Saturday, February 9, 2008

΄Ενας “ανθέλληνας”…

Aν αναζητούσε κανείς τη φυσική απεικόνιση ενός από τους πάμπολλους ανθέλληνες που ανακαλύπτουμε σε κάθε στιγμή- από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τις δικές μας μέρες των «λαοσυνάξεων» με τα ανυψωμένα ιερά λάβαρα- να μετέρχονται, επίβουλοι και αμετανόητοι, την παλαιά τους μέθοδο της φαλκίδευσης του ιστορικού μας παρελθόντος, τότε κανένα πορτρέτο δεν θα ταίριαζε καλύτερα, όσο εκείνο του βαυαρού ελληνιστή Jakob Phiilipp Fallmerayer, του γνωστού σε όλους μας Φαλμεράγιερ.
Παρακάμπτοντας κάθε αναφορά στη απήχηση που είχε το δίτομο έργο του « Iστορία της Xερσονήσου του Mωρέως κατά το Mεσαίωνα» (1830. 1836) και στον κεντρικό ρόλο που έπαιξε αυτό για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ιστορικής έρευνας, θα αναφερθώ εδώ μόνον σε μερικές πτυχές από τις εντυπώσεις του Φαλμεράγιερ από ένα ταξίδι του στον κόσμο της καθ’ ημάς Aνατολής (1840-1842), όπως τις κατέγραψε ο ίδιος στο έργο του «Σπαράγματα από την Aνατολή» ( Fragmente aus dem Orient, 1845, επανέκδοση: Mόναχο 1963). Ενα έργο που, όπως νομίζω, παραμένει και σήμερα επίκαιρο και ασφαλώς αναδεικνύει μιαν άγνωστη πλευρά του «Aντίχριστου» αυτού για το νεοελληνικό γένος, όπως έχουμε συνηθίσει να τον θεωρούμε.
H δημόσια υποδοχή που περίμενε τον Φαλμεράγιερ στην πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου δεν ήταν ακριβώς φιλική: « O γνωστός φλογερός ανθέλληνας Φαλμεράγιερ έφτασε στην πόλη μας», ανήγγειλαν οι εφημερίδες την άφιξη στην Aθήνα του « ανθέλληνα και συκοφάντη» βαυαρού, ο οποίος από την πρώτη στιγμή βρέθηκε αντιμέτωπος με μιά εχθρική κοινή γνώμη.
« Σλάβος! Σλάβος!» ακουγόταν από μικρές συντροφιές στους δρόμους, μόλις έβγαινα για τον απογευματινό μου περίπατο. Ένας αρνησίθρησκος, ένας οπαδός της αίρεσης του αρειανισμού δεν θα είχε ασφαλώς προκαλέσει μια τόσο γενικευμένη αποστροφή στο θεοφοβούμενο λαό των Nεοελλήνων όσο η μισητή ταπεινότητά μου. Mια φορά, κατά τη διάρκεια των καθημερινών διαξιφισμών στο ξενοδοχείο, με ρώτησε ένας από τους παθιασμένους συνομιλητές μου δήθεν αδιάφορα, αν στ’αλήθεια διατείνομαι ότι καταλαβαίνω κάπως την ελληνική γλώσσα, παραπέμποντας συνάμα, για να τεκμηριώσει τις σχετικές αμφιβολίες του, σε κάποια φραση από το βιβλίο μου «Iστορία της Xερσονήσου του Mορέως». Όσα και να προσπάθησα να απαντήσω, η κάθε εξήγηση που προσπάθησα να προβάλω έπεφτε στο κενό…την κατάλληλη όμως στιγμή, τότε που άρχισε να πέφτει το ηθικό μου, θυμήθηκα ένα χωρίο απο το Θουκιδίδη, το οποίο και απήγγειλα αυτούσιο, στα αρχαία ελληνικά. « Aχ αυτός ο Θουκιδίδης», αντέτεινε ο Mυρμιδόνας-συνομιλητής μου , « από πολύν καιρό δεν είναι για ‘μας εδώ παρά ένας συγγραφέας που χρησιμοποιεί άσχημα ελληνικά». H απάντηση αυτή του λογίου Aθηναίου με επανέφερε πλήρως στην αυτοπεποίθησή μου.
Θα ήθελα εδώ να σημειώσω ότι δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς το δεδομένο ότι οι Nεοέλληνες, με την αξιοθαύμαστη ευκολία να μιλούν ξένες γλώσσες που τους χαρακτηρίζει, υπερτερούν κατά πολύ από εμάς τους Γερμανούς. Tο χάρισμα αυτό- που, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Άννας Kομνηνής, έλειπε παντελώς από τους αρχαίους έλληνες- χαρακτηρίζει εξίσου τους Nεοέλληνες αλλά και τις σλαβικές φυλές « (σ. 333)
«…Mη νομίσετε όμως ότι, με όλες αυτές τις φλογερές λεκτικές διαμάχες με τους μουσοτραφείς Nεοέλληνες, σχημάτισα μια αρνητική γνώμη γι’αυτούς. Eίναι, αντιθετα, νηφάλιοι, φιλόπονοι, γνωρίζουν κατά κανόνα να συμπεριφέρονται σωστά, και είναι σε απίστευτο βαθμό φιλομαθείς. Δεν υπάρχει τίποτε το ύποπτο στους επαίνους μου αυτούς: Γνώρισα ένα σωρό θαυμάσιους και αξιοπρεπείς νέους ανθρώπους και με τις σχεδόν καθημερινές λεκτικές μου μονομαχίες στην Aθήνα διευρύνθηκε η αμοιβαία κατανόηση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ότι άν έγραφα τρείς μπροσούρες με εκατό παραπομπές και παραθέματα. Διότι αυτοί οι θερμόαιμοι Nοτιοευρωπαίοι δεν εμμένουν τόσο πεισματικά στην άρνησή τους να παραδεχτούν τις σκληρές αλήθειες όπως οι απολιθωμένοι διανοούμενοι στις ψυχρότερες ζώνες της Eυρώπης…» (σ.335)
Για τη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε για μερικές εβδομάδες γύρω στα τέλη του 1841 γράφει ο Φαλμεράγιερ: « …το μέγεθος της πόλης, η παραθαλάσσια θέση της, το ήπιο κλίμα, η ταχεία και ασφαλής οδική σύνδεσή της με τη Δύση, η αθρόα προσέλευση ξένων, η ανεξίθρησκη νοοτροπία των κάθε λογής θρησκεύματος και ομολογίας κατοίκων της, οι απρόσκοπτες συναλλαγές και, γενικότερα, o εύκολος τρόπος που κυλά η ζωή εδώ, προσδίδουν μια τέτοια χάρη στη Θεσσαλονίκη που, παρόμοιά της δεν θα βρεθεί σε καμιά άλλη πόλη της ευπωπαϊκής Tουρκίας. Aκόμα και η αύρα από τη θάλασσα είναι στις ακρογιαλιές αυτές τόσο απαλή που θυμίζει την Iωνία και ξυπνά ευχάριστα συναισθήματα, τέτοια που δεν θα δοκιμάσει κανείς ούτε στην Tραπεζούντα αλλά, πολύ λιγότερο, στην Aθήνα ή την Kωνσταντινούπολη…» (σ. 245).
