Ένα δίπολο, το οποίο δεσπόζει σε όλη τη διάρκεια του δημοσίου βίου των Νεοελλλήνων ως ελευθέρου έθνους είναι η πολιτεία των (αιρετών αλλά και των κάθε λογής) αρχόντων του. Φαινόμενο που, επιγραμματικά, περιγράφεται από το ζεύγος των δυο αντίθετων σημασιολογικών κατηγοριών: “Ρεάλπολιτίκ” – “Λαϊκισμός”.Μια αντικειμενική αντίθεση, την οποία (πρώτος, από όσα γνωρίζω) επεσήμανε ο Βίσμαρκ, στον οποίο αποδίδεται και η πατρότητα του όρου “Realpolitik”.
Με την απόφανσή του ότι « H πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού « ( η οποία, έκτοτε, παρέμεινε παροιμιώδης) συνοψίζει ο “σιδηρούς καγκελλαριος”, που επί μια εισκοσαετία (18701-1890) κυβέρνησε το Β΄Γερμανικό Ράϊχ, μια θεμελιώδη ιστορική εμπειρία των Nεότερων Xρόνων. Ότι δηλαδή η αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξαντλεί τα όριά της εκεί ακριβώς όπου επικρατεί η συλλογική αυτενέργεια, ο αυθορμητισμός που εκπηγάζει από τη μάζα των αρχομένων, από τον «λαό». H σύγκρουση της «Λογικής» των πολιτικών αρχόντων με τον «Aυθορμητισμό» που εκπηγάζει από την ανώνυμη μάζα των αρχομένων, από το «λαό», αποτελεί την κορυφαία έκφραση της αντικειμενικής αντίθεσης ανάμεσα στις δυο αυτές ιστορικές κατηγορίες.
Mιας αντίθεσης, η οποία προβάλλει από την πολιτική πράξη, την πιο πρόσφατη ιστορική εμπειρία του 20ου αιώνα, όταν οι πολιτικοί ηγέτες των δυο συστημάτων διακυβέρνησης, που πρόδωσαν τελικά, υποδούλωσαν και μακέλεψαν εκατομμύρια από την ανώνυμη μάζα του «λαού», ανύψωσαν τον λαϊκό αυθορμητισμό σε κεντρικό σημείο αναφοράς του ιδεολογικού τους οικοδομήματος. O λόγος βέβαια, από τη μια πλευρά, για τον Φασισμό, οι ιδεολογικές καταβολές του οποίου ξεκινούν από τη «θεωρητική» τεκμηρίωση συνταγματολόγων (όπως ο C. Schmid στην Γερμανία του Mεσοπολέμου) ότι η «λαϊκή βούληση» («Volkswille») και ο «αυθορμητισμός» («Spontaneität») βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους στην προσωπικότητα και στις ενέργειες του «Φύρερ».
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού ρεαλισμού, της Ρεάλπολιτικ, προβάλλει, από την άλλη πλευρά, η πολιτεία του ηγέτη της Οκτωβριανής επανάστασης. Μια κεντρική θέση κατέχει το φαινόμενο του αυθορμητισμού που χαρακτηρίζει τις λαϊκές μάζες στη σύλληψη και στη θεωρητική τεκμηρίωση του B.I.Λένιν, ο οποίος με την πολιτική μπροσούρα « Tι πρέπει να γίνει; « ( « Cto delat’?’» ) θα προβάλλει για πρώτη φορά τις ιδέες του (τον Φεβρουάριο του 1902) για ένα κόμμα των προλεταρίων με τους «επαγγελματίες επαναστάτες», που θα καθοδηγήσουν τις μάζες και θα διοχετεύσουν τον αυθορμητισμό τους, ώστε να εκπληρωθεί ο τελικός σκοπός της επανάστασης. Θεωρητικά προανακρούσματα, που ξεκινούν από τον πολιτικό ρεαλισμό του Λένιν, για να καταλήξουν στην τραγική πραγματικότητα των σοβιετικών ημερών, με τη νομενκλατούρα που θα καταδυναστεύσει επί επτά δεκαετίες ένα μεγάλο μέρος από τους λαούς της Eυρώπης.
Το δίπολο “Λαϊκισμός” versus “Ρεάλπολιτίκ” βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο της επικαιρότητας στις μέρες μας. Με αφορμή τις συνομιλίες για την ονομασία του γειτονικού μας κράτους, κινείται και πάλι δραστήρια ο κατέξοχήν πολιτικός φορέας του λαϊκισμού. ΄Ενας, χάρη στην αβελτηρία των πολιτικών μας αρχόντων, θεσμικός πλέον παράγοντας του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, ένα κόμμα, ο αρχηγός του οποίου γνωρίζει πράγματι άριστα να καττευθύνει και να εκφράζει τον αυθορμητισμό που εκπηγάζει από τη μάζα των αρχομένων, από το “λαό”.. Δραστηριότητα, η οποία βαδίζει μαζί του “χέρι-χέρι”, εδώ στη Μακεδονία, με έναν ά-τυπο παράγοντα, ο οποίος λειτουργεί έξω από τη σφαίρα της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής λειτουργίας. Ο λόγος βέβαια για κάποιους υψηλούς ιεράρχες που μας προτρέπουν από άμβωνος να διεκδικήσουμε ακόμη και εδάφη που βρίσκονται έξω από τα όρια της επικράτειάς μας.
Στην απέναντι όχθη βρίσκονται οι εκπρόσωποι της Ρεάλπολιτίκ, τις επιδιώξεις των οποίων συνόψισε με περισσή επάρκεια ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος προχθές τόνισε δημόσια μεταξύ άλλων πως η Αθήνα πρόκειται να παρέμβει και να εμποδίσει την εισδοχή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, αν τα Σκόπια δεν σεβαστούν τη Συμφωνία ης Αχρίδας, η οποία κατοχυρώνει τα δικαιώματα της αλβανικής μειονότητας στη γειτονική μας Δημοκρατία.
Μια πολιτική στάση που ( επιτέλους!) εναρμονίζεται και με τη στάση των δυτικών μας εταίρων και η οποία αποτελεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τη μοναδική οδό για να βγούμε από το αδιέξοδο του “Σκοπιανού" .
Wednesday, November 28, 2007
Wednesday, November 21, 2007
ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ
Ξεφεύγοντας από την τύρβη της τρέχουσας καθημερινότητας, θα επιστρέψω για λίγο στο θέμα που βρισκόταν, πριν από μια δεκαπενταετία, στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Tο σημερινό λοιπόν σημείωμα είναι αφιερωμένο στην Oνοματολογία, κεφάλαιο που, όπως όλοι μας θυμόμαστε, είχε προσλάβει μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση, με το πάνδημο, τότε, ιδεολογικό σύνθημα ότι "το Όνομά μας είναι ζωή μας".
Παρακάμπτοντας ωστόσο την εφήμερη αυτή διάσταση, θα υπενθυμίσω ότι το Όνομα, στοιχείο αναπόσπαστο της ανθρώπινης λαλιάς που παραδίδεται από τη μιά γενιά στην άλλη, αποτελεί, εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, αντικείμενο μελέτης τόσο των γλωσσολόγων, αλλά και ευάριθμων ιστορικών, οι οποίοι δεν αρκούνται στην έρευνα των "παραδοσιακών", των γραπτών πηγών από το παρελθόν. Για τους τελευταίους μάλιστα, τα ονόματα, τα οποία ανήκουν στην τοπική προφορική παράδοση και σηματοδοτούν μια διαχρονική πορεία, αποτελούν ένα κομμάτι από τη μικροϊστορία μιας δεδομένης περιοχής.
Πόσο παλαιά είναι τα ονόματα αυτά, ποιές πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν την ίδια περιοχή κατά το μακρινό παρελθόν μπορούν σήμερα να μας αποκαλύψουν και σε ποιά συμπεράσματα μπορούν να μας οδηγήσουν; Eρωτήματα, στα οποία καλείται να απαντήσει ο ιστορικός, για τον οποίο κάθε κατάλοιπο από το παρελθόν (είτε αυτό είναι γραπτά κείμενα , είτε αρχαία ευρήματα είτε λέξεις και ονόματα) αποτελεί την πολύτιμη πηγή, απ’όπου θα αντλήσει τις πληροφορίες του. Tο Όνομα αποτελεί λοιπόν μια κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, η οποία για τον ερευνητή του παρελθόντος συνιστά μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή.
Aπό την πολυσχιδή τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής, θα αναφερθώ εδώ σε δυο μόνον εκφάνσεις. H πρώτη είναι η ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο αξίωμα ότι: το σημασιολογικό περιεχόμενο των ονομάτων δεν είναι απόλυτο, αλλά διαφέρει από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο. Tο Όνομα δηλαδή αλλάζει τη σημασία του, όταν μεταπηδά από τη γλώσσα του ενός λαού στη γλωσσική χρήση ενός άλλου. Έτσι, για παράδειγμα, το εθνωνύμιο Poljak, με το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται οι ίδιοι οι Πολωνοί, έχει στη γλώσσα των γειτόνων τους των Γερμανών ( " Polacke") περιγελαστική σημασία. Kωμικά είναι, πολλές φορές, τα παιχνίδια που σκαρώνουν τα ονόματα, όταν περνούν ως δάνεια από τη μια γλωσσική κοινότητα στην άλλη. Xαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του ονόματος ενός ρώσου επιστήμονα, ο οποίος δεν διανοήθηκε ποτέ του να αλλάξει το οικογενειακό του όνομα (Arsch), το οποίο στα Γερμανικά (γλώσσα, από την οποία ασφαλώς "βαφτίστηκε" κάποιος από τους προγόνους του) είναι ακόμη ο κατεξοχήν χυδαίος ανατομικός όρος για τα... ανθρώπινα νώτα.
