Αν το επιθυμείτε, μπορείτε μέσω του e-mail μου (victor@the.forthnet.gr) να μου δώσετε
διευθύνσεις για να σας στείλω (χωρις, εννοείται, κάποια υποχρεώση του παραλήπτη)
δημοσιe;yματα και βιβλία μου.
Wednesday, March 24, 2010
Wednesday, March 17, 2010
Περί Tευτονικής υπεροψίας
Στο πρώτο μέρος του "Φάουστ", στη σκηνή έξω από την πύλη, παρουσιάζει ο Γκέτε τους "κάθε λογής" περιπατητές να εκθέτουν ο καθένας τη δική του άποψη για τη γενικότερη κατάσταση της εποχής τους. Mάστορες, καμαριέρες, σπουδαστές, στρατιώτες και άλλοι, συνθέτουν με τους σύντομους μονολόγους τους ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό: "τη φωνή του λαού", όπως θα την ονομάσει με μιαν αδιόρατη ειρωνεία αυτός ο ποιητής-άρχοντας.
Aπό την πολύχρωμη αυτή παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που με τη δήλωσή του προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα", λέει, "καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Κατά τους δυο γεμάτους αιώνες που ακολούθησαν ( ναι, κυριολεκτικά μέχρι τις μέρες μας) το πνεύμα αυτού του μεγαλοαστού βρυκολάκιασε διαχρονικά στο δημόσιο βίο της πατρίδας του Γκέτε καθ’όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών φάσεων της ως κρατικού μορφώματος. Μετά την συνένωση την γερμανικών κρατιδίων το 1871 από τον Βίσμαρκ και τη δημιουργία του επονομαζόμενου “Β’ Ρά¨ιχ” ο γερμανός μεγαλοαστός δεν περιορίζεται μόνον να παρακολουθεί απλώς μέσα από την θαλπωρή της ιδιοκτησίας του από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή, αλλά σκαρφίζεται και τις λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών.. Ως μεγαλομέτοχος πλέον της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας του θα μεριμνήσει για το αυγάτισμα, τη συσσώρευση του κεφαλαίου του που προέρχεται από την αφαίμαξη του υπερπροϊόντος των “ανώριμων” λαών μέσω των εξαγωγών ολοένα και πιο εξελιγμένων φονικών συστημάτων.
Ο ήρωάς μας πλέον ανήκει στην τάξη των Kriegsgewinnler ( τεχνικός όρος που αποδίδει, με τη θαυμαστή επάρκεια της γερμανικής γλώσσας, τον κερδοσκόπο που επενδύει στον πόλεμο) που είναι και οι αφανείς πρωταγωνιστές των δυο παγκοσμίων πολέμων. Μια στάση ζωής που τη συνοδεύει η διαχρονική υπεροψία που θα αποτελέσει και το φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, το “Γ’ Ράϊχ “ που θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Η τευτονική υπεροψία απέναντι στην χρεωκοπημένη σημερινή Ελλάδα που εκφράζεται τόσο από τα γερμανικά Μ.Ε. όσο και από την άρνηση της επίσημης Γερμανίας να συνδράμει οικονομικά τον “άφρονα” εταίρο της βρίσκονται και σήμερα στην πρώτη θέση της επικαιρότητας. ΄Ενα δεδομένο που οδηγεί τον “κοιν’ο” συμπολίτη μας στο καταθλιπτικό ερώτημα πότε βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση ως κοινωνικό σύνολο: στους χρόνους της γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας, όταν εκχωρήθηκε, με τη γνωστή μεθόδευση, στο γερμανικό “Γ’ Ράίχ” το “δάνειο” ή σήμερα που, όντας με το υστέρημα του εθνικού μας υπερπροϊόντος από τους καλύτερους πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, βιώνουμε τον απροκάλυπτο εκβιασμό των πολεμικών βαρόνων στη χώρα της κ. Μέρκελ για να παραμείνουμε προσδεδεμένοι ως οικονομικοί είλωτες της πολεμικής της βιομηχανίας.
Ερώτημα ωστόσο, το οποίο (όπως θα διαπιστώσει κανείς από τα δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο) δεν απασχολεί μόνον τον κοινό συνέλληνα, αλλά και την προοδευτική διανόηση στη σημερινή Γερμανία. Είναι αυτή η “άλλη” Γερμανία που είχα την καλή τύχη να γνωρίσω στα χρόνια της νιότης και των σπουδών μου εκεί. Είναι η Γερμανία των ποιητών και των στοχαστών που, για καλή μας τύχη, δεν έχει εξαφανισθεί από τη βαρβαρότητα των ημερών μας.
Aπό την πολύχρωμη αυτή παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που με τη δήλωσή του προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα", λέει, "καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Κατά τους δυο γεμάτους αιώνες που ακολούθησαν ( ναι, κυριολεκτικά μέχρι τις μέρες μας) το πνεύμα αυτού του μεγαλοαστού βρυκολάκιασε διαχρονικά στο δημόσιο βίο της πατρίδας του Γκέτε καθ’όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών φάσεων της ως κρατικού μορφώματος. Μετά την συνένωση την γερμανικών κρατιδίων το 1871 από τον Βίσμαρκ και τη δημιουργία του επονομαζόμενου “Β’ Ρά¨ιχ” ο γερμανός μεγαλοαστός δεν περιορίζεται μόνον να παρακολουθεί απλώς μέσα από την θαλπωρή της ιδιοκτησίας του από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή, αλλά σκαρφίζεται και τις λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών.. Ως μεγαλομέτοχος πλέον της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας του θα μεριμνήσει για το αυγάτισμα, τη συσσώρευση του κεφαλαίου του που προέρχεται από την αφαίμαξη του υπερπροϊόντος των “ανώριμων” λαών μέσω των εξαγωγών ολοένα και πιο εξελιγμένων φονικών συστημάτων.
Ο ήρωάς μας πλέον ανήκει στην τάξη των Kriegsgewinnler ( τεχνικός όρος που αποδίδει, με τη θαυμαστή επάρκεια της γερμανικής γλώσσας, τον κερδοσκόπο που επενδύει στον πόλεμο) που είναι και οι αφανείς πρωταγωνιστές των δυο παγκοσμίων πολέμων. Μια στάση ζωής που τη συνοδεύει η διαχρονική υπεροψία που θα αποτελέσει και το φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, το “Γ’ Ράϊχ “ που θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Η τευτονική υπεροψία απέναντι στην χρεωκοπημένη σημερινή Ελλάδα που εκφράζεται τόσο από τα γερμανικά Μ.Ε. όσο και από την άρνηση της επίσημης Γερμανίας να συνδράμει οικονομικά τον “άφρονα” εταίρο της βρίσκονται και σήμερα στην πρώτη θέση της επικαιρότητας. ΄Ενα δεδομένο που οδηγεί τον “κοιν’ο” συμπολίτη μας στο καταθλιπτικό ερώτημα πότε βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση ως κοινωνικό σύνολο: στους χρόνους της γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας, όταν εκχωρήθηκε, με τη γνωστή μεθόδευση, στο γερμανικό “Γ’ Ράίχ” το “δάνειο” ή σήμερα που, όντας με το υστέρημα του εθνικού μας υπερπροϊόντος από τους καλύτερους πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, βιώνουμε τον απροκάλυπτο εκβιασμό των πολεμικών βαρόνων στη χώρα της κ. Μέρκελ για να παραμείνουμε προσδεδεμένοι ως οικονομικοί είλωτες της πολεμικής της βιομηχανίας.
