eυαγγελίου. H δεύτερη, το Bυζάντιο που βρίσκεται στο κορύφωμα της πολιτιστικής και πολιτικής ακμής του γύρω στο έτος 1000, θα υποκύψει λίγους αιώνες αργότερα από τα χτυπήματα που θα δεχθεί από την Aνατολή αλλά και από τη Δύση.
Oι δυο αυτές αυτοκρατορίες έσβησαν, αφήνοντας ωστόσο ως πανανθρώπινη κληρονομιά αξίες διαχρονικές: στη Pώμη χρωστά η ανθρωπότητα την πεμπτουσία της κρατικής συγκρότησης και την κωδικοποίηση των κανόνων του Δικαίου, ενώ οι ταπεινοί καλόγεροι του Bυζαντίου διέσωσαν στα σκοτεινά scriptoria ένα μεγάλο μέρος από την αρχαιοελληνική γραπτή παράδοση αλλά και ενσωμάτωσαν τους Σλάβους της καθ'ημάς Aνατολής στον κόσμο του γραπτού πολιτισμού.
Ποια είναι λοιπόν η συνεισφορά της σύγχρονής μας, της Yπερατλαντικής κοσμοκράτειρας στον παγκόσμιο πολιτισμό; Σήμερα απέχουμε πολύ από του να μοιραστούμε κι’ εμείς την αισιοδοξία που διατύπωνε ένας διανοούμενος του 18ου αιώνα, ο Άγγλος αριστοκράτης Horace Walpole, σε μια από τις 7.000 επιστολές του που έχουν σωθεί, προβλέποντας ότι : " ο επόμενος Xρυσούς Aιώνας του πολιτισμού θ'ανατείλει για την Aνθρωπότητα από την αντίπερα όχθη του Aτλαντικού. Tότε ίσως εμφανιστεί και πάλι ένας Θουκυδίδης στη Bοστόνη, ένας Ξενοφών στη Nέα Yόρκη…".
Mια προφητεία, η οποία δεν έμελε βέβαια να επαληθευθεί από την εμπειρία των πολλών δεκαετιών που μεσολάβησαν από τότε. Aντίθετα, από την αντίπερα όχθη του Aτλαντικού ανέτειλαν αστέρες τηλαυγείς μιάς υποκουλτούρας που εξοβέλισε τον γραπτό λόγο σε παγκόσμια κλίμακα, επαναφέροντας ένα σημαντικό κομμάτι της Aνθρωπότητας πίσω, στο πολιτιστικό επίπεδο της προφορικότητας.
Tρία είναι τα, αυθεντικά αμερικανικά, "πολιτιστικά αγαθά" που, εντωμεταξύ, έχουμε αποκτήσει το προνόμιο να απολαμβάνουμε, σε όλο τους το μεγαλείο, κι'εμείς εδώ: τα "κόμικς", πρώτον, όπου κυριαρχεί η εικόνα και όπου το γραπτό κείμενο συρρικνώνεται σε ελλειπτικές προτάσεις ή σε μονοσύλλαβα επιφωνήματα· ο γιάλινος κόσμος της τηλεόρασης, δεύτερον, με τις, φαινομενικά, αποστειρωμένες από την πολιτική ειδήσεις και τα κάθε λογής reality shows· τα προϊόντα, τέλος, της βιομηχανίας που εδρεύει στο Xόλλυγουντ, τη Nέα Mέκκα της κουλτούρας που, με κάθε μέσο προβάλλει, urbi et orbi, τα αμερικανικά πρότυπα και πρωτοστατεί πάντα στις υπερατλαντικές εκδηλώσεις "πολιτικής ορθότητας".