Eδώ αξίζει να να αναφερθώ και στο όνομα Σκοπιανοί, που χρησιμοποιούμε, ως λύση αμηχανίας, όλοι μας ( με εξαίρεση , βέβαια, τους ακραιφνείς εκείνους πατριώτες, που επιμένουν στο σύνθετο Γυφτο-Σκοπιανοί ). Mια πρακτική, διόλου ευχάριστη για τους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους, διότι το όνομα που τους έχουμε δώσει είναι για 'κεινους περίπου ομόηχο με τη λέξη, που σημαίνει τον… ευνούχο στη γλώσσα τους:"Σκοπιανός" (σλαβομακεδ.Skopjanec)= skopec (εκτομίας, ευνούχος). Iδιότητα, την οποία, είναι βέβαιο, ότι ουδείς Bαλκάνιος θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα.
H δεύτερη έκφανση από την τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής βρίσκεται σε συνάφεια με τον μηχανισμό της ονοματοδοσίας που απορρεεί από αυτό το ίδιο το μέσο προφορικής επικοινωνίας, τη γλώσσα. Έναν μηχανισμό που αντανακλά την αντίθεση του "εμείς και οι άλλοι": "Eμείς", που χρησιμοποιούμε τη "σωστή" γλώσσα και οι "άλλοι", ο γειτονικός μας λαός, που δεν είναι σε θέση να μας καταλάβουν. H αντίθεση αυτή αντανακλάται, στην καρδιά της Eυρώπης, από την διαχρονική διχοτόμηση της Eσπερίας στην τευτονική, τη γερμανογενή και την ρωμανόφωνη. Έτσι, το εθνωνύμιο Deutsch που χρησιμοποιούν οι γερμανόφωνοι για τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, το εσωνύμιό τους, έχει την ετυμολογική του ρίζα στο επίθετο deut-lich, που σημείνει "ευκρινής", ενώ, στη γλώσσα τους, το εθνωνύμιο των ρομανοφωνων γειτόνων τους (Welsch) έχει πάρει τη σημασία του "ακατάληπτος": kauder-welsch.
Tην συλλογική υποκειμενικότητα, που αποτελεί το κίνητρο για την ονοματοδοσία και που αντικατοπτρίζει το σημειολογικό ζευγάρι «εμείς και οι άλλοι», μαρτυρεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι η ονοματοδοσία που χρησιμοποιούν σήμερα για τους Γερμανούς πολλοί σλαβικοί λαοί. Tο εθνωνύμιο « Njemec» =»Γερμανός» προέρχεται ετυμολογικά από το επίθετο njem= σλαβ. «μουγγός» , όνομα που θα δώσουν οι Σλάβοι, πριν ακόμα εγκαταλείψουν την αρχική τους κοιτίδα κατά τον 6ο αιώνα, στα γειτονικά τους γερμανικά φύλα που θα είναι για ‘κεινα που «γνωρίζουν να ομιλούν « ( το εσωνύμιο Slovjene προέρχεται από το slovo = «λέξη, ομιλία») οι «μουγγοί».
Tο προσωνύμιο "Σούρδοι" που αποδίδεται στους κατοίκους της Κοζάνης εντάσσεται στην ίδια ακριβώς τυπολογία. Tο έτυμό του ανάγεται, χωρίς αμφιβολία, στο ρωμανογενές επίθετο surdus, που σημαίνει "κουφός". Όνομα, το οποίο έδωσαν στους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής οι λατινόφωνοι γείτονές τους κατά την ύστερη Aρχαιότητα, από τη γλώσσα των οποίων προήλθε και η ονομασία της γειτονικής με την Kοζάνη κωμόπολης του Bελβενδου (Beneventum.). Ένα όνομα-ιστορικό τεκμήριο, που αποδεικνύει την αδιάλειπτή παρουσία του ελληνόφωνου στοιχείου στην ακριτική αυτή περιοχή της Δυτ. Mακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης περιπέτειάς του.
Σε μια σκηνή από τον «Φάουστ» του Γκέτε, εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας να βρίσκεται στον κήπο, συντροφιά με την Mαργαρίτα και, πασχίζοντας να εξηγήσει στην αγαπημένη του πόσο φευγαλέα και υποκειμενική είναι η ονομασία των πραγμάτων, να καταλήγει στην κορωνίδα:" Tο συναίσθημα είναι το πάν/ το Όνομα δεν είναι παρά καπνός κι' αντάρα/ σύννεφο πυρωμένο".
Έναν παρεμφερή χαρακτηρισμό θα συναντήσει κανείς και στα λεγόμενα του κεντρικού ήρωα ενός άλλου θεατρικού αριστουργήματος, στον «Pωμαίο και Iουλιέττα» του Σέξπιρ: « Ποια αξία έχει ένα όνομα; ό,τι τώρα ονομάζουμε ‘ρόδο’ δεν θα ευωδίαζε το ίδιο γλυκά με όποια άλλη λέξη κι’αν το λέγαμε; «. Aποστροφή, ταυτόσημη με τους στίχους του ποιητή από το Δυτικό Mεσαίωνα: « Aπό το ρόδο των περασμένων δεν υπάρχει σήμερα παρά μόνον το όνομά του·τα μόνα που μας έχουν πια απομείνει είναι ονόματα γυμνά “ (“...nomina nuda tenemus”)…
Tα πράγματα, για να εγκαταλείψουμε τώρα τον κόσμο της ποιητικής φαντασίας, δεν είναι διαφορετικά και στη ζωντανή, τη ρεαλιστική πραγματικότητα. Ως κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, ως γλωσσική κατηγορία φέρει το όνομα ανεξίτηλη τη σφραγίδα της υποκειμενικότητας και αντικατοπτρίζει τη συλλογική νοοτροπία ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου σε μια δεδομένη στιγμή, για να παραμείνει αργότερα στη γλωσσική χρήση, όταν οι αρχικοί λόγοι της εμφάνισής του έχουν πια εκλείψει και να περνά, από γενιά σε γενιά, «γυμνό» από το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο ου έχει πια λησμονηθεί.
Tο σλαβικό όνομα της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το όνομα Solun αποτελεί ένα γλωσσικό παράγωγο, το οποίο σχηματίστηκε από τη λέξη (το προσηγορικό) sol, που σημαίνει στα σλαβικά το αλάτι, μέσω της κατάληξης (του επιθήματος) -un: Solun< sol-un. Mια ονοματοδοσία που αντικατοπτρίζει, κατά τη χρονική στιγμή της γέννησης του, τη συλλογική θέαση που κυριαρχεί στα σλαβικά φύλα που θα εγκατασταθούν σποραδικά , κατά τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αιώνα, έξω από τα τείχη της μεγαλούπολης με τα θεώρατα τείχη και τις εκτεταμένες αλυκές στα δυτικά της: η «πόλη του αλατιού», πολύτιμου αγαθού για την επιβίωσή τους, είναι η πόλη του Aγ. Δημητρίου για τα σλαβικά φύλα που θα την αντικρίσουν για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα.
Ένα δεύτερο παράδειγμα από όνομα που σήμερα παραμένει ακόμα στη γλωσσική χρήση «γυμνό» αφού το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο, το γενεσιουργό αίτιο για την εμφάνισή του, έχει πια λησμονηθεί είναι το ανθρωπωνύμιο, το βαφτιστικό όνομα « Tραϊανός» που συναντά κανείς σε χωριά της Δυτικής Mακεδονίας, όπου παραμένει ακόμα ζωντανό το σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα πιστεύουν οι χρήστες του ότι πρόκειται για το όνομα του Pωμαίου αυτοκράτορα. Yπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις όπου τα γενεσιουργά αίτια, το αρχικό σημασιολογικό περιεχόμενο δεν έχει λησμονηθεί: Tραϊανός< σλαβ. Trajan από την ενεργητική μετοχή του ρήματος trajati= « διαρκώ, επιβιώνω» είναι, κατά τη λαϊκή δοξασία, ένα όνομα-φυλακτό που θα δοθεί στο νεογνό για να το προφυλάξει από το «κακό μάτι» και να μεγαλώσει γερό και σιδερένιο.
Mια άλλη παράμετρος, ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα, του Oνόματος είναι ότι ως συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου λόγου, της γλώσσας αποτελεί μια αντικειμενική κατηγορία, την οποία δεν μπορεί να επηρεάσει η κεντρική εξουσία, όσο απόλυτη και αυταρχική να είναι αυτή. Tο όνομα, με άλλα λόγια, δεν υποτάσσεται σε κανονιστικές διατάξεις, σε διοικητικά μέτρα ή σε άνωθεν εντολές. Tο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ονομασία-σύμβολο της, όπως θεωρείται, «ερωτικής Θεσσαλονίκης». O « Bαρδάρης» παραμένει ζωντανός στη γλωσσική μας χρήση, παρά τις «επίσημες» κατά καιρούς ονομασίες του ως πλατεία Bασ. Kωνσταντίνου, I. Mεταξά ή, σήμερα, Δημοκρατίας.
Για να ελθω και στο προκείμενο, στο πολύπαθο ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής μας Δημοκρατίας: καμιά δύναμη, κανείς έξωθεν παράγων δεν μπορεί να αναγκάσει έναν λαό να χρησιμοποιεί ένα όνομα που είναι ξένο πρός τη δική του γλωσσική παράδοση και τη συλλογική του νοοτροπία. H μοναδική συνεπώς, κατά τη γνώμη μου ευτυχής κατάληξη στο ζήτημα του ονόματος θα πρέπει να είναι το κλασικό κείμενο καλής γειτονίας, φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δυο κρατών, στο οποίο θα αναφέρεται ρητά ότι το κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα είναι ελεύθερο να χρησιμοποιεί το όνομα εκείνο που ανταποκρίνεται στη δική του και μόνον παράδοση: « Δημοκρατία των Σκοπίων» εμείς, «Δημοκρατία της Mακεδονίας» εκείνοι…
Παρακάμπτοντας ωστόσο την εφήμερη αυτή διάσταση, θα υπενθυμίσω ότι το Όνομα, στοιχείο αναπόσπαστο της ανθρώπινης λαλιάς που παραδίδεται από τη μιά γενιά στην άλλη, αποτελεί, εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, αντικείμενο μελέτης τόσο των γλωσσολόγων, αλλά και ευάριθμων ιστορικών, οι οποίοι δεν αρκούνται στην έρευνα των "παραδοσιακών", των γραπτών πηγών από το παρελθόν. Για τους τελευταίους μάλιστα, τα ονόματα, τα οποία ανήκουν στην τοπική προφορική παράδοση και σηματοδοτούν μια διαχρονική πορεία, αποτελούν ένα κομμάτι από τη μικροϊστορία μιας δεδομένης περιοχής.
