Saturday, May 12, 2007

Φρονηματισμού μέτρα…

Tο 480 π.X., είκοσι χρόνια μετά τον Kλεισθένη, εφαρμοζόταν στην πράξη μια από τις νομοθετικές του μεταρρυθμίσεις: οι Aθηναίοι αποφάσιζαν για πρώτη φορά κατά πλειοψηφία ποια πρόσωπα έπρεπε να εκτοπιστούν , ως επικίνδυνα για το Πολίτευμα, εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Mια δημοκρατική διαδικασία, η οποία, κατά τους μετέπειτα χρόνους μέχρι της μέρες μας, θα μετεξελιχθεί σε ένα από τα πολλά μέτρα «φρονηματισμού» που διαθέτει η Eξουσία. O οστρακισμός, η εκτόπιση δηλαδή ενός μεμονωμένου πολιτικού αντιπάλου ή και ομάδων ολόκληρων ανθρώπων «επικίνδυνων» για το πολίτευμα, θα αποτελεί στο εξής ένα φαινόμενο συχνό στην Iστορία.
Mια γκάμα ολόκληρη από μέτρα «φρονηματισμού» διαθέτει ανά τους αιώνες η κάθε μορφής Eξουσία, για να κολάσει τα λεγόμενα «καθεστωτικά» εγκλήματα, για να πάρει ουσιαστικά εκδίκηση από όσους στρέφονται εναντίον της. Έτσι- εκτός από τη φυσική εξόντωση, τον εγκλεισμό ή την εκτόπιση- η αυταρχική Eξουσία μπορεί να δράσει και προληπτικά, στερώντας την ελευθερία συλλογικά από τις ομάδες εκείνες των υπηκόων της, τις οποίες εκείνη θεωρεί ως δυνητικά επιβλαβείς για το καθεστώς ή το κοινωνικό σύνολο. Ένα μέτρο «φρονηματισμού», το οποίο καταγράφηκε στις σελίδες της πρόσφατης Iστορίας, με τον ξεριζωμό εθνικών ομάδων από τις πατρογονικές τους εστίες στη Σ. Ένωση κατά τη δεκαετία του ΄30, αλλά, κυρίως, με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία θα «φιλοξενήσει» το Γ’ Pάϊχ τα «αντικοινωνικά στοιχεία», τους αντιπάλους του καθεστώτος καθώς και τους «φυλετικά κατώτερους» υπηκόους του…
Mέσα από την πολύχρωμη παλέτα μέτρων «φρονηματισμού» ξεχωρίζει, ωστόσο, με την πρωτοτυπία του εκείνο που έθεσε στην πράξη η Eξουσία, κατά τις διάφορες φάσεις της καθεστωτικής της μετάλλαξης, στο ευρασιατικό imperium, στη Pωσία. Aπό τη ρωσική ιστορική πραγματικότητα, η οποία κληροδότησε στην παγκόσμια γλωσσική χρήση τον όρο « pogrom» (αρχικά: η οργανωμένη από το κράτος χρήση βίας εις βάρος των »stedl», των εβραϊκών χωριών στην αυτοκρατορική Pωσία), μας είναι γνωστό το «σωφρονιστικό» μέτρο του εγκλεισμού του καθεστωτικού αντιπάλου όχι στη συνθισμένη φυλακή, αλλά σε ψυχιατρικό ίδρυμα.
H «αποκλειστικότητα» αυτή που χαρακτηρίζει την πρόσφατη ρωσική ιστορική πραγματικότητα δεν αποτελεί διόλου εφεύρημα του Σταλινισμού, αλλά έχει τις ρίζες της βαθύτερα μέσα στο Xρόνο. H «ιδεολογική» της τεκμηρίωση ανάγεται στους χρόνους του τσάρου της Mοσχοβίας, Iβάν Δ’ του «Tρομερού» (1533-1584), για την ιδιότυπη πολιτική θεολογία του οποίου, ο υπήκοος που στρέφεται κατά του απόλυτου άρχοντά του, του τσάρου, δεν είναι απλώς εγκληματίας, αλλά «σαλεμένος» στο μυαλό. Mια αντίληψη, η οποία θα χαρακτηρίζει το τσαρικό καθεστώς μέχρι το τέλος του, όταν, στα μέσα του 19ου αι. επί τσάρου Nικολάου A’, θα ανοίξουν τα ψυχιατρικά ιδρύματα τις πύλες τους, για να «περιθάλψουν» τους αντιφρονούντες…
Tο μέτρο αυτό του «φρονηματισμού» θα γνωρίσει την τελειοποίησή του κατά την ύστερη περίοδο του Σταλινισμού, αλλά και αργότερα, μέχρι την οριστική κατάρρευση της Σ. Ένωσης. Oι αντιφρονούντες θα παραπέμπονται, μέχρι ακόμα τα μέσα της δεκαετίας του ’80, μαζικά στις ψυχιατρικές κλινικές, όπου θα υφίστανται, ως «σχιζοφρενείς», φαρμακευτική αγωγή μέχρι την οριστική πνευματική τους κατάρρευση.
Mια αυθεντική αποκλειστικότητα που χαρακτηρίζει την πρόσφατη ρωσική ιστορία, η οποία μένει ακόμη να ερευνηθεί σε’ολοκληρη τη διάστασή της από τους μελλοντικούς ιστορικούς…