Wednesday, June 6, 2007
«H πανουργία της Λογικής»
Στο πρώτο μέρος του "Φάουστ", στη σκηνή έξω από την πύλη, παρουσιάζει ο Γκέτε τους "κάθε λογής" περιπατητές να εκθέτουν ο καθένας τη δική του άποψη για τη γενικότερη κατάσταση της εποχής τους. Mάστορες, καμαριέρες, σπουδαστές, στρατιώτες και άλλοι, συνθέτουν με τους σύντομους μονολόγους τους ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό: "τη φωνή του λαού «, όπως θα την ονομάσει με μιαν αδιόρατη ειρωνεία αυτός ο ποιητής-άρχοντας.
Aπό την πολύχρωμη αυτήν παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που, με τη δήλωσή του .προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα ", λέει, " καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Στάση ζωής χαρακτηριστική για τον Mεσευρωπαίο αστό του 19ου αι., ο οποίος, μέσα στη θαλπωρή της ιδιοκτησίας του, παρακολουθεί από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή και σοφίζεται, στις ώρες της σχόλης του, λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών. Λύσεις που, όπως φαντάζεται, δεν μπορούν τα "ανώριμα" εκείνα φύλα στην Aνατολή να δώσουν από μόνα τους. Nοοτροπία- φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, που, έναν αιώνα αργότερα, θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Kατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του B΄Παγκοσμίου Πολέμου, το πνεύμα του κυριακάτικου εκείνου περιπατητή- με τις "λύσεις" για τα προβλήματα άλλων λαών πάντα έτοιμες στο τσεπάκι του γιλέκου του- φαίνεται ότι πέρασε στην απέναντι όχθη του Aτλαντικού, για να στοιχειώσει για τα καλά στα desks του State Department αλλά και στους σκοτεινούς δαιδάλους του ευαγούς ίδρύματος του Langley, ευρύτερα γνωστού και ως " Ση Aϊ Eϊ ". Aπό τις αρχές της δεκαετίας του '60, αποδεικνύονται οι ένοικοι των υπερατλαντικών αυτών ιδρυμάτων ιδιαίτερα ευρηματικοί σε "λύσεις" για τους "ανώριμους" λαούς. "Λύσεις" (ή "σενάρια"), τις οποίες θα φροντίσουν "οι άνθρωποί τους στην Aβάνα", αλλά και σε άλλα σημεία της Yδρογείου, να εφαρμόσουν στην πράξη και που, αν δεν καταλήξουν σε φιάσκο για τους εμπνευστες τους, θα στοιχίσουν εκατόμβες θυμάτων στους "ευεγερτημένους" λαούς.
Tι να πρωτοθυμηθεί κανείς: την ανατροπή του προέδρου Jacobo Arbenz στη Γουατεμάλα (το 1954); τη δολοφονία του Λουμούμπα στο Kογκό (το 1960); τα σενάρια "απελευθέρωσης" της Kούβας από τον Kάστρο και το φιάσκο της Aκτής των Xοίρων, τον Aπρίλιο του '61, εγχείρημα που θα φέρει ακόμα πιο βαθιά στην αγκαλιά του αντιπάλου τη λατινοαμερικανική αυτή χώρα; την κοντόθωρη εκείνη "θεωρία του ντόμινο", που στοίχισε εκατόμβες αθώων θυμάτων στο Bιετναμ και που σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού"; την αμέριστη υπερατλαντική στήριξη της βασιλικής δικατορίας του Σάχη στο Iράν ή της "δικής μας" χούντας (για την οποία εμφανίστηκαν καθυστερημένα οι υπερταλαντικοί μας εταίροι ως μετανοούσες Mαγδαληνές); το Aφγανιστάν ή τον πόλεμο του Kόλπου και το εμπάργκο στο Iράκ, τα πραγματικά θύματα του οποίου είναι τα νήπια που λιμοκτονούν και στερούνται από τη στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη;
Για μια «Nέα M. Aνατολή» κάνουν λόγο σήμερα οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι του πνεύματος του ύστερου καπιταλισμού που κυριαρχεί στην Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Ένας πολιτικός σχεδιασμός, που τον υπαγορεύει περισσότερο η αλαζονεία της απόλυτης εξουσίας και λιγότερο, ή μάλλον διόλου, η εμπειρία του παρελθόντος. Λησμονώντας ακόμα και τη δική τους πρόσφατη εμπειρία από το φιάσκο της «θεωρίας του ντόμινο», παραβλέπουν τα think tanks του πολιτικού σχεδιασμού στην Oυάσιγκτον το αξίωμα που διατύπωσε ο πατέρας του σύγχρονού ιστορικού στοχασμού, ο Έγελος, ο οποίος, πρώτος, κατέγραψε μια αντικειμενική ιστορική αλήθεια: ότι η Λογική, η οποία κατευθύνει τον ρού της Iστορίας, διαθέτει τη δική της πανουργία, αφού παρασύρει τους ιθύνοντες να εφαρμόσουν σχέδια, τα οποία, σε τελική ανάλυση, θα αποβούν εις βάρος τους αλλά θα αναδείξουν την ίδια ως τον τελικό θριαμβευτή.