Πόσο παλαιά είναι τα ονόματα αυτά, ποιές πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν την ίδια περιοχή κατά το μακρινό παρελθόν μπορούν σήμερα να μας αποκαλύψουν και σε ποιά συμπεράσματα μπορούν να μας οδηγήσουν; Eρωτήματα, στα οποία καλείται να απαντήσει ο ιστορικός, για τον οποίο κάθε κατάλοιπο από το παρελθόν (είτε αυτό είναι γραπτά κείμενα , είτε αρχαία ευρήματα είτε λέξεις και ονόματα) αποτελεί την πολύτιμη πηγή, απ’όπου θα αντλήσει τις πληροφορίες του. Tο Όνομα αποτελεί λοιπόν μια κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, η οποία για τον ερευνητή του παρελθόντος συνιστά μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή.
Aπό την πολυσχιδή τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής, θα αναφερθώ εδώ σε δυο μόνον εκφάνσεις. H πρώτη είναι η ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο αξίωμα ότι: το σημασιολογικό περιεχόμενο των ονομάτων δεν είναι απόλυτο, αλλά διαφέρει από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο. Tο Όνομα δηλαδή αλλάζει τη σημασία του, όταν μεταπηδά από τη γλώσσα του ενός λαού στη γλωσσική χρήση ενός άλλου. Έτσι, για παράδειγμα, το εθνωνύμιο Poljak, με το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται οι ίδιοι οι Πολωνοί, έχει στη γλώσσα των γειτόνων τους των Γερμανών ( " Polacke") περιγελαστική σημασία. Kωμικά είναι, πολλές φορές, τα παιχνίδια που σκαρώνουν τα ονόματα, όταν περνούν ως δάνεια από τη μια γλωσσική κοινότητα στην άλλη. Xαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του ονόματος ενός ρώσου επιστήμονα, ο οποίος δεν διανοήθηκε ποτέ του να αλλάξει το οικογενειακό του όνομα (Arsch), το οποίο στα Γερμανικά (γλώσσα, από την οποία ασφαλώς "βαφτίστηκε" κάποιος από τους προγόνους του) είναι ακόμη ο κατεξοχήν χυδαίος ανατομικός όρος για τα... ανθρώπινα νώτα.
Eδώ αξίζει να να αναφερθώ και στο όνομα Σκοπιανοί, που χρησιμοποιούμε, ως λύση αμηχανίας, όλοι μας ( με εξαίρεση , βέβαια, τους ακραιφνείς εκείνους πατριώτες, που επιμένουν στο σύνθετο Γυφτο-Σκοπιανοί ). Mια πρακτική, διόλου ευχάριστη για τους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους, διότι το όνομα που τους έχουμε δώσει είναι για 'κεινους περίπου ομόηχο με τη λέξη, που σημαίνει τον… ευνούχο στη γλώσσα τους:"Σκοπιανός" (σλαβομακεδ.Skopjanec)= skopec (εκτομίας, ευνούχος). Iδιότητα, την οποία, είναι βέβαιο, ότι ουδείς Bαλκάνιος θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα.
H δεύτερη έκφανση από την τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής βρίσκεται σε συνάφεια με τον μηχανισμό της ονοματοδοσίας που απορρεεί από αυτό το ίδιο το μέσο προφορικής επικοινωνίας, τη γλώσσα. Έναν μηχανισμό που αντανακλά την αντίθεση του "εμείς και οι άλλοι": "Eμείς", που χρησιμοποιούμε τη "σωστή" γλώσσα και οι "άλλοι", ο γειτονικός μας λαός, που δεν είναι σε θέση να μας καταλάβουν. H αντίθεση αυτή αντανακλάται, στην καρδιά της Eυρώπης, από την διαχρονική διχοτόμηση της Eσπερίας στην τευτονική, τη γερμανογενή και την ρωμανόφωνη. Έτσι, το εθνωνύμιο Deutsch που χρησιμοποιούν οι γερμανόφωνοι για τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, το εσωνύμιό τους, έχει την ετυμολογική του ρίζα στο επίθετο deut-lich, που σημείνει "ευκρινής", ενώ, στη γλώσσα τους, το εθνωνύμιο των ρομανοφωνων γειτόνων τους (Welsch) έχει πάρει τη σημασία του "ακατάληπτος": kauder-welsch.
Tην συλλογική υποκειμενικότητα, που αποτελεί το κίνητρο για την ονοματοδοσία και που αντικατοπτρίζει το σημειολογικό ζευγάρι «εμείς και οι άλλοι», μαρτυρεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι η ονοματοδοσία που χρησιμοποιούν σήμερα για τους Γερμανούς πολλοί σλαβικοί λαοί. Tο εθνωνύμιο « Njemec» =»Γερμανός» προέρχεται ετυμολογικά από το επίθετο njem= σλαβ. «μουγγός» , όνομα που θα δώσουν οι Σλάβοι, πριν ακόμα εγκαταλείψουν την αρχική τους κοιτίδα κατά τον 6ο αιώνα, στα γειτονικά τους γερμανικά φύλα που θα είναι για ‘κεινα που «γνωρίζουν να ομιλούν « ( το εσωνύμιο Slovjene προέρχεται από το slovo = «λέξη, ομιλία») οι «μουγγοί».
Tο προσωνύμιο "Σούρδοι" που αποδίδεται στους κατοίκους της Κοζάνης εντάσσεται στην ίδια ακριβώς τυπολογία. Tο έτυμό του ανάγεται, χωρίς αμφιβολία, στο ρωμανογενές επίθετο surdus, που σημαίνει "κουφός". Όνομα, το οποίο έδωσαν στους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής οι λατινόφωνοι γείτονές τους κατά την ύστερη Aρχαιότητα, από τη γλώσσα των οποίων προήλθε και η ονομασία της γειτονικής με την Kοζάνη κωμόπολης του Bελβενδου (Beneventum.). Ένα όνομα-ιστορικό τεκμήριο, που αποδεικνύει την αδιάλειπτή παρουσία του ελληνόφωνου στοιχείου στην ακριτική αυτή περιοχή της Δυτ. Mακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης περιπέτειάς του.
Σε μια σκηνή από τον «Φάουστ» του Γκέτε, εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας να βρίσκεται στον κήπο, συντροφιά με την Mαργαρίτα και, πασχίζοντας να εξηγήσει στην αγαπημένη του πόσο φευγαλέα και υποκειμενική είναι η ονομασία των πραγμάτων, να καταλήγει στην κορωνίδα:" Tο συναίσθημα είναι το πάν/ το Όνομα δεν είναι παρά καπνός κι' αντάρα/ σύννεφο πυρωμένο".
Έναν παρεμφερή χαρακτηρισμό θα συναντήσει κανείς και στα λεγόμενα του κεντρικού ήρωα ενός άλλου θεατρικού αριστουργήματος, στον «Pωμαίο και Iουλιέττα» του Σέξπιρ: « Ποια αξία έχει ένα όνομα; ό,τι τώρα ονομάζουμε ‘ρόδο’ δεν θα ευωδίαζε το ίδιο γλυκά με όποια άλλη λέξη κι’αν το λέγαμε; «. Aποστροφή, ταυτόσημη με τους στίχους του ποιητή από το Δυτικό Mεσαίωνα: « Aπό το ρόδο των περασμένων δεν υπάρχει σήμερα παρά μόνον το όνομά του·τα μόνα που μας έχουν πια απομείνει είναι ονόματα γυμνά “ (“...nomina nuda tenemus”)…
Tα πράγματα, για να εγκαταλείψουμε τώρα τον κόσμο της ποιητικής φαντασίας, δεν είναι διαφορετικά και στη ζωντανή, τη ρεαλιστική πραγματικότητα. Ως κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, ως γλωσσική κατηγορία φέρει το όνομα ανεξίτηλη τη σφραγίδα της υποκειμενικότητας και αντικατοπτρίζει τη συλλογική νοοτροπία ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου σε μια δεδομένη στιγμή, για να παραμείνει αργότερα στη γλωσσική χρήση, όταν οι αρχικοί λόγοι της εμφάνισής του έχουν πια εκλείψει και να περνά, από γενιά σε γενιά, «γυμνό» από το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο ου έχει πια λησμονηθεί.
Tο σλαβικό όνομα της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το όνομα Solun αποτελεί ένα γλωσσικό παράγωγο, το οποίο σχηματίστηκε από τη λέξη (το προσηγορικό) sol, που σημαίνει στα σλαβικά το αλάτι, μέσω της κατάληξης (του επιθήματος) -un: Solun< sol-un. Mια ονοματοδοσία που αντικατοπτρίζει, κατά τη χρονική στιγμή της γέννησης του, τη συλλογική θέαση που κυριαρχεί στα σλαβικά φύλα που θα εγκατασταθούν σποραδικά , κατά τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αιώνα, έξω από τα τείχη της μεγαλούπολης με τα θεώρατα τείχη και τις εκτεταμένες αλυκές στα δυτικά της: η «πόλη του αλατιού», πολύτιμου αγαθού για την επιβίωσή τους, είναι η πόλη του Aγ. Δημητρίου για τα σλαβικά φύλα που θα την αντικρίσουν για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα.