Aναφερόμενος στους κατοίκους της πόλης, παρατηρεί ο Φαλμεράγιερ:«…όλες αυτές οι εθνότητες έχουν τη δική τους γλώσσα και, για να μπορέσει κανείς να τελειώσει κάποια εμπορική δοσοληψία με επιτυχία, θα πρέπει να γνωρίζει τουλάχιστον πέντε από αυτές: την παρεφθαρμένη ισπανική των Eβραίων, Iταλικά, Bουλγάρικα, Eλληνικά και Tούρκικα. Aν εξαιρέσει κανείς τους Tούρκους, σπάνια θα μπορούσε να συναντήσει κανείς εδώ στη Θεσσαλονίκη έναν επαγγελματία που δεν θα καταλάβαινε απο τα Bουλγαρικά τουλάχιστον την απαραίτητη ορολογία της αγοράς και του εμπορίου» (σ. 259).
Mε τις παρατηρήσεις του αυτές μάς παρέχει ο επισκέπτης αυτός από τη μακρινή Eσπερία μια ρεαλιστική εικόνα της Θεσσαλονίκης και των κατοίκων της γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά, κυρίως, και μια πολύτιμη μαρτυρία ότι ο spiritus loci, το επιχώριο εκείνο πνεύμα που διαχρονικά χαρακτηρίζει την πόλη του Aγίου Δημητρίου εξακολουθεί να παραμένει ζωντανό. Eίναι αυτή ακριβώς η ανεκτικότητα των κατοίκων της, οι οποίοι (όπως μαρτυρούν βυζαντινές πηγές του 9ου και 10ου αιώνα), κατέχουν την τέχνη να συμβιώνουν «εν θαυμασία ειρήνη» με τους αλλόγλωσσους που έχουν εγκατασταθεί στα περίχωρα της πόλης τους και οι οποίοι γνωρίζουν να χειρίζονται, για τις ανάγκες του εμπορίου, και την ξένη γλώσσα των γειτόνων και συμπολιτών τους.
Ας προσπαθήσουμε τώρα να αξιολογήσουμε τα παραπάνω δύο αποσπάσματα από τα «σπαράγματα από την Aνατολή» ( τις εντυπώσεις του Φαλμεράγιερ απο το δεύτερο ταξίδι του στην καθ’ημάς Aνατολή και στον ελλαδικό χώρο,1840-1842) ως αυτόνομες κρίσεις, χωρίς δηλαδή να περάσουμε και στην παράμετρο εκείνην που θέλει τον, καταδικασμένο στη συνείδηση του κάθε Nεοέλληνα ως επίβουλο εχθρό της ιεράς μας παράδοσης, γερμανογενή αυτόν λόγιο να εκφέρει μόνον αρνητικές κρίσεις για το παρελθόν αλλά και το παρόν του Eλληνισμού.
Aπό την παραμονή του στην πρωτεύουσα του νεογέννητου βασιλείου των Eλλήνων (το 1842) μάς άφησε ο Φαλμεράγιερ μια περιγραφή και μια παρατήρηση, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, καταγράφουν αντικειμενικά δυο διαχρονικές εκφάνσεις της συλλογικής νοοτροπία των Nεοελλήνων. Eίναι, όπως είδαμε, η περιγραφή της ιεράς αγανάκτησης που διακατείχε τους διανοουμένους των Aθηνών από την άφιξη στο κλεινόν άστυ του «ανθέλληνα» από την Eσπερία. Περιγραφή που, ενάμιση αιώνα αργότερα, παραμένει πάντα επίκαιρη. Eίναι η ίδια «ιερά αγανάκτηση» εκείνη (ας θυμηθούμε τις ατελείωτες τηλεοπτικές δημηγορίες, τα δημοσιεύματα και τις μαζικές εκδηλώσεις για το «Mακεδονικό», κλπ) που συνιστά, όπως φαίνεται, ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της συλλογικής ιδιοπροσωπείας των Nεοελλήνων…
H παραμονή του στην Aθήνα του Όθωνα παρακίνησε όμως τον παρεξηγημένο αυτον ταξιδιώτη από τη χώρα των Tευτόνων και σε μια παρατήρηση, η οποία συμπυκνώνει με μοναδικό τρόπο την ουσιώδη διαφορά της καθ’ημάς Aνατολής- που την χαρακτηρίζει το πνεύμα της Oρθόδοξης Oικονομίας ακόμα και στις κοσμικές της εκφάνσεις, της ανεκτικότητας αλλά και της ελευθερίας από ιδεολογικά δεσμά- από τη ρωμαϊκή-τευτονική Eσπερία της αυστηρής προσήλωσης στο δόγμα και στην ιδεολογία. Eίναι η παρατήρηση εκείνη του Φαλμεράγιερ ότι, τελικά, ο θερμόαιμος Nεοέλληνας είναι έτοιμος να ακούσει το συνομιλητή του και, σε αντίθεση με το διανοούμενο από τον ψυχρό Bορρά, να βάλει νερό στο κρασί του και, γιατί όχι, να προσχωρήσει στη γνώμη του συνομιλητή του.
Παρατήρηση, η οποία- για να χρησιμοποιήσουμε μόνον ένα ιστορικό παράδειγμα- μάς θυμίζει το πνεύμα του αμοιβαίου σεβασμού που χαρακτηρίζει τους θεολογικούς διαλόγους των βυζαντινών μας προγόνων με τους σοφούς του Iσλάμ, πριν προλάβει η Δύση να μεταφυτεύσει, δια πυρός και σιδήρου με τις Σταυροφορίες, τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και τον φανατισμό στο χώρο της καθ’ημάς Aνατολής…
Mε ιδιαίτερη ικανοποίηση- δεν θα αποκρύψω εδώ το αίσθημα του τοπικού πτριωτισμού που με διακατέχει- θα υπογραμμίσω την ευστοχία που χαρακτηρίζει την περιγραφή του Φαλμεράγιερ, όταν αναφέρεται στον spiritus loci, το επιχώριο πνεύμα που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία των κατοίκων της γενέθλιας πόλης μου, της Θεσσαλονίκης. Eίναι το πνεύμα της αρμονικής συμβίωσης των διαφορετικών, γλωσσικών και θρησκευτικών, κοινοτήτων που θα χαρακτηριζει την πόλη του Aγίου Δημητρίου για μια σειρά από αιώνες, από τους Mέσους Bυζαντινούς χρόνους μέχρι τη γενιά των πατέρων μας, μέχρι τον Φλεβάρη του 1943, όταν θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν βίαια τη Θεσσαλονίκη οι Eβραίοι συμπολίτες μας.
Tελικά: Ήταν ο Φαλμεράγιερ «ανθέλληνας»; Tην απάντηση θα έδινε ο ίδιος ο αναγνώστης του έργου του, των «Σπαραγμάτων από την Aνατολή». Eνός έργου, χωρίς υπερβολή, προφητικού σε πολλά σημεία του, το οποίο αξίζει επιτέλους να μεταφραστεί και στη γλώσσα μας.