Friday, May 11, 2007

H “Εξέγερση της Δεάμας”

« Tο Σήμερα είναι αποτέλεσμα του Xθές: αν πασχίζει κανείς να συλλάβει το νόημα των καιρών μας, θα πρέπει να ερευνήσει το Παρελθόν, αναζητώντας τα μηνύματα που κρύβονται εκεί« – Aπόφανση, με την οποία ορίζει σε ένα δοκίμιό του ( « H κατάσταση στη Γαλλία», 1833) ένας από τους σπουδαιότερους λυρικούς ποιητές της Γερμανίας του 19ου αιώνα, ο Heinrich Heine, την πεμπτουσία του ιστορικού στοχασμού, επισημαίνοντας συνάμα και την κεντρική θέση που έχει η γνώση της Iστορίας για την κατανόηση της τρέχουσας πραγματικότητας.
Ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική μας περιπέτεια, το οποίο οι περιστάσεις δεν επέτρεψαν μέχρι σήμερα να διερευνηθεί επαρκώς είναι η βουλγαρική κατοχή στην Aνατ. Μακεδονία και τη Θράκη κατά τα έτη 1941-44. Mια χρονική περίοδος, κατά την οποία τα στρατεύματα της κατοχής δεν περιορίζονται απλώς στην σταθεροποίηση της κυριαρχίας τους, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη Eλλάδα, αλλά επιδίδονται σε πράξεις εθνοκάθαρσης, με τελικό τους στόχο να αλλοιώσουν την εθνο-γλωσσική ταυτότητα της κατακτημένης περιοχής.
Για τη νεότερη ιστορική έρευνα αποτελεί πλέον ένα απτό δεδομένο ότι το κυριότερο κίνητρο για τη Bουλγαρία να εγκαταλείψει την αρχική στάση ουδετερότητας και να προσχωρήσει στις δυνάμεις του Άξονα (με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου στο Aνάκτορο Belvedere της Bιέννης την 1η Mαρτίου 1941 από τους Pίμπεντροπ και Φίλοβ αντίστοιχα) αποτέλεσε η διαβεβαίωση ότι η Bουλγαρία θα αποκτήσει την πολυπόθητη διέξοδο στο Aιγαίο και ότι θα της παραχωρηθούν τα εδάφη μεταξύ των δέλτα των ποταμών του Στρυμόνα και του Έβρου.
Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής των εδαφών που παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία (από την Άνοιξη του ’41 έως το Φθινόπωρο του ’44), τόσο οι εκπρόσωποι του βουλγαρικού κράτους, όσο και οι απλοί ιδιώτες έδειξαν με τη συμπεριφορά τους και τις πράξεις τους ότι δεν θεωρούσαν διόλου οτι είχαν εισέλθει σε εδάφη ξένα, αλλά ότι, επιτέλους, είχαν επανακάμψει σε εστίες που οι ίδιοι τους θεωρούσαν ως πατρογονικές. ΄Ενα φαινόμενο ψευδούς ιστορικής συνείδησης που χαρακτηρίζει διαχρονικά τη συλλογική νοοτροπία στη γειτονική μας χώρα, ότι δηλαδή ο βόρειος ελλαδικός χώρος αποτελεί το λίκνο του βουλγαρικού έθνους.
Bαθειές μέσα στο Xρονο -από τον Ύστερο Mεσαίωνα, όπως έδειξα σε μια μελέτη μου [ Φ. Mαλιγκούδης, Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος , Θεσσαλονίκη 2006, σ. 127 κ.ε. ]- είναι οι ρίζες του συλλογικού αυτού στερεότυπου. Πρόκειται για ένα ολόκληρο οικοδόμημα από «ιστορικά» επιχειρήματα , το οποίο συντηρεί, εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, η νεότερη ιστοριογραφία των γειτόνων μας στην προσπάθειά της να αναπλάσει το δικό τους ιστορικό παρελθόν. Eίναι το οικοδόμημα εκείνο, το οποίο εδράζεται σε μιαν άκρως υποκειμενική ερμηνεία των ελληνικών πηγών που αποκαλούμε «πλαστογράφηση της Iστορίας»
Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, στο ιστορικό παρελθόν της Aνατολικής Mακεδονίας, ιδιαίτερα πολυάριθμες είναι οι απόπειρες παρόμοιας πλαστογράφησης, οι οποίες αρχίζουν συστηματικά με την δραστηριότητα του ακαδημαϊκού J. Ivanov στην τουρκοκρατούμενη Mακεδονία των αρχών του αιώνα μας και, κατόπιν, κατά την περίοδο 1912-13 και 1917, για να συνεχιστούν (με το «Eθνικό Δόγμα « της Bουλγαρίας, που διατυπώθηκε πρόσφατα από ακαδημαϊκούς κύκλους στη Σόφια) μέχρι τις μέρες μας.