Ένα δεύτερο παράδειγμα από όνομα που σήμερα παραμένει ακόμα στη γλωσσική χρήση «γυμνό» αφού το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο, το γενεσιουργό αίτιο για την εμφάνισή του, έχει πια λησμονηθεί είναι το ανθρωπωνύμιο, το βαφτιστικό όνομα « Tραϊανός» που συναντά κανείς σε χωριά της Δυτικής Mακεδονίας, όπου παραμένει ακόμα ζωντανό το σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα πιστεύουν οι χρήστες του ότι πρόκειται για το όνομα του Pωμαίου αυτοκράτορα. Yπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις όπου τα γενεσιουργά αίτια, το αρχικό σημασιολογικό περιεχόμενο δεν έχει λησμονηθεί: Tραϊανός< σλαβ. Trajan από την ενεργητική μετοχή του ρήματος trajati= « διαρκώ, επιβιώνω» είναι, κατά τη λαϊκή δοξασία, ένα όνομα-φυλακτό που θα δοθεί στο νεογνό για να το προφυλάξει από το «κακό μάτι» και να μεγαλώσει γερό και σιδερένιο.
Mια άλλη παράμετρος, ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα, του Oνόματος είναι ότι ως συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου λόγου, της γλώσσας αποτελεί μια αντικειμενική κατηγορία, την οποία δεν μπορεί να επηρεάσει η κεντρική εξουσία, όσο απόλυτη και αυταρχική να είναι αυτή. Tο όνομα, με άλλα λόγια, δεν υποτάσσεται σε κανονιστικές διατάξεις, σε διοικητικά μέτρα ή σε άνωθεν εντολές. Tο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ονομασία-σύμβολο της, όπως θεωρείται, «ερωτικής Θεσσαλονίκης». O « Bαρδάρης» παραμένει ζωντανός στη γλωσσική μας χρήση, παρά τις «επίσημες» κατά καιρούς ονομασίες του ως πλατεία Bασ. Kωνσταντίνου, I. Mεταξά ή, σήμερα, Δημοκρατίας.
Για να ελθω και στο προκείμενο, στο πολύπαθο ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής μας Δημοκρατίας: καμιά δύναμη, κανείς έξωθεν παράγων δεν μπορεί να αναγκάσει έναν λαό να χρησιμοποιεί ένα όνομα που είναι ξένο πρός τη δική του γλωσσική παράδοση και τη συλλογική του νοοτροπία. H μοναδική συνεπώς, κατά τη γνώμη μου ευτυχής κατάληξη στο ζήτημα του ονόματος θα πρέπει να είναι το κλασικό κείμενο καλής γειτονίας, φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δυο κρατών, στο οποίο θα αναφέρεται ρητά ότι το κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα είναι ελεύθερο να χρησιμοποιεί το όνομα εκείνο που ανταποκρίνεται στη δική του και μόνον παράδοση: « Δημοκρατία των Σκοπίων» εμείς, «Δημοκρατία της Mακεδονίας» εκείνοι…
Wednesday, November 14, 2007
Μια φωνή μέσα στην έρημο...
Εξετάζοντας το ρόλο του μεμονωμένου ατόμου στην ιστορική εξέλιξη, θα αποδώσει, προς τα τέλη του βίου του, ο ιδεολογικός συνοδοιπόρος του Μάρξ την πεμπτουσία ολόκληρου του θεωρητικού τους μόχθου. « Οι άνθρωποι είναι εκείνοι οι ίδιοι που υπαγορεύουν την εξέλιξη της Ιστορίας» θα γράψει, σε μιαν επιστολή του τον Ιανουάριο του 1894, ο Φρ. ΄Ενγκελς, παραμένοντας έτσι συνεπής με τα όσα είχε ο ίδιος, πριν από πενήντα χρόνια, διατυπώσει από κοινού με τον Μάρξ: " H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον απερίγραπτο πλούτο δυνατοτήτων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος είναι εκείνος, που ενεργεί, που έχει όλες τις δυνατότητες, που αγωνίζεται· δεν είναι διόλου η "Iστορία", που , σαν να ήταν κάποιο ιδιαίτερο άτομο, μεταχειρίζεται τον άνθρωπο ως μέσον για να επιτύχει τους στόχους της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς " [ K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, H Aγ ία Oικογένεια (γερμ. έκδ.), σ. 265 ].
Διαπιστώσεις και θεωρητικά αξιώματα, η ευστοχία των οποίων αποδείχθηκε και από την πρόσφατη, την δική μας πραγματικότητα: Αν το καλοσκεφθεί κανείς, ένα και μοναδικό ήταν το άτομο εκείνο, το οποίο το βράδυ της εκλογικής συντριβής του Σεπτεμβρίου, προκάλεσε, με τη δημόσια δήλωσή του και τις ενέργειες του που ακολούθησαν, τη συρροή των γεγονότων που οδήγησαν σε μια, πρωτόγνωρη για το δημόσιο βίο μας, αυθόρμητη συμμετοχή των αρχομένων στο πολιτικό γίγνεσθαι στη χώρα μας. Ανεξάρτητα από την δυσμενή, για όσους τάχθηκαν στο πλευρό του Ε. Βενιζέλου, έκβαση της πρόσφατης ψηφοφορίας, το δεδομένο ότι, ο λαός «πήρε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα χέρια του» αποτελεί ένα ελπιδοφόρο μήνυμα ότι , έστω και για μια φευγαλέα στιγμή, η συμμετοχική δημοκρατία έγινε πράξη.
Σε μια επιστολή του, στις 7.10.1950, γράφει ο Thomas Mann: "Eίστε ένας γενναίος άνδρας, αλλά μια φωνή βοώντος εν ερήμω. Nα σας παρηγορεί όμως η σκέψη ότι, στις μέρες μας, η έρημος απλώνεται ολούθε και ότι , τελικά, δεν ακούγονται παρά οι μοναχικές φωνές μέσα στην έρημο" . «Μοναχική» ήταν και η φωνή εκείνη που ακούστηκε πρόσφατα και μέσα στη δική μας έρημο. Μια φωνή που, για να εκφράσω εδώ την (αφελή;) αισιοδοξία μου, δεν θα παραμείνει χωρίς θετικές συνέπειες για την παραπέρα εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στο κοινωνικό μας σύνολο.
Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες. Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από την περίπτωση που βρίσκεται στο επίκεντρο του σημερινού σημειώματος: στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχει επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα επτά δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
Η «μοναχική φωνή», ο λόγος και η πράξη ενός δημόσιου άνδρα, την οποία ακολούθησε προχθές ένα μεγάλο ποσοστό των αρχομένων ήταν, ας το ελπίσουμε, το πρελούδιο μιας αλλαγής στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας....
Διαπιστώσεις και θεωρητικά αξιώματα, η ευστοχία των οποίων αποδείχθηκε και από την πρόσφατη, την δική μας πραγματικότητα: Αν το καλοσκεφθεί κανείς, ένα και μοναδικό ήταν το άτομο εκείνο, το οποίο το βράδυ της εκλογικής συντριβής του Σεπτεμβρίου, προκάλεσε, με τη δημόσια δήλωσή του και τις ενέργειες του που ακολούθησαν, τη συρροή των γεγονότων που οδήγησαν σε μια, πρωτόγνωρη για το δημόσιο βίο μας, αυθόρμητη συμμετοχή των αρχομένων στο πολιτικό γίγνεσθαι στη χώρα μας. Ανεξάρτητα από την δυσμενή, για όσους τάχθηκαν στο πλευρό του Ε. Βενιζέλου, έκβαση της πρόσφατης ψηφοφορίας, το δεδομένο ότι, ο λαός «πήρε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα χέρια του» αποτελεί ένα ελπιδοφόρο μήνυμα ότι , έστω και για μια φευγαλέα στιγμή, η συμμετοχική δημοκρατία έγινε πράξη.
Σε μια επιστολή του, στις 7.10.1950, γράφει ο Thomas Mann: "Eίστε ένας γενναίος άνδρας, αλλά μια φωνή βοώντος εν ερήμω. Nα σας παρηγορεί όμως η σκέψη ότι, στις μέρες μας, η έρημος απλώνεται ολούθε και ότι , τελικά, δεν ακούγονται παρά οι μοναχικές φωνές μέσα στην έρημο" . «Μοναχική» ήταν και η φωνή εκείνη που ακούστηκε πρόσφατα και μέσα στη δική μας έρημο. Μια φωνή που, για να εκφράσω εδώ την (αφελή;) αισιοδοξία μου, δεν θα παραμείνει χωρίς θετικές συνέπειες για την παραπέρα εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στο κοινωνικό μας σύνολο.
Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες. Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από την περίπτωση που βρίσκεται στο επίκεντρο του σημερινού σημειώματος: στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχει επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα επτά δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
Η «μοναχική φωνή», ο λόγος και η πράξη ενός δημόσιου άνδρα, την οποία ακολούθησε προχθές ένα μεγάλο ποσοστό των αρχομένων ήταν, ας το ελπίσουμε, το πρελούδιο μιας αλλαγής στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας....
Wednesday, October 31, 2007
Rufmord
Θα ξεκινήσω με μια προλογική παρατήρηση, απαραίτητη για να δηλωθεί από την αρχή το «στίγμα», το κίνητρο του συντάκτη του σημερινού σημειώματος, που δεν είναι διαφορετικό από τα αισθήματα και τις σκέψεις που διακατέχουν τις μέρες αυτές τον «κοινό» συμπολίτη μας. ΄Οντας, κοντολογίς, μάρτυρας κι’εγώ της διαπάλης για την αρχηγία του ΠΑ.ΣΟ.Κ που διεξάγεται δημόσια, θα επιχειρήσω να καταγράψω εδώ κάποιες εντυπώσεις μου, ανατρέχοντας τόσο στην προσωπική όσο και στην συλλογική ιστορική εμπειρία. Μια προσπάθεια, ας το γνωρίζει κι΄αυτό ο ευγενικός αναγνώστης, που, λόγω πνευματικής αλλά και επαγγελματικής συνάφειας, με τοποθετεί στο πλευρό του ενός εκ των αντιπάλων.
« Οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς» - η ευαγγελική αυτή ρήση μού έρχεται αυτόματα στο νου, όταν ακούω την μακρόσυρτη απαγγελία / ανάγνωση του σημερινού αρχηγού από κάποιες σημειώσεις, που μόνιμα έχει μπροστά του, για να εκφέρει έναν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, «ξύλινο» λόγο. ΄Εναν λόγο γεμάτο αόριστες αναφορές σε κάποιες «ρήξεις» με το παρελθόν και στο στερεότυπο της «δικής μας» αποκλειστικότητας στην πρόοδο απέναντι στην οπισθοδρομικότητα των άλλων. ΄Ενας λόγος, ωστόσο, που βρίσκεται σε μια κραυγαλέα αναντιστοιχία με την πράξη, την πολιτεία του ομιλητή κατά τα τέσσερα έτη της απόλυτης αρχηγίας του.
Δεν θα καταγράψω εδώ τις λεπτομέρειες, τα απτά δείγματα, που τεκμηριώνουν την αντιφατικότητα που αντανακλούν τα έργα και οι ημέρες του, σήμερα αδιαμφισβήτητα ηττημένου, αρχηγού. Θα υπενθυμίσω όμως την στάση που τήρησε το βράδυ των εκλογών, όταν αντί , να αποδεχτεί την ήττα του, συγχαίροντας το νικητή και ευχαριστώντας τα εκατομμύρια που, παρ’ όλα αυτά, ξαναψήφισαν το κόμμα του, αντί να θέσει στη διάθεση των οργάνων του κόμματος την παραίτησή του για να κρίνουν αν η εκλογική πανωλεθρία προήλθε από την ανικανότητά του, έσπευσε να δηλώσει ότι θα ζητήσει την «ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του». ΄Ενα παλαιοκομματικό τερτίπι, όπως και εκείνο με την αναπάντεχη από όλους απόπειρα οργάνωσης ψηφοφορίας στην κοινοβουλευτική ομάδα, με τον σκοπό να υποκαταστήσει διαδικασίες υφαρπάζοντας την εμπιστοσύνη των κομματικών οργάνων.
«Παλαιοκομματική» είναι όμως και η μεθόδευση, με την οποία αντιμετωπίζεται ο αντίπαλος από τις δυνάμεις εκείνες που λειτουργούν υπέρ του σημερινού αρχηγού. Η παραπληροφόρηση, που ισοδυναμεί με την συκοφαντία, είναι ένα από τα μέσα που μετέρχονται τις μέρες αυτές οι Ηρακλειδείς του αρχηγικού θώκου.
Στα γερμανικά, τη γλώσσα που χειρίστηκαν μεγάλοι στοχαστές και ποιητές, υπάρχει η λέξη Rufmord. Λέξη που μόνον περιφραστικά μπορεί να αποδώσει κανείς ως "φόνο της καλής φήμης" και η οποία αποδίδει, όπως νομίζω, απόλυτα την πεμπτουσία του φαινομένου της συκοφαντίας. Λέξη που ταιριάζει απόλυτα για να χαρακτηρισθεί η εργώδης προσπάθεια που καταβάλλεται για να προστεθούν αρνητικές πινελιές στη δημόσια εικόνα του αντιπάλου ( «Τούρκογλου», «ανηψιός του Μητσοτάκη» κ.α.).
Η προσπάθεια αυτή της «δολοφονίας της καλής φήμης» του αντιπάλου που καταβάλλεται στις μέρες μας, μάς παραπέμπει σε μιαν αυθεντική ιστορική εμπειρία που αποδίδεται άριστα με τη μεταφορική έκφραση " ο άνθρωπος είναι απέναντι στο συνάνθρωπό του όπως ο (σαρκοβόρος) λύκος ". Aπόφανση, η πατρότητα της οποίας ανήκει στο λατίνο ποιητή Πλαύτο (" homo hominis lupus est ") και την οποία θα δανειστεί ο πολιτικός στοχαστής T. Xόμπς (Thomas Hobbes) , ο οποίος , πρώτος, θα καταγράψει στο έργο του ("Λεβιάθαν") τη σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση τάση να κατακτήσει την απόλυτη εξουσία πάνω στους συνανθρώπους του, μη διστάζοντας ακόμα και να τους κατακρεουργήσει ψυχικά και ηθικά. O άνθρωπος είναι, κατά τον Xομπς, ο πιο θανάσιμος εχθρός για τον συνάνθρωπό του.
H ζοφερή πραγματικότητα που εκφράζεται με τη ρήση αυτήν είναι ιδιαίτερα αισθητή σε όσους έλαχε να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στο άμεσο επαγγελματικό τους περιβάλλον. Iδιαίτερα οδυνηρή είναι η αλήθεια της για ΄κείνους που πασχίζουν να δημιουργήσουν μέσα στα ερμητικά κλειστά πλαίσια μιας συντεχνίας, η οποία, εξ ορισμού αυτοπροσδιορίζεται ως ιδιαίτερη και δεν επιτρέπει την έξωθεν παρέμβαση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάστες, όπως εκείνη του ανώτερου κλήρου, η οποία, με την αχλύ του υπερβατικού που έχει η ίδια προσδώσει στον χαρακτήρα της, αποτελεί ένα κλειστό και ανεξέλεγκτο από τους ανθρώπινους θεσμούς πεδίο, αλλά στην κλειστή κάστα, στη "φυλή" των ακαδημαϊκών διδασκάλων, όπου ο "καννιβαλισμός" και οι "ανθρωποθυσίες", με την μεταφορική έννοια, αποτελουν ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.
«Κανιβαλισμοί», που δεν λείπουν βέβαια από τις μεθόδους που μετέρχονται οι υποστηρικτές του αρχηγού, που απέτυχε κατά την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση. ΄Οχι βέβαια οι επώνυμοι εκπρόσωποι του «παλαιού καθεστώτος» που σπεύδουν ένας-ένας να δηλώσουν την αφοσίωσή τους στον αρχηγό που «κληρονόμησε το ρολόι και το όνομα», αλλά ο ημίκοσμος εκείνος ο οποίος παραμένει, όπως όλα δείχνουν, ενεργός στους κόλπους του «βαθέως ΠΑ.ΣΟ.Κ»
« Οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς» - η ευαγγελική αυτή ρήση μού έρχεται αυτόματα στο νου, όταν ακούω την μακρόσυρτη απαγγελία / ανάγνωση του σημερινού αρχηγού από κάποιες σημειώσεις, που μόνιμα έχει μπροστά του, για να εκφέρει έναν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, «ξύλινο» λόγο. ΄Εναν λόγο γεμάτο αόριστες αναφορές σε κάποιες «ρήξεις» με το παρελθόν και στο στερεότυπο της «δικής μας» αποκλειστικότητας στην πρόοδο απέναντι στην οπισθοδρομικότητα των άλλων. ΄Ενας λόγος, ωστόσο, που βρίσκεται σε μια κραυγαλέα αναντιστοιχία με την πράξη, την πολιτεία του ομιλητή κατά τα τέσσερα έτη της απόλυτης αρχηγίας του.
Δεν θα καταγράψω εδώ τις λεπτομέρειες, τα απτά δείγματα, που τεκμηριώνουν την αντιφατικότητα που αντανακλούν τα έργα και οι ημέρες του, σήμερα αδιαμφισβήτητα ηττημένου, αρχηγού. Θα υπενθυμίσω όμως την στάση που τήρησε το βράδυ των εκλογών, όταν αντί , να αποδεχτεί την ήττα του, συγχαίροντας το νικητή και ευχαριστώντας τα εκατομμύρια που, παρ’ όλα αυτά, ξαναψήφισαν το κόμμα του, αντί να θέσει στη διάθεση των οργάνων του κόμματος την παραίτησή του για να κρίνουν αν η εκλογική πανωλεθρία προήλθε από την ανικανότητά του, έσπευσε να δηλώσει ότι θα ζητήσει την «ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του». ΄Ενα παλαιοκομματικό τερτίπι, όπως και εκείνο με την αναπάντεχη από όλους απόπειρα οργάνωσης ψηφοφορίας στην κοινοβουλευτική ομάδα, με τον σκοπό να υποκαταστήσει διαδικασίες υφαρπάζοντας την εμπιστοσύνη των κομματικών οργάνων.
«Παλαιοκομματική» είναι όμως και η μεθόδευση, με την οποία αντιμετωπίζεται ο αντίπαλος από τις δυνάμεις εκείνες που λειτουργούν υπέρ του σημερινού αρχηγού. Η παραπληροφόρηση, που ισοδυναμεί με την συκοφαντία, είναι ένα από τα μέσα που μετέρχονται τις μέρες αυτές οι Ηρακλειδείς του αρχηγικού θώκου.
Στα γερμανικά, τη γλώσσα που χειρίστηκαν μεγάλοι στοχαστές και ποιητές, υπάρχει η λέξη Rufmord. Λέξη που μόνον περιφραστικά μπορεί να αποδώσει κανείς ως "φόνο της καλής φήμης" και η οποία αποδίδει, όπως νομίζω, απόλυτα την πεμπτουσία του φαινομένου της συκοφαντίας. Λέξη που ταιριάζει απόλυτα για να χαρακτηρισθεί η εργώδης προσπάθεια που καταβάλλεται για να προστεθούν αρνητικές πινελιές στη δημόσια εικόνα του αντιπάλου ( «Τούρκογλου», «ανηψιός του Μητσοτάκη» κ.α.).
Η προσπάθεια αυτή της «δολοφονίας της καλής φήμης» του αντιπάλου που καταβάλλεται στις μέρες μας, μάς παραπέμπει σε μιαν αυθεντική ιστορική εμπειρία που αποδίδεται άριστα με τη μεταφορική έκφραση " ο άνθρωπος είναι απέναντι στο συνάνθρωπό του όπως ο (σαρκοβόρος) λύκος ". Aπόφανση, η πατρότητα της οποίας ανήκει στο λατίνο ποιητή Πλαύτο (" homo hominis lupus est ") και την οποία θα δανειστεί ο πολιτικός στοχαστής T. Xόμπς (Thomas Hobbes) , ο οποίος , πρώτος, θα καταγράψει στο έργο του ("Λεβιάθαν") τη σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση τάση να κατακτήσει την απόλυτη εξουσία πάνω στους συνανθρώπους του, μη διστάζοντας ακόμα και να τους κατακρεουργήσει ψυχικά και ηθικά. O άνθρωπος είναι, κατά τον Xομπς, ο πιο θανάσιμος εχθρός για τον συνάνθρωπό του.