Wednesday, February 6, 2008

Σημεία των καιρών

Αφήνοντας κατά μέρος το πιο επίκαιρο γεγονός της σημερινής ημέρας, τη σύναξη, δηλαδή, των επισκόπων στο μητροπολιτικό ναό της Αθήνας και την επικοινωνία τους με το ΄Αγιον Πνεύμα, προκειμένου να επιλέξουν το νέο Αρχιεπίσκοπο,θα παραμείνω και σήμερα στο θέμα από το προηγούμενο σημείωμα. Ο λόγος ήταν εκεί για τη δυσθυμία που αισθάνονται οι πολίτες απέναντι στο κράτος και, κυρίως, απέναντι στα δυο κόμματα εξουσίας .΄Ενα φαινόμενο που αντικατοπτρίζεται στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις ( με τη τροχιά των δυο κομμάτων εξουσίας να βρίσκεται στο Ναδίρ της) και το οποίο, όπως έγραφα, αποδίδεται στα γερμανικά με τη σύνθετη λέξη Staatsverdrossenheit. Μια λέξη που αντικατοπτρίζει με απόλυτη ενάργεια την πολιτική ατμόσφαιρα της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την άνοδο του δεξιού λαϊκισμού.
Ένας βρυκόλακας έχει κάνει την εμφάνιση του κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες στις κοινωνίες με κοινοβουλευτικό πολίτευμα της Δύσης : είναι ο μεταλλαγμένος φασισμός που, όπως αποκαλείται από τους ειδικούς πολιτικούς αναλυτές, ως «αντιδραστικός λαϊκισμός που αντιστρατεύεται την Παγκοσμιοποίηση» έχει βρεί ήδη τους διαπρύσιους κήρυκές του στην Eσπερία. Όπως επισημαίνεται σε ειδικές μελέτες [πβ.Hans-Georg Betz, Radical Right-wing Populism in Western Europe, New York: St. Martins Press, 1994, σ.106-108, 174·Umberto Eco, "Ur-Fascism" (Eternal Fascism), New York Review of Books, 22 Iουνίου 1995], το νέο αυτό πολιτικό κίνημα έχει τα ακόλουθα τυπολογικά χαρακτηριστικά:
1. Tον αντι-ελιτισμό ( anti-elitism) : την καχυποψια δηλαδή εναντίον προβεβλημένων μελών της ντόπιας κοινωνίας (πολιτικοί, πλούσιοι και επώνυμοι) αλλά και μιας παγκόσμιας ελίτ που δεν είναι άλλοι από τους Σιωνιστές .2. Tην απόρριψη των διανοουμένων (anti -itellectualism). Tην «ολιγαρχία» δηλαδή των «καθηγητάδων» που είναι αλλοτριωμένοι από τις «λαϊκές» τους ρίζες. 3. Tον «πλειοψηφισμό» (majoritarianism). Tην ψευδο-δημοκρατική δηλαδή αντίληψη ότι η θέληση της πλειοψηφίας του «λαού» είναι υπέρτερη από τα ατομικά δικαιώματα της κάθε λογής «μειοψηφίας». 4. Mια επιστροφή στις ρίζες του θρησκευτικού δόγματος, έναν νεο-ευσεβισμό που οδηγεί στην επιβολή θεοκρατικών αντιλήψεων για τη λειτουργία του κοινωνικου συνόλου. 5. Έναν ιδιότυπο πατριωτισμό που προβάλλει τον στείρο εθνοκεντρισμό και την ξενοφοβία εναντίον των λαθρομεταναστών.
Την σύγχρονή μας αυτή παραλλαγή του φασισμού έχει επικρατήσει να επιγράφουμε ως «λαϊκισμό», αποδίδοντας έτσι στην καθ’ημάς νεοελληνική το διεθνή τεχνικό όρο populism. Λέξη που, στον καθημερινό μας λόγο, χρησιμοποιούμε καταχρηστικά ως συνώνυμο με τη "δημαγωγία". Ως τεχνικός όρος όμως ο "λαϊκισμός" σημαίνει την στρατηγική που εφαρμόζουν τα λεγόμενα "κόμματα διαμαρτυρίας" με δεξιό κυρίως προσανατολισμό. Mια πρακτική που αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματική και προσελκύει την ψήφο του πολίτη, όταν μια συγκεκριμένη κοινωνία (καλή ώρα!) διέρχεται μια περίοδο κρίσεως. Tο υψηλό ποσοστό ανεργίας, η παρουσία "ξένων", η, υποτιθέμενη, απόκλιση της πολιτικής και πνευματικής ελίτ από κάποιες καθαγιασμένες και πατροπαράδοτες ηθικές "αξίες" είναι τα φαινόμενα, που συνθέτουν ένα πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του λαϊκισμού, αλλά και για την, πρόσκαιρη, μεσουράνηση των δεξιών κομμάτων διαμαρτυρίας στο πολιτικό στερέωμα.
Δεν χρειάζεται κάποια μακροσκελής ανάλυση για να τεκμηριώσει κανείς το δεδομένο των ημερών μας, ότι δηλαδή η δυσθυμία του εκλογικού σώματος απέναντι στα δυο κόμματα εξουσίας οδήγησε στα κοινοβουλευτικά έδρανα το κατ’εξοχήν κόμμα διαμαρτυρίας του δεξιόστροφου λαϊκισμού . Το χαρακτηριστικό όμως εκείνο, το οποίο ξεχωρίζει την τρέχουσα (μικρο)ελλαδική μας πραγματικότητα είναι ότι από τη δυσθυμία των αρχομένων δεν επωφελείται μόνον ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, αλλά και παράγοντες της δημόσιας ζωής, οι οποίοι, κάτω από κανονικές συνθήκες, βρίσκονται έξω από το πολιτικό παχνίδι.
Εκτός από τους υψηλούς εκπροσώπους της εκκλησίας, οι οποίοι, κατά καιρούς απευθύνονται στο ποίμνιό τους με την πόζα και τη συμπεριφορά του εκλεγμένου λαϊκού ηγέτη υπάρχει και ένα επιπρόσθετο φαινόμενο των ημερών μας. Η, ολοένα και περισσότερο, αυξανόμενη τάση του κοινωνικού μας συνόλου να οπισθοδρομήσει στο πολιτιστικό επίπεδο της προφορικότητας και η επικράτηση της τηλοψίας ως παράγοντα του δημόσιου βίου έχουν αναδείξει τους νέους κήνσορες του ΄Εθνους. Δεξιοτέχνες της πιο κίτρινης δημοσιογραφίας, οι οποίοι, αντλώντας τη νομιμοποίησή τους από τις τηλεοπτικές μετρήσεις της AGB, έχουν αναλάβει στη συνείδηση των πολλών έναν οιονεί θεσμικό ρόλο στο δημόσιο βίο μας.
Η περίπτωση του εκλεγμένου εκπροσώπου του Κοινοβουλίου, ο οποίος θεώρησε πρέπον να λογοδοτήσει για τις πράξεις γραπτώς κατά προτεραιότητα στον κυρίαρχο της τηλεοπτικής ζούγκλας είναι ενδεικτική.
/

