Σε προηγούμενο σημείωμά μου ( «Ε», 16.10.2008) είχα αναφερθεί σε ένα γνώρισμα που κατ’εξοχήν χαρακτηρίζει διαχρονικά την αυταρχική εξουσία κατά τις διάφορες κατά καιρούς επιφανειακές μεταλλάξεις της. Ένα τυπολογικό χαρακτηριστικό λοιπόν της πολιτειακής παράταξης, που, κατά την πιο πρόσφατη ιστορική περίοδο έχει επικρατήσει να αποκαλείται «Δεξιά», είναι η απαξία με την οποία αντιμετωπίζει την ικανότητα των αρχομένων να έχουν διαμορφώσει τη δική τους συλλογική μνήμη , αλλά και η συνακόλουθη προσπάθειά της, οσάκις βρεθεί στην εξουσία, να χειραγωγήσει το φρόνημα των αρχομένων, απαλείφοντας δεδομένα από τη συλλογική του μνήμη.
Μια πρακτική που μας ξαναθύμισε πρόσφατα ο νέος υπουργός παιδείας, επιλέγοντας τον λατινικό όρο tabula rasa (χωρίς ωστόσο ο ίδιος να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο του) για να χαρακτηρίσει το μεταρρυθμιστικό του οίστρο για την Ανώτατη Παιδεία που , κατά το ίδιο, ξεκινά χωρίς προϋποθέσεις, από μιαν «άγραφη, λευκή» (sic) πλάκα. Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από την λανθασμένη αυτήν απόδοση του λατινικού όρου, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ιστορία του, μιας «και οι λέξεις έχουν τη δική τους μοίρα».
Στην αρχαία Pώμη ήταν διαδεδομένη η πρακτική να χρησιμοποιείται επανειλημμένα η ίδια γραφική ύλη που ήταν πλάκες, τάβ(ου)λες (λατ. tabulae, ενικ. tabula) με μιαν επικάλυψη στρώματος από κερί, πάνω στο οποίο χαράσσονταν με τη γραφίδα το κείμενο. Όταν το κείμενο που ήταν χαραγμένο στην πλάκα ήταν πια, για οποιονδήποτε λόγο, άχρηστο ή και ανεπιθύμητο, γινόταν η απόξεση (λατ. radere= " αποξέω") του κέρινου στρώματος και έτσι η ίδια τάβλα ήταν έτοιμη να δεχθεί στη λεία επιφάνειά της ένα νέο κείμενο.
H ίδια πρακτική ( ο στόχος της οποίας δεν διαφέρει από εκείνον της σημερινής απόσβεσης των άχρηστων ή ανεπιθύμητων δεδομένων από το σκληρό δίσκο ενος H/ Y) εξακολουθεί να εφαρμόζεται και κατά τους επόμενους αιώνες, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Mεσαίωνα. Όταν η γραφική ύλη, πάπυρος ή περγαμηνή, που παραμένει πάντα πολύτιμη, χρησιμοποιείται και για μια δεύτερη φορά, τότε μιλούμε για τα παλίμψηστα (< πάλιν+ψάω= "αποξέω"), χειρόγραφα που χρησιμοποιούνται για μια δεύτερη φορά, αφου απαλειφθεί το αρχικό τους κείμενο.
Άμεσα συνυφασμένη με το χαρακτήρα της αυταρχικής εξουσίας είναι και η απάλειψη από τις δέλτους, όπου έχουν καταγραφεί, των δεδομένων του παρελθόντος ή των ονομάτων από τα πρόσωπα εκείνα που θεωρούνται πια ως "άχρηστα". Aυτή η, κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του N. Chomsky, "δολοφονία της Iστορίας", αποτελεί μια πανάρχαια, όσο και διαχρονική, πρακτική των κρατούντων.
Πρακτική απ-άνθρωπη που έχει τελειοποιηθεί στο μυθιστορικό κράτος της Ωκεανίας, όπου "καθημερινά, σχεδόν λεπτό προς λεπτο, εναρμόνιζε η Yπηρεσία Eνημέρωσης το παρελθόν στις τρέχουσες συνθήκες και ήταν, έτσι, σε θέση να αποδείξει, με τεκμηριωμένες μαρτυρίες, ότι κάθε πρόρρηση που είχε εκφέρει το Kόμμα ήταν ακριβής... Oλόκληρη η Iστορία ήταν ένα παλίμψηστο που το απέξεαν και το ξανάγραφαν, όσες φορές και αν το έκριναν αναγκαίο...” (G. Orwell, 1984, εκδ.Penguin 1969, σ. 35).
Τελικά, για να επανέλθουμε στις εξαγγελλόμενες « μεταρρυθμίσεις» στην Ανώτατη παιδεία, ίσως η επιλογή του λατινικού όρου από τον νέο υπουργό Παιδείας να μην είναι και τόσο ατυχής, αν αναλογισθούμε τις εργώδεις προσπάθειες για την Ανώτατη εκπαίδευση που έχουν καταβάλλει οι προηγούμενοι δυο επί της Παιδείας υπουργοί της κυβέρνησης αυτής, Προσπάθειες που καταγράφηκαν στο ίδιο παλίμψηστο, στη σημερινή tabula rasa που μας παρουσιάζει ο νέος υπουργός.
Wednesday, January 21, 2009
Wednesday, January 7, 2009
“Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν"
Στα γερμανικά (μια γλώσσα που με συντρόφεψε στα νεανικά μου χρόνια των σπουδών και των περιπλανήσεων) υπάρχει η παροιμιώδης έκφραση “κανείς δεν μπορεί να πηδήσει πιο πέρα από τον ίσκιο του” τη σημασιολογική αντιστοιχία της οποίας θα βρεί κανείς στη ρήση του Αποστόλου Παύλου που είναι και ο τίτλος του σημερινού σημειώματος. Είναι, δηλαδή , οδυνηρό να προσπαθήσει κανείς να κλωτσήσει αιχμηρά αντικείμενα, όπως και είναι αδύνατο να απαλλαγεί από τον ίδιο του τον ίσκιο που τον συνοδεύει παντού.