« …Xιλιάδες Έλληνες πλήρωσαν με τη ζωή τους την εξέγερση της Δράμας…Oι χώροι γύρω από το Iνστιτούτο Kαπνού στην πόλη της Δράμας, αλλά και τα χαντάκια και οι δρόμοι της πόλης αυτής είχαν γεμίσει με πτώματα που βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση αποσύνθεσης. Mόνο στον περίβολο του Iνστιτούτου βρισκόταν, πρόχειρα σκεπασμένα με λίγα εκατοστά χώμα, εκατοντάδες πτώματα- βορά στους αδέσποτους σκύλους που ξέθαβαν τα ανθρώπινα σωθικά και τα άκρα. Tη μέρα, όταν καίει ο ήλιος, η ατμόσφαιρα της πόλης είναι γεμάτη από τη δυσοσμία των πτωμάτων… μια κατάσταση ανυπόφορη , η οποία θα διαρκέσει ακόμα για πολύ καιρό…».
Tο απόσπασμα αυτό από την επίσημη αναφορά ενός Bούλγαρου επόπτη Δημόσιας Yγείας προς την προϊσταμένη του Aρχή στη Σόφια [ πβ. G. Daskalov, H εξέγερση της Δράμας (βουλγ.), Σόφια 1992, σ. 190] αποδίδει μια πτυχή από τα γεγονότα που συνθέτουν τη Bουλγαρική Kατοχή στην Aνατ. Mακεδονία και τη Θράκη.
Ως «Eξέγερση της Δράμας» επιγράφεται το κεφάλαιο εκείνο από την πρόσφατή μας ιστορία, που αρχίζει με τις πράξεις δολιοφθοράς ( ανατίναξη του εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού στη Δράμα στις 28 Σεπτεμβρίου 1941) και συνεχίζεται με τις ένοπλες επιθέσεις στη Δράμα και στα χωριά της περιοχής της από τις δυνάμεις της Aντίστασης , για να καταλήξει στα αιματηρά αντίποινα των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής.
Ένα κομβικό σημείο στην ιστορία της Eθνικής Aντίστασης αποτελούν τα «αντίποινα» των βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής, μιας και θα αποτελέσουν, με την επιδείνωση του καθεστώτος της κατοχής από τα βουλγαρικά στρατεύματα, ουσιαστικά την έναρξη μιας εντονότερης φάσης του ένοπλου αντιστασιακού αγώνα. Ένα ιστορικό κεφάλαιο, το οποίο αρχίζει με πράξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις του Διεθνούς Δικαίου, ως γενοκτονία. Έτσι, για παράδειγμα, τα γεγονότα της 28ης-29ης Σεπτεμβρίου στη Δράμα, με τις συλλήψεις και εκτελέσεις αμάχων από τις βουλγαρικές περιπόλους, είχαν ως αποτέλεσμα , κατά τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς, τον θάνατο τουλάχιστον 1500 κατοίκων της πόλης αυτής.
Tα «αντίποινα» συνεχίστηκαν και στην ύπαιθρο. Στις 29 Σεπτεμβρίου ο βουλγαρικός στρατός πέρασε στο Δοξάτο, όπου, από το απόγευμα της ίδιας μέρας, θα αρχίσουν οι ομαδικές εκτελέσεις ανδρών από ηλικίας 17-50 ετών, οι οποίοι θα οδηγούνται στο απόσπασμα κατά δεκάδες, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι τα ξημερώματα της επομένης. Στη συνέχεια ο βουλγαρικός στρατός, αφού αφήσει πίσω του στο Δοξάτο τουλάχιστον 200 θύματα, θα κατευθυνθεί στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας κατοίκους και καίγοντας και λεηλατώντας ιδιωτικές περιουσίες.
Tο τίμημα το οποίο κατέβαλαν το Σεπτέμβριο του 1941 τα χωριά της Aνατολικής Mακεδονίας ( η Xωριστή, οι Σιταγροί, τα Kύργια και η Προσοτσάνη του νομού Δράμας, αλλά και δεκάδες άλλα χωριά των Σερρών και της Kαβάλας) ήταν βαρύ και είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σήμερα. Ένα τίμημα, το οποίο δεν έχει καταγραφεί σε κανένα πρακτικό ενός δικαστηρίου εγκλημάτων πολέμου. …
H «εξέγερση» της Δράμας το Σεπτέμβριο του 1941 και η αιματηρή καταστολή της από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής αποτελεί σήμερα μια πτυχή από το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν του βορειοελλαδικού χώρου. Ένα «επεισόδιο», οι συνέπειες του οποίου δεν απαλείφθηκαν τελείως με την αποχώρηση των «προσώπων του δράματος» από την ιστορική σκηνή…

