Οι κοσμογονικές αυτές ημέρες της κρίσης, με την οποία είμαστε όλοι μας αντιμέτωποι ως κοινωνικό σύνολο, ξαναφέρνουν στο νου τις «ημέρες της Βαϊμάρης», τη βαθιά δηλαδή οικονομική, πολιτειακή αλλά και πνευματική κρίση που επικράτησε στη Γερμανία κυρίως, αλλά και σε άλλες χώρες της Κ. Ευρώπης, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου.
Ενα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο αντανακλάται τόσο από τη συλλογική συμπεριφορά των απλών πολιτών εκείνης της ιστορικής περιόδου, αλλά κυρίως από το όργανο επικοινωνίας τους, τη γλώσσα της καθημερινότητας.
Ετσι με τη μοναδική ιδιότητα που έχει η γερμανική γλώσσα να σχηματίζει λέξεις πολυθεματικές, σύνθετες, που αποδίδουν μονολεκτικά με ακρίβεια το σημασιολογικό περιεχόμενο από σύνθετες έννοιες, θα προκύψουν κατά την περίοδο αυτή νεολογισμοί, λεκτικές ενότητες που εμφανίζονται όλο και συχνότερα στον προφορικό αλλά και τον γραπτό λόγο της περιόδου εκείνης και οι οποίες αποδίδουν ακριβώς το κοινό αίσθημα των αρχομένων.
Οι νεολογισμοί, οι οποίοι θα περάσουν στην ευρύτατη χρήση και οι οποίοι χαρακτηρίζουν τον δημόσιο λόγο κατά την ιστορική περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη Γερμανία (1918-33), είναι οι λέξεις που εκφράζουν το συλλογικό φρόνημα και έχουν ως δεύτερο συνθετικό τη λέξη «δυσθυμία» (Verdrossenheit): «δυσθυμία κατά της πολιτικής» (Politikverdrossenheit), «δυσθυμία κατά του κράτους» (Staatsverdrossenheit),αλλά και συχνότερα «δυσθυμία κατά των κομμάτων» (Pateienverdrossenheit). Μια συλλογική συμπεριφορά που απορρέει από την απογοήτευση του «κοινού» υπηκόου από την πολιτεία των αιρετών αρχόντων του αλλά και από την κρίση επιβίωσης που αντιμετωπίζει κατά την περίοδο αυτή της οξείας οικονομικής κρίσης. Η δυσθυμία του κοινού πολίτη κατά των αιρετών αρχόντων του είναι διάχυτη και στις μέρες μας. Ενα δεδομένο, τα γενεσιουργά αίτια του οποίου δεν είναι διαφορετικά από εκείνα της φαινομενικά απόμακρης περιόδου της Βαϊμάρης.
Διότι σήμερα είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η κακοδαιμονία, που μας έχει οδηγήσει ως κοινωνία και ως κράτος στο χείλος του γκρεμού, οφείλεται στην ανικανότητα του κομματικού συστήματος (κυρίως: στην αβελτηρία των ηγετών του) να αντιμετωπίσει την κρίση. Δεν είναι δε διόλου τυχαίο (άλλη μια αναλογία των καθ' ημάς πραγμάτων με εκείνα της περιόδου της Βαϊμάρης) ότι η επωδός στην καθημερινή κουβέντα του κοσμάκη στα καφενεία εκφράζει συχνά τη νοσταλγία για τις μέρες της αλήστου μνήμης Απριλιανής «Επανάστασης»...
Ενα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό της τρέχουσας περιόδου της βαθιάς κρίσης που δοκιμάζει το κοινωνικό μας σύνολο είναι μια επιπλέον αναλογία που παραμένει ζωντανή στον δημόσιο βίο μας. Ενας κατ'εξοχήν αναχρονιστικός παράγοντας που εμποδίζει την όποια ανάπτυξη μιας αυθεντικής προοδευτικής πρωτοβουλίας από την πλευρά των αιρετών αρχόντων μας. Ο λόγος για τους δικούς μας Ταλιμπάν, τους ορκισμένους εχθρούς της οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, η οποία δεν συνάδει με το δόγμα της δικής τους ιδεολογίας. Ο πολιτικός σχηματισμός που εδρεύει στα μέλαθρα του Περισσού, αλλά και η ψευδο-επαναστατική παραλλαγή του, το ποικιλόχρωμο συνονθύλευμα της Κουμουνδούρου, αποτελούν στις μέρες μας παράγοντες αναχρονισμού, οι οποίοι, χωρίς οι ίδιοι να προτείνουν κάποια ρεαλιστική έξοδο από την κρίση, έχουν καθηλωθεί σε έναν ακτιβισμό κενολόγων διακηρύξεων («νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» - «την κρίση να πληρώσουν οι κεφαλαιοκράτες»). Ιστορικές αναλογίες που βιώνουμε όλοι μας σήμερα και οι οποίες εμποδίζουν προς το παρόν την έξοδο από τη βαθιά κρίση...
Thursday, May 13, 2010
Wednesday, April 28, 2010
Το τέλος μιας εποχής
Τα σημεία των καιρών, η αντικειμενική εξέλιξη των πραγμάτων κατά την πρόσφατη επικαιρότητα, οι υπομνήσεις και παραινέσεις από την πλευρά των Βορειευρωπαίων κοινοτικών μας εταίρων προς τους ελαφρομυαλους φτωχοδιάβολους Ρωμιούς να κάνουν επιτέλους κράτει με την άφρονα χρήση των κοινοτικών κονδυλίων. Όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, οριστικά και αμετάκλητα πλέον μαρτυρούν ότι βιώνουμε όλοι μας το τέλος μιας εποχής .
Πράγματι, ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική ιστορική μας περιπέτεια έκλεισε οριστικά στις μέρες που διανύουμε Πρόκειται για την περίοδο εκείνη της επίπλαστης ευμάρειας που απολαύσαμε ως κοινωνικό σύνολο, ξοδεύοντας από τα έτοιμα: σκορπώντας δηλαδή σε μη-παραγωγικές επενδύσεις (κυρίως στη χρηματοδότηση κρατικοδίαιτων οργανισμών και Μη Κυβερνητικων Οργανώσεων) τα χρήματα εκείνα που σήμερα ζητούμε (με τις γνωστές συνέπειες για την εθνική μας αξιοπρέπεια) από τους συμπατριώτες της Frau Μέρκελ.
Μια κατάσταση πραγμάτων που, όταν την αναλογίζομαι, ανασύρει αυθόρμητα από το υποσυνειδητό μου βιώματα προσωπικά, συνειρμούς υποκειμενικούς γεμάτους πικρή απογοήτευση. Αιφνίδια και όλες μαζί, διδέχονται οι εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν η μια την άλλην: εκείνη του αειθαλούς μανδαρίνου σε Υπουργείο, που επι δεκαετίες έδινε τον δικό του τόνο (και χρηματοδοτούσε κατά την προσωπική του κρίση) ποικίλα “ερευνητικά” προγράμματα που θα προωθούσαν τα “εθνικά” μας θέματα;,. Της κυρίας συμβούλου Τύπου σε διπλωματική μας αποστολή στους Αντίποδες, που προπαγάνδιζε τις “εθνικές” θέσεις για το “Μακεδονικό”, μοιράζοντας φυλλάδια και μπροσούρες, οπου πρωταγωνιστούσε ο κομματικός της ηγέτης. Του (κομματικού) νομάρχη, που με τον δεκάρικό του λόγο στο επίσημο γεύμα για τους ξένους συνέδρους στη Θεσσαλονίκη, έσβησε με μια μονοκονδυλιά τον επιστημονικό χαρκτήρα του συνεδρίου. Του διευθυντή του Ε.Ο.Τ. σε χώρα της Κ. Ευρώπης που, μέχρι την αντικατάστασή του από τον επόμενο κομματικό ευνοούμενο, παρέμεινε ανύποπτος και αδαής περί την γλώσσα και τη νοοτροπία της χώρας, στην οποία υπηρέτησε. Του δασκάλου σε ελληνικό σχολείο του Εξωτερικού, που με κάθε ευκαιρία υπενθύμιζε το κύριο προσόν του, που δεν ήταν άλλο απο την κομματική του ταυτότητα. Της κομματικής καμαρίλας στον πρυτανικό προθάλαμο…
Μια συνομοταξία κομματικών “ημετέρων” που, δεκαετίες ολόκληρες, κράτησε απογοητευμένους τους άξιους και ικανούς μακριά από τις υπευθυνες θέσεις του κράτους και έδιωξε τους ταλαντούχους νέους στα ξένα. Μια ολόκληρη κάστα που ( παράπλευρη θετική συνέπεια από τη στερεψη των κοινοτικών κονδυλίων) ίσως εκλείψει οριστικά από το προσκήνιο του δημόσιου βίου μας.
Η νέα περίοδος της Νεοελληνικής ιστορίας που ανατέλλει θα αποτελέσει, εκτός των άλλων, και μια περίοδο κάθαρσης για το δημόσιο βίο της χώρας μας. Η αυστηρή λιτότητα που θα επιβληθεί από τους ξένους δανειστές μας θα περιορίσει ασφαλώς την, όπως την είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα, εθνική μας κυριαρχία, αποστερώντας έτσι από το διευθαρμένο κομματικό σύστημα από τις δυνατότητες ιδεολογικής χειραγώγησης του συλλογικού μας φρονήματος.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού: ας ελπίσουμε όλοι μας ΄ότι η περίοδος της αυστηρής λιτότητας που αρχίζει θα αποτελέσει και μια περίοδο συλλογικής μας περισυλλογής και εδραίωσης της αντίληψης ότι, εκτός από την κομματική διφθορά που επικρατούσε μέχρι σήμερα, υπάρχει για τη χώρα μας και η οδός της ευγενούς άμιλλας και της αξιοκρατίας .
Πράγματι, ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική ιστορική μας περιπέτεια έκλεισε οριστικά στις μέρες που διανύουμε Πρόκειται για την περίοδο εκείνη της επίπλαστης ευμάρειας που απολαύσαμε ως κοινωνικό σύνολο, ξοδεύοντας από τα έτοιμα: σκορπώντας δηλαδή σε μη-παραγωγικές επενδύσεις (κυρίως στη χρηματοδότηση κρατικοδίαιτων οργανισμών και Μη Κυβερνητικων Οργανώσεων) τα χρήματα εκείνα που σήμερα ζητούμε (με τις γνωστές συνέπειες για την εθνική μας αξιοπρέπεια) από τους συμπατριώτες της Frau Μέρκελ.
Μια κατάσταση πραγμάτων που, όταν την αναλογίζομαι, ανασύρει αυθόρμητα από το υποσυνειδητό μου βιώματα προσωπικά, συνειρμούς υποκειμενικούς γεμάτους πικρή απογοήτευση. Αιφνίδια και όλες μαζί, διδέχονται οι εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν η μια την άλλην: εκείνη του αειθαλούς μανδαρίνου σε Υπουργείο, που επι δεκαετίες έδινε τον δικό του τόνο (και χρηματοδοτούσε κατά την προσωπική του κρίση) ποικίλα “ερευνητικά” προγράμματα που θα προωθούσαν τα “εθνικά” μας θέματα;,. Της κυρίας συμβούλου Τύπου σε διπλωματική μας αποστολή στους Αντίποδες, που προπαγάνδιζε τις “εθνικές” θέσεις για το “Μακεδονικό”, μοιράζοντας φυλλάδια και μπροσούρες, οπου πρωταγωνιστούσε ο κομματικός της ηγέτης. Του (κομματικού) νομάρχη, που με τον δεκάρικό του λόγο στο επίσημο γεύμα για τους ξένους συνέδρους στη Θεσσαλονίκη, έσβησε με μια μονοκονδυλιά τον επιστημονικό χαρκτήρα του συνεδρίου. Του διευθυντή του Ε.Ο.Τ. σε χώρα της Κ. Ευρώπης που, μέχρι την αντικατάστασή του από τον επόμενο κομματικό ευνοούμενο, παρέμεινε ανύποπτος και αδαής περί την γλώσσα και τη νοοτροπία της χώρας, στην οποία υπηρέτησε. Του δασκάλου σε ελληνικό σχολείο του Εξωτερικού, που με κάθε ευκαιρία υπενθύμιζε το κύριο προσόν του, που δεν ήταν άλλο απο την κομματική του ταυτότητα. Της κομματικής καμαρίλας στον πρυτανικό προθάλαμο…
Μια συνομοταξία κομματικών “ημετέρων” που, δεκαετίες ολόκληρες, κράτησε απογοητευμένους τους άξιους και ικανούς μακριά από τις υπευθυνες θέσεις του κράτους και έδιωξε τους ταλαντούχους νέους στα ξένα. Μια ολόκληρη κάστα που ( παράπλευρη θετική συνέπεια από τη στερεψη των κοινοτικών κονδυλίων) ίσως εκλείψει οριστικά από το προσκήνιο του δημόσιου βίου μας.
Η νέα περίοδος της Νεοελληνικής ιστορίας που ανατέλλει θα αποτελέσει, εκτός των άλλων, και μια περίοδο κάθαρσης για το δημόσιο βίο της χώρας μας. Η αυστηρή λιτότητα που θα επιβληθεί από τους ξένους δανειστές μας θα περιορίσει ασφαλώς την, όπως την είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα, εθνική μας κυριαρχία, αποστερώντας έτσι από το διευθαρμένο κομματικό σύστημα από τις δυνατότητες ιδεολογικής χειραγώγησης του συλλογικού μας φρονήματος.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού: ας ελπίσουμε όλοι μας ΄ότι η περίοδος της αυστηρής λιτότητας που αρχίζει θα αποτελέσει και μια περίοδο συλλογικής μας περισυλλογής και εδραίωσης της αντίληψης ότι, εκτός από την κομματική διφθορά που επικρατούσε μέχρι σήμερα, υπάρχει για τη χώρα μας και η οδός της ευγενούς άμιλλας και της αξιοκρατίας .
Wednesday, April 14, 2010
Πως έχουν σήμερα τα πράγματα στην Αποικία
" Mια από τις ιδιαιτερότητες της νεοελληνικής γλώσσας
είναι ότι αδυνατεί να εκφράσει τη σημασιολογική διαφορά,
που υπάρχει μεταξύ των λέξεων statesman και politician"
(ανώνυμος Nεοέλληνας)
Και με το σημερινό σημείωμα θα συνεχίσω την απόπειρα της υπόμνησης των “οικείων κακών’, τα γενεσιουργά αίτια των οποίων δεν εντοπίζονται παρά στα σωθικά αυτού του ιδίου του κοινωνικού μας σώματος. Φαινόμενο, πάνω στο οποίο (όπως τεκμηριώνεται από την πολύ πρόσφατη εκλογικη επιτυχία του καβαλιέρε Μπερλουσκόνι στη γείτονα Ιταλία) δεν διαθέτουμε βέβαια οι Νεοέλληνες το αποκλειστικό “κοπυραϊτ”, μπορούμε ωστόσο να ισχυριστούμε ότι η έντονη παρουσία του στο συλλογικό, το δημόσιο, βίο μας αποτελεί την αντανάκλαση ενός από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της (ατομικής αλλά και της συλλογικής) ιδιοσυστασίας μας. Ο λόγος για την παρορμητική εκείνη πολυπραγμοσύνη, που αλλάζει τη φορά και την έντασή της οπως οι αέρηδες στο Αιγαίο, ανάλογα πάντα με την εφήμερη επικαιρότητα που, κατά περίσταση, επικρατεί στη χώρα της ‘”φαιδράς πορτοκαλλέας”.
Οι μεταμφιέσεις των πολιτικών , των αιρετών μας αρχοντων,, η μεταπήδησή τους από τον έναν ρόλο στον άλλον, αποτελούν στην αμέριμνη αυτή χώρα φαινόμενο συχνό, ιδιαίτερα σε εκείνους τους δημόσιους άνδρες που πασχίζουν να επιβιώσουν στον ιδεατό κόσμο της τηλεοπτικής θεαματικότητας, την ίδια στιγμή που η αμείλικτη εξέλιξη των πραγμάτων οδηγεί όλους μας- άρχοντες και αρχόμενους, τωρινούς και μελλούμενους- σε καταστάσεις ανεπανόρθωτες.
Κορυφαίο και χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του, μέχρι χθές, Πρωθυπουργού μας, ο οποίος, ως αρχηγός τη Αξιωματιής αντιπολίτευσης, εμφανιζόταν δημόσια με τη ρομφαία του μεγάλου Αναμορφωτή, διαβεβαιώνοντας σε όλους τους τόνους ότι θα επιβάλει στο εσωτερικό της χώρας την κάθαρση από τη διαφθορά ( αρχίζοντας από… τις κατσαρίδες που κυνηγούσε στις δημόσιες εμφανισεις του προεκλογικά στα νοσοκομεία ) και ότι θα αποκαταστήσει το γόητρο της χώρας ως κοινοτικού εταίρου , δίνοντας ο ίδιος τη μάχη για περισσότερους κοινοτικούς πόρους με τις συχνές εμφανίσεις του στις Βρυξέλλες. Μια δημόσια συμπεριφορά που , όπως αποκαλύπτει η τραγική πραγματικότητα, αποδείχθηκε ως κενός θεατρινισμός, όταν ο πρωταγωνιστής του δημόσιου βιου, διαισθανόμενος πρώτος τα επικείμενα τραγικά επακόλουθα, αποφάσισεσε να αλλάξει το ρόλο του και εγκαταλείποντας το ρόλο του πρωτεργάτη-αναμορφωτή, να μεταμορφωθεί σε αναχωρητή από το δημόσιο βίο, οδηγώντας τη χώρα στην περιπέτεια των εκλογών. Σήμερα διάγει τον βίο του επί τιμή δημόσιου άνδρα, απαλλαγμένος από κάθε έγνοια ότι θα λογοδοτήσει ποτέ για τις ενέργειες και την πολιτεία του κατά την πρωθυπουργική του περίοδο.
Η πενταετία του νεο-Καραμανλισμού, θα καταγραφεί στις ιστορικές μας δέλτους ως μια περίοδος οπισθοδρόμησης στα δημόσια πράγματα της χώρας μας. Διαπίστωση που, όσο περνούν οι μέρες αναδεικνύεται όλο και περισσσότερο ως ρεαλιστική και προσδίδει μια προφητική διάσταση στον ποιητικό λόγο του μεγάλου Αλεξανδρινού μας ποιητή, ο οποίος βλέπει” να έφθασε ο καιρός να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή “ στην Αποικία.
Στην κατάσταση των δημοσίων πραγμάτων στην οποία μας οδήγησε η πολιτεία των, μέχρι χθές, αιρετών μας αρχόντων δεν απομένει στον “κοινό” συμπολίτη μας, παρά να αναζητήσει κάποια παραμυθία στην κατακλείδα του Καβαφικού ποιήματος
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
είναι ότι αδυνατεί να εκφράσει τη σημασιολογική διαφορά,
που υπάρχει μεταξύ των λέξεων statesman και politician"
(ανώνυμος Nεοέλληνας)
Και με το σημερινό σημείωμα θα συνεχίσω την απόπειρα της υπόμνησης των “οικείων κακών’, τα γενεσιουργά αίτια των οποίων δεν εντοπίζονται παρά στα σωθικά αυτού του ιδίου του κοινωνικού μας σώματος. Φαινόμενο, πάνω στο οποίο (όπως τεκμηριώνεται από την πολύ πρόσφατη εκλογικη επιτυχία του καβαλιέρε Μπερλουσκόνι στη γείτονα Ιταλία) δεν διαθέτουμε βέβαια οι Νεοέλληνες το αποκλειστικό “κοπυραϊτ”, μπορούμε ωστόσο να ισχυριστούμε ότι η έντονη παρουσία του στο συλλογικό, το δημόσιο, βίο μας αποτελεί την αντανάκλαση ενός από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της (ατομικής αλλά και της συλλογικής) ιδιοσυστασίας μας. Ο λόγος για την παρορμητική εκείνη πολυπραγμοσύνη, που αλλάζει τη φορά και την έντασή της οπως οι αέρηδες στο Αιγαίο, ανάλογα πάντα με την εφήμερη επικαιρότητα που, κατά περίσταση, επικρατεί στη χώρα της ‘”φαιδράς πορτοκαλλέας”.
Οι μεταμφιέσεις των πολιτικών , των αιρετών μας αρχοντων,, η μεταπήδησή τους από τον έναν ρόλο στον άλλον, αποτελούν στην αμέριμνη αυτή χώρα φαινόμενο συχνό, ιδιαίτερα σε εκείνους τους δημόσιους άνδρες που πασχίζουν να επιβιώσουν στον ιδεατό κόσμο της τηλεοπτικής θεαματικότητας, την ίδια στιγμή που η αμείλικτη εξέλιξη των πραγμάτων οδηγεί όλους μας- άρχοντες και αρχόμενους, τωρινούς και μελλούμενους- σε καταστάσεις ανεπανόρθωτες.
Κορυφαίο και χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του, μέχρι χθές, Πρωθυπουργού μας, ο οποίος, ως αρχηγός τη Αξιωματιής αντιπολίτευσης, εμφανιζόταν δημόσια με τη ρομφαία του μεγάλου Αναμορφωτή, διαβεβαιώνοντας σε όλους τους τόνους ότι θα επιβάλει στο εσωτερικό της χώρας την κάθαρση από τη διαφθορά ( αρχίζοντας από… τις κατσαρίδες που κυνηγούσε στις δημόσιες εμφανισεις του προεκλογικά στα νοσοκομεία ) και ότι θα αποκαταστήσει το γόητρο της χώρας ως κοινοτικού εταίρου , δίνοντας ο ίδιος τη μάχη για περισσότερους κοινοτικούς πόρους με τις συχνές εμφανίσεις του στις Βρυξέλλες. Μια δημόσια συμπεριφορά που , όπως αποκαλύπτει η τραγική πραγματικότητα, αποδείχθηκε ως κενός θεατρινισμός, όταν ο πρωταγωνιστής του δημόσιου βιου, διαισθανόμενος πρώτος τα επικείμενα τραγικά επακόλουθα, αποφάσισεσε να αλλάξει το ρόλο του και εγκαταλείποντας το ρόλο του πρωτεργάτη-αναμορφωτή, να μεταμορφωθεί σε αναχωρητή από το δημόσιο βίο, οδηγώντας τη χώρα στην περιπέτεια των εκλογών. Σήμερα διάγει τον βίο του επί τιμή δημόσιου άνδρα, απαλλαγμένος από κάθε έγνοια ότι θα λογοδοτήσει ποτέ για τις ενέργειες και την πολιτεία του κατά την πρωθυπουργική του περίοδο.
Η πενταετία του νεο-Καραμανλισμού, θα καταγραφεί στις ιστορικές μας δέλτους ως μια περίοδος οπισθοδρόμησης στα δημόσια πράγματα της χώρας μας. Διαπίστωση που, όσο περνούν οι μέρες αναδεικνύεται όλο και περισσσότερο ως ρεαλιστική και προσδίδει μια προφητική διάσταση στον ποιητικό λόγο του μεγάλου Αλεξανδρινού μας ποιητή, ο οποίος βλέπει” να έφθασε ο καιρός να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή “ στην Αποικία.
Στην κατάσταση των δημοσίων πραγμάτων στην οποία μας οδήγησε η πολιτεία των, μέχρι χθές, αιρετών μας αρχόντων δεν απομένει στον “κοινό” συμπολίτη μας, παρά να αναζητήσει κάποια παραμυθία στην κατακλείδα του Καβαφικού ποιήματος
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
Wednesday, March 31, 2010
Περί ετεροτοπίας συνέχεια
Κατέβηκε,λένε, κάποτε ο Παντοδύναμος στη γή, σε μια . χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η τυφλή συντεχνιακή ιδιοτέλεια υπερισχύει ακόμα και εκείνου του κοινού κοινωνικού συμφέροντος. Ζήτησε τότε να φέρουν ενώπιόν του έναν από τους κατοίκους της χώρας αυτής, τον οποίον και ρώτησε, ποια θα ήταν η μεγαλύτερη χάρη που θα ζητούσε ο ίδιος από το Θεό. Χωρίς να διστάσει τότε ο Ρωμιός εκείνος του απάντησε: «να ψοφήσει η γίδα του γείτονα»...
Μια αυθεντική λαϊκή παράδοση, η οποία ίσως αδικεί την άδολη φιλοπατρία πολλών ξενιτεμένων Ρωμιών που αναδείχθηκαν στο παρελθόν σε εθνικούς ευεργέτες ή κάποιων μεταναστών τρίτης γενιάς σε μακρινές χώρες σήμερα, που διατηρούν ακόμα ρομαντικά αισθήματα φιλαλληλίας για τους ομογενείς τους στη γενέτειρα των προγόνων τους. Παράδοση, ωστόσο, η οποία αντικατοπτρίζει πιστά τη διαχρονική νοοτροπία του Νεοέλληνα. ‘Ετσι (για να επανέλθω στα περί ετεροτοπίας του προ-προηγούμενου σημειώματος) αν το στοιχείο της αντιπαλότητας είναι εκείνο που προσδιορίζει τη σχέση των διαφόρων ομάδων (των «ετεροτοπιών») μεταξύ τους, προσδίδοντας στη νεοελληνική κοινωνία έναν αναχρονιστικά πρωτόγονο χαρακτήρα, είναι το στοιχείο του φθόνου εκείνο, το οποίο κυρίαρχα καθορίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη , μεσογειακή, συμπεριφορά και νοοτροπία όλων ημών των σημερινών Νεο-ελλαδιτών.
Ο περιορισμένος χώρος του σημειώματος αυτού δεν επιτρέπει εδώ παρά την παράθεση ενός δείγματος του εγωκεντρισμού, στοιχείου που, διυποκειμενικά, χαρακτηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά των νεο-ελλαδιτών. Μελετώντας κανείς τον κώδικα προφορικής επικοινωνίας, τη νεοελληνική γλώσσα ( μια αντικειμενική κατηγορία, όπoυ αντανακλώνται οι ανθρώπινες σχέσεις) διαπιστώνει ότι περιλαμβάνει λέξεις, το σημασιολογικό περιεχόμενο tvν οποίων μόνο περιφραστικά θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή διάλεκτο. Η λέξη «ρουσφέτι», για παράδειγμα (αμετάφραστη μονολεκτικά σε μια ευρωπαϊκή γλώσσα) που σημαίνει την αμφίδρομη σχέση εξάρτησης πολιτικού και ψηφοφόρου, χαρακτηρίζει μια σχέση-κλειδί στη λειτουργία του πελατειακού συστήματος μιας κοινωνίας, όπου η παροχή ίσων ευκαιριών και η αξιοκρατία δεν αποτελούν παρά κενές επικlήσεις στα πλαίσια της προεκλογικής τελετουργίας. Με τη λέξη «ατσίδας» (το έτυμο της οποίας χάνεται στα σκοτάδια των χρόνων της Τουρκοκρατίας) χαρακτηρίζουμε εμείς οι Νεοέλληνες, το άτομο εκείνο που, χωρίς ιδιαίτερη προσήλωση σε ηθικούς κανόνες, έχει αναρριχηθεί στα ύψη της κοινωνικής κλίμακας.
Από την άλλη πλευρά, τις έννοιες εκείνες που εκφράζονται μονολεκτικά σε μια κοινωνία, όπου ο σεβασμός στα δικαιώματα του πλησίον αποτελεί αυτονόητο κανόνα καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί η Κοινή νεοελληνική μας γλώσσα να αποδώσει παρά περιφραστικά. Τη γερμανική λέξη, για παράδειγμα,Ruecksicht (αλλά και την ταυτόσημη τσεχική ohled) που σημαίνει : «να μην γυρίζει κανείς την πλάτη του στον διπλανό του, αλλά να βλέπει και να σέβεται τα δικαιώματά του» αδυνατούμε εμείς οι Νεοέλληνες να αποδώσουμε μονολεκτικά...
Η κυρίαρχη θέση του φαινομένου της ετεροτοπίας στο δημόσιο βίο της χώρας μας αντανακλάται κατ’εξοχήν και στους οργανωμένους πολιτικούς σχηματισμούς, στα κόμματα. Γεννημένα από τα σπλάγχνα μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ετεροτοπίες, ομάδες που αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης, τα σημερινά πολιτικά κόμματα δεν θα μπορούσαν να έχουν άλλη ύψιστη αρχή, από εκείνην της κατά περίστασιν θωπείας μιας από τις παραπάνω ομάδες.
Κανόνας από τον οποίο δεν εξαιρείται ούτε το κόμμα εκείνο, που, θεωρητικά, ταυτίζεται με τους «κοινωνικούς αγώνες» μιας και μόνον τάξης , του λεγόμενου προλεταριάτου...
(έπεται συνέχεια)
Μια αυθεντική λαϊκή παράδοση, η οποία ίσως αδικεί την άδολη φιλοπατρία πολλών ξενιτεμένων Ρωμιών που αναδείχθηκαν στο παρελθόν σε εθνικούς ευεργέτες ή κάποιων μεταναστών τρίτης γενιάς σε μακρινές χώρες σήμερα, που διατηρούν ακόμα ρομαντικά αισθήματα φιλαλληλίας για τους ομογενείς τους στη γενέτειρα των προγόνων τους. Παράδοση, ωστόσο, η οποία αντικατοπτρίζει πιστά τη διαχρονική νοοτροπία του Νεοέλληνα. ‘Ετσι (για να επανέλθω στα περί ετεροτοπίας του προ-προηγούμενου σημειώματος) αν το στοιχείο της αντιπαλότητας είναι εκείνο που προσδιορίζει τη σχέση των διαφόρων ομάδων (των «ετεροτοπιών») μεταξύ τους, προσδίδοντας στη νεοελληνική κοινωνία έναν αναχρονιστικά πρωτόγονο χαρακτήρα, είναι το στοιχείο του φθόνου εκείνο, το οποίο κυρίαρχα καθορίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη , μεσογειακή, συμπεριφορά και νοοτροπία όλων ημών των σημερινών Νεο-ελλαδιτών.
Ο περιορισμένος χώρος του σημειώματος αυτού δεν επιτρέπει εδώ παρά την παράθεση ενός δείγματος του εγωκεντρισμού, στοιχείου που, διυποκειμενικά, χαρακτηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά των νεο-ελλαδιτών. Μελετώντας κανείς τον κώδικα προφορικής επικοινωνίας, τη νεοελληνική γλώσσα ( μια αντικειμενική κατηγορία, όπoυ αντανακλώνται οι ανθρώπινες σχέσεις) διαπιστώνει ότι περιλαμβάνει λέξεις, το σημασιολογικό περιεχόμενο tvν οποίων μόνο περιφραστικά θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή διάλεκτο. Η λέξη «ρουσφέτι», για παράδειγμα (αμετάφραστη μονολεκτικά σε μια ευρωπαϊκή γλώσσα) που σημαίνει την αμφίδρομη σχέση εξάρτησης πολιτικού και ψηφοφόρου, χαρακτηρίζει μια σχέση-κλειδί στη λειτουργία του πελατειακού συστήματος μιας κοινωνίας, όπου η παροχή ίσων ευκαιριών και η αξιοκρατία δεν αποτελούν παρά κενές επικlήσεις στα πλαίσια της προεκλογικής τελετουργίας. Με τη λέξη «ατσίδας» (το έτυμο της οποίας χάνεται στα σκοτάδια των χρόνων της Τουρκοκρατίας) χαρακτηρίζουμε εμείς οι Νεοέλληνες, το άτομο εκείνο που, χωρίς ιδιαίτερη προσήλωση σε ηθικούς κανόνες, έχει αναρριχηθεί στα ύψη της κοινωνικής κλίμακας.
Από την άλλη πλευρά, τις έννοιες εκείνες που εκφράζονται μονολεκτικά σε μια κοινωνία, όπου ο σεβασμός στα δικαιώματα του πλησίον αποτελεί αυτονόητο κανόνα καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί η Κοινή νεοελληνική μας γλώσσα να αποδώσει παρά περιφραστικά. Τη γερμανική λέξη, για παράδειγμα,Ruecksicht (αλλά και την ταυτόσημη τσεχική ohled) που σημαίνει : «να μην γυρίζει κανείς την πλάτη του στον διπλανό του, αλλά να βλέπει και να σέβεται τα δικαιώματά του» αδυνατούμε εμείς οι Νεοέλληνες να αποδώσουμε μονολεκτικά...
Η κυρίαρχη θέση του φαινομένου της ετεροτοπίας στο δημόσιο βίο της χώρας μας αντανακλάται κατ’εξοχήν και στους οργανωμένους πολιτικούς σχηματισμούς, στα κόμματα. Γεννημένα από τα σπλάγχνα μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ετεροτοπίες, ομάδες που αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης, τα σημερινά πολιτικά κόμματα δεν θα μπορούσαν να έχουν άλλη ύψιστη αρχή, από εκείνην της κατά περίστασιν θωπείας μιας από τις παραπάνω ομάδες.
Κανόνας από τον οποίο δεν εξαιρείται ούτε το κόμμα εκείνο, που, θεωρητικά, ταυτίζεται με τους «κοινωνικούς αγώνες» μιας και μόνον τάξης , του λεγόμενου προλεταριάτου...
(έπεται συνέχεια)
Wednesday, March 24, 2010
Attn.: Readers from British Columbia Canada only
Αν το επιθυμείτε, μπορείτε μέσω του e-mail μου (victor@the.forthnet.gr) να μου δώσετε
διευθύνσεις για να σας στείλω (χωρις, εννοείται, κάποια υποχρεώση του παραλήπτη)
δημοσιe;yματα και βιβλία μου.
διευθύνσεις για να σας στείλω (χωρις, εννοείται, κάποια υποχρεώση του παραλήπτη)
δημοσιe;yματα και βιβλία μου.
Wednesday, March 17, 2010
Περί Tευτονικής υπεροψίας
Στο πρώτο μέρος του "Φάουστ", στη σκηνή έξω από την πύλη, παρουσιάζει ο Γκέτε τους "κάθε λογής" περιπατητές να εκθέτουν ο καθένας τη δική του άποψη για τη γενικότερη κατάσταση της εποχής τους. Mάστορες, καμαριέρες, σπουδαστές, στρατιώτες και άλλοι, συνθέτουν με τους σύντομους μονολόγους τους ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό: "τη φωνή του λαού", όπως θα την ονομάσει με μιαν αδιόρατη ειρωνεία αυτός ο ποιητής-άρχοντας.
Aπό την πολύχρωμη αυτή παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που με τη δήλωσή του προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα", λέει, "καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Κατά τους δυο γεμάτους αιώνες που ακολούθησαν ( ναι, κυριολεκτικά μέχρι τις μέρες μας) το πνεύμα αυτού του μεγαλοαστού βρυκολάκιασε διαχρονικά στο δημόσιο βίο της πατρίδας του Γκέτε καθ’όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών φάσεων της ως κρατικού μορφώματος. Μετά την συνένωση την γερμανικών κρατιδίων το 1871 από τον Βίσμαρκ και τη δημιουργία του επονομαζόμενου “Β’ Ρά¨ιχ” ο γερμανός μεγαλοαστός δεν περιορίζεται μόνον να παρακολουθεί απλώς μέσα από την θαλπωρή της ιδιοκτησίας του από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή, αλλά σκαρφίζεται και τις λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών.. Ως μεγαλομέτοχος πλέον της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας του θα μεριμνήσει για το αυγάτισμα, τη συσσώρευση του κεφαλαίου του που προέρχεται από την αφαίμαξη του υπερπροϊόντος των “ανώριμων” λαών μέσω των εξαγωγών ολοένα και πιο εξελιγμένων φονικών συστημάτων.
Ο ήρωάς μας πλέον ανήκει στην τάξη των Kriegsgewinnler ( τεχνικός όρος που αποδίδει, με τη θαυμαστή επάρκεια της γερμανικής γλώσσας, τον κερδοσκόπο που επενδύει στον πόλεμο) που είναι και οι αφανείς πρωταγωνιστές των δυο παγκοσμίων πολέμων. Μια στάση ζωής που τη συνοδεύει η διαχρονική υπεροψία που θα αποτελέσει και το φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, το “Γ’ Ράϊχ “ που θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Η τευτονική υπεροψία απέναντι στην χρεωκοπημένη σημερινή Ελλάδα που εκφράζεται τόσο από τα γερμανικά Μ.Ε. όσο και από την άρνηση της επίσημης Γερμανίας να συνδράμει οικονομικά τον “άφρονα” εταίρο της βρίσκονται και σήμερα στην πρώτη θέση της επικαιρότητας. ΄Ενα δεδομένο που οδηγεί τον “κοιν’ο” συμπολίτη μας στο καταθλιπτικό ερώτημα πότε βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση ως κοινωνικό σύνολο: στους χρόνους της γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας, όταν εκχωρήθηκε, με τη γνωστή μεθόδευση, στο γερμανικό “Γ’ Ράίχ” το “δάνειο” ή σήμερα που, όντας με το υστέρημα του εθνικού μας υπερπροϊόντος από τους καλύτερους πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, βιώνουμε τον απροκάλυπτο εκβιασμό των πολεμικών βαρόνων στη χώρα της κ. Μέρκελ για να παραμείνουμε προσδεδεμένοι ως οικονομικοί είλωτες της πολεμικής της βιομηχανίας.
Ερώτημα ωστόσο, το οποίο (όπως θα διαπιστώσει κανείς από τα δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο) δεν απασχολεί μόνον τον κοινό συνέλληνα, αλλά και την προοδευτική διανόηση στη σημερινή Γερμανία. Είναι αυτή η “άλλη” Γερμανία που είχα την καλή τύχη να γνωρίσω στα χρόνια της νιότης και των σπουδών μου εκεί. Είναι η Γερμανία των ποιητών και των στοχαστών που, για καλή μας τύχη, δεν έχει εξαφανισθεί από τη βαρβαρότητα των ημερών μας.
Aπό την πολύχρωμη αυτή παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που με τη δήλωσή του προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα", λέει, "καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Κατά τους δυο γεμάτους αιώνες που ακολούθησαν ( ναι, κυριολεκτικά μέχρι τις μέρες μας) το πνεύμα αυτού του μεγαλοαστού βρυκολάκιασε διαχρονικά στο δημόσιο βίο της πατρίδας του Γκέτε καθ’όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών φάσεων της ως κρατικού μορφώματος. Μετά την συνένωση την γερμανικών κρατιδίων το 1871 από τον Βίσμαρκ και τη δημιουργία του επονομαζόμενου “Β’ Ρά¨ιχ” ο γερμανός μεγαλοαστός δεν περιορίζεται μόνον να παρακολουθεί απλώς μέσα από την θαλπωρή της ιδιοκτησίας του από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή, αλλά σκαρφίζεται και τις λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών.. Ως μεγαλομέτοχος πλέον της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας του θα μεριμνήσει για το αυγάτισμα, τη συσσώρευση του κεφαλαίου του που προέρχεται από την αφαίμαξη του υπερπροϊόντος των “ανώριμων” λαών μέσω των εξαγωγών ολοένα και πιο εξελιγμένων φονικών συστημάτων.
Ο ήρωάς μας πλέον ανήκει στην τάξη των Kriegsgewinnler ( τεχνικός όρος που αποδίδει, με τη θαυμαστή επάρκεια της γερμανικής γλώσσας, τον κερδοσκόπο που επενδύει στον πόλεμο) που είναι και οι αφανείς πρωταγωνιστές των δυο παγκοσμίων πολέμων. Μια στάση ζωής που τη συνοδεύει η διαχρονική υπεροψία που θα αποτελέσει και το φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, το “Γ’ Ράϊχ “ που θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Η τευτονική υπεροψία απέναντι στην χρεωκοπημένη σημερινή Ελλάδα που εκφράζεται τόσο από τα γερμανικά Μ.Ε. όσο και από την άρνηση της επίσημης Γερμανίας να συνδράμει οικονομικά τον “άφρονα” εταίρο της βρίσκονται και σήμερα στην πρώτη θέση της επικαιρότητας. ΄Ενα δεδομένο που οδηγεί τον “κοιν’ο” συμπολίτη μας στο καταθλιπτικό ερώτημα πότε βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση ως κοινωνικό σύνολο: στους χρόνους της γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας, όταν εκχωρήθηκε, με τη γνωστή μεθόδευση, στο γερμανικό “Γ’ Ράίχ” το “δάνειο” ή σήμερα που, όντας με το υστέρημα του εθνικού μας υπερπροϊόντος από τους καλύτερους πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, βιώνουμε τον απροκάλυπτο εκβιασμό των πολεμικών βαρόνων στη χώρα της κ. Μέρκελ για να παραμείνουμε προσδεδεμένοι ως οικονομικοί είλωτες της πολεμικής της βιομηχανίας.
Ερώτημα ωστόσο, το οποίο (όπως θα διαπιστώσει κανείς από τα δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο) δεν απασχολεί μόνον τον κοινό συνέλληνα, αλλά και την προοδευτική διανόηση στη σημερινή Γερμανία. Είναι αυτή η “άλλη” Γερμανία που είχα την καλή τύχη να γνωρίσω στα χρόνια της νιότης και των σπουδών μου εκεί. Είναι η Γερμανία των ποιητών και των στοχαστών που, για καλή μας τύχη, δεν έχει εξαφανισθεί από τη βαρβαρότητα των ημερών μας.
Wednesday, March 3, 2010
Ένα ελληνικό κοινωνικό φαινόμενο: η Ετεροτοπία
Η . οπωσδήποτε αρνητική, δημοσιότητα , που συνοδεύει σε διεθνές επίπεδο, τη χώρα μας σήμερα, οι δυσοίωνες προοπτικές που προδιαγράφονται, (ουσιαστικά: η χρεοκοπία μας ως κράτος, που δεν έχουμε ακόμα αντιληφθεί πλήρως), αλλά (το χειρότερο), η αυτοκαταστροφική μας συλλογική εμμονή να αναζητούμε τη ρίζα της κακοδαιμονίας μας σε κάποιες φαντασιακές και υπερβατικές κατηγορίες, ( όπως την «ανθελληνική συνωμοσία» ή το «διεθνές κεφάλαιο») είναι οι παράγοντες εκείνοι που υπαγορεύουν τις απαισιόδοξες διαθέσεις με τις οποίες συντάσσεται του σημερινό μου σημειώμα. Υπό το κράτος λοιπόν της αμηχανίας που διακατέχει τον «κοινό» συνέλληνα θα πασχίσω να αναζητήσω την αιτία της κρίσης όχι σε κάποιους εξωγενείς παράγοντες, αλλά σ’αυτήν την ίδια την ιστορική μας περιπέτεια ως κοινωνικού συνόλου.
Η πατρίδα μας συνιστά, ως πολιτειακή πραγματικότητα, μιαν αποκλειστικότητα, διότι- μόνη αυτή στη σημερινή Ευρώπη- παρουσιάζει το φαινόμενο του συνταγματικού συγκρητισμού , της επιβίωσης δηλαδή αρχέγονων στοιχείων εθιμικού δικαίου, τα οποία, στην καθημερινή πράξη, υπερισχύουν πολλές φορές και αυτών ακόμα των προσδιορισμένων από το γραπτό Σύνταγμα θεσμών. ΄Ετσι ο θρησκειολογικός όρος «συγκρητισμός» περιγράφει πληρέστερα την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το δημόσιο βίο της σημερινής Ελλάδος. Ενός , τυπικά, κράτους-μέλους της Ε.Ε., το οποίο, αν και δανείστηκε από τη Δύση τους πολιτειακούς θεσμούς του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, εξακολουθεί να διατηρεί στη συλλογική νοοτροπία των υπηκόων του έθιμα και πρακτικές από το μεσαιωνικό παρελθόν της χώρας αλλά και από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, Χαρακτηριστική είναι εδώ η στάση τόσο κάποιων από τους κατά καιρούς αιρετούς άρχοντες όσο και συλλογικών φορέων εκπροσώπησης, οι οποίοι, σε στιγμές από τις συνήθεις εσωτερικές μας κρίσεις, διατείνονται ότι «πάνω από τους (συνταγματικούς ) θεσμούς παραμένει η βούληση του λαού».
Παρακάμπτοντας όμως τις ιστορικές αιτίες του φαινομένου, αξίζει ( τώρα ιδιαίτερα με την εθνική μας αυτοκαταστροφή που επίκειται από το ξέσπασμα των «ταξικών» αγώνων που θα προκαλέσουν τα οργανωμένα συνδικάτα)να αναλογιστούμε τις συνέπειες που επίκεινται.
Η εικόνα , την οποία παρουσιάζει η σημερινή Ελλάδα σε κάθε αμέτοχο ξένο παρατηρητή είναι εκείνη μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ένα πλήθος από ομάδες, οι οποίες, αν δεν αλληλοσπαράσσονται, αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης. Φαινόμενο, το οποίο αδυνατεί να προσεγγίσει κανείς με τις συμβατικές μεθόδους κοινωνικής έρευνας, αλλά και με την οποιανδήποτε παραλλαγή νεοεγελιανής (κοινώς: «μαρξιστικός»0 θεώρησης περί ταξικης αντίθεσης.
Οι σημερινοί υπήκοοι της χώρας-μέλους της Ε.Ε. αποτελούν μια συμπαγή εθνογλωσσική ενότητα με κοινές, μακραίωνες ιστορικές εμπειρίες και κοινό ένδοξο παρελθόν, κοινή γλώσσα και θρησκεία. Στους κόλπους όμως της ελληνικής κοινωνίας συνυπάρχουν απλώς – χωρίς τον (αυτονόητο για μια σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία) συνεκτικό ιστό της έμπρακτης και ενσυνείδητης κοινωνικής αλληλεγγύης- εσωστρεφείς και περιχαρακωμένες μέσα στην ιδιοτέλειά τους, οι παραπάνω ομάδες.
΄Ενα αξιοπερίεργο απολίθωμα για τους Ευρωπαίους εταίρους, αλλά αδηφάγο καρκίνωμα για το κοινωνικό μωσαϊκό της σημερινής Ελλάδος, το αναχρονιστικό αυτό φαινόμενο της επιβίωσης του βυζαντινού σωματείου (κλειστής επαγγελματικής συντεχνίας) και του esnaf της Τουρκοκρατίας, η κάθε ομάδα αποτελεί έναν κλειστό μικρόκοσμο που αυτοπροσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με όλες τις υπόλοιπες. Μια νησίδα απομονωμένη, όπ0υ δεν ισχύουν ο κοινωνικός συμβιβασμός και η αλληλεγγύη, ο χώρος αυτός αποτελεί, σύμφωνα με τον προσφυή χαρακτηρισμό του Μ. Φουκώ , την ετεροτοπία. ΄Εναν κόσμο «έτερο» (mundus idem et alter) στο χώρο ενός δεδομένου ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Με τις ετεροτοπίες θα ασχοληθούμε και στο επόμενο σημείωμα, όταν πλέον θα έχουν εξαγγελθεί τα κυβερνητικά μέτρα που, οπωσδήποτε, θα αφυπνίσουν την ιδιοτέλεια της μιας ή της άλλης κλειστής ομάδας....
Η πατρίδα μας συνιστά, ως πολιτειακή πραγματικότητα, μιαν αποκλειστικότητα, διότι- μόνη αυτή στη σημερινή Ευρώπη- παρουσιάζει το φαινόμενο του συνταγματικού συγκρητισμού , της επιβίωσης δηλαδή αρχέγονων στοιχείων εθιμικού δικαίου, τα οποία, στην καθημερινή πράξη, υπερισχύουν πολλές φορές και αυτών ακόμα των προσδιορισμένων από το γραπτό Σύνταγμα θεσμών. ΄Ετσι ο θρησκειολογικός όρος «συγκρητισμός» περιγράφει πληρέστερα την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το δημόσιο βίο της σημερινής Ελλάδος. Ενός , τυπικά, κράτους-μέλους της Ε.Ε., το οποίο, αν και δανείστηκε από τη Δύση τους πολιτειακούς θεσμούς του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, εξακολουθεί να διατηρεί στη συλλογική νοοτροπία των υπηκόων του έθιμα και πρακτικές από το μεσαιωνικό παρελθόν της χώρας αλλά και από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, Χαρακτηριστική είναι εδώ η στάση τόσο κάποιων από τους κατά καιρούς αιρετούς άρχοντες όσο και συλλογικών φορέων εκπροσώπησης, οι οποίοι, σε στιγμές από τις συνήθεις εσωτερικές μας κρίσεις, διατείνονται ότι «πάνω από τους (συνταγματικούς ) θεσμούς παραμένει η βούληση του λαού».
Παρακάμπτοντας όμως τις ιστορικές αιτίες του φαινομένου, αξίζει ( τώρα ιδιαίτερα με την εθνική μας αυτοκαταστροφή που επίκειται από το ξέσπασμα των «ταξικών» αγώνων που θα προκαλέσουν τα οργανωμένα συνδικάτα)να αναλογιστούμε τις συνέπειες που επίκεινται.
Η εικόνα , την οποία παρουσιάζει η σημερινή Ελλάδα σε κάθε αμέτοχο ξένο παρατηρητή είναι εκείνη μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ένα πλήθος από ομάδες, οι οποίες, αν δεν αλληλοσπαράσσονται, αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης. Φαινόμενο, το οποίο αδυνατεί να προσεγγίσει κανείς με τις συμβατικές μεθόδους κοινωνικής έρευνας, αλλά και με την οποιανδήποτε παραλλαγή νεοεγελιανής (κοινώς: «μαρξιστικός»0 θεώρησης περί ταξικης αντίθεσης.
Οι σημερινοί υπήκοοι της χώρας-μέλους της Ε.Ε. αποτελούν μια συμπαγή εθνογλωσσική ενότητα με κοινές, μακραίωνες ιστορικές εμπειρίες και κοινό ένδοξο παρελθόν, κοινή γλώσσα και θρησκεία. Στους κόλπους όμως της ελληνικής κοινωνίας συνυπάρχουν απλώς – χωρίς τον (αυτονόητο για μια σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία) συνεκτικό ιστό της έμπρακτης και ενσυνείδητης κοινωνικής αλληλεγγύης- εσωστρεφείς και περιχαρακωμένες μέσα στην ιδιοτέλειά τους, οι παραπάνω ομάδες.
΄Ενα αξιοπερίεργο απολίθωμα για τους Ευρωπαίους εταίρους, αλλά αδηφάγο καρκίνωμα για το κοινωνικό μωσαϊκό της σημερινής Ελλάδος, το αναχρονιστικό αυτό φαινόμενο της επιβίωσης του βυζαντινού σωματείου (κλειστής επαγγελματικής συντεχνίας) και του esnaf της Τουρκοκρατίας, η κάθε ομάδα αποτελεί έναν κλειστό μικρόκοσμο που αυτοπροσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με όλες τις υπόλοιπες. Μια νησίδα απομονωμένη, όπ0υ δεν ισχύουν ο κοινωνικός συμβιβασμός και η αλληλεγγύη, ο χώρος αυτός αποτελεί, σύμφωνα με τον προσφυή χαρακτηρισμό του Μ. Φουκώ , την ετεροτοπία. ΄Εναν κόσμο «έτερο» (mundus idem et alter) στο χώρο ενός δεδομένου ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Με τις ετεροτοπίες θα ασχοληθούμε και στο επόμενο σημείωμα, όταν πλέον θα έχουν εξαγγελθεί τα κυβερνητικά μέτρα που, οπωσδήποτε, θα αφυπνίσουν την ιδιοτέλεια της μιας ή της άλλης κλειστής ομάδας....
Subscribe to:
Posts (Atom)