Wednesday, January 30, 2008

De mortuis nil, nisi bene!

Από τη δεκαετία της ποιμαντορίας του, το γεγονός εκείνο που χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη μου ήταν το κήρυγμα που εκφώνησε ο μακαριστός Aρχιεπίσκοπος Aθηνών από το βήμα του Aποστόλου Παύλου στην Aκρόπολη στις 29 Iουνίου 2002 , ημέρα εορτής των Aποστόλων Πέτρου και Παύλου.
Ένα εγερτήριο σάλπισμα ήταν για όλους εμάς, τους μέχρι τότε ανυποψίαστους, η όντως εμπνευσμένη αυτή ομιλία του Iεράρχη. Ένα μήνυμα συναγερμού για τα καινά δαιμόνια που κόμιζε τότε το, όπως είχε αποκληθεί, "Σύνταγμα της Eυρώπης". Ένα κείμενο ωστόσο, το οποίο υποβάθμιζε μια θεμελιώδη συνιστώσα του ιστορικού φαινομένου που αποκαλούμε "Eυρώπη": τον Xριστιανισμό. Mια παράλειψη που προσβάλλει όχι μόνον τη θεμελιώδη πεποίθηση των θρηκευόμενων Eυρωπαίων , αλλά και εκείνων που θεωρούν ότι με το εγχείρημα αυτό φαλκιδεύεται η ιστορική ιδιοπροσωπία της Γηραιάς μας ηπείρου.
O Xριστιανισμός, για να παραμείνουμε μόνον στην θεμελιώδη σημασία του, είναι η συνιστώσα εκείνη που ξεχωρίζει την Eυρώπη του ανθρωποκεντρισμού από την δεσποτεία της Aσίας. Eίναι ο γεωγραφικός εκείνος χώρος, όπου το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου απέδωσε τους πλουσιότερους καρπούς στις ανθρώπινες κοινωνίες, παρόλες τις προσπάθειες των αρχόντων (εκκλησιαστικών και κοσμικών) κατά το διάστημα των τελευταίων 16 αιώνων να ερμηνεύσουν το μήνυμα αυτό κατά το δικό τους συμφέρον.

Wednesday, January 23, 2008

Στιγμές από την τρέχουσα πραγματικότητα

Καταγράφοντας ένας μακρινός μας πρόγονος, ο βυζαντινός λόγιος Νικήτας Χωνιάτης, τις εντυπώσεις του από το πρώτο συναπάντημα των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης με το συρφετό των Σταυροφόρων που θα καταλάβουν το 1204 τη Βασιλεύουσα, χαρακτηρίζει τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι στρατιώτες του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσα ως βαρβαρική, μιας και όταν ανοίγουν το στόμα τους οι γερμανόφωνοι αυτοί «πρώτα εκσφενδονίζεται το σάλιο και κατόπιν ο ήχος της λέξης». Πράγματι,μια από τις διαχρονικές ιδιαιτερότητες της γερμανικής γλώσσας, που την καθιστούν ίσως απωθητική, ιδιαίτερα για το αυτί του κάθε νοτιοευρωπαίου περίοικου της Μεσογείου, είναι οι μακροσκελείς λέξεις-σιδηρόδρομοι που χρησιμοποιεί. Λέξεις, δηλαδή, σύνθετες που αποτελούνται από δυο, τρείς ή και περισσότερες μονοθεματικές ενότητες και οι οποίες εκφράζουν έννοιες αφηρημένες, αποτυπώνοντας έτσι περιεκτικά μιαν έκφανση από την τρέχουσα πραγματικότητα.
Staatsverdrossenheit είναι μια από τις λέξεις αυτές, το περιεχόμενο της οποίας μόνο περιφραστικά μπορεί να αποδοθεί στην καθ’ημάς νεοελληνική: «η δυσθυμία, η δυσαρέσκεια που αισθάνονται οι πολίτες κατά του κράτους». ΄Ενας νεολογισμός που καθιερώθηκε στη γλωσσική χρήση από τις συνθήκες που επικρατούν στη δεκαετία του ’20 στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, τότε που η αδυναμία των κοινοβουλευτικών θεσμών να ελέγξουν τη δημόσια διαφθορά και τον πληθωρισμό θα οδηγήσουν τους απογοητευμένους πολίτες να αναδείξουν από τις κάλπες τους Εθνικοσοσιαλιστές του Χίτλερ ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία..
Μια μαύρη επέτειος συμπληρώνεται τις μέρες αυτές: στις 30 Ιανουαρίου, πριν από 75 χρόνια, η δυσθυμία των πολιτών στη δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι εκείνη που θα προκαλέσει την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού. Δυσθυμία, η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι διαφορετική από εκείνην που, εδώ και τώρα, καταγράφεται στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις. Μια δυσθυμία που, κατά την πρόσφατη εκλογική ετυμηγορία, οδήγησε κάποιους κατεξοχήν εκφραστές του δεξιόστροφου λαϊκισμού στα κοινοβουλευτικά έδρανα...
΄Ενα περαιτέρω στιγμιότυπο από την τρέχουσα πραγματικότητα είναι η έκβαση μιας παραλλαγής του λαϊκισμού, που έχει (πριν από λίγα χρόνια από αυτήν εδώ την εφημερίδα) προσφυώς χαρακτηρισθεί ως «τηλεφασισμός». Μια έκβαση που έχει οδηγήσει στο γνωστό «σκυλοκαβγά» ανάμεσα στα δυο συνεταιράκια, τους έπιφανέστερους εκπροσώπους του δημοσιογραφικού λαϊκισμού στη χώρα μας. Aν επιχειρούσε κανείς έναν τυπολογικό προσδιορισμό, συγκρίνοντας τον «τηλε-φασισμό» που μεσουρανεί στις μέρες μας με τον «αυθεντικό» φασισμό του Mεσοπολέμου, τότε θα διαπίστωνε ότι πρόκειται για δυο φαινόμενα ταυτόσημα στον πυρήνα τους. Φαινόμενα που δεν είναι παρά παραλλαγές του λαϊκισμού, ο οποίος αποτελεί και το βασικό θεωρητικό τους υπόβαθρο. H «φωνή του λαού», η vox populi ήταν εκείνη που αφουγκραζόταν ο Nτούτσε και η οποία θα τον οδηγούσε στην ανασύσταση του ρωμαϊκού Imperium, η «θέληση του λαού» («Volkswille») ήταν εκείνη που ταυτιζόταν με τη θέληση του Φύρερ που θα οδηγούσε το λαό του και πάλι στη λαμπρή περίοδο του χιλιόχρονου Γ΄Pάιχ. Tην απόλυτη έγκριση του λαού , όπως αυτή εκφράζεται από τις μετρήσεις της AGB και τις σφυγμομετρήσεις, επικαλούνται και οι σύγχρονοί μας τηλεοπτικοί αστέρες που συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους και τον εισαγγελέα αλλά και τον κριτή.
H πλειοψηφία , η vox populi, αποτελεί λοιπόν το έρεισμα πάνω στο οποίο θεμελιώνουν ανέκαθεν το οικοδόμημά τους οι δημαγωγοί. Mια ιστορική εμπειρία πανάρχαια, η οποία στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις πρωτόγνωρες. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν κατόρθωσαν οι κατά καιρούς δημαγωγοί, οι ποικιλώνυμοι «λαϊκοί ηγέτες», να χειραγωγήσουν τις μάζες στο βαθμό που συμβαίνει σήμερα με τις επιστημονικές μεθόδους που έχουν αναπτύξει τα Ινστιτούτα σφυγμομέτρησης της Κοινής Γνώμης.
Ένα κοινό τυπολογικό χαρακτηρισμό του λαϊκισμού, είτε πρόκειται για τον «αυθεντικό» φασισμό του Mεσοπολέμου είτε για τον «τηλεφασισμό» των ημερών μας, είναι λοιπόν ότι θεωρούν ως υπέρτατη αρχή την έκφρασή της βούλησης του λαού, θέτοντας έτσι σε υποδεέστερη μοίρα βασικούς θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά και, γενικότερα, τον νομικό πολιτισμό.
H τηλεοπτική δημοκρατία, όπως τονίζει ο τ. καγκελλάριος της Γερμανίας X. Σμιτ σε μια συνέντευξή του, έχει ως μοιραία αποτέλεσμα τον λαϊκισμό. Φαινόμενο, οι διαστάσεις του οποίου διευρύνονται από το δεδομένο ότι " το σημερινό κοινό, που αποτελεί το αντικείμενο του εκμαυλισμού, επειδή ακριβώς έχει διαπαιδαγωγηθεί έτσι από την τηλεόραση, δεν διαθέτει το κριτικό πνεύμα που είχε η μορφωμένη ελίτ της κοινωνίας μας πριν από 30,40 ή 50 χρόνια…"
΄Ισως, τελικά, να έχουμε τους «αρχιερείς» που μας αξίζουν ως κοινωνία...

Saturday, January 19, 2008

Τι γίνεται με τη Συλλογή Κωστάκη

Με αφορμή άρθρο του Φαίδωνα Μαλιγκούδη στην «Ε» (27/12) με τίτλο «Ενα αναπάντητο ερώτημα» που αναφέρεται στη Συλλογή Κωστάκη και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η διευθύντρια του Μουσείου κ. Τσαντσάνογλου σε επιστολή της υποστηρίζει τα εξής:


«Αγαπητέ κύριε Μαλιγκούδη,

Διάβασα το άρθρο σας και θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι η συντήρηση, αξιοποίηση και προβολή της συλλογής αυτής ήταν και παραμένει βασική προτεραιότητα και στόχος του Μουσείου μας. Για την ενημέρωσή σας, στις 7 Αυγούστου 2007 διοργανώσαμε συνέντευξη Τύπου στην οποία παρουσιάσαμε το πλούσιο πρόγραμμα εκθέσεων και άλλων δραστηριοτήτων αναφορικά με τη συλλογή Κωστάκη. Για το πρόγραμμα αυτό ήδη εργαζόμαστε εντατικά, τόσο εγώ προσωπικά όσο και οι συνεργάτες του Μουσείου.

Ηδη παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα των εργασιών μελέτης της κατάστασης των έργων της συλλογής (πρόγραμμα χρηματοδοτημένο από το Ιδρυμα Getty) που έγιναν αποδεκτά με θερμά δημοσιεύματα από το διεθνή Τύπο και γνωστοποιήθηκαν σε διεθνή συνέδρια. Επίσης, ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε η καταγραφή, τεκμηρίωση και ψηφιοποίηση όλης της συλλογής που σύντομα θα αναρτηθεί στην ανανεωμένη ιστοσελίδα του Μουσείου και στην οποία θα έχει πρόσβαση ο κάθε ενδιαφερόμενος, καθώς και το νέο εκπαιδευτικό CD που διανέμεται δωρεάν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Επιγραμματικά αναφέρω ότι τον Μάιο 2008 θα πραγματοποιηθεί έκθεση με θέμα τον κονστρουκτιβισμό σε συνεργασία με το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και το Κρατικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής της Μόσχας και θα παρουσιαστεί πρωτότυπο υλικό από τη συλλογή. Το 2008 θα πραγματοποιηθεί μεγάλη έκθεση της συλλογής στο Παρίσι (Μουσείο Maillol) με κατάλογο από τις εκδόσεις Gallimard. Το Μουσείο μας θα έχει μια ισχυρή εκπροσώπηση στο πρόγραμμα του ιταλικού υπουργείου Πολιτισμού το 2009 για τα 100 χρόνια του φουτουρισμού. Τον Φεβρουάριο του 2009 θα πραγματοποιηθεί έκθεση για την Ποπόβα και τον Ρότσενκο στην ΤΑΤΕ Modern του Λονδίνου, η οποία στη συνέχεια θα μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη. Το 2010 θα πραγματοποιηθεί έκθεση της συλλογής Κωστάκη στο Μουσείο Καλών Τεχνών Santander της Ισπανίας, ενώ στα τέλη 2010 συνδιοργανώνουμε με το Μουσείο Stedelijk του Αμστερνταμ μεγάλη έκθεση για τις συλλογές Κωστάκη και Khardzhiev.

Επιπλέον, σχεδιάζουμε με τις εκδόσεις "Futura" τρίγλωσση έκδοση "Τετραδίων της Ρωσικής Πρωτοπορίας", στα οποία θα ήταν τιμή μας να συμβάλλετε κάποτε με άρθρο σας.

Ηδη με παραγωγό τον Φώτο Λαμπρινό βρίσκεται σε εξέλιξη η κινηματογραφική παραγωγή για τον συλλέκτη με συνεντεύξεις ανθρώπων που τον γνώριζαν και πρωτότυπο κινηματογραφικό αρχειακό υλικό.

Τμήματα της συλλογής περιοδεύουν στην περιφέρεια (αυτή τη στιγμή πραγματοποιείται έκθεση στο Ιδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης στην Ξάνθη και προηγήθηκε στην Καβάλα) ενώ εκδώσαμε ειδικό βιβλίο για την ενίσχυση των εκπαιδευτικών μας προγραμμάτων.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ποτέ δεν υπήρχε στο Μουσείο τόσο μεγάλη κινητικότητα και πολυδιάστατος προγραμματισμός σε σχέση με τη συλλογή Κωστάκη.

Πέρα από τη συλλογή Κωστάκη, το Μουσείο υπήρξε εξαιρετικά δραστήριο και εξωστρεφές κατά το 2007. Υπενθυμίζω ότι διοργάνωσε την Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης (www.thessalonikibiennale.gr) με 27 εκθέσεις και δράσεις, με τη συμμετοχή 160 καλλιτεχνών από 37 χώρες, με τη συνεργασία 25 φορέων της πόλης και με πάνω από 40.000 επισκέπτες, ενώ εργαζόμαστε ήδη για τον σχεδιασμό της 2ης Μπιενάλε του 2009. Επίσης θεσμοθετήσαμε το "Εικαστικό Πανόραμα στην Ελλάδα" που διοργανώθηκε φέτος για δεύτερη χρονιά και στόχος του οποίου είναι η καταγραφή όλων των εκθέσεων σύγχρονης τέχνης που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα, επιλογή έργων από ανεξάρτητους επιμελητές, φιλική πρόσβαση της εκθεσιακής αυτής δραστηριότητας στο διαδίκτυο (www.visualarts.gr) με αναλυτικό πρόγραμμα αναζήτησης και πολλές παράλληλες δράσεις. Το πρόγραμμα αυτό, εκτός από τη μακροπρόθεσμη αρχειακή του αξία, λειτουργεί και σαν πύλη της σύγχρονης εικαστικής παραγωγής της χώρας μας προς το εξωτερικό, κάτι που έλειπε και που επανειλημμένως μας είχε διατυπωθεί ως αίτημα από τους καλλιτέχνες.

Το Μουσείο διοργανώνει επίσης συνέδρια, κινηματογραφικές προβολές και άλλες παράλληλες δραστηριότητες.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στην εξαιρετικά δραστήρια παρουσία του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης με τη διοργάνωση θεματικών εκθέσεων, ημερίδων, μουσικών εκδηλώσεων, βιβλιοπαρουσιάσεων, με blog στο διαδίκτυο κ.ά.

Οπως καταλαβαίνετε, για την υλοποίηση των παραπάνω, που μόνον "αφάνεια" δεν τεκμηριώνουν, όλοι οι συνεργάτες του Μουσείου εργάζονται σκληρά έχοντας συνείδηση του λειτουργήματος που ασκούν και σε καμιά περίπτωση δεν είναι θεμιτό να συνδέεται το Μουσείο με οποιαδήποτε κομματικά ή και μικροκομματικά συμφέροντα. Η οποιαδήποτε προσπάθεια συκοφαντικής εμπλοκής του σε τέτοια συμφέροντα, μόνο σε παραπληροφόρηση μπορεί να οδηγήσει, κάτι που τελικά βλάπτει τον σύγχρονο πολιτισμό».

Με τιμή,

Μαρία Τσαντσάνογλου

διευθύντρια του Κ.Μ.Σ.Τ.


Απάντηση Φ. Μαλιγκούδη

Το τελευταίο που θα επιχειρούσα, θα ήταν να αντιπαρατεθώ με τα όσα περί «επιτευγμάτων» ισχυρίζεται στην επιστολή της η κ. Μαρία Τσαντσάνογλου και τούτο διότι ήδη ο Σάκης Αποστολάκης έχει δώσει (στην προχθεσινή «Ε») μια πλήρη εικόνα από τα έργα και τις ημέρες τής, ελέω Ζαχόπουλου, νέας διοίκησης στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ).

Για μένα, ως δάσκαλο, προέχει όμως να επισημάνω εδώ μια από τις πτυχές του συστήματος της διαφθοράς που εξύφανε με περισσή μαεστρία ο τέως απόλυτος αυθέντης στο υπουργείο Πολιτισμού (και το οποίο τώρα εξορκίζει λεκτικά με ένα ιδιότυπο Newspeak στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του ο μέχρι εχθές υψηλός πάτρωνάς του). Πρόκειται για τον εκμαυλισμό και την παραπλάνηση που υφίστανται από μια κάστα διεφθαρμένων μανδαρίνων οι νέοι άνθρωποι που πασχίζουν κι εκείνοι, μετά τη λήψη του πτυχίου τους, για μια θέση ανάλογη με τις προσδοκίες τους.

Το σύστημα αυτό της διαφθοράς είναι εκείνο που οδήγησε την κοπέλα που είχε περάσει πρώτη στις εισαγωγικές της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ να βρίσκεται σήμερα προφυλακισμένη με το στίγμα της πρωταγωνίστριας σε μια «ροζ» ιστορία, ενώ το ίδιο σύστημα είναι εκείνο που αναθέτει στον σκηνοθέτη ταινιών, όπως ο «Παρθενοκυνηγός», τον θεσμικό ρόλο του διαμεσολαβητή για την επαγγελματική αποκατάσταση νέων πτυχιούχων.

Ως υπέρμαχος του διεφθαρμένου αυτού συστήματος θέλει να εμφανίζεται σήμερα η διευθύντρια του ΚΜΣΤ (οι λαμπρές σπουδές της οποίας αλλά και το διδακτορικό της θα της εξασφάλιζαν επάξια μια θέση ΔΕΠ στον τομέα της ρωσικής λογοτεχνίας) και να ισχυρίζεται ψευδώς ότι «ποτέ δεν υπήρχε στο Μουσείο τόσο μεγάλη κινητικότητα και πολυδιάστατος προγραμματισμός», αποσιωπώντας το δεδομένο ότι τόσο η χρηματοδότηση από το ίδρυμα Getty όσο και συνδιοργάνωση με το Μουσείο Stedelijk αποτελούν έργο του προηγούμενου διευθυντή, του Μιλτ. Παπανικολάου, τον οποίο το «σύστημα Ζαχόπουλου» οδήγησε σε παραίτηση. Το ίδιο «σύστημα Ζαχόπουλου» είναι εκείνο που έχει θέσεις υπό τη σημερινή διεύθυνση του ΚΜΣΤ 15-20 υπαλλήλους: νέους πτυχιούχους που «τακτοποιήθηκαν», χωρίς τη διαδικασία του ΑΣΕΠ, σε θέσεις προσωρινές -θύματα υποψήφια και αυτά της όποιας αλλαγής θα επέλθει.

Φ. Μαλιγκούδης


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/01/2008


Copyright © 2007 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Friday, January 18, 2008

canis sectarius

Tον πρωτοσυνάντησα ως διευθυντή, αποσπασμένο στο ελληνικό Γυμνάσιο της Φραγκφούρτης. Γνωριμία φευγαλέα, που την χάραξε ωστόσο ανεξίτηλα στη μνήμη μια, πρωτόγνωρη για μένα τότε, ιδιότητα του κ. Διευθυντή: η μέχρι θρησκοληψίας αφοσίωση που επιδείκνυε με κάθε ευκαιρία απέναντι στο κυβερνητικό κόμμα. Iδιότητα, η οποία, χωρίς αμφιβολία, θα αντιστάθμισε στην κρίση εκείνων που τον έστειλαν στη Γερμανία την έλλειψη κάποιων ειδικότερων προσόντων, απαραίτητων για την επίζηλη εκείνη θέση.
Tον ξαναβρήκα αργότερα νομάρχη, διορισμένο από το κόμμα του σε κάποιον ακριτικό νομό της επικράτειας να απευθύνεται, έμπλεος πατριωτικών αισθημάτων, στον, όπως ο ίδιος πίστευε, "απανταχού Eλληνισμό"... από τα υπερβραχέα κύματα (FM) ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Θητεία, η οποία θα έμεινε ασφαλώς αξέχαστη για τους κατοίκους της πρωτεύουσας του ακριτικού εκείνου νομού, μια και σημαδεύτηκε από τον πατριωτικό άθλο του κ. Nομάρχη να επιβάλει την κατεδάφιση ενός παραδοσιακού κτιρίου της πόλης, επειδή, στο παρελθόν, υπήρξε για ένα διαστημα βουλγαρικό σχολείο.
Oι δρόμοι μας συναντήθηκαν πολλές φορές. Tον αντάμωσα στον προθάλαμο ενός υφυπουργικού γραφείου να οργανώνει την αντίσταση των ομογενών από τη B. Ήπειρο απέναντι στο καθεστώς του Mπερίσα αλλά και να σχεδιάζει, ως ειδικός σύμβουλος, ταξίδια εξερευνήσεων του υψηλού του προϊσταμένου στις χώρες του Xρυσόμαλλου Δέρατος προς αναζήτησιν ομογενών.
Aπό τις δραστήριες επιδόσεις του δεν έμεινε ανέπαφη ούτε η Oμογένεια στους μακρινούς Aντίποδες. Ως σύμβουλος τύπου στο Γεν. Προξενείο του Σίδνεϋ μοίραζε αφειδώς, τον καιρό που το λεγόμενο "Σκοπιανό ζήτημα" βρισκόταν στο φόρτε του, πολυτελείς μπροσούρες που, υποτίθεται, προπαγάνδιζαν τις εθνικές μας θέσεις, προβάλοντας με πλούσιο φωτογραφικό υλικό αποκλειστικά την δραστηριότητα του Προέδρου του κυβερνητικού κόμματος....
O χώρος του σημερινού σημειώματος δεν επιτρέπει να καταγραφεί ολόκληρη η πολυσχιδής δραστηριότητα του ήρωά μας, ο οποίος, όπως θα κατάλαβε ασφαλώς ο ευγενικός αναγνώστης, είναι ένα πρόσωπο φανταστικό. Διόλου φανταστικά είναι, αντίθετα, τα κατορθώματα που μόλις αναφέρθηκαν και τα οποία χαρακτηρίζουν μια κατηγορία συμπολιτών - πανταχού παρούσα στον σύγχρονό μας μικροελλαδικό δημόσιο βίο. Πρόκειται για το είδος εκείνο, το οποίο θα επιγράφαμε (παραποιώντας κάπως τον Πλαύτο) ως canis sectarius, για να αποφύγουμε το συνώνυμό του: τον, αγοραίο όσο και περιεκτικό, χαρακτηρισμό "κομματόσκυλο" της καθ'ημάς Nεοελληνικής. Kατηγορία ανθρωπολογική, για την οποία ο καθένας "κοινός" πολίτης θα είχε να αφηγηθεί ιστοριούλες ανάλογου ευτράπελου χαρακτήρα.

Wednesday, January 9, 2008

Όταν τα χνάρια χάνονται στην άμμο…

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της πολυδιάστατης (και… πολύχρωμης) ιστορίας με τα έργα και τις ημέρες του τέως παντοδύναμου αυθέντη στο υπουργείο Πολιτισμού, θα διακρίνει τις τελευταίες αυτές μέρες ο” κοινός” συμπολίτης μας κάποιους νέους τόνους στην επικοινωνιακή συμπεριφορά των ιθυνοντων. Η κυβερνητική προπαγάνδα, κοντολογίς, φαίνεται τώρα να συντηρεί τη “ροζ” απόχρωση της “Ζαχοπουλιάδας”, προβάλλοντας συνάμα τον ισχυρισμό ότι δεν ανιχνεύονται κανενός είδους οικονομικά σκάνδαλα και ότι δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθεί κανείς περισσότερο με το ζήτημα, μιας και δεν προκύπτει κανενός είδους παραβατικότητα. Συνεπώς: “ Ουδεμία ποινή άνευ νόμου” (“Nulla poena sine lege”)- μια φορμαλιστική θεώρηση , η οποία ουσιαστικά δίνει συγχωροχάρτι σε ένα ουσιώδες μέρος από την όλη δραστηριότητα του εκπεσόντος γεν. Γραμματέα (και, μέχρι προχθές, μπιστικού της πρωθυπουργικής οικογένειας) που δεν είναι άλλη από την αθρόα χρηματοδότηση (τόσο ιδιωτών όσο και εταιριών με ποικιλλόμορφη σύσταση και επιδιώξεις) με κονδύλια από εθνικούς πόρους αλλά, κυρίως κοινοτικά κονδύλια, από το Γ΄ΚΠΣ . ΄Οσο διάστημα ήταν γενικός γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού διαχειρίστηκε γύρω στα 1,2 δισ. ευρώ, που προέρχονταν από το Γ΄ΚΠΣ και τα οποία στο μεγαλύτερό τους μέρος “έγιναν γιάγμα” (όπως λέμε εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη) σε φίλους, γνωστούς και ημέτερους του ιδιότυπου αυτού “μαικήνα”.
Ουδέν το μεμπτόν λοιπόν για τον κ. τέως γεν. Γραμματέα, εφόσον η κατανομή (το “γιάγμα”) των κονδυλίων έγινε νομότυπα και εφόσον θα προσκομισθούν τιμολόγια για να ικανοποιηθούν και οι απαιτήεις του Δημόσιου λογιστικού. Τα χνάρια λοιπόν θα χαθούν στην άμμο και κανείς εισαγγελικός λειτουργός δεν θα μπορέσει στο μέλλον να καθίσει στο σκαμνί τον κ. Ζαχόπουλο, επειδή ενέκρινε , για παράδειγμα, το ποσό των 80 χιλ. ευρώ γοα “ψηφιοποίηση” της ιδιωτικής συλλογής λαϊκής αρχιτεκτονικής του καθηγητού κ. Ν.Μ. ή επειδή χορήγησε σε κάποιο ιδιωτικό φορέα το ποσό του μισού εκατομμυρίου ευρώ για “τη συλλογή μύθων και θρύλων της περιοχής Ιωαννίνων”…
΄Αν χρησιμοποιούσαμε για τη Θεσσαλονίκη (όπου οι ολίγοι και εκλεκτοί του ιδιότυπου αυτού μαικήνα δεν θα συμφωνήσουν ασφαλώς με τα όσα γράφονται στο σημείωμα αυτό) το γνωστό παράθεμα από το κείμενο της πρώτης πράξης του " Άμλετ", ότι δηλαδή “υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανίας”, τότε θα αδικούσαμε ασφαλώς κατάφωρα τους σημερινούς μας εταίρους. Διότι, σε αντίθεση με τους ημέτερους πολυπράγμονες εντολοδόχους της πνευματικής μας παράδοσης, υπόκεινται οι "νεοβάρβαροι" ομότεχνοί τους στη χώρα αυτή του ευρωπαϊκού Bορρά στους κανόνες που επιτάσσει η προτεσταντική τους ηθική αλλά, κυρίως, σε ρητές οδηγίες για τη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων, τις οποίες έχει φροντίσει το, απλόχερο και συνάμα προνοητικό, Δημόσιο να θεσπίσει εκεί ( πβ. D. Anderson et al., Scientific Dishonesty and Good Scientific Practice, Kοπεγχάγη 1992).
Tο πρόβλημα της διαφάνειας στη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων είναι πολυσχιδές και δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από τον πάντα απρόβλεπτο ανθρώπινο παράγοντα. Mέχρι ποιό βαθμό μπορεί ο ερευνητής να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτος δημόσιο χρήμα, ποιό είναι το θεσμικό πλαίσιο εκείνο το οποίο, χωρίς να επιδρά στην επιστημονική ελευθερία, θέτει ταυτόχρονα και τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες για την τίμια διαχείριση του δημοσίου χρήματος; Eρώτημα, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει ένα πλήθος από ειδικές μονογραφίες σχετικά με τους ηθικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν την έρευνα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα (πβ. Derek Bok, Beyond the Ivory Tower. Social Responsibilities of the Modern University , Cambridge, Mass., 1982), αλλά και με τα συνταγματικά προβλήματα που προκύπτουν από τη εποπτεία που ασκεί το Δημόσιο (πβ. H.H. Trute, Die Forschung zwischen grundrechtlicher Freiheit und staatlicher Institutionalisierung, Tübingen 1994).
Δυο λόγια τέλος και για την ιδιότητα του μαικήνα, με την οποία, πρόσκαιρα, κυκλοφορούσε εδώ στη Θεσσαλονίκη ο εκπεσών γεν. Γαραμματέας. Kατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, το ρόλο του μαικήνα θα αναλάβει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ίδιο το κράτος. Δημόσιο χρήμα, αλλά και δωρεές των μαικήνων που δεν έχουν εκλείψει ούτε κατά τη νεότερη περίοδο, θα κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς- υπό τη μορφή αντιμισθίας, επιδοτήσεων, χρηματικών βραβείων ή ερευνητικών κονδυλίων- από όργανα θεσμοθετημένα (ερευνητικά ιδρύματα, ακαδημίες, πανεπιστήμια κ.α.) και κάτω από συνθήκες διαφάνειας.
Δεν θα αποτελούσε διόλου υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς εδώ ότι ο βαθμός της διαφάνειας κατά τη χορήγηση κονδυλίων από το δημόσιο χρήμα στους πνευματικούς δημιουργούς, αποτελεί και το μέτρο για την ιδεώδη λειτουργία ενός σύγχρονου κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Όσο πιο διαφανή, δηλαδή, και απρόσωπα είναι τα κριτήρια των κάθε μορφής επιχορηγήσεων στην επιστημονική έρευνα, στις Tέχνες και τα Γράμματα, τόσο πληρέστερη είναι και η λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Eμπειρικός κανόνας, που γίνεται πληρέστερα κατανοητός, αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο "σοσιαλιστικό" επεισόδιο της γηραιάς μας ηπείρου και θυμηθούμε τις χρυσές ημέρες που απολάμβανε η τότε πιστή στο καθεστώς ακαδημαϊκή μαφία, με χρήματα από το υπερπροϊόν του μόχθου του "κοινού" πολίτη...