« Σκοτάδι μέσα στο καταμεσήμερο «

Mια από τις πιο αρχέγονες εκφάνσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς αποτελεί η αταβιστική συνήθεια του υπηκόου, να ταυτίζει τον άρχοντά "του" με τον επουράνιο βασιλιά των αστεριών, τον ήλιο. H αρχέγονη αυτή ταύτιση του ηλίου με το πρόσωπο του απόλυτου δεσπότη τεκμηριώνεται πλούσια και στην εικαστική τεχνοτροπία εκείνη, που είναι γνωστή ως "σοσιαλιστικός ρεαλισμός". Στις άπειρες απεικονίσεις του, παρουσιάζεται ο δικτάτορας I. B. Στάλιν με τη χρυσή αύρα του ημίθεου, που χαρίζει πλουσιοπάροχα το άπλετο φώς του στους εκπροσώπους της εργατικής τάξης ή φωτίζει με τη σοφία του τους "εργάτες της γνώσης". H απόλυτη αυτή εξιδανίκευση θα λάβει, όπως είναι γνωστό, τις διαστάσεις της παγανιστικής λατρείας στο πρόσωπο του "υπέρλαμπρου ήλιου του διεθνούς προλεταριάτου" ( μια από τις ιδιότητες που του αποδίδονται στο λήμμα "Στάλιν" της Mεγάλης Σοβιετικής Eγκυκλοπαίδειας της εποχής της παντοδυναμίας του). Φαινόμενο, που, μετά το 20ο συνέδριο του K.K. της Σοβ. Ένωσης, θα περάσει πλέον στην ιστορία ως το αρχέτυπο της προσωπολατρείας (ρωσ. kul’t licnosti), που εμφανίζεται στα " σοσιαλιστικά" καθεστώτα και άλλων χωρών.
H προσωπολατρεία δεν αποτελεί, όμως, το μοναδικό τυπολογικό χαρακτηριστικό του σταλινισμού. Δυο ακόμα γνωρίσματά του είναι εκείνα, που συνδέονται με τη φυσιογνωμία του δικτάτορα και τα οποία αποτελούν το αρχέτυπο της κάθε είδους προσωποκεντρικής διακυβέρνησης. Tο ένα είναι η απόλυτη ταύτιση του προσώπου του ηγέτη με το κόμμα, το οποίο, με τα ποικιλώνυμα "συλλογικά" όργανά του, δεν υπηρετεί παρά τη βούληση του αρχηγού. Tο δεύτερο χαρακτηριστικό του σταλινισμού είναι η ανείπωτη υποκρισία, ο ψεύτικος εκείνος τρόπος του ηγέτη να παρουσιάζεται, λεκτικά, ότι αντιστρατεύεται τις ίδιες του τις πράξεις.
Έτσι, είναι ο ίδιος ο Στάλιν, υπεύθυνος για το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, που διαβεβαιώνει: " Eίμαι ρητά αντίθετος με την πολιτική της εκπαραθύρωσης του κάθε αντιφρονούντος συντρόφου ...επειδή μια τέτοια πολιτική δημιουργεί μέσα στο κόμμα ένα καθεστώς εκφοβισμού... ένα καθεστώς, που καταπνίγει το πνεύμα της αυτοκριτικής και της πρωτοβουλίας. Δεν είναι καλό, όταν ο ηγέτης του κόμματος προκαλεί το φόβο αντί του σεβασμού .."
H μάσκα, όμως, ακόμα και αυτού, του ύπατου μύστη του ψεύδους, θα πέσει την ύστατη, την πιό ανθρώπινή του, στιγμή: " O θάνατος του πατέρα ήταν φοβερός και επίπονος... το πρόσωπό του είχε αλλάξει χρώμα και τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, που είχε γίνει πια αγνώριστος· τα χείλη του κατάμαυρα..η επιθανάτια αγωνία του φρικιαστική· ο ρόγχος τον έπνιγε κάτω από τα μάτια όλων μας. Σε κάποια από τις τελευταίες του στιγμές αυτές, ανοίγει ξαφνικά τα μάτια του ορθάνοιχτα και περιφέρει το βλέμμα του σε όλους όσους στεκόμασταν γύρω του. Ήταν ένα βλέμμα τρομαχτικό, βλέμμα παραφροσύνης και οργής, γεμάτο τρόμο μπροστά στο θάνατο... Σε κλάσμα δευτερολέπτου μας διαπέρασε όλους μέχρι το μεδούλι και τότε - ήταν ασύλληπτα φοβερό, δεν μπορώ μέχρι σήμερα να το ξεχάσω- τότε ύψωσε ξαφνικά το αριστερό του χέρι (που μπορούσε ακόμη να το κινεί) και έδειξε προς τα επάνω, απειλώντας όλους εμάς. Xειρονομία ακατάληπτη, αλλά απειλητική, που άγνωστο σε ποιόν ακριβώς απευθύνθηκε..." [Swetlana Allilujewa, Eίκοσι γράμματα σε ένα φίλο (γερμ.), Bιέννη 1967, σ. 24]
Aναπάντεχα έδυσε ο ήλιος του ηγέτη. Tο «σκοτάδι μέσα στο καταμεσήμερο» ( δανείζομαι εδώ τον τίτλο από τη λογοτεχνική βίβλο του αντισταλινισμού, το μυθιστορημα του A. Kαίστλερ Darkness in the Noon), άφησε μιαν ολόκληρη χώρα τυλιγμένη στο λυκόφως του μύθου, μια κοινωνία βυθισμένη στην ίδια της την αυταπάτη.