Ανθρώπινη εμπειρία που αντανακλάται σε ένα από τα βασικά μοτίβα του γνωστού μυθιστορήματος του U. Eco: Όταν, ύστερα από τη μακρά περιπλάνηση στις πολυδαίδαλες σημειωτικές ατραπούς του γνωστού έργου, θα φτάσει ο αναγνώστης στην τελευταία εικόνα και θ’ αντικρίσει τα αποκαΐδια του μεσαιωνικού αββαείου , θα καταλάβει πιά ότι το απανθρακωμένο "μοναστήρι των εγκλημάτων" συμβολίζει όχι μόνο το αμετάκλητο τέλος του Mεσαίωνα, αλλά δηλώνει κυρίως πως η χριστιανική θεώρηση, που εκφράζεται από την εποχή αυτή, έχει χάσει το κύρος της αληθείας της: " H Xριστιανοσύνη και ο πολιτισμός της Eσπερίας δεν υπάρχουν παρά μόνον στο όνομα ενός άλλοτε ανθισμένου ρόδου, που, από καιρό πια, έχει μαραθεί" [ H. R. Schlette, "Nur noch nackte Namen..". Eν: Orientierung 48 (1984), σ. 133-138].
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο δεν λείπει επίσης από έργα εκπροσώπων του μετά-ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως του Paul Cézanne και του Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium.
Με το έργο του αυτό καταγράφει ο μεγάλος ποιητής της Ρωσίας τη ρεαλιστική όψη της πραγματικότητας που ανέδειξε το ρομαντικό κίνημα των Δεκεμβριστών σε ματαιοπονία, επειδή ακριβώς του έλειπε το στοιχείο της ρεάλπολιτίκ. ΄Ενα δίδαγμα που θα ήταν ίσως χρήσιμο στον επικεφαλής των αιρετών μας αρχόντων, ο οποίος, με μοναδικό μπούσουλα, όπως φαίνεται , τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, ματαιοπονεί μεταγγίζοντας “οινον νέον εις ασκούς παλαιούς” με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης που μόλις εχθές ανακοίνωσε.
Ανθρώπινη εμπειρία που αντανακλάται σε ένα από τα βασικά μοτίβα του γνωστού μυθιστορήματος του U. Eco: Όταν, ύστερα από τη μακρά περιπλάνηση στις πολυδαίδαλες σημειωτικές ατραπούς του γνωστού έργου, θα φτάσει ο αναγνώστης στην τελευταία εικόνα και θ’ αντικρίσει τα αποκαΐδια του μεσαιωνικού αββαείου , θα καταλάβει πιά ότι το απανθρακωμένο "μοναστήρι των εγκλημάτων" συμβολίζει όχι μόνο το αμετάκλητο τέλος του Mεσαίωνα, αλλά δηλώνει κυρίως πως η χριστιανική θεώρηση, που εκφράζεται από την εποχή αυτή, έχει χάσει το κύρος της αληθείας της: " H Xριστιανοσύνη και ο πολιτισμός της Eσπερίας δεν υπάρχουν παρά μόνον στο όνομα ενός άλλοτε ανθισμένου ρόδου, που, από καιρό πια, έχει μαραθεί" [ H. R. Schlette, "Nur noch nackte Namen..". Eν: Orientierung 48 (1984), σ. 133-138].
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο δεν λείπει επίσης από έργα εκπροσώπων του μετά-ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως του Paul Cézanne και του Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium.
Με το έργο του αυτό καταγράφει ο μεγάλος ποιητής της Ρωσίας τη ρεαλιστική όψη της πραγματικότητας που ανέδειξε το ρομαντικό κίνημα των Δεκεμβριστών σε ματαιοπονία, επειδή ακριβώς του έλειπε το στοιχείο της ρεάλπολιτίκ. ΄Ενα δίδαγμα που θα ήταν ίσως χρήσιμο στον επικεφαλής των αιρετών μας αρχόντων, ο οποίος, με μοναδικό μπούσουλα, όπως φαίνεται , τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, ματαιοπονεί μεταγγίζοντας “οινον νέον εις ασκούς παλαιούς” με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης που μόλις εχθές ανακοίνωσε.
Wednesday, December 24, 2008
Ρεάλπολιτικ
Στις 23 Δεκεμβρίου και με αφορμή τα εννενηκοστά γενέθλιά του, έδωσε ο τ. καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ μια συνένευξη στη γερμανική τηλεόραση, στην οποία, μεταξύ των άλλων , προσδιόρισε τις δυο ανθρωπολογικές κατηγορίες των πολιτικών ανδρών .“Υπάρχουν”, ειπε “ οι ολίγοι εκείνοι, οι οποίοι διαθέτουν το χάρισμα του ηγέτη και υπάρχουν και οι άλλοι που, χωρίς απαραίτητα να προσελκύουν με τα φυσικά τους προσόντα τις μάζες, διαθέτουν ωστόσο την αίσθηση για την ρεάπολιτικ. Οι πρώτοι θα περάσουν στις σελίδες της Ιστορίας, χωρίς να έχουν απαραίτητα ευεργετήσει τους συνανθρώπους τους. Οι δεύτεροι ίσως παραμείνουν τελικά αφανείς αλλά οπωσδήποτε χρήσιμοι για το κοινωνικό σύνολο σε μια δεδομένη στιγμή” .
Σε τούτες τις μέρες μας που ένας στην κυριολεξια θεομπαίχτης ρασοφόρος αποδείχτηκε τελικά υπέρτερος σε ρεαλισμό από πολλούς πολιτικούς μας, είναι, νομίζω, χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη σημασία του τεχνικού αυτού όρου και να αναλογισθούμε αν οι σημερινοί μας πολιτικοί άρχοντες είναι ικανοί να τον εφαρμόσουν στην πράξη.
O όρος "ρεάλπολιτίκ" ( η πατρότητα του οποίου θα πρεπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελλάριο Bίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη "Θεία Bούληση") ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ. : "το εθνικό συμφέρον" ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες τις τρέχουσας πραγματικότητας. Oι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του "Πελοποννησιακού Πολέμου" από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.X.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Mακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).
Δυο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει την ρεάλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα, πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού" τα "think tanks") είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ το λόγο του Σέξπιρ, " να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοί κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοί όχι" ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στούς πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.
Στο "Hμερολόγιο ενός αφανούς" σημείωνε, το 1953, ο Zαν Kοκτώ ότι: " H Iστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (réel) και του ψευδούς. Tο πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Iστορίας, σε ψευδές, ενώ τη μη-πραγματικό (iréel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές". Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα" , προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα “ [New York Times, 8 Mαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei A. Kovalev ]. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
Ποια μοίρα, άραγε, επιφυλάσσει ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας στον Προϋπολογισμό που μόλις κατέθεσαν οι κυβερνώντες στη Βουλή ή στις “μεταρρυθμίσεις” που με τόσο στόμφο διαλαλεί ο κ. πρωθυπουργός;
Σε τούτες τις μέρες μας που ένας στην κυριολεξια θεομπαίχτης ρασοφόρος αποδείχτηκε τελικά υπέρτερος σε ρεαλισμό από πολλούς πολιτικούς μας, είναι, νομίζω, χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη σημασία του τεχνικού αυτού όρου και να αναλογισθούμε αν οι σημερινοί μας πολιτικοί άρχοντες είναι ικανοί να τον εφαρμόσουν στην πράξη.