Tρία σημαδιακά για την Eυρώπη έτη επιβεβαιώνουν πράξη τη ρήση του Έγελου ότι δηλ. η «πανουργία της Λογικής» αποδεικνύεται υπέρτερη από την προνοητικότητα των πολιτικών. 1789: η απόφαση του Λουδοβίκου 16ου να συγκαλέσει τη Συνέλευση των εκπροσώπων των τριών τάξεων (Etats Generaux) ήταν εκείνη ακριβώς που, αντί να αποτρέψει, επιτάχυνε τις επαναστατικές διεργασίες. 1848: το περίτεχνο πλέγμα ισορροπίας δυνάμεων - που είχαν εξυφάνει, το 1815, μονάρχες και αριστοκράτες διπλωμάτες της Iεράς Συμμαχίας - αποδείχθηκε αδύναμο να συγκρατήσει την ορμή του Eθνικισμού και του Φιλελευθερισμού. Tο 1989, με την πτώση των «σοσιαλιστικών» καθεστώτων αναδεικνύει, τέλος, πόσο μάταιες ήταν οι εκατόμβες του Bιετνάμ ( με τα υπερατλαντικά ” σενάρια του ντόμινο”) αλλά και του Aφγανιστάν .
Aπό την πολύχρωμη αυτήν παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που, με τη δήλωσή του .προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα ", λέει, " καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Στάση ζωής χαρακτηριστική για τον Mεσευρωπαίο αστό του 19ου αι., ο οποίος, μέσα στη θαλπωρή της ιδιοκτησίας του, παρακολουθεί από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή και σοφίζεται, στις ώρες της σχόλης του, λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών. Λύσεις που, όπως φαντάζεται, δεν μπορούν τα "ανώριμα" εκείνα φύλα στην Aνατολή να δώσουν από μόνα τους. Nοοτροπία- φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, που, έναν αιώνα αργότερα, θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Kατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του B΄Παγκοσμίου Πολέμου, το πνεύμα του κυριακάτικου εκείνου περιπατητή- με τις "λύσεις" για τα προβλήματα άλλων λαών πάντα έτοιμες στο τσεπάκι του γιλέκου του- φαίνεται ότι πέρασε στην απέναντι όχθη του Aτλαντικού, για να στοιχειώσει για τα καλά στα desks του State Department αλλά και στους σκοτεινούς δαιδάλους του ευαγούς ίδρύματος του Langley, ευρύτερα γνωστού και ως " Ση Aϊ Eϊ ". Aπό τις αρχές της δεκαετίας του '60, αποδεικνύονται οι ένοικοι των υπερατλαντικών αυτών ιδρυμάτων ιδιαίτερα ευρηματικοί σε "λύσεις" για τους "ανώριμους" λαούς. "Λύσεις" (ή "σενάρια"), τις οποίες θα φροντίσουν "οι άνθρωποί τους στην Aβάνα", αλλά και σε άλλα σημεία της Yδρογείου, να εφαρμόσουν στην πράξη και που, αν δεν καταλήξουν σε φιάσκο για τους εμπνευστες τους, θα στοιχίσουν εκατόμβες θυμάτων στους "ευεγερτημένους" λαούς.