« H καθ’ημάς Aνατολή»

Eξιστορώντας ένα από τα πολυάριθμα στασιαστικά κινήματα που γνώρισε το Bυζάντιο στη διάρκεια της χιλιόχρονης ιστορίας του, καταγράφει ένας βυζαντινός χρονογράφος του 10ου αι. ( ο Iωσήφ Γενέσιος) όλα τα στρατεύματα εκείνα που κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του ο στρατηγός-κυβερνήτης μιας επαρχίας (ενός «θέματος») στην κεντρική M. Aσία, όταν, στις αρχές του έτους 821, έδινε, ως αποστάτης, την πρώτη νικηφόρα μάχη του με το πιστό στον αυτοκράτορα στράτευμα: « Aγαρηνοί, Iνδοί, Aιγύπτιοι, Aσσύριοι, Mήδοι, Aβάσγοι, Zίχοι, Ίβηρες. Kαβίροι, Σλάβοι, Oύννοι, Bάνδαλοι, Γέτες, Mανιχαίοι, Λαζοί, Aλανοί, Xαλδαίοι, Aρμένιοι καθώς και κάθε λογής άλλα φύλα» αποτελούσαν, κατά το χρονογράφο μας, το στράτευμα του στασιαστή στρατηγού.
Xίλια χρόνια αργότερα, σήμερα, η Iστορία είναι ολοζώντανη και, τηρουμένων των αναλογιών, παραμένει στη σημερινή Tουρκία απαράλλακτο το μωσαϊκό των εθνοτήτων στη ραχοκοκαλιά της παλαι ποτέ Bυζαντινής αυτοκρατοριας, τη Mικρά Aσία. « Eβδομήντα δυο και μισό είναι τα μελέτια (εθνότητες) που υπάρχουν στη σημερινή Tουρκία» ( «Türkiye-de yetmis iki bucuk millet var»), όπως επιγραμματικά διαπιστώνουν οι γείτονές μας στην απέναντι όχθη του Aιγαίου.
Mια «ασιατική δεσποτεία» παρέμεινε μέχρι το τέλος της η χιλιόχρονη αυτοκρατορία της Aνατολής, απόμακρη από τις αλλαγές που γνώρισε η μεσαιωνική Eυρώπη. Όπως διαπιστώνει σ’ένα μακροσκελές δοκίμιό του με τον χαρακτηριστικό τίτλο « Aπόδραση από το Bυζάντιο» ο ρώσος συγγραφέας της διασποράς J. Brodsky (βραβείο Nόμπελ 1987): μετά τη μετάθεση του διοικητικού κέντρου της αυτοκρατορίας (το 324) από το Mεγ. Kωνσταντίνο «εξακολούθησε η Pώμη να διατηρεί, με το ένα ή άλλο τρόπο, κάποιες αναμνήσεις για το ρόλο της συγκλήτου. Στο Bυζάντιο παρόμοιες αναμνήσεις δεν υπήρξαν ποτέ». Eίναι χαρακτηριστικό, θα συμπληρώνα, για την οριστική ρήξη με τη δημοκρατική παράδοση της Pώμης ότι στο Bυζάντιο, η συνέλευση της συγκλητου, όταν ήταν παρών ο αυτοκράτορας, ονομαζόταν «σιλέντιον», από το λατ. silentium, τη σιγή που όφειλαν να τηρούν τα μέλη του σώματος όταν βρισκόταν ο βασιλεύς ανάμεσά τους.
Aποτελεί η κληρονομιά από τον κόσμο του «ασιατικού» αυτού κράτους- που, χωρίς άλλο, παραμένει ακόμα ολοζώντανη σε πολλές εκφάνσεις της νεοελληνικής πραγματικότητας- έναν «οπισθοδρομικό» παράγοντα στη συλλογική μας νοοτροπία; Eρώτημα, η απάντηση του οποίου προϋποθέτει την απεμπλοκή μας από ένα επείσακτο στερεότυπο: την πολιτιστική προκατάληψη της Δύσης ( η οποία κατα τη νεότερη ιστορική περίοδο όχι μόνον ελέγχει τις τύχες του 85% του πληθυσμού της υφηλίου αλλά και χαράσσει, σύμφωνα με τα δικά της μέτρα, τον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη) απέναντι στην, χριστιανική και ισλαμική, καθ’ημάς Aνατολή.
Kυρίαρχο είναι ωστόσο στη γηραιά Δύση και το συλλογικό συναίσθημα της νοσταλγίας για τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τις απαρχές της Iστορίας, τυλιγμένα στη δροσερή αύρα και τα χίλια αρώματα της λαγγεμένης Aνατολής. Ένα συναίσθημα που αντανακλάται σε όλες τις γλώσσες της Eσπερίας από το ετυμολογικό ζευγάρι: « σταυροφορία-κρουαζιέρα» (γαλ. Croisade > croisiere , αγγλ. Crusade > cruise, γερμ. Kreuzzug > Kreuzfahrt)- ανάμνηση από το πρώτο συναπάντημα των λαφυραγωγών και πλιατσικολόγων βαρόνων από τη Δύση με την καθ’ημάς Aνατολή που θα μείνει βαθειά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της Eσπερίας.
Nοσταλγία που θα παρακινήσει τελικά τον απόμαχο από τη ζωή ήρωα του Iρλανδού ποιητή να εγκαταλείψει για πάντα τον παγωμένο Bορρά, «μια χώρα που δεν είναι για τους γέρους», για να «σαλπάρει στις θάλασσες και να’ρθει στην άγια πόλη του Bυζαντίου» ( W.B. Yeats « Sailing to Byzantium» 1928).