O όρος "ρεάλπολιτίκ" ( η πατρότητα του οποίου θα πρεπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελλάριο Bίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη "Θεία Bούληση") ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ. : "το εθνικό συμφέρον" ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες τις τρέχουσας πραγματικότητας. Oι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του "Πελοποννησιακού Πολέμου" από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.X.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Mακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).
Δυο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει την ρεάλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα, πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού" τα "think tanks") είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ το λόγο του Σέξπιρ, " να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοί κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοί όχι" ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στούς πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.
Στο "Hμερολόγιο ενός αφανούς" σημείωνε, το 1953, ο Zαν Kοκτώ ότι: " H Iστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (réel) και του ψευδούς. Tο πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Iστορίας, σε ψευδές, ενώ τη μη-πραγματικό (iréel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές". Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα" , προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα “ [New York Times, 8 Mαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei A. Kovalev ]. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
Ποια μοίρα, άραγε, επιφυλάσσει ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας στον Προϋπολογισμό που μόλις κατέθεσαν οι κυβερνώντες στη Βουλή ή στις “μεταρρυθμίσεις” που με τόσο στόμφο διαλαλεί ο κ. πρωθυπουργός;
Wednesday, December 10, 2008
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού
Ας υποθέσουμε ότι κάποτε, στο απώτερο μέλλον, ένας ερευνητής θα ενδιαφερθεί να καταγράψει την ιστορία του κοινωνικού κινήματος στη χώρα μας κατά την χρονική περίοδο που διατρέχουμε σήμερα. Μια περίοδο που εγκαινιάζεται τον Μάρτιο του 2004, με την έλευση στην Εξουσία της σημερινής κυβερνώσας παράταξης, συνεκτικό κρίκο της οποίας αποτελεί (όπως τεκμηριώνεται από τις δημοσκοπήσεις) η φυσιογνωμία του ηγέτη της. Ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική μας ιστορική περιπέτεια που θα κλείσει μοιραία με την αποχώρηση του ίδιου ηγέτη από την πολιτική σκηνή και το οποίο θα φέρει τον ταιριαστό τίτλο «Νεο-Καραμανλισμός».
Ποια είναι τα ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά της περιόδου του «Νεο-Καραμανλισμού», τα οποία ενδεχομένως θα εντοπίσει ο ιστορικός του μέλλοντος; Στο ερώτημα αυτό δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μιαν απάντηση ο ερευνητής μας με τα δεδομένα που θα έχει στη διάθεσή του και τα οποία θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο «Νεο-Καραμανλισμός» ταυτίζεται στην ουσία με την παλιννόστηση μιας τάξεως πραγμάτων που έμοιαζε να έχει ήδη ξεπεραστεί.
Ο λόγος εδώ για την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ολιγομελούς κοινωνικής κατηγορίας στη δημόσια ζωή, των golden boys οι οποίοι είτε ως υπουργοί με ιδιαίτερα προικισμένους κουμπάρους, συζύγους και λοιπούς εξ αγχιστείας συγγενείς είτε ως ρασοφόροι «πνευματικοί» των αιρετών αρχόντων, είτε ακόμη ως αυλικοί στον περίγυρο πρωθυπουργικών συζύγων θα αναπτύξουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα που θα τους αποφέρει κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα.Η ιστορική αναλογία με την «χρυσή νεολαία», τη Jeunesse doree στη Γαλλία είναι ενδεικτική: είναι οι νεαροί βλαστοί της γαλλικής αστικής τάξης που θα σηκώσουν , μετά την εκτέλεση του Ροβεσπιέρρου (1794), πρώτοι κεφάλι στην επαναστατημένη Γαλλία ως προπομποί της αντιδραστικής Παλιννόστησης.
΄Ενα περαιτέρω χαρακτηριστικό του Νεο- Καραμανλισμού, στοιχείο αναχρονισμού που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμιο για το δημόσιο βίο της χώρας κατά την περίοδο αυτήν, είναι η ιδιαίτερη φροντίδα που θα επιδείξουν οι αιρετοί άρχοντες για να βολέψουν τα «δικά τους» παιδιά σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καταργώντας ή φαλκιδεύοντας τα όσα θεσμικά μέτρα απέτρεπαν από τον κάθε είδους φαβοριτισμό (κοινώς: ρουσφέτι).
Με το Νεο-Καραμανλισμό συνδέεται επίσης μια, είναι αλήθεια, όχι πρωτόφαντη για τα νεοελληνικά δημόσια πράγματα, κενόλογη ρητορεία γύρω από κάποιες μεταρρυθμίσεις που επιχιρει η κυβέρνηση , σε πείσμα όλων των κακόβουλων εχθρών του γένους. Λόγια κενά περιεχομένου, που τα καθιστά υβριστικά για τους αρχομένους η απτή πραγμακότητα .
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όμως και άλλες πηγές, κατά τεκμήριο πιο αντικειμενικές, για να εγκύψει στην ανάλυση του Νεο-Καραμανλισμού. Είναι τα μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα ο ξενόγλωσσο Τύπος ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα των ημερών μας. Αναλύσεις οι οποίες ταυτίζουν τον Νεο- Καραμανλισμό με την απόλυτη αδυναμία των οργάνων του κράτους να προστατέψουν το βιός αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή των πολιτών του. Μια αστυνομία, η οποία, κατά γενική ομολογία των ξένων αναλυτών, αποδείχθηκε εγκληματικά ανίκανη να τιθασεύσει το μένος του ληστρικού λούμπεν-προλεταριάτου, το οποίο τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θριάμβευσε ανενόχλητο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού θάφτηκαν, μαζί με το κουφάρι ενός αθώου δεκαπεντάχρονου παιδιού, και οι ελπίδες...
Ποια είναι τα ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά της περιόδου του «Νεο-Καραμανλισμού», τα οποία ενδεχομένως θα εντοπίσει ο ιστορικός του μέλλοντος; Στο ερώτημα αυτό δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μιαν απάντηση ο ερευνητής μας με τα δεδομένα που θα έχει στη διάθεσή του και τα οποία θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο «Νεο-Καραμανλισμός» ταυτίζεται στην ουσία με την παλιννόστηση μιας τάξεως πραγμάτων που έμοιαζε να έχει ήδη ξεπεραστεί.