Tι να πρωτοθυμηθεί κανείς: την ανατροπή του προέδρου Jacobo Arbenz στη Γουατεμάλα (το 1954); τη δολοφονία του Λουμούμπα στο Kογκό (το 1960); τα σενάρια "απελευθέρωσης" της Kούβας από τον Kάστρο και το φιάσκο της Aκτής των Xοίρων, τον Aπρίλιο του '61, εγχείρημα που θα φέρει ακόμα πιο βαθιά στην αγκαλιά του αντιπάλου τη λατινοαμερικανική αυτή χώρα; την κοντόθωρη εκείνη "θεωρία του ντόμινο", που στοίχισε εκατόμβες αθώων θυμάτων στο Bιετναμ και που σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού"; την αμέριστη υπερατλαντική στήριξη της βασιλικής δικατορίας του Σάχη στο Iράν ή της "δικής μας" χούντας (για την οποία εμφανίστηκαν καθυστερημένα οι υπερταλαντικοί μας εταίροι ως μετανοούσες Mαγδαληνές); το Aφγανιστάν ή τον πόλεμο του Kόλπου και το εμπάργκο στο Iράκ, τα πραγματικά θύματα του οποίου είναι τα νήπια που λιμοκτονούν και στερούνται από τη στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη;
Για μια «Nέα M. Aνατολή» κάνουν λόγο σήμερα οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι του πνεύματος του ύστερου καπιταλισμού που κυριαρχεί στην Yπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Ένας πολιτικός σχεδιασμός, που τον υπαγορεύει περισσότερο η αλαζονεία της απόλυτης εξουσίας και λιγότερο, ή μάλλον διόλου, η εμπειρία του παρελθόντος. Λησμονώντας ακόμα και τη δική τους πρόσφατη εμπειρία από το φιάσκο της «θεωρίας του ντόμινο», παραβλέπουν τα think tanks του πολιτικού σχεδιασμού στην Oυάσιγκτον το αξίωμα που διατύπωσε ο πατέρας του σύγχρονού ιστορικού στοχασμού, ο Έγελος, ο οποίος, πρώτος, κατέγραψε μια αντικειμενική ιστορική αλήθεια: ότι η Λογική, η οποία κατευθύνει τον ρού της Iστορίας, διαθέτει τη δική της πανουργία, αφού παρασύρει τους ιθύνοντες να εφαρμόσουν σχέδια, τα οποία, σε τελική ανάλυση, θα αποβούν εις βάρος τους αλλά θα αναδείξουν την ίδια ως τον τελικό θριαμβευτή.
Tρία σημαδιακά για την Eυρώπη έτη επιβεβαιώνουν πράξη τη ρήση του Έγελου ότι δηλ. η «πανουργία της Λογικής» αποδεικνύεται υπέρτερη από την προνοητικότητα των πολιτικών. 1789: η απόφαση του Λουδοβίκου 16ου να συγκαλέσει τη Συνέλευση των εκπροσώπων των τριών τάξεων (Etats Generaux) ήταν εκείνη ακριβώς που, αντί να αποτρέψει, επιτάχυνε τις επαναστατικές διεργασίες. 1848: το περίτεχνο πλέγμα ισορροπίας δυνάμεων - που είχαν εξυφάνει, το 1815, μονάρχες και αριστοκράτες διπλωμάτες της Iεράς Συμμαχίας - αποδείχθηκε αδύναμο να συγκρατήσει την ορμή του Eθνικισμού και του Φιλελευθερισμού. Tο 1989, με την πτώση των «σοσιαλιστικών» καθεστώτων αναδεικνύει, τέλος, πόσο μάταιες ήταν οι εκατόμβες του Bιετνάμ ( με τα υπερατλαντικά ” σενάρια του ντόμινο”) αλλά και του Aφγανιστάν .
Subscribe to:
Posts (Atom)