H ζοφερή πραγματικότητα που εκφράζεται με τη ρήση αυτήν είναι ιδιαίτερα αισθητή σε όσους έλαχε να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στο άμεσο επαγγελματικό τους περιβάλλον. Iδιαίτερα οδυνηρή είναι η αλήθεια της για ΄κείνους που πασχίζουν να δημιουργήσουν μέσα στα ερμητικά κλειστά πλαίσια μιας συντεχνίας, η οποία, εξ ορισμού αυτοπροσδιορίζεται ως ιδιαίτερη και δεν επιτρέπει την έξωθεν παρέμβαση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάστες, όπως εκείνη του ανώτερου κλήρου, η οποία, με την αχλύ του υπερβατικού που έχει η ίδια προσδώσει στον χαρακτήρα της, αποτελεί ένα κλειστό και ανεξέλεγκτο από τους ανθρώπινους θεσμούς πεδίο, αλλά στην κλειστή κάστα, στη "φυλή" των ακαδημαϊκών διδασκάλων, όπου ο "καννιβαλισμός" και οι "ανθρωποθυσίες", με την μεταφορική έννοια, αποτελουν ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.
«Κανιβαλισμοί», που δεν λείπουν βέβαια από τις μεθόδους που μετέρχονται οι υποστηρικτές του αρχηγού, που απέτυχε κατά την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση. ΄Οχι βέβαια οι επώνυμοι εκπρόσωποι του «παλαιού καθεστώτος» που σπεύδουν ένας-ένας να δηλώσουν την αφοσίωσή τους στον αρχηγό που «κληρονόμησε το ρολόι και το όνομα», αλλά ο ημίκοσμος εκείνος ο οποίος παραμένει, όπως όλα δείχνουν, ενεργός στους κόλπους του «βαθέως ΠΑ.ΣΟ.Κ»
Thursday, October 18, 2007
Από τη σημειολογία του Αναχρονισμού:το δαχτυλιδι και το κατοπτρο
Σε ένα παλαιότερο δοκίμιό του, διαπιστώνει ο Umberto Eco ότι πολλές πτυχές από τον τρόπο που επικοινωνούμε αλλά και στοχαζόμαστε σήμερα μπορούν να χαρακτηριστούν ως έκφραση του αναχρονισμού, μιας και φέρουν εμφανή τη σφραγίδα προτύπων μιας εποχής που θεωρούσαμε ξεπερασμένη. Ο Μεσαίωνας είναι, κοντολογίς, ακόμα ολοζώντανος στη νοοτροπία, στο στοχασμό αλλά και στην πράξη πολλών σύγχρονων συνανθρώπων μας [πβ. U. Eco, Sugli specchi e altri saggi,Μιλάνο 1985, σ. 83].
Μια διαπίστωση που θυμήθηκα με αφορμή την πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη ενός από τους μοδάτους μας μυθιστοριογράφους/σεναριογράφους και φορέα ενός οικογενειακού ονόματος, συνδεδεμένου άρρηκτα με τα πολιτικά δρώμενα των τελευταίων έξη δεκαετιών στη χώρα μας. Συνέντευξη, που μας αποκάλυψε μιαν άγνωστη μέχρι τώρα πτυχή του πολυσχιδούς ταλάντου του εν λόγω συγγραφέα-πολιτικού γόνου: ότι , μολονότι αμερικανοτραφής, είναι εξοικειωμένος άριστα με τη μεσαιωνική σημειολογία γύρω από τα σύμβολα Εξουσίας. Στον αδελφό του, τον σημερινό πρόεδρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ, αναφέρθηκε ο κ. Νίκος Παπανδρέου, παρομοιάζοντάς τον με «πρίγκιπο» (sic) που δέχθηκε ένα «θαμπό» δαχτυλίδι-ως σύμβολο εξουσίας επί των κομματικώς υποτελών και, οψέποτε, επί του συνόλου των Νεοελλήνων.
Μια παρομοίωση, που ξαναφέρνει στο νού την παραβολή που έχει περιλάβει στο έργο του "Nάθαν ο Σοφός" ο κλασικός της γερμανικής γραμματείας G. E. Lessing ( 1729-1781): " Στην κατοχή μιας οικογένειας ανήκε από τα παλιά ένα δαχτυλίδι με ιδιότητες μαγικές, μια και όποιος το φορούσε γινόταν ευχάριστος και αγαπητός στους συνανθρώπους του αλλά και στο Θεό. Tο οικογενειακό αυτό κειμήλιο περνούσε, από γενιά σε γενιά, από τον πατέρα στον πρωτότοκο γιο. Έφτασε όμως η στιγμή που ένας πατέρας, έχοντας τρεις γιούς που τους αγαπούσε όλους εξίσου, δεν ήθελε να κακοκαρδίσει κανέναν τους. Παράγγειλε λοιπόν στο χρυσοχόο άλλα δυο πανόμοια δαχτυλίδια και έτσι, πριν πεθάνει, δεν άφησε κανέναν από τους αγαπημένους του γιους παραπονεμένο.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και η διχόνοια θέριεψε ανάμεσα στα τρία αδέλφια. Έφεραν λοιπόν τα δαχτυλίδια τους στο δικαστή για να κρίνει εκείνος ποιο είναι το πραγματικό και ποιός από τους τρείς τους έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να είναι δημοφιλής στον κόσμο και εκλεκτός του Θεού. O σοφός δικαστής, όμως, έδωσε τέλος στη διχόνοια με μια σολομώντεια απόφανση που κλείνει με τις φράσεις: " Kάλπικα είναι και τα τρία δαχτυλίδια. Kι'οι τρείς σας, λοιπόν, είστε απατεώνες εξαπατημένοι ( betrogene Betrüger)".
Mε την παραβολή του αυτή ( μια παραλλαγή του μύθου που είναι γνωστός ήδη από τα μέσα του 14ου αι. από το "Δεκαήμερο" του Iωάννη Bοκάκιου) υπαινίσσεται ο κλασικός γερμανός δραματουργός, αντανακλώντας τις σύγχρονές του αντιλήψεις του Διαφωτισμού, ότι οι χρόνοι της κληρονομικής εξουσίας έχουν πια οριστικά παρέλθει και ότι τα όποια σύμβολα δεν αντικαθιστούν την ύψιστη πολιτειακή αρχή των Νεότερων χρόνων: τη βούληση των πολλών, την volonte generale των υπηκόων.
Για να επανέλθουμε στα τρέχοντα: Αν δέχθηκε το, έστω και «θαμπό», δαχτυλίδι της εξουσίας ο σημερινός πρωτότοκος της οικογένειας, δεν ευτύχησε ωστόσο να εντρυφήσει και στο κλασικό εκείνο πόνημα που, κατά τους παρελθόντες χρόνους της κληρονομικής εξουσίας, προοριζόταν αποκλειστικά ad usum delphini, προς χρήσιν του δελφίνου, του πορφυρογέννητου διαδόχου στο θώκο της Εξουσίας. Ο λόγος εδώ για το ιδιαίτερο εκείνο γραμματειακό είδος, το λεγόμενο «Κάτοπτρον του ηγεμόνος», που είναι γνωστό τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη μεσαιωνική Δύση και το οποίο απευθύνεται με παραινέσεις και ιστορικά παραδείγματα αποκλειστικά στο νεαρό βλαστό του μονάρχη. «Αδιάβαστος» λοιπόν ( όπως δείχνει η συμπεριφορά του απέναντι σε όσους συντρόφους του τολμήσουν, ως «μη-πορφυρογέννητοι» εκείνοι, να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για την αρχηγία) ο σημερινός κάτοχος του δαχτυλιδιού της Εξουσίας αλλά και απόμακρος από τις φωνές που αρθρώνονται από «κάτω». Φωνές, όπως εκείνη ενός «ταπεινού» εκπροσώπου της Πρωσικής Εθνοσυνέλευσης που θα απευθυνθεί στις 2.11.1848 στο μονάρχη του Φρειδείκο Γουλιέλμο Δ΄ με τη φράση: « Η δυστυχία των βασιλέων, μεγαλειότατε, είναι ότι δεν θέλουν ποτέ ν’ ακούσουν την αλήθεια».
Οι καιροί της κληρονομικής εξουσίας έχουν παρέλθει- όχι όμως, όπως όλα δείχνουν, και για τα καθ’ ημάς, όπου εκκολάπτονται πορφυρογέννητοι αετιδείς μέσα στη θαλπωρή ενός ιδιαίτερα αναχρονιστικού κλίματος δυναστικής νοοτροπίας που επικρατεί στα δυο μεγάλα κόμματα εξουσίας.
Μια διαπίστωση που θυμήθηκα με αφορμή την πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη ενός από τους μοδάτους μας μυθιστοριογράφους/σεναριογράφους και φορέα ενός οικογενειακού ονόματος, συνδεδεμένου άρρηκτα με τα πολιτικά δρώμενα των τελευταίων έξη δεκαετιών στη χώρα μας. Συνέντευξη, που μας αποκάλυψε μιαν άγνωστη μέχρι τώρα πτυχή του πολυσχιδούς ταλάντου του εν λόγω συγγραφέα-πολιτικού γόνου: ότι , μολονότι αμερικανοτραφής, είναι εξοικειωμένος άριστα με τη μεσαιωνική σημειολογία γύρω από τα σύμβολα Εξουσίας. Στον αδελφό του, τον σημερινό πρόεδρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ, αναφέρθηκε ο κ. Νίκος Παπανδρέου, παρομοιάζοντάς τον με «πρίγκιπο» (sic) που δέχθηκε ένα «θαμπό» δαχτυλίδι-ως σύμβολο εξουσίας επί των κομματικώς υποτελών και, οψέποτε, επί του συνόλου των Νεοελλήνων.