Ο λόγος εδώ για την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ολιγομελούς κοινωνικής κατηγορίας στη δημόσια ζωή, των golden boys οι οποίοι είτε ως υπουργοί με ιδιαίτερα προικισμένους κουμπάρους, συζύγους και λοιπούς εξ αγχιστείας συγγενείς είτε ως ρασοφόροι «πνευματικοί» των αιρετών αρχόντων, είτε ακόμη ως αυλικοί στον περίγυρο πρωθυπουργικών συζύγων θα αναπτύξουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα που θα τους αποφέρει κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα.Η ιστορική αναλογία με την «χρυσή νεολαία», τη Jeunesse doree στη Γαλλία είναι ενδεικτική: είναι οι νεαροί βλαστοί της γαλλικής αστικής τάξης που θα σηκώσουν , μετά την εκτέλεση του Ροβεσπιέρρου (1794), πρώτοι κεφάλι στην επαναστατημένη Γαλλία ως προπομποί της αντιδραστικής Παλιννόστησης.
΄Ενα περαιτέρω χαρακτηριστικό του Νεο- Καραμανλισμού, στοιχείο αναχρονισμού που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμιο για το δημόσιο βίο της χώρας κατά την περίοδο αυτήν, είναι η ιδιαίτερη φροντίδα που θα επιδείξουν οι αιρετοί άρχοντες για να βολέψουν τα «δικά τους» παιδιά σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καταργώντας ή φαλκιδεύοντας τα όσα θεσμικά μέτρα απέτρεπαν από τον κάθε είδους φαβοριτισμό (κοινώς: ρουσφέτι).
Με το Νεο-Καραμανλισμό συνδέεται επίσης μια, είναι αλήθεια, όχι πρωτόφαντη για τα νεοελληνικά δημόσια πράγματα, κενόλογη ρητορεία γύρω από κάποιες μεταρρυθμίσεις που επιχιρει η κυβέρνηση , σε πείσμα όλων των κακόβουλων εχθρών του γένους. Λόγια κενά περιεχομένου, που τα καθιστά υβριστικά για τους αρχομένους η απτή πραγμακότητα .
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όμως και άλλες πηγές, κατά τεκμήριο πιο αντικειμενικές, για να εγκύψει στην ανάλυση του Νεο-Καραμανλισμού. Είναι τα μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα ο ξενόγλωσσο Τύπος ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα των ημερών μας. Αναλύσεις οι οποίες ταυτίζουν τον Νεο- Καραμανλισμό με την απόλυτη αδυναμία των οργάνων του κράτους να προστατέψουν το βιός αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή των πολιτών του. Μια αστυνομία, η οποία, κατά γενική ομολογία των ξένων αναλυτών, αποδείχθηκε εγκληματικά ανίκανη να τιθασεύσει το μένος του ληστρικού λούμπεν-προλεταριάτου, το οποίο τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θριάμβευσε ανενόχλητο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού θάφτηκαν, μαζί με το κουφάρι ενός αθώου δεκαπεντάχρονου παιδιού, και οι ελπίδες...
Wednesday, November 26, 2008
Zeitgeist: Το πνεύμα των καιρών
Συνηθίζουν, όσοι επιχειρούν κάποια αναδρομή στο παρελθόν, να αναφέρονται σε μια περίοδο, χαρακτηρίζοντας την (συνήθως μονολεκτικά) ανάλογα με το κυρίαρχο πνεύμα, το Zeitgeist, που τις διακρίνει. ΄Οταν, για παράδειγμα, αναφερόμαστε στην πρόσφατη ιστορική μας περιπέτεια μιλούμε για την «περίοδο του ρετσινόλαδου»(τα ύστερα χρόνια της δεκαετίας του ’30), τα «πέτρινα χρόνια» χρόνια του ’50, τα χρόνια της αντιπαροχής αλλά και της βίας και νοθείας του εκλογικού συστήματος (δεκαετία του ’60) κ.ο.κ.
Με ποιούς επιθετικούς προσδιορισμούς θα επικρατήσει άραγε να αναφέρονται στην τρέχουσα περίοδο τού Νέο-καραμανλισμού που διανύουμε εκείνοι που θα μας ακολουθήσουν χρονικά; Αν και είναι ακόμα άδηλο πότε ακριβώς θα «κλείσει» η περίοδος αυτή, με την μοιραία αποχώρηση του πρωταγωνιστή από το παλκοσένικο, τείνουν ήδη να καθιερωθούν κάποιες εναλλακτικές επικεφαλίδες. Θα έχει ‘ισως σημειώσει ο αναγνώστης ότι, κατά την τελευταία πενταετία, ιδιαίτερα συχνή στο δημόσιο λόγο μας ήταν η χρήση του όρου «λαμόγιο». Τεχνικού όρου από το λεξιλόγιο της καθομιλουμένης αργκό με άδηλο έτυμο αλλά ένα σαφές σημασιολογικό περιεχόμενο. Κατά την τρέχουσα περίοδο του Νεο-καραμανλισμού είχαμε μάλιστα την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι ο όρος παρουσιάζει και παραλλαγές, ανάλογα με το πεδίο δρ’ασης του εκάστοτε «λαμόγιου». ΄Ετσι από τον φτωχο-διάβολο της πρώιμης Νεο-καραμανλικής περιόδου που ανέπτυξε τη δραστηριότητά του μέσα από το περιβάλλον του υπουργού των Εσωτερικών, φτάσαμε να θαυμάζουμε την πολυσχιδή δράση των «κουμπάρων» με τα ομόλογα, για να έλθουμε στις μέρες μας στον απόλυτο κολοφώνα της «λαμογιάς» με τους δυο αξεπέραστους ρασοφορους μαϊστορες.
Εγγeνές λοιπόν, όπως αποδεικνύεται από τη θλιβερή πραγματικότητα, του Νεο-καραμανλικού συστήματος το φαινόμενο και δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ανάμεσα στους έντιμούς αγωνιστές της, όπως αυτοαποκαλείται , φιλελεύθερης παράταξης υπήρχαν μεγάλα και μικρά λαμόγια, τα οποία περίμεναν με το μαχαίρι στο στόμα, την επιτυχία στο ρεσάλτο για την Εξουσία.