Ερώτημα ωστόσο, το οποίο (όπως θα διαπιστώσει κανείς από τα δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο) δεν απασχολεί μόνον τον κοινό συνέλληνα, αλλά και την προοδευτική διανόηση στη σημερινή Γερμανία. Είναι αυτή η “άλλη” Γερμανία που είχα την καλή τύχη να γνωρίσω στα χρόνια της νιότης και των σπουδών μου εκεί. Είναι η Γερμανία των ποιητών και των στοχαστών που, για καλή μας τύχη, δεν έχει εξαφανισθεί από τη βαρβαρότητα των ημερών μας.
Wednesday, March 3, 2010
Ένα ελληνικό κοινωνικό φαινόμενο: η Ετεροτοπία
Η . οπωσδήποτε αρνητική, δημοσιότητα , που συνοδεύει σε διεθνές επίπεδο, τη χώρα μας σήμερα, οι δυσοίωνες προοπτικές που προδιαγράφονται, (ουσιαστικά: η χρεοκοπία μας ως κράτος, που δεν έχουμε ακόμα αντιληφθεί πλήρως), αλλά (το χειρότερο), η αυτοκαταστροφική μας συλλογική εμμονή να αναζητούμε τη ρίζα της κακοδαιμονίας μας σε κάποιες φαντασιακές και υπερβατικές κατηγορίες, ( όπως την «ανθελληνική συνωμοσία» ή το «διεθνές κεφάλαιο») είναι οι παράγοντες εκείνοι που υπαγορεύουν τις απαισιόδοξες διαθέσεις με τις οποίες συντάσσεται του σημερινό μου σημειώμα. Υπό το κράτος λοιπόν της αμηχανίας που διακατέχει τον «κοινό» συνέλληνα θα πασχίσω να αναζητήσω την αιτία της κρίσης όχι σε κάποιους εξωγενείς παράγοντες, αλλά σ’αυτήν την ίδια την ιστορική μας περιπέτεια ως κοινωνικού συνόλου.
Η πατρίδα μας συνιστά, ως πολιτειακή πραγματικότητα, μιαν αποκλειστικότητα, διότι- μόνη αυτή στη σημερινή Ευρώπη- παρουσιάζει το φαινόμενο του συνταγματικού συγκρητισμού , της επιβίωσης δηλαδή αρχέγονων στοιχείων εθιμικού δικαίου, τα οποία, στην καθημερινή πράξη, υπερισχύουν πολλές φορές και αυτών ακόμα των προσδιορισμένων από το γραπτό Σύνταγμα θεσμών. ΄Ετσι ο θρησκειολογικός όρος «συγκρητισμός» περιγράφει πληρέστερα την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το δημόσιο βίο της σημερινής Ελλάδος. Ενός , τυπικά, κράτους-μέλους της Ε.Ε., το οποίο, αν και δανείστηκε από τη Δύση τους πολιτειακούς θεσμούς του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, εξακολουθεί να διατηρεί στη συλλογική νοοτροπία των υπηκόων του έθιμα και πρακτικές από το μεσαιωνικό παρελθόν της χώρας αλλά και από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, Χαρακτηριστική είναι εδώ η στάση τόσο κάποιων από τους κατά καιρούς αιρετούς άρχοντες όσο και συλλογικών φορέων εκπροσώπησης, οι οποίοι, σε στιγμές από τις συνήθεις εσωτερικές μας κρίσεις, διατείνονται ότι «πάνω από τους (συνταγματικούς ) θεσμούς παραμένει η βούληση του λαού».
Παρακάμπτοντας όμως τις ιστορικές αιτίες του φαινομένου, αξίζει ( τώρα ιδιαίτερα με την εθνική μας αυτοκαταστροφή που επίκειται από το ξέσπασμα των «ταξικών» αγώνων που θα προκαλέσουν τα οργανωμένα συνδικάτα)να αναλογιστούμε τις συνέπειες που επίκεινται.
Η εικόνα , την οποία παρουσιάζει η σημερινή Ελλάδα σε κάθε αμέτοχο ξένο παρατηρητή είναι εκείνη μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ένα πλήθος από ομάδες, οι οποίες, αν δεν αλληλοσπαράσσονται, αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης. Φαινόμενο, το οποίο αδυνατεί να προσεγγίσει κανείς με τις συμβατικές μεθόδους κοινωνικής έρευνας, αλλά και με την οποιανδήποτε παραλλαγή νεοεγελιανής (κοινώς: «μαρξιστικός»0 θεώρησης περί ταξικης αντίθεσης.
Οι σημερινοί υπήκοοι της χώρας-μέλους της Ε.Ε. αποτελούν μια συμπαγή εθνογλωσσική ενότητα με κοινές, μακραίωνες ιστορικές εμπειρίες και κοινό ένδοξο παρελθόν, κοινή γλώσσα και θρησκεία. Στους κόλπους όμως της ελληνικής κοινωνίας συνυπάρχουν απλώς – χωρίς τον (αυτονόητο για μια σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία) συνεκτικό ιστό της έμπρακτης και ενσυνείδητης κοινωνικής αλληλεγγύης- εσωστρεφείς και περιχαρακωμένες μέσα στην ιδιοτέλειά τους, οι παραπάνω ομάδες.
΄Ενα αξιοπερίεργο απολίθωμα για τους Ευρωπαίους εταίρους, αλλά αδηφάγο καρκίνωμα για το κοινωνικό μωσαϊκό της σημερινής Ελλάδος, το αναχρονιστικό αυτό φαινόμενο της επιβίωσης του βυζαντινού σωματείου (κλειστής επαγγελματικής συντεχνίας) και του esnaf της Τουρκοκρατίας, η κάθε ομάδα αποτελεί έναν κλειστό μικρόκοσμο που αυτοπροσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με όλες τις υπόλοιπες. Μια νησίδα απομονωμένη, όπ0υ δεν ισχύουν ο κοινωνικός συμβιβασμός και η αλληλεγγύη, ο χώρος αυτός αποτελεί, σύμφωνα με τον προσφυή χαρακτηρισμό του Μ. Φουκώ , την ετεροτοπία. ΄Εναν κόσμο «έτερο» (mundus idem et alter) στο χώρο ενός δεδομένου ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Με τις ετεροτοπίες θα ασχοληθούμε και στο επόμενο σημείωμα, όταν πλέον θα έχουν εξαγγελθεί τα κυβερνητικά μέτρα που, οπωσδήποτε, θα αφυπνίσουν την ιδιοτέλεια της μιας ή της άλλης κλειστής ομάδας....