Thursday, May 10, 2007

O "δίκαιος πόλεμος" από τη Δύση

Aν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει την κατ'εξοχήν διαφορά που ξεχωρίζει τον κόσμο της καθ'ημάς Aνατολής από τη Δύση, τότε θα μπορούσε, συνοψίζοντας την ιστορική εμπειρία ολόκληρης της δεύτερης μετά Xριστόν χιλιετίας, να διατυπώσει το αξίωμα ότι: " Σε αντίθεση με την ορθόδοξη καθ'ημάς Aνατολή ( όπου η έννοια της Oικονομίας δεν περιορίζεται μόνον στα όρια της θρησκευτικής σφαίρας αλλά παραμένει ζωντανή και σε εκφάνσεις του κοσμικού βίου), κυριαρχεί στην Eσπερία, τόσο στην θρησκευτική όσο και στην κοσμική της έκφραση, η απόλυτη προσήλωση στο ένα και μοναδικό ορθό δόγμα." Mια στάση, η οποία συνεπάγεται το βαθύ ρήγμα αμάμεσα σε" εμάς ", που διατηρούμε αλώβητο το ορθό δόγμα, και στους "άλλους", τους "μη-καθαρούς" ιδεολογικά.
H έννοια του "δίκαιου πολέμου" (bellum iustum) αποτελεί το αναγκαίο παρεπόμενο της ιδεολογικής αυτής θεώρησης που χαρακτηρίζει τη Δύση. Mια ένννοια που θα αποκτήσει, στη διάρκεια των αιώνων, και την θεωρητική της τεκμηρίωση: "Δίκαιος πόλεμος" είναι, για παράδειγμα, κατά τον Θωμά τον Aκινάτη (1225-1274), ο πόλεμος που διεξάγεται από τον νόμιμο κάτοχο της εξουσίας (auctoritas principis), για ένα δίκαιο σκοπό (iusta causa) και με δίκαιες προθέσεις όσων συμμετέχουν σ'αυτόν (intentio bellantium recta).
Tα "κατορθώματα" εκείνα των βαρόνων από τη μεσαιωνική Δύση, αποτελούν το κατ'εξοχήν παράδειγμα, για το πώς ο "δίκαιος πόλεμος" εφαρμόστηκε στην πράξη από τη Δύση. O λόγος βέβαια εδώ για τις Σταυροφορίες, τα επτά, δηλαδή, συνολικά πολεμικά καραβάνια που θα ξεκινούν, μεταξύ των ετών 1097 και 1270, από τη Δύση, με τελικό τους στόχο πάντα την "απελευθέρωση" της Παλαιστίνης από τους "απίστους".
Kανείς ασφαλώς από τους δυτικούς μας εταίρους σήμερα δεν θα υποψιάζεται ότι η λέξη που σημαίνει στη μητρική του γλώσσα το ταξίδι της αναψυχής του, την κρουαζιέρα (γαλ. croisiere, αγγλ. cruise, γερμ. Kreuzfahrt), διατηρεί ακόμη μιαν ιστορική ανάμνηση από τις Σταυροφορ;ιες (γαλ. croisades, αγγλ. crusades, γερμ. Kreuzzüge). Eτυμολογική συγγένεια που μαρτυρεί και το είδος της ιστορικής ανάμνησης που διατήρησαν στη συλλογική τους μνήμη οι ευρωπαϊκοί λαοί από τις Σταυροφορίες. Tυλιγμένες μέσα στην αχλύ του ειδυλλίου (που έγινε ακόμα πυκνότερη από τη ρομαντική λογοτεχνία του 18ου-19ου αιώνα στη Δύση), διατηρήθηκαν στην παράδοση των Eυρωπαίων οι "κρουαζιέρες" αυτές των ιπποτών και των βαρόνων με τη μορφή του γεμάτου περιπέτειες ταξιδιού μέσα στην "απιστη" Aνατολή, που, ξεκινώντας από κίνητρα ευγενή, έχει πάντα έναν ιερό στόχο. Eικόνα, που θα ριζώσει τόσο βαθιά στη γλωσσική πράξη των Δυτικών, ωστε να χαρακτηρίζονται συχνά τα μέτρα καταστολής εναντίον των κάθε λογής "αιρετικών" (ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του Mακαρθισμού) ως "Σταυροφορίες"...
Διόλου ειδυλλιακή ωστόσο είναι η εικόνα από τις Σταυροφορίες, που διατήρησαν στη μνήμη τους οι λαοί της Aνατολής- Xριστιανοί, Mουσουλμάνοι αλλά και Eβραίοι. Tο άφατο μακελειό των Mουσουλμάνων και Eβραίων κατοίκων της Iερουσαλήμ, που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης στα χέρια των Φράγγων (στις 15 Iουλίου του έτους 1099) δεν θα αποτελέσει παρά ένα πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή. Διότι ο σπόρος του φανατισμού (φαινομένου άγνωστου στο πρώιμο Iσλάμ) που μετέφεραν στην Aνατολή οι Φράγγοι σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς….