Η υπόθεση Βατοπεδίου καθιστά όμως φανερή μια περαιτέρω διάσταση του Νεο-καραμανλικού συστήματος, μπροστά στην οποία τα τερτίπια των διάφορων «κουμπάρων» και λαμόγιων μοιάζουν φάρσες μιας οπερέτας. Πρόκειται για το κλίμα εκείνο το οποίο εξέθρεψε και ευνόησε τελικά να εμφανιστούν μέσα στην θαλπωρή της εξουσίας δυο φαινόμενα ανάλογα. Δυο βίους παράλληλους μας θυμίζει η πολιτεία, αλλά και η ιδεολογική νομιμοποίηση των δυο μορφών οι οποίες , οριστικά και τελεσίδικα, θα καταχωριστούν στις δέλτους της ιστορίας μας ως «τέκνα της Νεο-καραμανλικής εποχής».
Το γνωστό δίπολο «Πατρίς –Θρησκεία» που κοσμεί τον θυρεό του οικοδομήματος της αγέραστης Δεξιάς είναι και εκείνο που επικαλούνται ως ιδεολογική τους νομιμοποίηση οι δυο πρωταγωνιστές της εποχής μας . Ο φιλόλογος Ζαχόπουλος, ο οποίος κυριολεκτικά βιώνει το πνεύμα της Μεγάλης Ιδέας και ο οποίος, ως παντοδύναμος αυλικός θα αναπτύξει ολη τη δραστηριότητα εκείνην, η οποία, τελικά θα μείνει ατιμώρητη, δίπλα στον υποκριτή καλόγερο Εφραίμ, τον οποίο ένα master mind του καθεστωτικού Νεο-καραμανλικού συστήματος ανέδειξε σε ύψη που είναι, όπως φαίνεται, απλησίαστα από τα θεσμικά όργανα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας.
Εγγενή φαινόμενα του Νεο-καραμανλικού συστήματος αποτελούν οι παράλληλοι βίοι και η πολιτεία των δυο αυτών μορφών που κατόρθωσαν τελικά να μας πείσουν ότι οι βρυκόλακες αποτελούν μια πραγματικότητα που αναδύεται στην επιφάνεια, κάθε φορά που οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Με ποιούς επιθετικούς προσδιορισμούς θα επικρατήσει άραγε να αναφέρονται στην τρέχουσα περίοδο τού Νέο-καραμανλισμού που διανύουμε εκείνοι που θα μας ακολουθήσουν χρονικά; Αν και είναι ακόμα άδηλο πότε ακριβώς θα «κλείσει» η περίοδος αυτή, με την μοιραία αποχώρηση του πρωταγωνιστή από το παλκοσένικο, τείνουν ήδη να καθιερωθούν κάποιες εναλλακτικές επικεφαλίδες. Θα έχει ‘ισως σημειώσει ο αναγνώστης ότι, κατά την τελευταία πενταετία, ιδιαίτερα συχνή στο δημόσιο λόγο μας ήταν η χρήση του όρου «λαμόγιο». Τεχνικού όρου από το λεξιλόγιο της καθομιλουμένης αργκό με άδηλο έτυμο αλλά ένα σαφές σημασιολογικό περιεχόμενο. Κατά την τρέχουσα περίοδο του Νεο-καραμανλισμού είχαμε μάλιστα την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι ο όρος παρουσιάζει και παραλλαγές, ανάλογα με το πεδίο δρ’ασης του εκάστοτε «λαμόγιου». ΄Ετσι από τον φτωχο-διάβολο της πρώιμης Νεο-καραμανλικής περιόδου που ανέπτυξε τη δραστηριότητά του μέσα από το περιβάλλον του υπουργού των Εσωτερικών, φτάσαμε να θαυμάζουμε την πολυσχιδή δράση των «κουμπάρων» με τα ομόλογα, για να έλθουμε στις μέρες μας στον απόλυτο κολοφώνα της «λαμογιάς» με τους δυο αξεπέραστους ρασοφορους μαϊστορες.
Εγγeνές λοιπόν, όπως αποδεικνύεται από τη θλιβερή πραγματικότητα, του Νεο-καραμανλικού συστήματος το φαινόμενο και δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ανάμεσα στους έντιμούς αγωνιστές της, όπως αυτοαποκαλείται , φιλελεύθερης παράταξης υπήρχαν μεγάλα και μικρά λαμόγια, τα οποία περίμεναν με το μαχαίρι στο στόμα, την επιτυχία στο ρεσάλτο για την Εξουσία.
Η υπόθεση Βατοπεδίου καθιστά όμως φανερή μια περαιτέρω διάσταση του Νεο-καραμανλικού συστήματος, μπροστά στην οποία τα τερτίπια των διάφορων «κουμπάρων» και λαμόγιων μοιάζουν φάρσες μιας οπερέτας. Πρόκειται για το κλίμα εκείνο το οποίο εξέθρεψε και ευνόησε τελικά να εμφανιστούν μέσα στην θαλπωρή της εξουσίας δυο φαινόμενα ανάλογα. Δυο βίους παράλληλους μας θυμίζει η πολιτεία, αλλά και η ιδεολογική νομιμοποίηση των δυο μορφών οι οποίες , οριστικά και τελεσίδικα, θα καταχωριστούν στις δέλτους της ιστορίας μας ως «τέκνα της Νεο-καραμανλικής εποχής».
Το γνωστό δίπολο «Πατρίς –Θρησκεία» που κοσμεί τον θυρεό του οικοδομήματος της αγέραστης Δεξιάς είναι και εκείνο που επικαλούνται ως ιδεολογική τους νομιμοποίηση οι δυο πρωταγωνιστές της εποχής μας . Ο φιλόλογος Ζαχόπουλος, ο οποίος κυριολεκτικά βιώνει το πνεύμα της Μεγάλης Ιδέας και ο οποίος, ως παντοδύναμος αυλικός θα αναπτύξει ολη τη δραστηριότητα εκείνην, η οποία, τελικά θα μείνει ατιμώρητη, δίπλα στον υποκριτή καλόγερο Εφραίμ, τον οποίο ένα master mind του καθεστωτικού Νεο-καραμανλικού συστήματος ανέδειξε σε ύψη που είναι, όπως φαίνεται, απλησίαστα από τα θεσμικά όργανα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας.