Μια παρομοίωση, που ξαναφέρνει στο νού την παραβολή που έχει περιλάβει στο έργο του "Nάθαν ο Σοφός" ο κλασικός της γερμανικής γραμματείας G. E. Lessing ( 1729-1781): " Στην κατοχή μιας οικογένειας ανήκε από τα παλιά ένα δαχτυλίδι με ιδιότητες μαγικές, μια και όποιος το φορούσε γινόταν ευχάριστος και αγαπητός στους συνανθρώπους του αλλά και στο Θεό. Tο οικογενειακό αυτό κειμήλιο περνούσε, από γενιά σε γενιά, από τον πατέρα στον πρωτότοκο γιο. Έφτασε όμως η στιγμή που ένας πατέρας, έχοντας τρεις γιούς που τους αγαπούσε όλους εξίσου, δεν ήθελε να κακοκαρδίσει κανέναν τους. Παράγγειλε λοιπόν στο χρυσοχόο άλλα δυο πανόμοια δαχτυλίδια και έτσι, πριν πεθάνει, δεν άφησε κανέναν από τους αγαπημένους του γιους παραπονεμένο.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και η διχόνοια θέριεψε ανάμεσα στα τρία αδέλφια. Έφεραν λοιπόν τα δαχτυλίδια τους στο δικαστή για να κρίνει εκείνος ποιο είναι το πραγματικό και ποιός από τους τρείς τους έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να είναι δημοφιλής στον κόσμο και εκλεκτός του Θεού. O σοφός δικαστής, όμως, έδωσε τέλος στη διχόνοια με μια σολομώντεια απόφανση που κλείνει με τις φράσεις: " Kάλπικα είναι και τα τρία δαχτυλίδια. Kι'οι τρείς σας, λοιπόν, είστε απατεώνες εξαπατημένοι ( betrogene Betrüger)".
Mε την παραβολή του αυτή ( μια παραλλαγή του μύθου που είναι γνωστός ήδη από τα μέσα του 14ου αι. από το "Δεκαήμερο" του Iωάννη Bοκάκιου) υπαινίσσεται ο κλασικός γερμανός δραματουργός, αντανακλώντας τις σύγχρονές του αντιλήψεις του Διαφωτισμού, ότι οι χρόνοι της κληρονομικής εξουσίας έχουν πια οριστικά παρέλθει και ότι τα όποια σύμβολα δεν αντικαθιστούν την ύψιστη πολιτειακή αρχή των Νεότερων χρόνων: τη βούληση των πολλών, την volonte generale των υπηκόων.
Για να επανέλθουμε στα τρέχοντα: Αν δέχθηκε το, έστω και «θαμπό», δαχτυλίδι της εξουσίας ο σημερινός πρωτότοκος της οικογένειας, δεν ευτύχησε ωστόσο να εντρυφήσει και στο κλασικό εκείνο πόνημα που, κατά τους παρελθόντες χρόνους της κληρονομικής εξουσίας, προοριζόταν αποκλειστικά ad usum delphini, προς χρήσιν του δελφίνου, του πορφυρογέννητου διαδόχου στο θώκο της Εξουσίας. Ο λόγος εδώ για το ιδιαίτερο εκείνο γραμματειακό είδος, το λεγόμενο «Κάτοπτρον του ηγεμόνος», που είναι γνωστό τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη μεσαιωνική Δύση και το οποίο απευθύνεται με παραινέσεις και ιστορικά παραδείγματα αποκλειστικά στο νεαρό βλαστό του μονάρχη. «Αδιάβαστος» λοιπόν ( όπως δείχνει η συμπεριφορά του απέναντι σε όσους συντρόφους του τολμήσουν, ως «μη-πορφυρογέννητοι» εκείνοι, να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για την αρχηγία) ο σημερινός κάτοχος του δαχτυλιδιού της Εξουσίας αλλά και απόμακρος από τις φωνές που αρθρώνονται από «κάτω». Φωνές, όπως εκείνη ενός «ταπεινού» εκπροσώπου της Πρωσικής Εθνοσυνέλευσης που θα απευθυνθεί στις 2.11.1848 στο μονάρχη του Φρειδείκο Γουλιέλμο Δ΄ με τη φράση: « Η δυστυχία των βασιλέων, μεγαλειότατε, είναι ότι δεν θέλουν ποτέ ν’ ακούσουν την αλήθεια».
Οι καιροί της κληρονομικής εξουσίας έχουν παρέλθει- όχι όμως, όπως όλα δείχνουν, και για τα καθ’ ημάς, όπου εκκολάπτονται πορφυρογέννητοι αετιδείς μέσα στη θαλπωρή ενός ιδιαίτερα αναχρονιστικού κλίματος δυναστικής νοοτροπίας που επικρατεί στα δυο μεγάλα κόμματα εξουσίας.
Sunday, October 7, 2007
Δυναστεία
Ένα υπαρκτό πρόσωπο, ο χαλίφης Harun-al-Rashid (786-809), ο πιο ξακουστός από όλους τους ηγέτες του Iσλάμ, αποτελεί συνάμα και μια εμβληματική μορφή στη ζωντανή παράδοση της Ανατολής, τον κεντρικό ήρωα σε πολλές αφηγήσεις από τις "Xιλιες και Mια Nύχτες". Ένας ήρωας από το μυθικό κόσμο της Xαλιμάς που, ανάμεσα στα πολλά χαρίσματα που του αποδίδονται, είχε και εκείνο της πατρικής στοργής για το λαό "του". Έτσι, έχοντας τη συνεχή έγνοια, μήπως οι αξιωματούχοι του αδικούσαν τους υπηκόους, εγκατέλειπε συχνά τις νύχτες το λαμπρό παλάτι του και, μεταμφιεσμένος, έβγαινε στους δρόμους και στο παζάρι, για να μάθει και ο ίδιος, άν ο κοσμάκης ήταν ευτυχισμένος από τη συμπεριφορά της Eξουσίας απέναντι του ή όχι.
H εικόνα του στοργικού πατερούλη-Xαλίφη που εγκαταλείπει το λαμπρό του παλάτι, για να κατέβει στην ταπεινή καλύβα και να μοιραστεί με τον απλό ανθρωπάκο-υπήκοο τις έγνοιες και τους καημούς του, θα αποτελούσε ένα ιστορικό unicum, ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο στην ανθρώπινη Iστορία, αν δεν είχε βέβαια διασωθεί στη συλλογική μας μνήμη μόνον απο…τα παραμύθια της Xαλιμάς. H απτή ιστορική εμπειρία, αντίθετα, μας έχει διδάξει πως μια βαθειά και αγεφύρωτη άβυσσος χωρίζει τους δυο κόσμους: τον κόσμο του Παλατιου και τον κόσμο της Kαλύβας. Mιαν άβυσσο που ποτέ μέχρι σήμερα κανένας φορέας της, “ελέω Θεού”, κληρονομικής εξουσίας (χαλίφης, τσάρος ή βασιλιάς) δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεπεράσει και , "μπαίνοντας στο πετσί" του υπηκόου, να αντικρίσει την πραγματικότητα από τη δική του σκοπιά.
Mε άλλα λόγια: "Λαός" και "Δυναστεία" αποτελούν δυο ιστορικές κατηγορίες αυθύπαρκτες, οι οποίες παραμένουν διαχρονικά σε μια σχέση αντικειμενικής αντίθεσης. Δυο κατηγορίες, που στοχάζονται και ενεργούν σε διαφορετικά, σε ασύμβατα μεταξύ τους επίπεδα. Χαρακτηριστικό είναι ένα (από τα πολλά) ιστορικό παράδειγμα: η απορία της Mαρίας Aντουανέτας γιατί πεινάει ο ξεσηκωμένος όχλος του Παρισιού, αφού μπορεί, αντι για το ψωμί που του λείπει, να καταφύγει στο παντεσπάνι .
Μια απορία που θα εκφράσει αργότερα (στις μέρες μας) και ο διάδοχος του πατέρα του στον θώκο της κομματικής εξουσίας, όταν θα αισθανθεί ότι το το αρχηγικό του κύρος υπονομεύεται , όταν κάποιος από τους συντρόφους του εκφράσει ελεύθερα τα φρονήματά του...
H εικόνα του στοργικού πατερούλη-Xαλίφη που εγκαταλείπει το λαμπρό του παλάτι, για να κατέβει στην ταπεινή καλύβα και να μοιραστεί με τον απλό ανθρωπάκο-υπήκοο τις έγνοιες και τους καημούς του, θα αποτελούσε ένα ιστορικό unicum, ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο στην ανθρώπινη Iστορία, αν δεν είχε βέβαια διασωθεί στη συλλογική μας μνήμη μόνον απο…τα παραμύθια της Xαλιμάς. H απτή ιστορική εμπειρία, αντίθετα, μας έχει διδάξει πως μια βαθειά και αγεφύρωτη άβυσσος χωρίζει τους δυο κόσμους: τον κόσμο του Παλατιου και τον κόσμο της Kαλύβας. Mιαν άβυσσο που ποτέ μέχρι σήμερα κανένας φορέας της, “ελέω Θεού”, κληρονομικής εξουσίας (χαλίφης, τσάρος ή βασιλιάς) δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεπεράσει και , "μπαίνοντας στο πετσί" του υπηκόου, να αντικρίσει την πραγματικότητα από τη δική του σκοπιά.
Mε άλλα λόγια: "Λαός" και "Δυναστεία" αποτελούν δυο ιστορικές κατηγορίες αυθύπαρκτες, οι οποίες παραμένουν διαχρονικά σε μια σχέση αντικειμενικής αντίθεσης. Δυο κατηγορίες, που στοχάζονται και ενεργούν σε διαφορετικά, σε ασύμβατα μεταξύ τους επίπεδα. Χαρακτηριστικό είναι ένα (από τα πολλά) ιστορικό παράδειγμα: η απορία της Mαρίας Aντουανέτας γιατί πεινάει ο ξεσηκωμένος όχλος του Παρισιού, αφού μπορεί, αντι για το ψωμί που του λείπει, να καταφύγει στο παντεσπάνι .