Η πατρίδα μας συνιστά, ως πολιτειακή πραγματικότητα, μιαν αποκλειστικότητα, διότι- μόνη αυτή στη σημερινή Ευρώπη- παρουσιάζει το φαινόμενο του συνταγματικού συγκρητισμού , της επιβίωσης δηλαδή αρχέγονων στοιχείων εθιμικού δικαίου, τα οποία, στην καθημερινή πράξη, υπερισχύουν πολλές φορές και αυτών ακόμα των προσδιορισμένων από το γραπτό Σύνταγμα θεσμών. ΄Ετσι ο θρησκειολογικός όρος «συγκρητισμός» περιγράφει πληρέστερα την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το δημόσιο βίο της σημερινής Ελλάδος. Ενός , τυπικά, κράτους-μέλους της Ε.Ε., το οποίο, αν και δανείστηκε από τη Δύση τους πολιτειακούς θεσμούς του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, εξακολουθεί να διατηρεί στη συλλογική νοοτροπία των υπηκόων του έθιμα και πρακτικές από το μεσαιωνικό παρελθόν της χώρας αλλά και από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, Χαρακτηριστική είναι εδώ η στάση τόσο κάποιων από τους κατά καιρούς αιρετούς άρχοντες όσο και συλλογικών φορέων εκπροσώπησης, οι οποίοι, σε στιγμές από τις συνήθεις εσωτερικές μας κρίσεις, διατείνονται ότι «πάνω από τους (συνταγματικούς ) θεσμούς παραμένει η βούληση του λαού».
Παρακάμπτοντας όμως τις ιστορικές αιτίες του φαινομένου, αξίζει ( τώρα ιδιαίτερα με την εθνική μας αυτοκαταστροφή που επίκειται από το ξέσπασμα των «ταξικών» αγώνων που θα προκαλέσουν τα οργανωμένα συνδικάτα)να αναλογιστούμε τις συνέπειες που επίκεινται.
Η εικόνα , την οποία παρουσιάζει η σημερινή Ελλάδα σε κάθε αμέτοχο ξένο παρατηρητή είναι εκείνη μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ένα πλήθος από ομάδες, οι οποίες, αν δεν αλληλοσπαράσσονται, αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης. Φαινόμενο, το οποίο αδυνατεί να προσεγγίσει κανείς με τις συμβατικές μεθόδους κοινωνικής έρευνας, αλλά και με την οποιανδήποτε παραλλαγή νεοεγελιανής (κοινώς: «μαρξιστικός»0 θεώρησης περί ταξικης αντίθεσης.
Οι σημερινοί υπήκοοι της χώρας-μέλους της Ε.Ε. αποτελούν μια συμπαγή εθνογλωσσική ενότητα με κοινές, μακραίωνες ιστορικές εμπειρίες και κοινό ένδοξο παρελθόν, κοινή γλώσσα και θρησκεία. Στους κόλπους όμως της ελληνικής κοινωνίας συνυπάρχουν απλώς – χωρίς τον (αυτονόητο για μια σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία) συνεκτικό ιστό της έμπρακτης και ενσυνείδητης κοινωνικής αλληλεγγύης- εσωστρεφείς και περιχαρακωμένες μέσα στην ιδιοτέλειά τους, οι παραπάνω ομάδες.
΄Ενα αξιοπερίεργο απολίθωμα για τους Ευρωπαίους εταίρους, αλλά αδηφάγο καρκίνωμα για το κοινωνικό μωσαϊκό της σημερινής Ελλάδος, το αναχρονιστικό αυτό φαινόμενο της επιβίωσης του βυζαντινού σωματείου (κλειστής επαγγελματικής συντεχνίας) και του esnaf της Τουρκοκρατίας, η κάθε ομάδα αποτελεί έναν κλειστό μικρόκοσμο που αυτοπροσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με όλες τις υπόλοιπες. Μια νησίδα απομονωμένη, όπ0υ δεν ισχύουν ο κοινωνικός συμβιβασμός και η αλληλεγγύη, ο χώρος αυτός αποτελεί, σύμφωνα με τον προσφυή χαρακτηρισμό του Μ. Φουκώ , την ετεροτοπία. ΄Εναν κόσμο «έτερο» (mundus idem et alter) στο χώρο ενός δεδομένου ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Με τις ετεροτοπίες θα ασχοληθούμε και στο επόμενο σημείωμα, όταν πλέον θα έχουν εξαγγελθεί τα κυβερνητικά μέτρα που, οπωσδήποτε, θα αφυπνίσουν την ιδιοτέλεια της μιας ή της άλλης κλειστής ομάδας....
Wednesday, February 17, 2010
Σημειώσεις στο περιθώριο της τρέχουσας επικαιρότητας
« Ο άνθρωπος είναι, πολλές φορές, ο ίδιος αφεντικό της μοίρας του. Ας μην αναζητούμε λοιπόν, αγαπητέ Βρούτε, το στίγμα του εθελόδουλου σε κάποιο αστρικό μας ζώδιο, αλλά στον ίδιο τον εαυτό μας»
« H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον απερίγραπτο πλούτο δυνατοτήτων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος είναι εκείνος, που ενεργεί, που έχει όλες τις δυνατότητες, που αγωνίζεται· δεν είναι διόλου η "Iστορία", που , σαν να ήταν κάποιο ιδιαίτερο άτομο, μεταχειρίζεται τον άνθρωπο ως μέσον για να επιτύχει τους στόχους της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς "
Δυόμισι περίπου αιώνες χωρίζουν χρονικά τα δυο παραπάνω αποσπάσματα. Παραθέματα από δυο γραμματειακά είδη διαφορετικά, που αντανακλούν, ωστόσο, τόσο για τον ποιητή (Σαίξπηρ, «Ιούλιος Καίσαρ»)όσο και για τους δυο νεο -εγελιανούς κοινωνικούς οραματιστές ( K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, «H Aγία Oικογένεια») μια ταυτόσημη ανθρωποκεντρική θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ελεύθερη ανθρώπινη βούληση που ενεργεί αυτόνομη , η ανθρώπινη πράξη που αναπτύσσεται ελεύθερη από κάποιους υπερβατικούς παράγοντες – μια εμπειρία που επαναλαμβάνεται, καλύπτοντας ολόκληρο το χρονικό φάσμα της ανθρώπινης Ιστορίας, από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι, κυριολεκτικά, τις μέρες μας.
Αφού όμως ο ανθρώπινος παράγων αποτελεί ένα κατεξοχήν γενεσιουργό αίτιο που υπαγορεύει την ιστορική εξέλιξη, θα πρέπει να δεχθούμε ότι στην Ιστορία παραμένει πάντα ανοιχτή μια δυνητική εξέλιξη. Με άλλα λόγια, τα γεγονότα εξελίσσονται ανάλογα με την ενεργό πράξη του ατόμου που είναι και ο εκάστοτε φορέας της Εξουσίας. Το παράδειγμα που χρησιμοποιούμε για την περίπτωση αυτήν είναι, νομίζω, διδακτικό: όταν θέτει κανείς το (ρητορικό) ερώτημα «που θα βρισκόταν η Ελλάδα σήμερα, αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (senior), δεν ακολουθούσε την πολιτική της ένταξής μας στην τότε ΕΟΚ» θεωρεί ως δεδομένη μια διαφορετική αλληλουχία των γεγονότων που ακολούθησαν μετά την πολιτική πράξη του εν λόγω πολιτικού άνδρα. Μια διαφορετική εξέλιξη, δηλαδή, κατά την τελευταία τριακονταετία της ιστορικής μας περιπέτειας.
Καταμεσίς στη δίνη των γεγονότων μιας ζοφερής πραγματικότητας που μας περιβάλλει, μέσα στην τρέχουσα κρίση που βιώνουμε ως κοινωνικό σύνολο, αποτελεί, νομίζω, μια επιτακτική ανάγκη να προσφύγουμε στην ιστορική εμπειρία και, υπερβαίνοντας τις όποιες μικροκομματικές μας διαφορές ή, ακόμα, και τα όποια επιμέρους συντεχνιακά μας υλικά συμφέροντα, να αξιολογήσουμε την πολιτική πράξη των αιρετών μας αρχόντων και, ανάλογα, να προσαρμόσουμε κι’εμείς ως κοινωνικό σύνολο την συλλογική μας συμπεριφορά.
Άδηλο είναι βέβαια το μέλλον και δυσθεώρητες για τον κοινό πολίτη οι συνέπειες από την πολιτική πράξη των σημερινών αιρετών μας αρχόντων, οι ενέργειες των οποίων μας παρέχουν ωστόσο ένα μέτρο σύγκρισης και για τη δική μας συμπεριφορά ως αρχομένων. Ξεκάθαρη είναι ωστόσο σήμερα η πολιτεία των δυο πρωταγωνιστών της πολιτικής μας σκηνής, οι οποίοι γνώριζαν και οι δυο τους τις συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης που βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Ο ένας, ο προηγούμενος πρωθυπουργός, προτίμησε να ακολουθήσει την οδό των εκλογών και παραμένει έκτοτε ρίψασπις και ιδιοτεύων. Ο έτερος ανήλθε στην εξουσία έχοντας την πρόδηλη πρόθεση να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες συνταγές των Βρυξελλών, παραμερίζοντας ακόμα και τις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του.
Μια απόπειρα υπέρβασης, μια ρεαλπολιτίκ, την οποία, στους χαλεπούς καιρούς μας, δεν μας μένει παρά να στηρίξουμε με τη στάση μας.
« H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον απερίγραπτο πλούτο δυνατοτήτων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος είναι εκείνος, που ενεργεί, που έχει όλες τις δυνατότητες, που αγωνίζεται· δεν είναι διόλου η "Iστορία", που , σαν να ήταν κάποιο ιδιαίτερο άτομο, μεταχειρίζεται τον άνθρωπο ως μέσον για να επιτύχει τους στόχους της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς "
Δυόμισι περίπου αιώνες χωρίζουν χρονικά τα δυο παραπάνω αποσπάσματα. Παραθέματα από δυο γραμματειακά είδη διαφορετικά, που αντανακλούν, ωστόσο, τόσο για τον ποιητή (Σαίξπηρ, «Ιούλιος Καίσαρ»)όσο και για τους δυο νεο -εγελιανούς κοινωνικούς οραματιστές ( K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, «H Aγία Oικογένεια») μια ταυτόσημη ανθρωποκεντρική θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ελεύθερη ανθρώπινη βούληση που ενεργεί αυτόνομη , η ανθρώπινη πράξη που αναπτύσσεται ελεύθερη από κάποιους υπερβατικούς παράγοντες – μια εμπειρία που επαναλαμβάνεται, καλύπτοντας ολόκληρο το χρονικό φάσμα της ανθρώπινης Ιστορίας, από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι, κυριολεκτικά, τις μέρες μας.
Αφού όμως ο ανθρώπινος παράγων αποτελεί ένα κατεξοχήν γενεσιουργό αίτιο που υπαγορεύει την ιστορική εξέλιξη, θα πρέπει να δεχθούμε ότι στην Ιστορία παραμένει πάντα ανοιχτή μια δυνητική εξέλιξη. Με άλλα λόγια, τα γεγονότα εξελίσσονται ανάλογα με την ενεργό πράξη του ατόμου που είναι και ο εκάστοτε φορέας της Εξουσίας. Το παράδειγμα που χρησιμοποιούμε για την περίπτωση αυτήν είναι, νομίζω, διδακτικό: όταν θέτει κανείς το (ρητορικό) ερώτημα «που θα βρισκόταν η Ελλάδα σήμερα, αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (senior), δεν ακολουθούσε την πολιτική της ένταξής μας στην τότε ΕΟΚ» θεωρεί ως δεδομένη μια διαφορετική αλληλουχία των γεγονότων που ακολούθησαν μετά την πολιτική πράξη του εν λόγω πολιτικού άνδρα. Μια διαφορετική εξέλιξη, δηλαδή, κατά την τελευταία τριακονταετία της ιστορικής μας περιπέτειας.
Καταμεσίς στη δίνη των γεγονότων μιας ζοφερής πραγματικότητας που μας περιβάλλει, μέσα στην τρέχουσα κρίση που βιώνουμε ως κοινωνικό σύνολο, αποτελεί, νομίζω, μια επιτακτική ανάγκη να προσφύγουμε στην ιστορική εμπειρία και, υπερβαίνοντας τις όποιες μικροκομματικές μας διαφορές ή, ακόμα, και τα όποια επιμέρους συντεχνιακά μας υλικά συμφέροντα, να αξιολογήσουμε την πολιτική πράξη των αιρετών μας αρχόντων και, ανάλογα, να προσαρμόσουμε κι’εμείς ως κοινωνικό σύνολο την συλλογική μας συμπεριφορά.
Άδηλο είναι βέβαια το μέλλον και δυσθεώρητες για τον κοινό πολίτη οι συνέπειες από την πολιτική πράξη των σημερινών αιρετών μας αρχόντων, οι ενέργειες των οποίων μας παρέχουν ωστόσο ένα μέτρο σύγκρισης και για τη δική μας συμπεριφορά ως αρχομένων. Ξεκάθαρη είναι ωστόσο σήμερα η πολιτεία των δυο πρωταγωνιστών της πολιτικής μας σκηνής, οι οποίοι γνώριζαν και οι δυο τους τις συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης που βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Ο ένας, ο προηγούμενος πρωθυπουργός, προτίμησε να ακολουθήσει την οδό των εκλογών και παραμένει έκτοτε ρίψασπις και ιδιοτεύων. Ο έτερος ανήλθε στην εξουσία έχοντας την πρόδηλη πρόθεση να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες συνταγές των Βρυξελλών, παραμερίζοντας ακόμα και τις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του.
Μια απόπειρα υπέρβασης, μια ρεαλπολιτίκ, την οποία, στους χαλεπούς καιρούς μας, δεν μας μένει παρά να στηρίξουμε με τη στάση μας.
Wednesday, February 3, 2010
Είδωλα και εικόνες
Είδωλα και εικόνες
΄Οσο περνούν οι μέρες, όσο βουλιάζουμε ως κοινωνικό σύνολο ακόμη πιο βαθιά στο τέναγος της πρωτόφαντης οικονομικής κρίσης, τόσο περισσότερο αποκαλύπτονται μπρός στα μάτια του κάθε απλού συνέλληνα όλο και περισσότερες λεπτομέρειες από το τερατούργημα που μας άφησε “πεσκέσι”, εγκαταλειποντας τα δώματα της Εξουσίας, η προηγούμενη κυβέρνηση και ο αρχηγός της. Το μέγεθος του φαινομένου αυτού (στο οποίο στο προσεχές μέλλον θα αναφερόμαστε πλέον χρησιμοποιώντας αυγκεκριμένους τεχνικούς όρους της νομικής επιστήμης) εμφανίστηκε μάλιστα προχθές- με την δραματική έκκληση του σημερινού πρωθυπουργου, στα αισθήματα φιλοπατρίας όλων μας- σε μια πληρέστερη διάσταση.
Τώρα φάνηκε ξεκάθαρα- μετά τη δραματική έκκληση του σημ. Πρωθυπουργού, ο οποίος, ευθαρσώς, πήρε και την ευθύνη για τα αναμφισβήτητα επαχθή μέτρα του Προγράμματος Σταθερότητος- ο αυθεντικός χαρακτήρας της δημόσιας εικόνας που καλλιεργούσε σε όλο το διάστημα της διακυβέρνησής του, ο προηγούμενος αιρετός μας ηγέτης. ΄Ενα στιλ σοβαροφάνειας με εξαγγελίες για κάποιες δραματικές αποφάσεις (“για το καλό” του σημερινού πληθυμού) που όμως δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Η δημόσια εμφάνιση του τέως πρωθυπουργού παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του, ένα εκτόπλασμα, ένα είδωλο χωρις κάποιο αυθεντικό πρωτότυπο. Μια δημόσια εικόνα, την οποία ο τέως πρωθυπουργός αποκαθήλωσε ο ίδιος όταν, προφανώς κουρασμένος από το παιχνίδι, κατάλαβε ότι η κρίση είχε πλέον περάσει από την Κερκοπορτα εντός των τειχών .
Η δημοσιονομική κρίση ( για την οποία δεν θα πρέπει να είμαστε “ευγνώμονες” σε κανέναν άλλον παρά στους ίδιους τους εαυτούς μας και στους αιρετούς άρχοντες που επιλέγουμε) έφερε όμως στο προσκήνιο, με κάποια δηλητηριώδη δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, μια πτυχή από τη συλλογική νοοτροπία που, διαχρονικά, χαρακτηρίζει την Εσπερία. Πρόκειται για την εικόνα του “σχισματικού Έλληνα” (Graecus schismaticus) που εκπορεύεται από την παπική ιστοριογραφία και περνά στην ακαδημαϊκή διδασκαλία του μεσαιωνικού πανεπιστημίου της Δύσης.
Μια εικόνα που δεν εκριζώνεται ούτε μετά τη Mεταρρύθμιση, ούτε μετά την εκκοσμίκευση και τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της διανόησης του Διαφωτισμού: η Aνατολή τοποθετείται στον πολιτισμικό χάρτη που χαράσσει η Δύση σε υποδέεστερη μοίρα. Iδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, όταν η αποικιοκρατική Eυρώπη ασκεί όχι μόνο την εξουσία επί του του 85% της έκτασης του πλανήτη μας αλλά και ελέγχει τη γνώση για τον πολιτισμό, τις γλώσσες και τις “νοοτροπίες” των κατοίκων του επιβάλλει αυτάρεσκα το σχήμα της “προοδευτικής” και “ορθολογιστικής” Δύσης απέναντι στις “οπισθοδρομικές”, “παραδοσιακές” και “μυστικοπαθείς” κοινωνίες της Aνατολής . Στην πολιτισμική αυτή κλίμακα που καθορίζει η Δύση, οι ορθόδοξες κοινωνίες τοποθετούνται στην Aνατολή, σε κάπως υψηλότερη κλίμακα από εκείνες του Iσλάμ και των υπόλοιπων ανατολικών θρησκειών. Aπό τον κανόνα αυτόν δεν μπορεί να εξαιρεθεί ούτε η προοδευτική διανόηση του 19ου αι, η οποία παραμένει δέσμια των βαθεία ριζωμένων στερεοτύπων της Δύσης. Στο φιλοσοφικό σύστημα του Hegel, φερ ειπείν, ο κόσμος των ορθοδόξων σλάβων δεν αποτελεί καν ιστορική κατηγορία, ενώ πρόδηλη είναι στον νεοεγελιανό Marx η ελάχιστη σημασία που αποδίδει στον πολιτισμό και την ιστορική παρουσία των ορθοδόξων ανατολικών Σλάβων.
Μια συλλογική νοοτροπία που διαχρονικά χαρακτηρίζει τη στάση της Εσπερίας απνέναντι μας, την οποία (είναι δυστυχώς αλήθεια) φροντίζουμε και μόνοι μας να διαπορούμε ακέραια...
΄Οσο περνούν οι μέρες, όσο βουλιάζουμε ως κοινωνικό σύνολο ακόμη πιο βαθιά στο τέναγος της πρωτόφαντης οικονομικής κρίσης, τόσο περισσότερο αποκαλύπτονται μπρός στα μάτια του κάθε απλού συνέλληνα όλο και περισσότερες λεπτομέρειες από το τερατούργημα που μας άφησε “πεσκέσι”, εγκαταλειποντας τα δώματα της Εξουσίας, η προηγούμενη κυβέρνηση και ο αρχηγός της. Το μέγεθος του φαινομένου αυτού (στο οποίο στο προσεχές μέλλον θα αναφερόμαστε πλέον χρησιμοποιώντας αυγκεκριμένους τεχνικούς όρους της νομικής επιστήμης) εμφανίστηκε μάλιστα προχθές- με την δραματική έκκληση του σημερινού πρωθυπουργου, στα αισθήματα φιλοπατρίας όλων μας- σε μια πληρέστερη διάσταση.
Τώρα φάνηκε ξεκάθαρα- μετά τη δραματική έκκληση του σημ. Πρωθυπουργού, ο οποίος, ευθαρσώς, πήρε και την ευθύνη για τα αναμφισβήτητα επαχθή μέτρα του Προγράμματος Σταθερότητος- ο αυθεντικός χαρακτήρας της δημόσιας εικόνας που καλλιεργούσε σε όλο το διάστημα της διακυβέρνησής του, ο προηγούμενος αιρετός μας ηγέτης. ΄Ενα στιλ σοβαροφάνειας με εξαγγελίες για κάποιες δραματικές αποφάσεις (“για το καλό” του σημερινού πληθυμού) που όμως δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Η δημόσια εμφάνιση του τέως πρωθυπουργού παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του, ένα εκτόπλασμα, ένα είδωλο χωρις κάποιο αυθεντικό πρωτότυπο. Μια δημόσια εικόνα, την οποία ο τέως πρωθυπουργός αποκαθήλωσε ο ίδιος όταν, προφανώς κουρασμένος από το παιχνίδι, κατάλαβε ότι η κρίση είχε πλέον περάσει από την Κερκοπορτα εντός των τειχών .
Η δημοσιονομική κρίση ( για την οποία δεν θα πρέπει να είμαστε “ευγνώμονες” σε κανέναν άλλον παρά στους ίδιους τους εαυτούς μας και στους αιρετούς άρχοντες που επιλέγουμε) έφερε όμως στο προσκήνιο, με κάποια δηλητηριώδη δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, μια πτυχή από τη συλλογική νοοτροπία που, διαχρονικά, χαρακτηρίζει την Εσπερία. Πρόκειται για την εικόνα του “σχισματικού Έλληνα” (Graecus schismaticus) που εκπορεύεται από την παπική ιστοριογραφία και περνά στην ακαδημαϊκή διδασκαλία του μεσαιωνικού πανεπιστημίου της Δύσης.
Μια εικόνα που δεν εκριζώνεται ούτε μετά τη Mεταρρύθμιση, ούτε μετά την εκκοσμίκευση και τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της διανόησης του Διαφωτισμού: η Aνατολή τοποθετείται στον πολιτισμικό χάρτη που χαράσσει η Δύση σε υποδέεστερη μοίρα. Iδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, όταν η αποικιοκρατική Eυρώπη ασκεί όχι μόνο την εξουσία επί του του 85% της έκτασης του πλανήτη μας αλλά και ελέγχει τη γνώση για τον πολιτισμό, τις γλώσσες και τις “νοοτροπίες” των κατοίκων του επιβάλλει αυτάρεσκα το σχήμα της “προοδευτικής” και “ορθολογιστικής” Δύσης απέναντι στις “οπισθοδρομικές”, “παραδοσιακές” και “μυστικοπαθείς” κοινωνίες της Aνατολής . Στην πολιτισμική αυτή κλίμακα που καθορίζει η Δύση, οι ορθόδοξες κοινωνίες τοποθετούνται στην Aνατολή, σε κάπως υψηλότερη κλίμακα από εκείνες του Iσλάμ και των υπόλοιπων ανατολικών θρησκειών. Aπό τον κανόνα αυτόν δεν μπορεί να εξαιρεθεί ούτε η προοδευτική διανόηση του 19ου αι, η οποία παραμένει δέσμια των βαθεία ριζωμένων στερεοτύπων της Δύσης. Στο φιλοσοφικό σύστημα του Hegel, φερ ειπείν, ο κόσμος των ορθοδόξων σλάβων δεν αποτελεί καν ιστορική κατηγορία, ενώ πρόδηλη είναι στον νεοεγελιανό Marx η ελάχιστη σημασία που αποδίδει στον πολιτισμό και την ιστορική παρουσία των ορθοδόξων ανατολικών Σλάβων.
Μια συλλογική νοοτροπία που διαχρονικά χαρακτηρίζει τη στάση της Εσπερίας απνέναντι μας, την οποία (είναι δυστυχώς αλήθεια) φροντίζουμε και μόνοι μας να διαπορούμε ακέραια...
Wednesday, January 20, 2010
Περί συλλογικής λεξιπενίας
Και με το σημερινό μου σημείωμα θα παραμείνω στη θέση του απλού, ανώνυμου ατόμου, του υπηκόου που παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες των αιρετών του αρχόντων, χωρίς ο ίδιος να έχει κάποια δυνατότητα παρέμβασης στα δημοσίως δρώμενα. Ο απλός, ανώνυμος πολίτης, ο οποίος, ωστόσο, αισθάνεται ότι οι μέρες που βιώνουμε, η τρέχουσα πραγματικότητα, είναι σημαδιακές: στον ευρύτερο χώρο γύρω μας κυριαρχεί η παγκόσμια συγκίνηση για τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές-θύματα του Εγκέλαδου στη μακρινή Καραϊβική. Εντός των τειχών, πάλι, έχουμε ήδη όλοι μας αισθανθεί στο πετσί μας την κρυάδα από το ποτάμι της οικονομικής κρίσης, στα νερά του οποίου, μας έριξαν οι στομφώδεις αλλά ανίκανοι τέως αιρετοί μας άρχοντες.
Ημέρες κρίσης, λοιπόν, αυτές που βιώνουμε που τις καθιστούν ακόμη πιο καταθλιπτικές, ιδιαίτερα εδώ στο δικό μας, τον ελλαδικό, μικρόκοσμο, η αμηχανία και η σιγή των πνευματικών ανθρώπων. Μια κατάσταση πραγμάτων ανάλογη με εκείνην που καταγράφει σε ένα άρθρο του στη New-York Daily Tribune ο K. Mάρξ στις 3 Mαίου 1853 : " Tο έργο των εγκυκλοπαιδιστών γίνεται, όπως είναι γνωστό, επίκαιρο πάντοτε όταν υπάρχει μεν υπερπληθώρα από δεδομένα αλλά, συνάμα, κυριαρχεί μια γενικότερη πνευματική αδράνεια" [Karl Marx - Friedrich Engels - Werke, τ. 9 (Bερολίνο 1960), σ. 58].
Oι "εγκυκλοπαιδιστές", στους οποίους αναφέρεται ο νεο-εγελιανός στοχαστής, δεν είναι άλλοι από την πλειάδα εκείνη των φιλοσόφων και κοινωνικών οραματιστών (Bολτέρος, Pουσώ, Mοντεσκιέ κ.α.) που συνεργάστηκαν, συντάσσοντας λήμματα για την Encyclopédie. Eνός λεξικού, που εκδόθηκε σε 28 τόμους κατά την εικοσαετία 1751-1772 από τους Diderot και d'Alembert και το οποίο αποτέλεσε τη Bίβλο του γαλλικού Διαφωτισμού. Ένα έργο, που επανέφερε στην κοινή συνείδηση το σημασιολογικό περιεχόμενο από λεξιλογικές ενότητες, από όρους με διαχρονική αξία. Πνευματικό επίτευγμα , η άνθηση του οποίου, , είναι χαρακτηριστικό, γίνεται αισθητή ιδιαίτερα σε εκείνες τις ιστορικές περιόδους που σημαδεύονται από τη γενικότερη έλλειψη πρωτοτυπίας στον ανθρώπινο στοχασμό ή , ακόμα, και από την πνευματική στασιμότητα. Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο ότι η λεξικογραφία αναπτύσσεται κυρίως κατά τους Aλεξανδρινούς χρόνους, με κύριο στόχο να καταγράψει και να διασώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από την κλασική παράδοση, αλλά και κατά το Mεσαίωνα, το Δυτικό αλλά και εκείνον της βυζαντινής καθ'ημάς Aνατολής.
Στην εποχή της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης, της επικράτησης της τηλεοπτικής προφορικότητας, που φαλκιδεύει το αυθεντικό περιεχόμενο των λέξεων, " ο αγώνας για τις λέξεις και τις έννοιες· είναι αγώνας για την ουσία, ήτοι για τον προσδιορισμό ή τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων μετσξύ ανθρώπων".
Η απόφανση αυτή του αείμνηστου Π. Kονδύλη είναι, σήμερα ιδιαίτερα, τραγικά επίκαιρη , όταν είναι ολοφάνερο ότι έχουμε αποβάλει από τη συλλογική μας συνείδηση την έννοια της αλληλεγγύης για τους δυστυχείς συνανθρώπους μας , τα θύματα των σεισμών στην Ταϊτή. Μια συλλογική αδράνεια, οι διαστάσεις της οποίας γίνονται ακόμα πιο οδυνηρές από τον συναγερμό, την ομόθυμη εκστρατεία για αρωγή που εκτυλίσσεται τις μέρες αυτές στις χώρες των βορείων μας εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τους εταίρους μας στην Εσπερία μάς κρατά όμως ακόμα πιο απόμακρους μια ιδιομορφία του συλλογικού μας χαρακτήρα , την έξαρση της οποίας βιώνουμε αυτές τις ημέρες. Είναι η παντελής έλλειψη από το όργανο της επικοινωνίας μας μιας έννοιας που εκφράζεται στα γερμανικά μονολεκτικά: Rueksicht. Μιας έννοιας που μόνο περιφραστικά μπορούμε να αποδώσουμε στην καθ’ημάς Νεοελληνική: «να προσέχεις πίσω σου μήπως ενοχλείς τον πλησίον σου».
Μια αδυναμία έκφρασης που χαρακτηρίζει, με τους εποχούμενους στα τρακτέρ καπεταναίους που έχουν αποκλείσει τις εθνικές οδούς, τη συλλογική ιδιοσυγκρασία του Νεοέλληνα.
Ημέρες κρίσης, λοιπόν, αυτές που βιώνουμε που τις καθιστούν ακόμη πιο καταθλιπτικές, ιδιαίτερα εδώ στο δικό μας, τον ελλαδικό, μικρόκοσμο, η αμηχανία και η σιγή των πνευματικών ανθρώπων. Μια κατάσταση πραγμάτων ανάλογη με εκείνην που καταγράφει σε ένα άρθρο του στη New-York Daily Tribune ο K. Mάρξ στις 3 Mαίου 1853 : " Tο έργο των εγκυκλοπαιδιστών γίνεται, όπως είναι γνωστό, επίκαιρο πάντοτε όταν υπάρχει μεν υπερπληθώρα από δεδομένα αλλά, συνάμα, κυριαρχεί μια γενικότερη πνευματική αδράνεια" [Karl Marx - Friedrich Engels - Werke, τ. 9 (Bερολίνο 1960), σ. 58].
Oι "εγκυκλοπαιδιστές", στους οποίους αναφέρεται ο νεο-εγελιανός στοχαστής, δεν είναι άλλοι από την πλειάδα εκείνη των φιλοσόφων και κοινωνικών οραματιστών (Bολτέρος, Pουσώ, Mοντεσκιέ κ.α.) που συνεργάστηκαν, συντάσσοντας λήμματα για την Encyclopédie. Eνός λεξικού, που εκδόθηκε σε 28 τόμους κατά την εικοσαετία 1751-1772 από τους Diderot και d'Alembert και το οποίο αποτέλεσε τη Bίβλο του γαλλικού Διαφωτισμού. Ένα έργο, που επανέφερε στην κοινή συνείδηση το σημασιολογικό περιεχόμενο από λεξιλογικές ενότητες, από όρους με διαχρονική αξία. Πνευματικό επίτευγμα , η άνθηση του οποίου, , είναι χαρακτηριστικό, γίνεται αισθητή ιδιαίτερα σε εκείνες τις ιστορικές περιόδους που σημαδεύονται από τη γενικότερη έλλειψη πρωτοτυπίας στον ανθρώπινο στοχασμό ή , ακόμα, και από την πνευματική στασιμότητα. Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο ότι η λεξικογραφία αναπτύσσεται κυρίως κατά τους Aλεξανδρινούς χρόνους, με κύριο στόχο να καταγράψει και να διασώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από την κλασική παράδοση, αλλά και κατά το Mεσαίωνα, το Δυτικό αλλά και εκείνον της βυζαντινής καθ'ημάς Aνατολής.
Στην εποχή της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης, της επικράτησης της τηλεοπτικής προφορικότητας, που φαλκιδεύει το αυθεντικό περιεχόμενο των λέξεων, " ο αγώνας για τις λέξεις και τις έννοιες· είναι αγώνας για την ουσία, ήτοι για τον προσδιορισμό ή τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων μετσξύ ανθρώπων".
Η απόφανση αυτή του αείμνηστου Π. Kονδύλη είναι, σήμερα ιδιαίτερα, τραγικά επίκαιρη , όταν είναι ολοφάνερο ότι έχουμε αποβάλει από τη συλλογική μας συνείδηση την έννοια της αλληλεγγύης για τους δυστυχείς συνανθρώπους μας , τα θύματα των σεισμών στην Ταϊτή. Μια συλλογική αδράνεια, οι διαστάσεις της οποίας γίνονται ακόμα πιο οδυνηρές από τον συναγερμό, την ομόθυμη εκστρατεία για αρωγή που εκτυλίσσεται τις μέρες αυτές στις χώρες των βορείων μας εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τους εταίρους μας στην Εσπερία μάς κρατά όμως ακόμα πιο απόμακρους μια ιδιομορφία του συλλογικού μας χαρακτήρα , την έξαρση της οποίας βιώνουμε αυτές τις ημέρες. Είναι η παντελής έλλειψη από το όργανο της επικοινωνίας μας μιας έννοιας που εκφράζεται στα γερμανικά μονολεκτικά: Rueksicht. Μιας έννοιας που μόνο περιφραστικά μπορούμε να αποδώσουμε στην καθ’ημάς Νεοελληνική: «να προσέχεις πίσω σου μήπως ενοχλείς τον πλησίον σου».
Μια αδυναμία έκφρασης που χαρακτηρίζει, με τους εποχούμενους στα τρακτέρ καπεταναίους που έχουν αποκλείσει τις εθνικές οδούς, τη συλλογική ιδιοσυγκρασία του Νεοέλληνα.
Wednesday, January 6, 2010
Iστορικές αναλογίες
Από κεκτημένη συνήθεια (μπορεί όμως και από επαγγελμαυική δισστροφή) θα πασχίσω στο πρώτο αυτό σημείωμα της καινούργιας χρονιάς να προσεγγίσω και πάλι την τρέχουσα πραγματικότητα (αλλά καί τα μελλούμενα να συμβούν) έχοντας ήδη την αίσθηση του déjà vu. Από την αλληλουχία των γεγονότων, κοντολογίς, θα διαπιστώσει κανείς ότι στη ροή του Χρόνου εμφανίζονται κάποιες σταθερές που προσδιορίζουν και την έκβαση των πραγμάυων. . Ναι, υπάρχουν στην Ιστορία αναλογίες. Μια εμπειρία , την οποία, μέχρι σήμερα, μοιάζει οι άνθρωποι της πολιτικής πράξης να αρνούνται να μοιραστούν με τους ιστορικούς…
Από τη σκοπιά του ιστορικού , για να περάσουμε στην τρέχουσα πραγματικότητα, θα σχολιάσω εδώ την άρνηση εκείνου που μέχρι χθές βρισκόταν στο θώκο του ύπατου πολιτειακού αξιώματος στη χώρα μας να ασχοληθεί πλέον με τα κοινά. Μιαν άρνηση που θα θυμίσει στον ιστορικό το σθένος με το οποίο ο Ρωμαίος πολιτικός Κιγκινάτος (Lucius Quinctius Cincinnatus περ. 519- 430 π.Χ.) αρνήθηκε δυο φορές να παραμείνει στην εξουσία του απόλυτου δικτάτορα της Ρώμης, αφού κάθε φορά την είχε λυτρώσει από θανάσιμους κινδύνους.
Με το δεδομένο της άρνησης αυτής εξαντλούνται και οι αναλογίες που υπάρχουν στο βίο και την πολιτεία των δυο ανδρών: ο Ρωμαίος Κιγκιννάτος γυρνούσε στα χωράφια του, αφου είχε ευεργετήσει την πατρίδα του. Κάτι το οποίο ούτε ίδιοι οι μεχρι χθές εκλεκτοί του τέως πρωθυπουργού δεν θα τολμούσαν σήμερα να ισχυρισθούν..
Ο ….αναχωρητισμός του κ. Καραμανλή από τα κοινά που εκδηλώνεται βαθμιαία πρώτα με την απόσυρσή του στα ορεινά έδρανα του Κοινοβουλίου, έξω από τη Βουλή κατόπιν, στα κοσμικά στέκια του Κολωνακίου κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού, έξω από τα όρια της χώρας, τέλος, στα χειμερινά θέρετρα της Αυστρίας. Ως “Αντι-Κιγγινάτο” θα τον θυμόμαστε στο εξής τον τέως πρωθυπουργό, ο οποίος, όταν πλεόν εξαντλήθηκε η ίδια του η διάθεση για στομφώδεις υποσχέσεις περί “μεταρρυθμίσεων’” και, κυρίως, όταν κατάλαβε πόσο σκούρα ήταν τα πράγματα στην Οικονομία, παράτησε , οπαδούς και αντιπάλους, σύξυλους και εφάρμοσε την κλασική μέθοδο του “στρίβειν δια των εκλογών”….
Ο κ. Καραμανλής θα μπορεί στο εξής ( “χωρίς σύνεσιν χωρίς αιδώ” ) να απολαμβάνει τον ανέμελο βιο του ιδιώτη αλλά και με τη σιγουριά του ανθρώπου , την ψυχική γαλήνη του οποίου κανείς εισαγγελικός λειτουργός δεν πρόκειται να διαταράξει. Ως τέως πρωθυπουργός απολαμβάνει ένα προνόμιο, αδιανόητο για τον οποιονδήποτε κοινό θνητό: τα οποιαδήποτε ολισθήματα, σφάλματα , παραβάσεις καθήκοντος, παραλείψεις και τα συναφή θα παραμείνουν ατιμώρητα από την Δικαιοσύνη .
Μια πραγματικότητα που θυμίζει στο μελετητη του παρελθόντος μιαν άλλη ιστορικη αναλογία: Στη γλωσσική χρήση των λαών της K. Eυρώπης( στη Γερμανική κυρίως, αλλά και στα Tσέχικα που, λόγω της μακράς συμβίωσης στα πλαίσια της αυτοκρατορίας των Aψβούργων, παρουσιάζουν πολλές ταυτόσημες εκφράσεις) υπάρχει η έκφραση «το παράπτωμα του ευπατρίδη» (Kavaliersdelikt) που χαρακτηρίζει ορισμένα αδικήματα που δεν διώκονται, τελικά, ποινικά, επειδή ο δράστης τους ανήκει σε μιαν ιδιαίτερη, προνομιούχα κοινωνική τάξη.
O βιασμός και η διακόρευση της υπηρέτριας από κάποιο άρρεν μέλος του οίκου του βαρώνου αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «παραπτώματος ευπατρίδη» που δεν κατέληγε ποτέ στα δικαστήρια της Γερμανίας του Kάϊζερ ή της Aυστροουγγρικής μοναρχίας.
Ο διασυρμός της τάλαινας Ψωροκώσταινας από τα διεθνή Μ.Μ.Ε. και η γενικότερη ξεφτίλα (για να χρησιμοποιήσω εδώ μιαν αγοραία αλλά αυθόρμητη ‘εκφραση της αγανάκτησης που μας διακατέχει όλους) είναι σε μεγάλο ποσοστό απόροια του Kavaliersdelikt του κ. τέως Πρωθυπουργού….
"
Από τη σκοπιά του ιστορικού , για να περάσουμε στην τρέχουσα πραγματικότητα, θα σχολιάσω εδώ την άρνηση εκείνου που μέχρι χθές βρισκόταν στο θώκο του ύπατου πολιτειακού αξιώματος στη χώρα μας να ασχοληθεί πλέον με τα κοινά. Μιαν άρνηση που θα θυμίσει στον ιστορικό το σθένος με το οποίο ο Ρωμαίος πολιτικός Κιγκινάτος (Lucius Quinctius Cincinnatus περ. 519- 430 π.Χ.) αρνήθηκε δυο φορές να παραμείνει στην εξουσία του απόλυτου δικτάτορα της Ρώμης, αφού κάθε φορά την είχε λυτρώσει από θανάσιμους κινδύνους.
Με το δεδομένο της άρνησης αυτής εξαντλούνται και οι αναλογίες που υπάρχουν στο βίο και την πολιτεία των δυο ανδρών: ο Ρωμαίος Κιγκιννάτος γυρνούσε στα χωράφια του, αφου είχε ευεργετήσει την πατρίδα του. Κάτι το οποίο ούτε ίδιοι οι μεχρι χθές εκλεκτοί του τέως πρωθυπουργού δεν θα τολμούσαν σήμερα να ισχυρισθούν..
Ο ….αναχωρητισμός του κ. Καραμανλή από τα κοινά που εκδηλώνεται βαθμιαία πρώτα με την απόσυρσή του στα ορεινά έδρανα του Κοινοβουλίου, έξω από τη Βουλή κατόπιν, στα κοσμικά στέκια του Κολωνακίου κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού, έξω από τα όρια της χώρας, τέλος, στα χειμερινά θέρετρα της Αυστρίας. Ως “Αντι-Κιγγινάτο” θα τον θυμόμαστε στο εξής τον τέως πρωθυπουργό, ο οποίος, όταν πλεόν εξαντλήθηκε η ίδια του η διάθεση για στομφώδεις υποσχέσεις περί “μεταρρυθμίσεων’” και, κυρίως, όταν κατάλαβε πόσο σκούρα ήταν τα πράγματα στην Οικονομία, παράτησε , οπαδούς και αντιπάλους, σύξυλους και εφάρμοσε την κλασική μέθοδο του “στρίβειν δια των εκλογών”….
Ο κ. Καραμανλής θα μπορεί στο εξής ( “χωρίς σύνεσιν χωρίς αιδώ” ) να απολαμβάνει τον ανέμελο βιο του ιδιώτη αλλά και με τη σιγουριά του ανθρώπου , την ψυχική γαλήνη του οποίου κανείς εισαγγελικός λειτουργός δεν πρόκειται να διαταράξει. Ως τέως πρωθυπουργός απολαμβάνει ένα προνόμιο, αδιανόητο για τον οποιονδήποτε κοινό θνητό: τα οποιαδήποτε ολισθήματα, σφάλματα , παραβάσεις καθήκοντος, παραλείψεις και τα συναφή θα παραμείνουν ατιμώρητα από την Δικαιοσύνη .
Μια πραγματικότητα που θυμίζει στο μελετητη του παρελθόντος μιαν άλλη ιστορικη αναλογία: Στη γλωσσική χρήση των λαών της K. Eυρώπης( στη Γερμανική κυρίως, αλλά και στα Tσέχικα που, λόγω της μακράς συμβίωσης στα πλαίσια της αυτοκρατορίας των Aψβούργων, παρουσιάζουν πολλές ταυτόσημες εκφράσεις) υπάρχει η έκφραση «το παράπτωμα του ευπατρίδη» (Kavaliersdelikt) που χαρακτηρίζει ορισμένα αδικήματα που δεν διώκονται, τελικά, ποινικά, επειδή ο δράστης τους ανήκει σε μιαν ιδιαίτερη, προνομιούχα κοινωνική τάξη.
O βιασμός και η διακόρευση της υπηρέτριας από κάποιο άρρεν μέλος του οίκου του βαρώνου αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «παραπτώματος ευπατρίδη» που δεν κατέληγε ποτέ στα δικαστήρια της Γερμανίας του Kάϊζερ ή της Aυστροουγγρικής μοναρχίας.
Ο διασυρμός της τάλαινας Ψωροκώσταινας από τα διεθνή Μ.Μ.Ε. και η γενικότερη ξεφτίλα (για να χρησιμοποιήσω εδώ μιαν αγοραία αλλά αυθόρμητη ‘εκφραση της αγανάκτησης που μας διακατέχει όλους) είναι σε μεγάλο ποσοστό απόροια του Kavaliersdelikt του κ. τέως Πρωθυπουργού….
"
Subscribe to:
Posts (Atom)