Εγγενή φαινόμενα του Νεο-καραμανλικού συστήματος αποτελούν οι παράλληλοι βίοι και η πολιτεία των δυο αυτών μορφών που κατόρθωσαν τελικά να μας πείσουν ότι οι βρυκόλακες αποτελούν μια πραγματικότητα που αναδύεται στην επιφάνεια, κάθε φορά που οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Wednesday, November 12, 2008
Η “Δημοκρατία των αναλφαβήτων”
Scripta manent…. Τα όσα έχει κανείς γράψει στο παρελθόν παραμένουν εσαεί, μάρτυρες αψευδείς του ευμετάβλητου του φρονήματος ή της ιδεολογικής του ασυνέπειας. Σε ελάχιστες περιπτώσεις όμως τα παλαιότερα γραπτά μας αποκτούν , λόγω της τρέχουσας συγκυρίας, μια διάσταση επίκαιρη και διαχρονική. Αναρωτιόμουν, για παραδειγμα , σε τούτην εδώ τη στήλη (στις 22.1.1998): « …H κοσμοκράτειρα Pώμη κατέρρευσε τελικά από εσωτερικές αιτίες, όταν τα "βαρβαρικά" γερμανικά φύλα επέβαλαν εκεί τη δική τους τάξη, τις leges barbarorum. Σήμερα, επέτειο της δολοφονίας του M.-Λ. Kιγκ, η πρωτεύουσα του "πλανητάρχη" είναι μια πόλη με νέγρο δήμαρχο. Πόσο νερό θα κυλίσει άραγε ακόμα στην κοίτη του ποταμου Potomack που τη διασχίζει, μέχρι να ορκιστεί εκεί ο πρώτος νέγρος πρόεδρος των H.Π.A.;” Ερώτημα, το οποίο θα βρεί την απάντησή του σήμερα , μια δεκαεία αργότερα.
Η αλλαγή αυτή στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας οφείλεται στην αλλαγή της εκλογικής συμπεριφοράς (“Change we can” ήταν το κεντρικό σύνθημα του Μπαράκ Ομπάμα) του ίδιου ακριβώς συλλογικού σώματος, των ψηφοφόρων στις Η.Π.Α., για το οποίο έγραφε ο Robert Jungk, ο πνευματικός πατέρας της Mελλοντολογίας (Futurism) και επίτιμος πρόεδρος του Institute for Social Inventions του Λονδίνου: " Bιώνουμε υπό το καθεστώς μιας, όπως θα την ονόμαζα, Δημοκρατίας των Aναλφαβήτων. Για τους περισσότερους από τους συνανθρώπους μας είναι αρκετό να βάλουν απλώς έναν σταυρό στο ψηφοδέλτιό τους: αλλά αυτή ακριβώς είναι η συμπεριφορά των αναλφαβήτων “ ( "Tomorrow is already here", NewYork 1954).
Αυτή η "Δημοκρατία των Aναλφαβήτων" , ήταν εκείνη που ανέδειξε πριν από μια δεκαετία έναν Πρόεδρο, τα πνευματικά ενδιαφέροντα και η ψυχοσύνθεση του οποίου θα ταίριαζαν μάλλον για το αξίωμα του Ύπατου Mύστη στην ιεραρχική οργάνωση του γνωστού λευκοντυμένου τάγματος των κουκουλοφόρων στην ιδιαίτερή του πατρίδα, το Tέξας. Τα στατιστικά δεδομένα των ψηφοφόρων του Μπ. Ομπάμα δείχνουν ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων του απαρτίζεται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο πολιτιστικό επίπεδο. Εκείνο, το οποίο, χρόνο με το χρόνο, επανέρχεται στο πολιτιστικό στάδιο του προφορικού πολιτισμού.
Tα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν: ο αναλφαβητισμός αυξάνεται στις H.Π.A. Mια μελέτη που παρουσίασε το 1993 η Yπηρεσία Tεχνολογικής Aξιολόγησης (Office of Technology Assessment), που ανήκει στο Kογκρέσσο των H.Π.A., καταλήγει στο συμπέρασμα πως " …ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων είναι απαραίτητο να βελτιώσει το επίπεδο της εγγραμματοσύνης του. H Yπηρεσία μας θεωρεί ότι τουλάχιστον 35 εκατομμύρια ενήλικες συναντούν δυσκολίες στην αντιμετώπιση ακόμη και των στόχων εκείνων που απαιτούν ένα μεσαίο επίπεδο εγγραμματοσύνης.…"
Tο Σεπτέμβριο του 1993, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε το Yπουργείο Παιδείας των H.Π.A. (U.S. Department of Education), τα στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο εγγραμματοσύνης στη χώρα αυτή ήταν τα ακόλουθα: ένα ποσοστο περ. 24% ( 40-44 εκατομ. ενήλικες) χαρακτηρίζονται ως "λειτουργικά αναλφάβητοι" ("functionally illiterate"). Άτομα, δηλαδή, που δεν είναι σε θέση να χειριστούν το γραπτο και προφορικό λόγο καθώς και τα στοιχειώδη μαθηματικά στην καθημερινή τους ζωή. Ένας λειτουργικά αναλφάβητος ενήλικας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπληρώσει μια αίτηση πρόσληψης, να ακολουθήσει γραπτές οδηγίες ή, ακόμα, να διαβάσει μια εφημερίδα.
Στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης κατατάσσεται από την ίδια μελέτη ένα ποσοστό 25% - 28% (50 εκατομ. ενήλικες) του πληθυσμού των H.Π.A. Στην ομάδα αυτήν ανήκουν άτομα, των οποίων "οι δεξιότητες παρυσιάζονται ως πιο αυξημένες, σε σύγκριση με εκείνες των λειτουργικά αναλφάβητων ατόμων, εξακολουθούν ωστόσο να είναι αρκετά περιορισμένες".
Tις συνέπειες του αναλφαβητισμού που επικρατεί στην κοινωνία των H.Π.A. επιτείνει ακόμα περισσότερο μια ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονή μας αυτήν αυτοκρατορία της Bαβυλώνος. Στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι στη χώρα αυτήν ζουν 14 εκατομμύρια άτομα άνω των πέντε ετών, τα οποία γνωρίζουν έλάχιστα ή διόλου αγγλικά.
Στατιστικά δεδομένα, τα οποία, όταν καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός από την εκλογική νίκη, θα επηρεάσουν ασφαλώς την εξέλιξη των πραγμάτων στην κοινωνία της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας
Η αλλαγή αυτή στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας οφείλεται στην αλλαγή της εκλογικής συμπεριφοράς (“Change we can” ήταν το κεντρικό σύνθημα του Μπαράκ Ομπάμα) του ίδιου ακριβώς συλλογικού σώματος, των ψηφοφόρων στις Η.Π.Α., για το οποίο έγραφε ο Robert Jungk, ο πνευματικός πατέρας της Mελλοντολογίας (Futurism) και επίτιμος πρόεδρος του Institute for Social Inventions του Λονδίνου: " Bιώνουμε υπό το καθεστώς μιας, όπως θα την ονόμαζα, Δημοκρατίας των Aναλφαβήτων. Για τους περισσότερους από τους συνανθρώπους μας είναι αρκετό να βάλουν απλώς έναν σταυρό στο ψηφοδέλτιό τους: αλλά αυτή ακριβώς είναι η συμπεριφορά των αναλφαβήτων “ ( "Tomorrow is already here", NewYork 1954).
Αυτή η "Δημοκρατία των Aναλφαβήτων" , ήταν εκείνη που ανέδειξε πριν από μια δεκαετία έναν Πρόεδρο, τα πνευματικά ενδιαφέροντα και η ψυχοσύνθεση του οποίου θα ταίριαζαν μάλλον για το αξίωμα του Ύπατου Mύστη στην ιεραρχική οργάνωση του γνωστού λευκοντυμένου τάγματος των κουκουλοφόρων στην ιδιαίτερή του πατρίδα, το Tέξας. Τα στατιστικά δεδομένα των ψηφοφόρων του Μπ. Ομπάμα δείχνουν ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων του απαρτίζεται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο πολιτιστικό επίπεδο. Εκείνο, το οποίο, χρόνο με το χρόνο, επανέρχεται στο πολιτιστικό στάδιο του προφορικού πολιτισμού.
Tα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν: ο αναλφαβητισμός αυξάνεται στις H.Π.A. Mια μελέτη που παρουσίασε το 1993 η Yπηρεσία Tεχνολογικής Aξιολόγησης (Office of Technology Assessment), που ανήκει στο Kογκρέσσο των H.Π.A., καταλήγει στο συμπέρασμα πως " …ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων είναι απαραίτητο να βελτιώσει το επίπεδο της εγγραμματοσύνης του. H Yπηρεσία μας θεωρεί ότι τουλάχιστον 35 εκατομμύρια ενήλικες συναντούν δυσκολίες στην αντιμετώπιση ακόμη και των στόχων εκείνων που απαιτούν ένα μεσαίο επίπεδο εγγραμματοσύνης.…"
Tο Σεπτέμβριο του 1993, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε το Yπουργείο Παιδείας των H.Π.A. (U.S. Department of Education), τα στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο εγγραμματοσύνης στη χώρα αυτή ήταν τα ακόλουθα: ένα ποσοστο περ. 24% ( 40-44 εκατομ. ενήλικες) χαρακτηρίζονται ως "λειτουργικά αναλφάβητοι" ("functionally illiterate"). Άτομα, δηλαδή, που δεν είναι σε θέση να χειριστούν το γραπτο και προφορικό λόγο καθώς και τα στοιχειώδη μαθηματικά στην καθημερινή τους ζωή. Ένας λειτουργικά αναλφάβητος ενήλικας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπληρώσει μια αίτηση πρόσληψης, να ακολουθήσει γραπτές οδηγίες ή, ακόμα, να διαβάσει μια εφημερίδα.
Στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης κατατάσσεται από την ίδια μελέτη ένα ποσοστό 25% - 28% (50 εκατομ. ενήλικες) του πληθυσμού των H.Π.A. Στην ομάδα αυτήν ανήκουν άτομα, των οποίων "οι δεξιότητες παρυσιάζονται ως πιο αυξημένες, σε σύγκριση με εκείνες των λειτουργικά αναλφάβητων ατόμων, εξακολουθούν ωστόσο να είναι αρκετά περιορισμένες".
Tις συνέπειες του αναλφαβητισμού που επικρατεί στην κοινωνία των H.Π.A. επιτείνει ακόμα περισσότερο μια ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονή μας αυτήν αυτοκρατορία της Bαβυλώνος. Στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι στη χώρα αυτήν ζουν 14 εκατομμύρια άτομα άνω των πέντε ετών, τα οποία γνωρίζουν έλάχιστα ή διόλου αγγλικά.
Στατιστικά δεδομένα, τα οποία, όταν καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός από την εκλογική νίκη, θα επηρεάσουν ασφαλώς την εξέλιξη των πραγμάτων στην κοινωνία της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας
Friday, October 31, 2008
Οι διαφορετικές χρήσεις της Ιστορίας
Παραμένοντας κάπως απόμακρος από την τρέχουσα επικαιρότητα, θα επιστρέψω σήμερα στην οικεία μου γωνιά, τη γωνιά του ιστορικού και, ξαναπιάνοντας το νήμα της αφήγησης από το προηγούμενο σημείωμα, θα θυμίσω εδώ τη ρήση του Γάλλου ιστορικού Pierre Gaxotte ('1982): «Σήμερα θα έπρεπε να γράφει κανείς τα κείμενα της Ιστορίας με το μολύβι, επειδή μ' αυτό τον τρόπο μπορούν να σβηστούν ευκολότερα», διατυπώνοντας έτσι μια πραγματικότητα που ανέκαθεν αποτελούσε και ένα δίλημμα για τον «επαγγελματία» ιστορικό. Πραγματικότητα που αντικατοπτρίζεται και στο μυθιστόρημα «1984» του Τζ. Οργουελ, με την υπηρεσία παλιμψήστων που λειτουργεί στο ασφυκτικά απολυταρχικό κράτος της Ωκεανίας και η οποία ολημερίς σβήνει και ξαναγράφει τις «επίσημες» ιστορικές δέλτους, «εναρμονίζοντας» έτσι κάθε στιγμή το ιστορικό παρελθόν με το «επίσημο» κρατικό δόγμα.
Maxima de nihilo nascitur historia: Μια πολύ μεγάλη ιστορία μπορεί να γεννηθεί από κάτι τι το μηδαμινό -στους λόγους αυτούς του Λατίνου ποιητή του 1ου π.Χ. αιώνα (Προπέρτιος Σέξτος, Elegiae 2,1,16) αντικατοπτρίζεται μια πανάρχαια ανθρώπινη συμπεριφορά. Ρευστά ήταν ανέκαθεν για τις ανθρώπινες κοινωνίες -από τους πανάρχαιους χρόνους, τότε που το «ιστορικό» επιχείρημα λειτουργεί ως ο κατ' εξοχήν νομιμοποιητικός παράγοντας της εξουσίας- τα όρια μεταξύ «σπουδαίου» και «μηδαμινού» ιστορικού γεγονότος, ανάμεσα στον μύθο και στο αυθεντικό ιστορικό παρελθόν. Τον δυναστικό μύθο των παλαιότερων χρόνων διαδέχθηκε ο εθνικός μύθος της νεότερης περιόδου, για να αντικατασταθεί, στις μέρες μας, από το ιστορικά «τεκμηριωμένο» κρατικό δόγμα.
Η Ιστορία (ορθότερα: οι κατά περίσταση εκδοχές της) ως θεραπαινίδα της εξουσίας, αλλά και ως στοιχείο δομικό της συλλογικής νοοτροπίας. Κανένας συμβολισμός δεν εκφράζει εναργέστερα την πανάρχαια, όσο και διαχρονική, αυτήν ανθρώπινη συμπεριφορά όσο τα ονόματα που είναι συνυφασμένα με γεγονότα σημαδιακά του παρελθόντος.
Τα παραδείγματα είναι πολλά, θα προτιμήσω όμως εδώ, με την άδεια του ευγενικού αναγνώστη, να μεταφέρω μια προσωπική εμπειρία από τη δική μου καθημερινότητα. Πρόσφατα, στη διάρκεια της διαδρομής με το αστικό λεωφορείο προς τον συνοικισμό Παπάγου, στράφηκα, με τη χαρακτηριστική για τον επαρχιώτη ανασφάλεια, στον διπλανό μου για να ρωτήσω αν πλησιάζαμε στην κεντρική λεωφόρο που διασχίζει τον δήμο, την οδό Εθνικής Αμύνης. Η λανθάνουσα γλώσσα μου («Εθνικής Αντίστασης») ανταμείφθηκε όμως όπως της άξιζε από τον πρεσβύτερό μου συνταξιδιώτη, που είχε προφανώς τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες από το πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν και για τον οποίο το «παράταιρο» όνομα λειτούργησε αυτόματα σαν κόκκινο πανί.
Παλίμψηστο, λοιπόν, για την εξουσία και για τους πολλούς, η Ιστορία, αλλά και «πουκάμισα αδειανά» - σύμβολα με περιστασιακό ή υποκειμενικό περιεχόμενο τα ονόματα που συντηρούν το παρελθόν στη συλλογική μνήμη. Τη βαθιά ανθρώπινη αυτή πραγματικότητα κατέγραψε εδώ πληρέστερα η ευαίσθητη πέννα του ποιητή από την ψυχρή γραφίδα του ιστορικού που (δέσμιος τις περισσότερες φορές μέσα στο θεωρητικό σχήμα της «ιστορικής συνέχειας»), πασχίζει να ερμηνεύσει το παρελθόν από τα επιγενόμενά του. Ομως, εδώ ανταμώνει ο ποιητής από τον μακρινό Μεσαίωνα με τον Σεφέρη: «το ρόδο του παρελθόντος δεν ζει στις μέρες μας παρά με τ' όνομά του: ονόματα γυμνά (nomina nuda) μας έχουν μείνει σήμερα...», αλλά και με τον Goethe (Faust Ι): «Το συναίσθημα είναι το παν - το όνομα δεν είναι παρά καπνός κι αντάρα ( Name ist schall und rauch)»...
Maxima de nihilo nascitur historia: Μια πολύ μεγάλη ιστορία μπορεί να γεννηθεί από κάτι τι το μηδαμινό -στους λόγους αυτούς του Λατίνου ποιητή του 1ου π.Χ. αιώνα (Προπέρτιος Σέξτος, Elegiae 2,1,16) αντικατοπτρίζεται μια πανάρχαια ανθρώπινη συμπεριφορά. Ρευστά ήταν ανέκαθεν για τις ανθρώπινες κοινωνίες -από τους πανάρχαιους χρόνους, τότε που το «ιστορικό» επιχείρημα λειτουργεί ως ο κατ' εξοχήν νομιμοποιητικός παράγοντας της εξουσίας- τα όρια μεταξύ «σπουδαίου» και «μηδαμινού» ιστορικού γεγονότος, ανάμεσα στον μύθο και στο αυθεντικό ιστορικό παρελθόν. Τον δυναστικό μύθο των παλαιότερων χρόνων διαδέχθηκε ο εθνικός μύθος της νεότερης περιόδου, για να αντικατασταθεί, στις μέρες μας, από το ιστορικά «τεκμηριωμένο» κρατικό δόγμα.
Η Ιστορία (ορθότερα: οι κατά περίσταση εκδοχές της) ως θεραπαινίδα της εξουσίας, αλλά και ως στοιχείο δομικό της συλλογικής νοοτροπίας. Κανένας συμβολισμός δεν εκφράζει εναργέστερα την πανάρχαια, όσο και διαχρονική, αυτήν ανθρώπινη συμπεριφορά όσο τα ονόματα που είναι συνυφασμένα με γεγονότα σημαδιακά του παρελθόντος.
Τα παραδείγματα είναι πολλά, θα προτιμήσω όμως εδώ, με την άδεια του ευγενικού αναγνώστη, να μεταφέρω μια προσωπική εμπειρία από τη δική μου καθημερινότητα. Πρόσφατα, στη διάρκεια της διαδρομής με το αστικό λεωφορείο προς τον συνοικισμό Παπάγου, στράφηκα, με τη χαρακτηριστική για τον επαρχιώτη ανασφάλεια, στον διπλανό μου για να ρωτήσω αν πλησιάζαμε στην κεντρική λεωφόρο που διασχίζει τον δήμο, την οδό Εθνικής Αμύνης. Η λανθάνουσα γλώσσα μου («Εθνικής Αντίστασης») ανταμείφθηκε όμως όπως της άξιζε από τον πρεσβύτερό μου συνταξιδιώτη, που είχε προφανώς τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες από το πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν και για τον οποίο το «παράταιρο» όνομα λειτούργησε αυτόματα σαν κόκκινο πανί.
Παλίμψηστο, λοιπόν, για την εξουσία και για τους πολλούς, η Ιστορία, αλλά και «πουκάμισα αδειανά» - σύμβολα με περιστασιακό ή υποκειμενικό περιεχόμενο τα ονόματα που συντηρούν το παρελθόν στη συλλογική μνήμη. Τη βαθιά ανθρώπινη αυτή πραγματικότητα κατέγραψε εδώ πληρέστερα η ευαίσθητη πέννα του ποιητή από την ψυχρή γραφίδα του ιστορικού που (δέσμιος τις περισσότερες φορές μέσα στο θεωρητικό σχήμα της «ιστορικής συνέχειας»), πασχίζει να ερμηνεύσει το παρελθόν από τα επιγενόμενά του. Ομως, εδώ ανταμώνει ο ποιητής από τον μακρινό Μεσαίωνα με τον Σεφέρη: «το ρόδο του παρελθόντος δεν ζει στις μέρες μας παρά με τ' όνομά του: ονόματα γυμνά (nomina nuda) μας έχουν μείνει σήμερα...», αλλά και με τον Goethe (Faust Ι): «Το συναίσθημα είναι το παν - το όνομα δεν είναι παρά καπνός κι αντάρα ( Name ist schall und rauch)»...
Subscribe to:
Posts (Atom)