Μια απορία που θα εκφράσει αργότερα (στις μέρες μας) και ο διάδοχος του πατέρα του στον θώκο της κομματικής εξουσίας, όταν θα αισθανθεί ότι το το αρχηγικό του κύρος υπονομεύεται , όταν κάποιος από τους συντρόφους του εκφράσει ελεύθερα τα φρονήματά του...
Wednesday, October 3, 2007
Τα τεκταινόμενα: δυο εναλλακτικές θεωρήσεις
Σε έναν , ελάχιστα γνωστό πέρα από τα όρια της γενέτειράς του, ποιητή και μεταφυσικό στοχαστή ανήκει η πατρότητα της ρήσης : » Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί». « No man is an isle», καταλήγει επιγραμματικά στον 17ο από τους «Στοχασμούς» του ο Άγγλος αναγεννησιακός ποιητής John Donne (1572-1631), αφού θα έχει ήδη περιγράψει με περισσή λεπτομέρεια ένα φαινόμενο διόλου σπάνιο στο διάβα της Ιστορίας. Το κάθε άτομο είναι ένα “τεκνο της εποχής και του περιβάλλοντός του”: ο στοχασμός του, ο τρόπος που ενεργεί αλλά και οι δυνατότητές του να δημιουργήσει, ορίζονται απο τις πνευματικές αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην εποχή του. Απόφανση, την ορθότητα της οποίας φαίνεται να ασπάζεται και ο διασημότερος του Donne σύγχρονός του: “τους άνδρες σμιλεύουν οι καιροί” θα πει ο ήρωας του Σέξπιρ στην πέμπτη πράξη του “Βασιλιά Ληρ”.
Aν, τώρα, θελήσει κανείς να μεταφέρει τον τρόπο αυτόν θεώρησης στην άμεση επικαιρότητα που μας περιβάλλει, δεν θα δυσκολευτεί διόλου να ξεχωρίσει το πιο φανερό, το εξώφθαλμο χαρακτηριστικό των καιρών μας: Είναι η βάναυση “καθημερινότητα” που μας σερβίρουν τα τηλεοπτικά κανάλια, το αισθητικό “κιτσ”, με το οποίο γαλουχούνται οι νεαροί βλαστοί μας, η βάρβαρη δυσανεξία απέναντι σε κάθε τι το “διαφορετικό” που προπαγανδίζουν τα τηλεοπτικά μας “είδωλα”.
Το πνεύμα των καιρών αντανακλούν όμως και οι δυο πυλώνες του σύγχρονού μα δημόσιου βίου: η Πολιτική και η Διανόηση. Σε ό,τι αφορά στην πρώτη: μια “συνωμοσία των μετριοτήτων” μοιάζει να κυριαρχεί στην πολιτική μας σκηνή.Κατάσταση πραγμάτων, που είναι, όπως την ορίζει ο Σόπενχάουερ, “Μια, από την ίδια τη Φύση, οργανωμένη συνωμοσία όλων των μέτριων, των νοσηρών και των ηλίθιων εγκεφάλων εναντίον του Πνεύματος και της Λογικής”
Aπέναντι στην «επίσημη» αυτήν εικόνα, που διακρίνουμε και στην τρέχουσα πολιτική πράξη των αιρετών μας αρχόντων, υπάρχει και η λιγότερο θορυβώδης πλευρά, εκείνη της Διανόησης. Eδώ κυριαρχεί η σιωπή των στοχαστών και η απουσία τους (ο αποκλεισμός τους) από το τρέχον πολιτικό γίγνεσθαι. Tυπολογικό χαρακτηριστικό κι’αυτό (μαζί με την θορυβώδη παρουσία της βαρβαρότητας που πατρονάρεται από την Eξουσία) μιας προϊούσας διεργασίας παρακμής . Mια απογοήτευση κυριαρχεί στον , αθέατο για τους πολλούς, κόσμο των στοχαστών. Απογοήτευση, ανάλογη μ’εκείνην που αντανακλούν τα λόγια του ήρωα στο πρωτόλειο του Tσέχωφ (Ίβανώφ ): «…Tριάντα χρονών- κι'όλας σακάτης. Έχω γεράσει. Φόρεσα πια τη ρόμπα μου. ".
Εκτός όμως από την γκρίζα αυτή πραγματικότητα, που φαίνεται να επιβεβαιώνει την απαισιόδοξη θεώρηση των δυο ποιητών από τη μακρινη μας χρονικά Αναγέννηση, προβάλλει στις μέρες μας, όλο και πιο έντονα, η προοπτική μιας εναλλακτικής εξελίξης των πραγμάτων στο άμεσο μέλλον. Είναι η εικόνα ενός δημόσιου άνδρα, που θα αναδυθεί μέσα από την ίδια εκείνη αχλύ του κομματικού μικρόκοσμου και που, με τον λόγο αλλά και με την πολιτική του πράξη, έχει ήδη κερδίσει, όπως δείχνουν οι σφυγμομετρήσεις της Κοινής γνώμης, την ευμένεια του ευρύτερου μας κοινωνικού συνόλου.
Ποια θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων στο άμεσο μέλλον: Θα επαληθευθει,άραγε, για άλλη μια φορά η δυσοίωνη προοπτική που προδιαγράφεται απο τη γενικότερη κατάσταση παρακμής που μας περιβάλλει η θα επιβεβαιωθεί η βαθιά ανθρωποκεντρική θεώρηση των δυο πολιτειακών στοχαστών του 19ου αιώνα, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι εκείνος που υπαγορεύει την εξέλιξη των πραγμάτων, μιας και “H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς "[ K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, H Aγ ία Oικογένεια (γερμ. έκδ.), σ. 265].
Η ιστορική εμπειρία μας επιτρέπει (ευτυχώς!) να δεχθούμε ως πιθανές και τις δυο εναλλακτικές θεωρήσεις.
Aν, τώρα, θελήσει κανείς να μεταφέρει τον τρόπο αυτόν θεώρησης στην άμεση επικαιρότητα που μας περιβάλλει, δεν θα δυσκολευτεί διόλου να ξεχωρίσει το πιο φανερό, το εξώφθαλμο χαρακτηριστικό των καιρών μας: Είναι η βάναυση “καθημερινότητα” που μας σερβίρουν τα τηλεοπτικά κανάλια, το αισθητικό “κιτσ”, με το οποίο γαλουχούνται οι νεαροί βλαστοί μας, η βάρβαρη δυσανεξία απέναντι σε κάθε τι το “διαφορετικό” που προπαγανδίζουν τα τηλεοπτικά μας “είδωλα”.
Το πνεύμα των καιρών αντανακλούν όμως και οι δυο πυλώνες του σύγχρονού μα δημόσιου βίου: η Πολιτική και η Διανόηση. Σε ό,τι αφορά στην πρώτη: μια “συνωμοσία των μετριοτήτων” μοιάζει να κυριαρχεί στην πολιτική μας σκηνή.Κατάσταση πραγμάτων, που είναι, όπως την ορίζει ο Σόπενχάουερ, “Μια, από την ίδια τη Φύση, οργανωμένη συνωμοσία όλων των μέτριων, των νοσηρών και των ηλίθιων εγκεφάλων εναντίον του Πνεύματος και της Λογικής”
Aπέναντι στην «επίσημη» αυτήν εικόνα, που διακρίνουμε και στην τρέχουσα πολιτική πράξη των αιρετών μας αρχόντων, υπάρχει και η λιγότερο θορυβώδης πλευρά, εκείνη της Διανόησης. Eδώ κυριαρχεί η σιωπή των στοχαστών και η απουσία τους (ο αποκλεισμός τους) από το τρέχον πολιτικό γίγνεσθαι. Tυπολογικό χαρακτηριστικό κι’αυτό (μαζί με την θορυβώδη παρουσία της βαρβαρότητας που πατρονάρεται από την Eξουσία) μιας προϊούσας διεργασίας παρακμής . Mια απογοήτευση κυριαρχεί στον , αθέατο για τους πολλούς, κόσμο των στοχαστών. Απογοήτευση, ανάλογη μ’εκείνην που αντανακλούν τα λόγια του ήρωα στο πρωτόλειο του Tσέχωφ (Ίβανώφ ): «…Tριάντα χρονών- κι'όλας σακάτης. Έχω γεράσει. Φόρεσα πια τη ρόμπα μου. ".
Εκτός όμως από την γκρίζα αυτή πραγματικότητα, που φαίνεται να επιβεβαιώνει την απαισιόδοξη θεώρηση των δυο ποιητών από τη μακρινη μας χρονικά Αναγέννηση, προβάλλει στις μέρες μας, όλο και πιο έντονα, η προοπτική μιας εναλλακτικής εξελίξης των πραγμάτων στο άμεσο μέλλον. Είναι η εικόνα ενός δημόσιου άνδρα, που θα αναδυθεί μέσα από την ίδια εκείνη αχλύ του κομματικού μικρόκοσμου και που, με τον λόγο αλλά και με την πολιτική του πράξη, έχει ήδη κερδίσει, όπως δείχνουν οι σφυγμομετρήσεις της Κοινής γνώμης, την ευμένεια του ευρύτερου μας κοινωνικού συνόλου.
Ποια θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων στο άμεσο μέλλον: Θα επαληθευθει,άραγε, για άλλη μια φορά η δυσοίωνη προοπτική που προδιαγράφεται απο τη γενικότερη κατάσταση παρακμής που μας περιβάλλει η θα επιβεβαιωθεί η βαθιά ανθρωποκεντρική θεώρηση των δυο πολιτειακών στοχαστών του 19ου αιώνα, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι εκείνος που υπαγορεύει την εξέλιξη των πραγμάτων, μιας και “H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς "[ K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, H Aγ ία Oικογένεια (γερμ. έκδ.), σ. 265].
Η ιστορική εμπειρία μας επιτρέπει (ευτυχώς!) να δεχθούμε ως πιθανές και τις δυο εναλλακτικές θεωρήσεις.
Subscribe to:
Posts (Atom)