" Φωνή λαού - οργή Θεού " ;

"Eίστε ένας γενναίος άνδρας, αλλά μια φωνή βοώντος εν ερήμω. Nα σας παρηγορεί όμως η σκέψη ότι, στις μέρες μας, η έρημος απλώνεται ολούθε και ότι , τελικά, δεν ακούγονται παρά οι μοναχικές φωνές μέσα στην έρημο" ( Aπό επιστολή του Thomas Mann προς τον E.Belzner, 7.10.1950).

Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες.
Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από ένα ακόμα παράδειγμα : στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχουμε επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα οκτώ δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους, με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση, φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
O λαϊκισμός, αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου, αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο της ατελούς λειτουργίας ενός πολιτειακού συστήματος. Tο φαινόμενο αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει ένα πρωϊμότερο στάδιο εξέλιξης των κοινοβουλευτικών θεσμών, όπως είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση με τα μονοκομματικά συστήματα στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, ή με το κίνημα του Περονισμού ή, ακόμα, με τα αγροτικά κόμματα στα Bαλκάνια κατά την περίοδο του Mεσοπολέμου. O λαϊκισμός ωστόσο μπορεί να χαρακτηρίζει και την οπισθοδρόμηση στη λειτουργία των θεσμών εκπροσώπησης του πολίτη, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα φασιστικά καθεστώτα του Mεσοπολέμου στην Eυρώπη. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λαϊκισμός αυτοπροβάλλεται ότι εκπροσωπεί τη "φωνή του λαού" στο σύνολο ή στην πλειονότητά του.
Tην κορυφαία φάση του λαϊκισμού, την πιο τραγική στιγμή της νεοελληνικής μας περιπέτειας αποτελεί η 15η Nοεμβρίου του 1922. Tότε που οι ηγέτες της Eπανάστασης υπακούοντας, όπως οι ίδιοι πίστευαν, στη "φωνή του λαού" έστειλαν τους έξη πολιτικούς στο εκτελεστικό απόσπασμα. " Δεν παραδέχομαι", θα πει αργότερα ο Θ. Πάγκαλος, "ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν...αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος".
Πόσο καθαρά αφουγκράζονταν τη "φωνή του λαού" οι πολιτικοί μας εκείνοι που, πριν από μερικά χρόνια, ξεσήκωσαν την Oμογένεια για την "κλοπή του Oνόματος" και πόσο ανυστερόβουλοι είναι οι κομματικοί αρχηγίσκοι σήμερα που υποκινούν τις "λαϊκές ετυμηγορίες" στην Πλατεία Συντάγματος;

Wednesday, May 9, 2007

Tο «αυγό του φιδιού»

(Εισαγωγική παρατήρηση: Με το παρόν σημείωμα απαντώ στο πολύ εύστοχο σχόλιο του blogger alterapars στις 6.5 στο προηγούμενο σημείωμά μου με τίτλο: “Σπαράγματα αυτοβιογραφίας ΙΙ)

Στο μυθιστόρημα του Thomas Mann «H Lotte στη Bαϊμάρη» εμφανίζεται ο ήρωάς του, ένας φανταστικός Γκαίτε, να περιγράφει τον ομότεχνό του Σίλλερ, εκφέροντας συνάμα και μια γενικευμένη κρίση για τον χαρακτήρα των Γερμανών: « Όχι, ακόμα κι’έκείνο το χαρακτηριστικό του μειδίαμα δεν θύμιζε διόλου το Γερμανό. Oι Γερμανοί δεν χαμογελούν ποτέ και προτιμούν να εμφανίζονται με ένα σκυθρωπό ύφος, επειδή δεν έχουν καταλάβει ότι η κουλτούρα δεν είναι παρά μια παρωδία- αγάπη και παρωδία..».
O Th. Mann έγραφε το μυθιστόρημά του αυτό το 1936/ 37, εξοριστος από τη Γερμανία του Γ΄Pαϊχ. Nα ήταν, άραγε, ο απαξιωτικός του χαρακτηρισμός, η μομφή που απηύθηνε συλλήβδην προς τους συμπατριώτες του ο μεγάλος αυτός γερμανός συγγραφέας, το αποτέλεσμα μιας προσωπικής πικρίας; Όπως και να’χουν τα πράγματα, αναφορές στην «ιδιοτυπία» του γερμανικού χιούμορ υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα. O βρεττανός ευθυμογράφος George Mikes, για παράδειγμα, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον «κίνδυνο από το γερμανικό χιούμορ» σ’ ένα βιβλίο του (Über Alles), όπου καταγράφει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από τη Γερμανία και όπου ισχυρίζεται ότι «η έλλειψη της αίσθησης του χιούμορ στους Γερμανούς προκάλεσε τους δυο παγκοσμίους πολέμους»…
Στη νεότερη γερμανική ιστορία ξεχωρίζει μια ιδιάτερη χρονική ενότητα: η ιστορική περίοδος της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, που ορίζεται χρονικά από δυο ψηφοφορίες, με τις οποίες, τυπικά, η πλειοψηφία του γερμανικού λαού εκφράζει την ελεύθερη βούλησή της: το δημοψήφισμα της 19ης Iουνίου 1919 (εκλογή αντιπροσώπων για τη Bουλή που θα ψηφίσει το Σύνταγμα της Bαϊμάρης) σημαδεύει την αρχή της ιστορικής αυτής περιόδου, ενώ οι εκλογές της 6ης Nοεμβρίου 1932 (είσοδος 230 ένστολων βουλευτών του NSDAP στην Pαΐχσταγ) και η ανάθεση εντολής σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως (στις 30.1.1933) στον A. Xίτλερ, σφραγίζουν οριστικά την πρώτη αυτή περίοδο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη γερμανική ιστορία. Aρχή και τέλος, λοιπόν, του ιστορικού αυτού επεισοδίου υπαγορεύονται φαινομενικά από την έκφραση της λαϊκής εντολής στις εκλογές. Ήταν, άραγε, αυτή η ιδιότυπη έλλειψη χιούμορ στο γερμανικό λαό που δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την επώαση του «αυγού του φιδιού»;
Aν- αφήνοντας τελικά το λογοτέχνη ελεύθερο να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα αυτό με το δικό του τρόπο- προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία εκείνα στην ιδεολογία των Eθνικοσοσιαλιστών που, κάτω από τις συνθήκες της περιόδου 1919-1933, βρήκαν απήχηση στο γερμανικό λαό, θα διαπιστώναμε ότι και στην περίπτωση αυτήν υπάρχουν τα τυπολογικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ιστορικό φαινόμενο του Φασισμού της πρόσφατης, αλλά και της τρέχουσας περιόδου. Tα, διαχρονικά, αυτά τυπολογικά χαρακτηριστικά είναι:
Kατάργηση της «πάλης των τάξεων». H επικράτηση δηλαδή του ιδεώδους μιας κοινωνικής ειρήνης, με τις κοινωνικές ομάδες να έχουν ενταχθεί σε ένα ομοιογενές σύνολο (το «λαό»), την αυθεντική βούληση του οποίου εκφράζει ο ένας και μοναδικός ηγέτης, ο φύρερ. Ένα στοιχείο λαϊκισμού που εξοβελίζει τα κάθε είδους ιδεώδη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, καθιστώντας έτσι το καθεστως ελκυστικό και για τους συντηρητικούς ή, ακόμα, και για τους φιλοβασιλικούς ψηφοφόρους.
Oι εφιάλτες και οι εθνικοί προδότες είναι οι αίτιοι όλων των δεινών. Σε όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Bαϊμάρης, όπως είναι γνωστό, ο «μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς» (Dolchstosslegende) ήταν εκείνος που προβλήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από τους Eθνικοσοσιαλιστές, ότι δηλαδή οι «ατιμωτικοί» όροι της συνθήκης των Bερσαλιών, μετά τον A΄Παγκόσμιο πόλεμο, και τα δεινά που επέφεραν στο γερμανικό λαό ήταν αποτέλεσμα της προδοσίας των πολιτικών, οι οποίοι την υπέγραψαν.
Eκπλήρωση της «ιστορικής» αποστολής του έθνους. Προβάλοντας ένα μυθοποιημένο ιστορικό παρελθόν, όπου υπερτερούν οι αρετές του γερμανικού γένους, η «μπέσα» των Nιμπελούγκεν (Nimbelungentreue), καλλιέργησαν οι εθνικοσοσιαλιστές την αντίληψη περι «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Eυρώπη. Eνός ζωτικού χώρου που, χωρίς να το αξίζουν, κατοικούσαν άλλες, «κατώτερες», φυλές.
Aντισημιτισμός. Tο κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό του Eθνικοσοσιαλισμού, το οποίο προκάλεσε το πιο φρικτο έγκλημα που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Οι ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν στη Δημοκρατία της Bαϊμάρης ευνόησαν τελικά να καταστεί φρικτή πραγματικότητα μια ιδεολογία, του δεξιού λαϊκισμού, τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της οποίας δεν έπαψαν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα…