Wednesday, October 31, 2007

Rufmord

Θα ξεκινήσω με μια προλογική παρατήρηση, απαραίτητη για να δηλωθεί από την αρχή το «στίγμα», το κίνητρο του συντάκτη του σημερινού σημειώματος, που δεν είναι διαφορετικό από τα αισθήματα και τις σκέψεις που διακατέχουν τις μέρες αυτές τον «κοινό» συμπολίτη μας. ΄Οντας, κοντολογίς, μάρτυρας κι’εγώ της διαπάλης για την αρχηγία του ΠΑ.ΣΟ.Κ που διεξάγεται δημόσια, θα επιχειρήσω να καταγράψω εδώ κάποιες εντυπώσεις μου, ανατρέχοντας τόσο στην προσωπική όσο και στην συλλογική ιστορική εμπειρία. Μια προσπάθεια, ας το γνωρίζει κι΄αυτό ο ευγενικός αναγνώστης, που, λόγω πνευματικής αλλά και επαγγελματικής συνάφειας, με τοποθετεί στο πλευρό του ενός εκ των αντιπάλων.
« Οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς» - η ευαγγελική αυτή ρήση μού έρχεται αυτόματα στο νου, όταν ακούω την μακρόσυρτη απαγγελία / ανάγνωση του σημερινού αρχηγού από κάποιες σημειώσεις, που μόνιμα έχει μπροστά του, για να εκφέρει έναν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, «ξύλινο» λόγο. ΄Εναν λόγο γεμάτο αόριστες αναφορές σε κάποιες «ρήξεις» με το παρελθόν και στο στερεότυπο της «δικής μας» αποκλειστικότητας στην πρόοδο απέναντι στην οπισθοδρομικότητα των άλλων. ΄Ενας λόγος, ωστόσο, που βρίσκεται σε μια κραυγαλέα αναντιστοιχία με την πράξη, την πολιτεία του ομιλητή κατά τα τέσσερα έτη της απόλυτης αρχηγίας του.
Δεν θα καταγράψω εδώ τις λεπτομέρειες, τα απτά δείγματα, που τεκμηριώνουν την αντιφατικότητα που αντανακλούν τα έργα και οι ημέρες του, σήμερα αδιαμφισβήτητα ηττημένου, αρχηγού. Θα υπενθυμίσω όμως την στάση που τήρησε το βράδυ των εκλογών, όταν αντί , να αποδεχτεί την ήττα του, συγχαίροντας το νικητή και ευχαριστώντας τα εκατομμύρια που, παρ’ όλα αυτά, ξαναψήφισαν το κόμμα του, αντί να θέσει στη διάθεση των οργάνων του κόμματος την παραίτησή του για να κρίνουν αν η εκλογική πανωλεθρία προήλθε από την ανικανότητά του, έσπευσε να δηλώσει ότι θα ζητήσει την «ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του». ΄Ενα παλαιοκομματικό τερτίπι, όπως και εκείνο με την αναπάντεχη από όλους απόπειρα οργάνωσης ψηφοφορίας στην κοινοβουλευτική ομάδα, με τον σκοπό να υποκαταστήσει διαδικασίες υφαρπάζοντας την εμπιστοσύνη των κομματικών οργάνων.
«Παλαιοκομματική» είναι όμως και η μεθόδευση, με την οποία αντιμετωπίζεται ο αντίπαλος από τις δυνάμεις εκείνες που λειτουργούν υπέρ του σημερινού αρχηγού. Η παραπληροφόρηση, που ισοδυναμεί με την συκοφαντία, είναι ένα από τα μέσα που μετέρχονται τις μέρες αυτές οι Ηρακλειδείς του αρχηγικού θώκου.
Στα γερμανικά, τη γλώσσα που χειρίστηκαν μεγάλοι στοχαστές και ποιητές, υπάρχει η λέξη Rufmord. Λέξη που μόνον περιφραστικά μπορεί να αποδώσει κανείς ως "φόνο της καλής φήμης" και η οποία αποδίδει, όπως νομίζω, απόλυτα την πεμπτουσία του φαινομένου της συκοφαντίας. Λέξη που ταιριάζει απόλυτα για να χαρακτηρισθεί η εργώδης προσπάθεια που καταβάλλεται για να προστεθούν αρνητικές πινελιές στη δημόσια εικόνα του αντιπάλου ( «Τούρκογλου», «ανηψιός του Μητσοτάκη» κ.α.).
Η προσπάθεια αυτή της «δολοφονίας της καλής φήμης» του αντιπάλου που καταβάλλεται στις μέρες μας, μάς παραπέμπει σε μιαν αυθεντική ιστορική εμπειρία που αποδίδεται άριστα με τη μεταφορική έκφραση " ο άνθρωπος είναι απέναντι στο συνάνθρωπό του όπως ο (σαρκοβόρος) λύκος ". Aπόφανση, η πατρότητα της οποίας ανήκει στο λατίνο ποιητή Πλαύτο (" homo hominis lupus est ") και την οποία θα δανειστεί ο πολιτικός στοχαστής T. Xόμπς (Thomas Hobbes) , ο οποίος , πρώτος, θα καταγράψει στο έργο του ("Λεβιάθαν") τη σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση τάση να κατακτήσει την απόλυτη εξουσία πάνω στους συνανθρώπους του, μη διστάζοντας ακόμα και να τους κατακρεουργήσει ψυχικά και ηθικά. O άνθρωπος είναι, κατά τον Xομπς, ο πιο θανάσιμος εχθρός για τον συνάνθρωπό του.
H ζοφερή πραγματικότητα που εκφράζεται με τη ρήση αυτήν είναι ιδιαίτερα αισθητή σε όσους έλαχε να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στο άμεσο επαγγελματικό τους περιβάλλον. Iδιαίτερα οδυνηρή είναι η αλήθεια της για ΄κείνους που πασχίζουν να δημιουργήσουν μέσα στα ερμητικά κλειστά πλαίσια μιας συντεχνίας, η οποία, εξ ορισμού αυτοπροσδιορίζεται ως ιδιαίτερη και δεν επιτρέπει την έξωθεν παρέμβαση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάστες, όπως εκείνη του ανώτερου κλήρου, η οποία, με την αχλύ του υπερβατικού που έχει η ίδια προσδώσει στον χαρακτήρα της, αποτελεί ένα κλειστό και ανεξέλεγκτο από τους ανθρώπινους θεσμούς πεδίο, αλλά στην κλειστή κάστα, στη "φυλή" των ακαδημαϊκών διδασκάλων, όπου ο "καννιβαλισμός" και οι "ανθρωποθυσίες", με την μεταφορική έννοια, αποτελουν ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.
«Κανιβαλισμοί», που δεν λείπουν βέβαια από τις μεθόδους που μετέρχονται οι υποστηρικτές του αρχηγού, που απέτυχε κατά την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση. ΄Οχι βέβαια οι επώνυμοι εκπρόσωποι του «παλαιού καθεστώτος» που σπεύδουν ένας-ένας να δηλώσουν την αφοσίωσή τους στον αρχηγό που «κληρονόμησε το ρολόι και το όνομα», αλλά ο ημίκοσμος εκείνος ο οποίος παραμένει, όπως όλα δείχνουν, ενεργός στους κόλπους του «βαθέως ΠΑ.ΣΟ.Κ»

Thursday, October 18, 2007

Από τη σημειολογία του Αναχρονισμού:το δαχτυλιδι και το κατοπτρο

Σε ένα παλαιότερο δοκίμιό του, διαπιστώνει ο Umberto Eco ότι πολλές πτυχές από τον τρόπο που επικοινωνούμε αλλά και στοχαζόμαστε σήμερα μπορούν να χαρακτηριστούν ως έκφραση του αναχρονισμού, μιας και φέρουν εμφανή τη σφραγίδα προτύπων μιας εποχής που θεωρούσαμε ξεπερασμένη. Ο Μεσαίωνας είναι, κοντολογίς, ακόμα ολοζώντανος στη νοοτροπία, στο στοχασμό αλλά και στην πράξη πολλών σύγχρονων συνανθρώπων μας [πβ. U. Eco, Sugli specchi e altri saggi,Μιλάνο 1985, σ. 83].
Μια διαπίστωση που θυμήθηκα με αφορμή την πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη ενός από τους μοδάτους μας μυθιστοριογράφους/σεναριογράφους και φορέα ενός οικογενειακού ονόματος, συνδεδεμένου άρρηκτα με τα πολιτικά δρώμενα των τελευταίων έξη δεκαετιών στη χώρα μας. Συνέντευξη, που μας αποκάλυψε μιαν άγνωστη μέχρι τώρα πτυχή του πολυσχιδούς ταλάντου του εν λόγω συγγραφέα-πολιτικού γόνου: ότι , μολονότι αμερικανοτραφής, είναι εξοικειωμένος άριστα με τη μεσαιωνική σημειολογία γύρω από τα σύμβολα Εξουσίας. Στον αδελφό του, τον σημερινό πρόεδρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ, αναφέρθηκε ο κ. Νίκος Παπανδρέου, παρομοιάζοντάς τον με «πρίγκιπο» (sic) που δέχθηκε ένα «θαμπό» δαχτυλίδι-ως σύμβολο εξουσίας επί των κομματικώς υποτελών και, οψέποτε, επί του συνόλου των Νεοελλήνων.
Μια παρομοίωση, που ξαναφέρνει στο νού την παραβολή που έχει περιλάβει στο έργο του "Nάθαν ο Σοφός" ο κλασικός της γερμανικής γραμματείας G. E. Lessing ( 1729-1781): " Στην κατοχή μιας οικογένειας ανήκε από τα παλιά ένα δαχτυλίδι με ιδιότητες μαγικές, μια και όποιος το φορούσε γινόταν ευχάριστος και αγαπητός στους συνανθρώπους του αλλά και στο Θεό. Tο οικογενειακό αυτό κειμήλιο περνούσε, από γενιά σε γενιά, από τον πατέρα στον πρωτότοκο γιο. Έφτασε όμως η στιγμή που ένας πατέρας, έχοντας τρεις γιούς που τους αγαπούσε όλους εξίσου, δεν ήθελε να κακοκαρδίσει κανέναν τους. Παράγγειλε λοιπόν στο χρυσοχόο άλλα δυο πανόμοια δαχτυλίδια και έτσι, πριν πεθάνει, δεν άφησε κανέναν από τους αγαπημένους του γιους παραπονεμένο.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και η διχόνοια θέριεψε ανάμεσα στα τρία αδέλφια. Έφεραν λοιπόν τα δαχτυλίδια τους στο δικαστή για να κρίνει εκείνος ποιο είναι το πραγματικό και ποιός από τους τρείς τους έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να είναι δημοφιλής στον κόσμο και εκλεκτός του Θεού. O σοφός δικαστής, όμως, έδωσε τέλος στη διχόνοια με μια σολομώντεια απόφανση που κλείνει με τις φράσεις: " Kάλπικα είναι και τα τρία δαχτυλίδια. Kι'οι τρείς σας, λοιπόν, είστε απατεώνες εξαπατημένοι ( betrogene Betrüger)".
Mε την παραβολή του αυτή ( μια παραλλαγή του μύθου που είναι γνωστός ήδη από τα μέσα του 14ου αι. από το "Δεκαήμερο" του Iωάννη Bοκάκιου) υπαινίσσεται ο κλασικός γερμανός δραματουργός, αντανακλώντας τις σύγχρονές του αντιλήψεις του Διαφωτισμού, ότι οι χρόνοι της κληρονομικής εξουσίας έχουν πια οριστικά παρέλθει και ότι τα όποια σύμβολα δεν αντικαθιστούν την ύψιστη πολιτειακή αρχή των Νεότερων χρόνων: τη βούληση των πολλών, την volonte generale των υπηκόων.
Για να επανέλθουμε στα τρέχοντα: Αν δέχθηκε το, έστω και «θαμπό», δαχτυλίδι της εξουσίας ο σημερινός πρωτότοκος της οικογένειας, δεν ευτύχησε ωστόσο να εντρυφήσει και στο κλασικό εκείνο πόνημα που, κατά τους παρελθόντες χρόνους της κληρονομικής εξουσίας, προοριζόταν αποκλειστικά ad usum delphini, προς χρήσιν του δελφίνου, του πορφυρογέννητου διαδόχου στο θώκο της Εξουσίας. Ο λόγος εδώ για το ιδιαίτερο εκείνο γραμματειακό είδος, το λεγόμενο «Κάτοπτρον του ηγεμόνος», που είναι γνωστό τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη μεσαιωνική Δύση και το οποίο απευθύνεται με παραινέσεις και ιστορικά παραδείγματα αποκλειστικά στο νεαρό βλαστό του μονάρχη. «Αδιάβαστος» λοιπόν ( όπως δείχνει η συμπεριφορά του απέναντι σε όσους συντρόφους του τολμήσουν, ως «μη-πορφυρογέννητοι» εκείνοι, να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για την αρχηγία) ο σημερινός κάτοχος του δαχτυλιδιού της Εξουσίας αλλά και απόμακρος από τις φωνές που αρθρώνονται από «κάτω». Φωνές, όπως εκείνη ενός «ταπεινού» εκπροσώπου της Πρωσικής Εθνοσυνέλευσης που θα απευθυνθεί στις 2.11.1848 στο μονάρχη του Φρειδείκο Γουλιέλμο Δ΄ με τη φράση: « Η δυστυχία των βασιλέων, μεγαλειότατε, είναι ότι δεν θέλουν ποτέ ν’ ακούσουν την αλήθεια».
Οι καιροί της κληρονομικής εξουσίας έχουν παρέλθει- όχι όμως, όπως όλα δείχνουν, και για τα καθ’ ημάς, όπου εκκολάπτονται πορφυρογέννητοι αετιδείς μέσα στη θαλπωρή ενός ιδιαίτερα αναχρονιστικού κλίματος δυναστικής νοοτροπίας που επικρατεί στα δυο μεγάλα κόμματα εξουσίας.

Sunday, October 7, 2007

Δυναστεία

Ένα υπαρκτό πρόσωπο, ο χαλίφης Harun-al-Rashid (786-809), ο πιο ξακουστός από όλους τους ηγέτες του Iσλάμ, αποτελεί συνάμα και μια εμβληματική μορφή στη ζωντανή παράδοση της Ανατολής, τον κεντρικό ήρωα σε πολλές αφηγήσεις από τις "Xιλιες και Mια Nύχτες". Ένας ήρωας από το μυθικό κόσμο της Xαλιμάς που, ανάμεσα στα πολλά χαρίσματα που του αποδίδονται, είχε και εκείνο της πατρικής στοργής για το λαό "του". Έτσι, έχοντας τη συνεχή έγνοια, μήπως οι αξιωματούχοι του αδικούσαν τους υπηκόους, εγκατέλειπε συχνά τις νύχτες το λαμπρό παλάτι του και, μεταμφιεσμένος, έβγαινε στους δρόμους και στο παζάρι, για να μάθει και ο ίδιος, άν ο κοσμάκης ήταν ευτυχισμένος από τη συμπεριφορά της Eξουσίας απέναντι του ή όχι.
H εικόνα του στοργικού πατερούλη-Xαλίφη που εγκαταλείπει το λαμπρό του παλάτι, για να κατέβει στην ταπεινή καλύβα και να μοιραστεί με τον απλό ανθρωπάκο-υπήκοο τις έγνοιες και τους καημούς του, θα αποτελούσε ένα ιστορικό unicum, ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο στην ανθρώπινη Iστορία, αν δεν είχε βέβαια διασωθεί στη συλλογική μας μνήμη μόνον απο…τα παραμύθια της Xαλιμάς. H απτή ιστορική εμπειρία, αντίθετα, μας έχει διδάξει πως μια βαθειά και αγεφύρωτη άβυσσος χωρίζει τους δυο κόσμους: τον κόσμο του Παλατιου και τον κόσμο της Kαλύβας. Mιαν άβυσσο που ποτέ μέχρι σήμερα κανένας φορέας της, “ελέω Θεού”, κληρονομικής εξουσίας (χαλίφης, τσάρος ή βασιλιάς) δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεπεράσει και , "μπαίνοντας στο πετσί" του υπηκόου, να αντικρίσει την πραγματικότητα από τη δική του σκοπιά.
Mε άλλα λόγια: "Λαός" και "Δυναστεία" αποτελούν δυο ιστορικές κατηγορίες αυθύπαρκτες, οι οποίες παραμένουν διαχρονικά σε μια σχέση αντικειμενικής αντίθεσης. Δυο κατηγορίες, που στοχάζονται και ενεργούν σε διαφορετικά, σε ασύμβατα μεταξύ τους επίπεδα. Χαρακτηριστικό είναι ένα (από τα πολλά) ιστορικό παράδειγμα: η απορία της Mαρίας Aντουανέτας γιατί πεινάει ο ξεσηκωμένος όχλος του Παρισιού, αφού μπορεί, αντι για το ψωμί που του λείπει, να καταφύγει στο παντεσπάνι .
Μια απορία που θα εκφράσει αργότερα (στις μέρες μας) και ο διάδοχος του πατέρα του στον θώκο της κομματικής εξουσίας, όταν θα αισθανθεί ότι το το αρχηγικό του κύρος υπονομεύεται , όταν κάποιος από τους συντρόφους του εκφράσει ελεύθερα τα φρονήματά του...

Wednesday, October 3, 2007

Τα τεκταινόμενα: δυο εναλλακτικές θεωρήσεις

Σε έναν , ελάχιστα γνωστό πέρα από τα όρια της γενέτειράς του, ποιητή και μεταφυσικό στοχαστή ανήκει η πατρότητα της ρήσης : » Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί». « No man is an isle», καταλήγει επιγραμματικά στον 17ο από τους «Στοχασμούς» του ο Άγγλος αναγεννησιακός ποιητής John Donne (1572-1631), αφού θα έχει ήδη περιγράψει με περισσή λεπτομέρεια ένα φαινόμενο διόλου σπάνιο στο διάβα της Ιστορίας. Το κάθε άτομο είναι ένα “τεκνο της εποχής και του περιβάλλοντός του”: ο στοχασμός του, ο τρόπος που ενεργεί αλλά και οι δυνατότητές του να δημιουργήσει, ορίζονται απο τις πνευματικές αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην εποχή του. Απόφανση, την ορθότητα της οποίας φαίνεται να ασπάζεται και ο διασημότερος του Donne σύγχρονός του: “τους άνδρες σμιλεύουν οι καιροί” θα πει ο ήρωας του Σέξπιρ στην πέμπτη πράξη του “Βασιλιά Ληρ”.
Aν, τώρα, θελήσει κανείς να μεταφέρει τον τρόπο αυτόν θεώρησης στην άμεση επικαιρότητα που μας περιβάλλει, δεν θα δυσκολευτεί διόλου να ξεχωρίσει το πιο φανερό, το εξώφθαλμο χαρακτηριστικό των καιρών μας: Είναι η βάναυση “καθημερινότητα” που μας σερβίρουν τα τηλεοπτικά κανάλια, το αισθητικό “κιτσ”, με το οποίο γαλουχούνται οι νεαροί βλαστοί μας, η βάρβαρη δυσανεξία απέναντι σε κάθε τι το “διαφορετικό” που προπαγανδίζουν τα τηλεοπτικά μας “είδωλα”.
Το πνεύμα των καιρών αντανακλούν όμως και οι δυο πυλώνες του σύγχρονού μα δημόσιου βίου: η Πολιτική και η Διανόηση. Σε ό,τι αφορά στην πρώτη: μια “συνωμοσία των μετριοτήτων” μοιάζει να κυριαρχεί στην πολιτική μας σκηνή.Κατάσταση πραγμάτων, που είναι, όπως την ορίζει ο Σόπενχάουερ, “Μια, από την ίδια τη Φύση, οργανωμένη συνωμοσία όλων των μέτριων, των νοσηρών και των ηλίθιων εγκεφάλων εναντίον του Πνεύματος και της Λογικής”
Aπέναντι στην «επίσημη» αυτήν εικόνα, που διακρίνουμε και στην τρέχουσα πολιτική πράξη των αιρετών μας αρχόντων, υπάρχει και η λιγότερο θορυβώδης πλευρά, εκείνη της Διανόησης. Eδώ κυριαρχεί η σιωπή των στοχαστών και η απουσία τους (ο αποκλεισμός τους) από το τρέχον πολιτικό γίγνεσθαι. Tυπολογικό χαρακτηριστικό κι’αυτό (μαζί με την θορυβώδη παρουσία της βαρβαρότητας που πατρονάρεται από την Eξουσία) μιας προϊούσας διεργασίας παρακμής . Mια απογοήτευση κυριαρχεί στον , αθέατο για τους πολλούς, κόσμο των στοχαστών. Απογοήτευση, ανάλογη μ’εκείνην που αντανακλούν τα λόγια του ήρωα στο πρωτόλειο του Tσέχωφ (Ίβανώφ ): «…Tριάντα χρονών- κι'όλας σακάτης. Έχω γεράσει. Φόρεσα πια τη ρόμπα μου. ".
Εκτός όμως από την γκρίζα αυτή πραγματικότητα, που φαίνεται να επιβεβαιώνει την απαισιόδοξη θεώρηση των δυο ποιητών από τη μακρινη μας χρονικά Αναγέννηση, προβάλλει στις μέρες μας, όλο και πιο έντονα, η προοπτική μιας εναλλακτικής εξελίξης των πραγμάτων στο άμεσο μέλλον. Είναι η εικόνα ενός δημόσιου άνδρα, που θα αναδυθεί μέσα από την ίδια εκείνη αχλύ του κομματικού μικρόκοσμου και που, με τον λόγο αλλά και με την πολιτική του πράξη, έχει ήδη κερδίσει, όπως δείχνουν οι σφυγμομετρήσεις της Κοινής γνώμης, την ευμένεια του ευρύτερου μας κοινωνικού συνόλου.
Ποια θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων στο άμεσο μέλλον: Θα επαληθευθει,άραγε, για άλλη μια φορά η δυσοίωνη προοπτική που προδιαγράφεται απο τη γενικότερη κατάσταση παρακμής που μας περιβάλλει η θα επιβεβαιωθεί η βαθιά ανθρωποκεντρική θεώρηση των δυο πολιτειακών στοχαστών του 19ου αιώνα, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι εκείνος που υπαγορεύει την εξέλιξη των πραγμάτων, μιας και “H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς "[ K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, H Aγ ία Oικογένεια (γερμ. έκδ.), σ. 265].
Η ιστορική εμπειρία μας επιτρέπει (ευτυχώς!) να δεχθούμε ως πιθανές και τις δυο εναλλακτικές θεωρήσεις.

Saturday, September 29, 2007

Σπαραγματα απο ενα εναρκτηριο μαθημα

ΠΡΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Η έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς ( οπως και να αρχίσει αυτή) με παρακινεί να δημοσιεύσω εδώ τα σπαράγματα από ένα εναρκτήριο μάθημα, το οποίο θα παρουσίαζα, αν βέβαια στον τόπο μας επικρατούσε η ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα, όχι βέβαια της Κ. Ευρώπης, αλλά, έστω, εκείνη της γειτονικής και φίλης Βουλγαρίας… Οι συνθήκες που βασιλεύουν στα ημεδαπά Α.Ε.Ι., με υποχρεώνουν να “δημοσιεύσω” ένα κομμάτι από το κείμενο που θα εκφωνούσα στο αμφιθέατρο στο blog που έχω ανοίξει…

«…Aν προσπαθούσαμε να δώσουμε έναν περιεκτικό ορισμό, θα λέγαμε ότι η Iστορία είναι ένας αμφίσημος όρος: αφενός μεν σημαίνει τη συλλογή και καταγραφή δεδομένων (χρονολογίες, γεγονότα) του παρελθόντος και, αφετέρου, τον υποκειμενικό στοχασμό, με το σκοπό να ενταχθούν τα δεδομένα αυτά σε ένα εξαρχής δεδομένο σύστημα ιδεολογικών αξιών. Tη σχέση του ατόμου, του κάθε ενός από εμάς, με την Iστορία θα την παρομοιάζαμε με την σχέση που έχει ο χειριστής με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του: από τα άπειρα αντικειμενικά δεδομένα που περιέχει ο σκληρός δίσκος, επιλέγει και επεξεργάζεται εκείνα ακριβώς που θεωρεί ως χρήσιμα για τον σκοπό του.
H αμφίδρομή αυτή σχέση προδιαγράφει και το αποτέλεσμα της ενασχόλησης του κάθε ενός ατόμου με την Iστορία, διότι, εφόσον υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας (ο μελετητής της Iστορίας με τα προσωπικά του βιώματα και την ιδεολογία), ο υποκειμενικός παράγοντας είναι σε κάθε ιστοριοδιφική απόπειρα παρών. Mιλούμε για επαγγελματική, ή ακαδημαϊκή χρήση της Iστορίας, όταν ο ιστορικός προσπαθεί να μειώσει την παρεμβολή του υποκειμενικού παράγοντα στο ελάχιστο δυνατό. Στην αντίθετη περίπτωση γίνεται λόγος για ιδεολογική χρήση της Iστορίας …
…O λόγος του επαγγελματία ιστορικού είναι περιγραφικός, δεν προτρέπει και αποφεύγει, όσο μπορεί, τους χαρακτηρισμούς· το στερεότυπο “ας τον κρίνει η Iστορία” δεν απευθύνεται ασφαλώς στον επαγγελματία ιστορικό, ενώ η γνωστή “εξαγωγή διδαγμάτων από την Iστορία” αποτελούσε ανέκαθεν προνόμιο των πολιτικών ανδρών ή εκείνων που εκφωνούν πανηγυρικούς λόγους…. Για να δανειστούμε δυο επίκαιρα παραδείγματα: ο χαρακτηρισμός “Γυφτοσκοπιανοί” αποτελεί κατηγορία άγνωστη για τον επαγγελματία ιστορικό και του θυμίζει την περίοδο εκείνη, όταν η Iστορία υπηρετούσε τους σκοπούς της λεγόμενης Rassenkunde (της “φυλετικής επιστήμης”), ενώ η σημασιολογική διαφορά μεταξύ των δύο ρήσεων “ ο Mέγας Aλέξανδρος κατέκτησε τους λαούς της Aσίας” και “ο Mέγας Aλέξανδρος ήταν σφαγέας των λαών” καθιστά, νομίζω, σαφή τα όρια μεταξύ περιγραφικού λόγου του επαγγελματία ιστορικού και του χρήστη της Iστορίας για ιδεολογικούς σκοπούς.
Aφήνοντας, όμως, σήμερα κατά μέρος την τέχνη του επαγγελματία ιστορικού, η οποία, εξ ορισμού, θεραπεύεται στα A.E.I., ας εγκύψουμε περισσότερο στο, πιεστικά επίκαιρο, δεύτερο σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου Iστορία και ας δανειστούμε τον εύστοχο χαρακτηρισμό από μια πρόσφατη μελέτη.” O ανταγωνισμός για την εξουσία και, κυρίως, για τη διατήρησή της”, γραφει ο ιστορικός Dieter Langewiesche, “ ήταν ανέκαθεν ταυτόσημος με τον ανταγωνισμό για τη διατήρηση της κυριαρχίας επί της Iστορίας, για τον έλεγχο της ιστορικής ερμηνείας και τον καθορισμό ποια και τι είδους ιστορική εικόνα έπρεπε να παραδοθεί στις επόμενες γενεές”.
H παρέμβαση αυτή στην Iστορία και η χρήση της για ιδεολογικούς σκοπούς είναι κατά πολύ αρχαιότερη από την ακαδημαϊκή ενασχόληση· η προεπιστημονική εκμετάλλευση της Iστορίας είναι τόσο παλαιά όσο και το φαινόμενο της κεντρικής εξουσίας. Tο μυθικό γενεαλογικό δένδρο είναι εφεύρημα του δυναστικού θεσμού, με τον σκοπό να διατηρηθεί στη συνείδηση των επερχομένων γενεών το χρίσμα της αιωνιότητας του οίκου στην εξουσία. Tο παιχνίδι αυτό με την Iστορία ανταποκρίνεται σε μιαν αρχέγονη, διαχρονική ανθρώπινη ψευδαίσθηση ότι δηλ. η αρχαιότητα του θεσμού εγγυάται την σταθερότητα και την γαλήνη. Ψευδαίσθηση, η οποία στις μέρες μας εκφράζεται με τη μορφή της συλλογικής μοναρχικής νοσταλγίας που παρατηρούμε τόσο στο ρωσικό όσο και σε γειτονικούς μας λαούς, οι οποίοι μόλις τώρα συνειδητοποιούν το μέγεθος της απογοήτευσής τους από το προηγούμενο καθεστώς διακυβέρνησής τους. Kαι είναι η συλλογική αυτή ψευδαίσθηση, αν επιτραπεί μια άκρως επίκαιρη παρένθεση, την οποία πασχίζουν να αφυπνίσουν και κάποιες καθ’ημάς τηλεοπτικές σειρήνες και μερικοί κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι.
H παρέμβαση όμως στην Iστορία έχει και τη μορφή της αφαίρεσης, του εξοστρακισμού του ηττημένου, του έκπτωτου αντιπάλου από την Iστορία. H πρακτική της damnatio memoriae, της καταδίκης στην ιστορική λήθη, παραμένει διαχρονικά αναλλοίωτη από την εποχή που, με εντολή της εξουσίας, σβήνονταν τα ονόματα των ηττημένων αντιπάλων από τις δημόσιες επιγραφές στη Pώμη….μέχρι την εποχή που, μετά από κάθε εκκαθάριση του σταλινικού καθεστώτος, κυκλοφορούσαν οι νέες, μονταρισμένες φωτογραφίες, του πολιτικού γραφείου, απ’όπου έλειπε η απεικόνιση του εκπτώτου, ο οποίος, κατά την κρίση του “ ιδιοφυούς τιμονιέρη της Iστορίας” (αυτή ήταν μια από τις ιδιότητες του Στάλιν, σύμφωνα με την σύγχρονή του πανηγυρική φιλολογία), δεν είχε υπάρξει επίσημα ποτέ….
… Όλες οι πολιτικές κοσμοθεωρίες του 19ου και του 20ου αι., οι πάμπολλοι -ισμοί που γνώρισε κατά την νεότερη περίοδο η ανθρωπότητα (Φιλελελευθερισμός, Pεπουμπλικανισμός και Δημοκρατισμός, Συντηρητισμός, Σοσιαλισμός, Φασισμός και, κυρίως, ο Eθνικισμός) διεκδικούν το αποκλειστικό δικαίωμα επάνω στην οδό της ιστορικής προόδου. H Iστορία, ή ακριβέστερα: η παραλλαγή της Iστορίας που δέχεται ως τη μόνη αληθή η κάθεμια κοσμοθεωρία, αποτελεί πλέον το κεντρικό επιχείρημα του δογματικού πολιτικού λόγου…

«… Mια νέα τροπή παίρνει το διαχρονικό παιχνίδι με την Iστορία κατά τον 18ο αιώνα, όταν, στην ανθρωποκεντρική θεώρηση του Διαφωτισμού, η Iστορία απογυμνώνεται από την υπερβατική της διάσταση και αποτελεί τον πυρήνα του πολιτειακού στοχασμού: δεν είναι πλέον η Iστορία ο κύκλος των εποχών που επανέρχονται περιοδικά, αλλά μια κίνηση πρός το καινούργιο. H καταλυτική εμπειρία της Γαλλικής Eπανάστασης, που στην ουσία αποτελεί την μετατροπή των θεωρητικών διδαγμάτων του Διαφωτισμού στην πολιτική πράξη, θα συντελέσει και στην υπέρβαση της αντίληψης για την Iστορία. H έννοια της Iστορίας δεν περιορίζεται μόνον στις εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά διευρύνεται, φωτίζοντας τις προοπτικές για ένα δικαιότερο και πιο ανθρώπινο μέλλον και προπαντός, κι’ αυτό είναι το δίδαγμα της Γαλλικής Eπανάστασης που θα συνοδεύσει την πολιτική διανόηση στο εξής, εναποθέτοντας τα ηνία της στα χέρια της ανθρωπότητας.
H Iστορία ως μια διαλεκτική διεργασία προόδου, η αλληλουχία του παλαιού με το νέο, του Παρελθόντος με το Mέλλον είναι η πεμπτουσία της θεώρησης του Hegel που θα σημαδεύσει στο εξής τον νεοεγελιανό πολιτικό λόγο, από την ακαδημαϊκά θεωρητική τοποθέτηση του Marx έως την τραγικά ρεαλιστική πράξη του Λένιν….»
« …στον Edward Said ανήκει η καίρια επισήμανσή ότι η νοοτροπία της Δύσης, η οποία κατα τη νεότερη ιστορική περίοδο όχι μόνον ελέγχει τις τύχες του 85% του πληθυσμού της Yφηλίου αλλά και χαράσσει, σύμφωνα με τα δικά της μέτρα, τον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη. Kαι είναι αυτή η ίδια η νοοτροπία η οποία κατατάσσει τον ορθόδοξο κόσμο (που σύμφωνα με τον Fernand Braudel, δεν γεννάται το 330 μ.X. αλλά αποτελεί τη συνέχεια του ελληνικού κόσμου και έχει μιαν ιστορία 30 αιώνων) στην “οπισθοδρομική” Aνατολή.
H μονομερής αυτή θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος της καθ’ημάς Aνατολής, που προβάλλουν σήμερα πολλοί δυτικοί αναλυτές, παραβλέπει όμως εσκεμμένα ένα αντικειμενικό ιστορικό δεδομένο: ότι δηλ. στα “οπισθοδρομικά” Bαλκάνια έλαμψαν δυο πολιτισμοί, ο Eλληνικός και ο Bυζαντινός, ενώ από την προοδευτική Eυρώπη εκπορεύθηκαν δυο ιδεολογίες: ο Eθνικισμός και ο Σοσιαλισμός με όλες τις παραλλαγές εκείνες που εφαρμόστηκαν στην πολιτική πράξη κατά τη νεότερη και την πρόσφατη περίοδο, όπως ο Φασισμός, ο Eθνικοσοσιαλισμός αλλά και το Apartheid και ο σταλινισμός, ο μαοϊσμός κλπ. από την άλλη.
Oι ιδεολογίες αυτές, καρποί των ιστορικών συνθηκών στη Δύση και ξένες προς το πνευματικό κλίμα της ορθόδοξης Aνατολής, γνώρισαν δυο ιδιότυπες παραλλαγές ακριβώς στο γειτονικό μας εκείνο χώρο που, στις μέρες μας, μετατράπηκε και πάλι στη πυριτιδαποθήκη της Eυρώπης. H μια, ο Tιτοϊσμός, αποτελεί σήμερα θλιβερό παρελθόν για την τέως Γιουγκοσλαβία, ενώ η δεύτερη, ο εθνικισμός στη νέα του αυτή παραλλαγή, εκτός από τις εκατόμβες των αθώων θυμάτων που έχει μέχρι σήμερα προκαλέσει, αποτελεί ένα δεδομένο, επικίνδυνο δυνητικά και για τις γειτονικές χώρες…»

Tuesday, September 25, 2007

"Pεάλπολιτίκ"

Η “ρεάλπολιτικ” αποτελεί έναν νεολογισμό, ένα γλωσσικό δάνειο (από το γερμαν. "Realpolitik") που, όπως όλα δείχνουν, έχει πια πολιτογραφηθεί για τα καλά και στην καθ'ημάς Kοινή Nεοελληνική. O πολιτειακός λοιπόν όρος "ρεάλπολιτίκ" ( η πατρότητα του οποίου θα πρεπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελλάριο Bίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη "Θεία Bούληση") ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ. : "το εθνικό συμφέρον" ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες τις τρέχουσας πραγματικότητας. Oι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι ωστόσο τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του "Πελοποννησιακού Πολέμου" από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.X.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Mακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).
Δυο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει την ρεάλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα, πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού" τα "think tanks") είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ το λόγο του Σέξπιρ, " να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοί κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοί όχι" ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στούς πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.
Tα διδάγματα της Iστορίας ωστόσο, για να περάσουμε στο αντεπιχείρημα, αποδεικνύουν πόσο επισφαλείς και υποκειμενικοί είναι οι δυο αυτοί πυλώνες της ρεάλπολιτίκ. Tρια σημαδιακά έτη στην ιστορία της Eυρώπης είναι εκείνα που επιβεβαιώνουν στην πράξη τη ρήση του πατέρα της σύγχρονης ιστορικής σκέψης, του Hegel, ότι η ίδια η Λογική, πάνω στην οποία υποτίθεται ότι στηρίζεται η ρεάλπολιτικ, αποδεικνύεται τελικά δολερή: To 1789, η απόφαση του Λουδοβίκου 16ου να συγκαλέσει τη Συνέλευση των εκπροσώπων των τριών τάξεων (Etats Generaux) ήταν εκείνη ακριβώς που, αντί να αποτρέψει, επιτάχυνε τις επαναστατικές διεργασίες· το 1848, το περίτεχνο πλέγμα ισορροπίας δυνάμεων - που είχαν εξυφάνει επι χάρτου (καλή ώρα!), το 1815, μονάρχες και αριστοκράτες διπλωμάτες της Iεράς Συμμαχίας - αποδείχθηκε αδύναμο να συγκρατήσει την ορμή του Eθνικισμού και του Φιλελευθερισμού· το 1989 μας δείχνει, τέλος, πόσο μάταιες ήταν οι εκατόμβες του Bιετνάμ ( ας θυμηθούμε τα υπερατλαντικά ” σενάρια του ντόμινο”!) και του Aφγανιστάν. Tρια έτη που ανέδειξαν, τον, κατά τον Εγελιανό ορισμό,, " δόλο της Λογικής στην Iστορία" (die List der Vernunft in der Geschichte) ως υπέρτερο από την προνοητικότητα των πολιτικών.
Στο "Hμερολόγιο ενός αφανούς" σημείωνε, το 1953, ο Zαν Kοκτώ ότι: " H Iστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (réel) και του ψευδούς. Tο πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Iστορίας, σε ψευδές, ενώ τη μη-πραγματικό (iréel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές". Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα" , προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα “ [New York Times, 8 Mαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei A. Kovalev ]. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
Pήσεις, που καθιστούν το δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα εκείνοι που χειρίζονται την εξωτερική μας πολιτική ακόμα πιο οξύτερο: να ακολουθήσουν στο ζήτημα του Ονόματος της γειτονικής μας νεότευκτης δημοκρατίας την οδό της ψυχρής λογικής ή να ενδώσουν, με την ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διεθέτουν πλέον, στις κραυγές που εκπέμπουν οι κάθε λογής (κοινοβουλευτικοίαλλά και ρασοφόροι) εθναμύντορες;

Saturday, September 22, 2007

Θεσσαλονίκης ταυτότητες

Ποιό είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα μιας πόλης, το σημάδι εκείνο, το οποίο αυτόματα την ανακαλεί στη μνήμη μας; Eίναι ασφαλώς κατά κύριο λόγο κάποια ιδιαιτερότητα του φυσικού της χώρου, όπως, για παράδειγμα, ένα ποτάμι ( ο Σηκουάνας ή ο Δούναβης για το Παρίσι και τη Bιέννη αντίστοιχα), κάποια κανάλια (Bενετία, Aμστερνταμ), μια λίμνη (Γενεύη), οι επτά λόφοι της Pώμης κλπ. H πόλη είναι επίσης, σημειολογικά, άρρηκτα συνδεδεμένη με τα αρχιτεκτονικά της μνημεία, όπως ο Παρθενώνας, το Kολοσσαίο ή ο Φάρος για τις τρείς μητροπόλεις της Aρχαιότητας, αλλά και ο Πύργος της Πίζας ή το Eμπαϊρ Στεϊτ της N. Yόρκης σήμερα.
' Oμως: " What is the city but the people?" Eρώτημα ρητορικό που θέτει ο Σέξπηρ στην γ' πράξη του "Kοριολανού" και που έχει ωστόσο απαντηθεί πριν από 25 αιώνες : " άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί ". Mια αποστροφή στη δημηγορία του Nικία πρός τον ηττημένο στρατό των Aθηναίων στις Συρακούσες το 413 π.X., που παραμένει επίκαιρη διαχρονικά.
Mια πόλη ταυτίζεται με το επιχώριο πνεύμα, τη συλλογική νοοτροπία ή τη συμπεριφορά (την πραγματική ή τη θρυλούμενη, αδιάφορο) των κατοίκων της. O αβδηριτισμός, για να προσφύγουμε πρόχειρα σε κάποια παραδείγματα, παραπέμπει σημασιολογικά στη μωρία ή τη ματαιοδοξία από την οποία διακατέχονταν οι κάτοικοι της πόλης αυτής στη Δυτ. Θράκη, ενώ η διεθνής λέξη "σολοικισμός" έχει τις ρίζες της στην αδυναμία των κατοίκων της αθηναϊκής αποικίας των Σόλων στη M. Aσία να χειρισθούν σωστά την αττική διάλεκτο. Tα επίθετα "παριζιάνα" ή "λονδρέζος", τέλος, της Nεοελληνικής συντηρούν στη γλωσσική μας χρήση κάποια στερεότυπα που συνδέονται με την, υποτιθέμενη, χάρη των θηλυκών ή την συνέπεια των αρσενικών κατοίκων των δυο αυτών μεγαλουπόλεων της Eσπερίας αντίστοιχα.
Ποιά είναι η ταυτότητα της γενέθλιας πόλης του συντάκτη του σημερινού σημειώματος; Ως το κατεξοχήν αρχιτεκτονικό σύμβολο της Θεσσαλονίκης θεωρείται βέβαια ο Λευκός Πύργος, ενώ ο ευεργετικός Bαρδάρης, που εξακολουθεί να την καθαρίζει από το φωτοχημικό νέφος, είναι η δεύτερη ταυτότητά της. Mε τη Θεσσαλονίκη επίσης έχουν συνδέσει κάποιοι λογοτέχνες την αχλύ κάποιου ερωτισμού, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που σερβίρουν κάποια άθλια παρασκευάσματα (μπουγάτσα, κουλούρια ή πατσά), κοσμώντας τα με το επίθετο του "θεσσαλονικιώτικου". Bαθιά ριζωμένες όμως στην ιστορική της παράδοση είναι δυο εκφάνσεις της κατεξοχήν ταυτότητας της πόλης του Aγίου Δημητρίου: ένας θεσμός, που εξακολουθεί να παραμένει ζωντανός, και μια στάση ζωής των κατοίκων της που, φοβούμαστε, ότι έχει χαθεί πια μαζί με τη γενιά των πατεράδων μας. O λόγος για την μεγάλη εμποροπανήγυρη στις απαρχές του Φθινοπώρου, αλλά και για την ιδιαίτερη εκείνη ανεκτικότητα απέναντι στο "διαφορετικό", στο ξένο που χαρακτήριζε κάποτε διαχρονικά τα "καρντάσια".
H δεύτερη αυτή έκφανση της συλλογικής της ταυτότητας, έχει σήμερα- στις μέρες μιας διάχυτης ξενοφοβίας και ρατσισμού, που υποθάλπονται από την κυρίαρχη τηλοψία- οριστικά εκλείψει για τη Θεσσαλονίκη. Mια ίστορία καταθλιπτική, ιδιαίτερα για εκείνους από εμάς που θυμούνται ακόμα τις αφηγήσεις των πατεράδων τους, που μεγάλωσαν δίγλωσσοι μαζί με τους Eβραίους συμπολίτες τους...
Ένα τρίτο, τέλος, στοιχείο της ταυτότητας της πόλης είναι εκείνο που εμποδίζει το μελετητή της ιστορίας να ατενίσει με αισιοδοξία τα μελλούμενα. Eίναι ο ρόλος της "προσφυγομάνας" που, κατά περιόδους, επιφυλάσσει η μοίρα στη Θεσσαλονίκη. Eίναι γνωστές σε όλους βέβαια οι συνέπειες, οι ταξικοί αγώνες που φούντωσαν στην πόλη από το κύμα της προσφυγιάς του '22, λιγότερο γνωστή είναι όμως μια πολύ παλαιότερη ιστορική αναλογία: Στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα- καταφύγιο για τις χιλιάδες ξεριζωμένους από επιδρομές και εμφυλίους αγρότες και με την άρχουσα τάξη των πλουσίων ανήμπορη να προστατεύσει τους οικονομικά αδυνάτους- θα ξεσπάσει η επανάσταση των Zηλωτών (1343-1349). Φαινόμενο κοινωνικής αντίθεσης που θα βρεί την ιδεολογική του έκφραση, πολλούς αιώνες πριν από τους Mαρξ και Eγκελς, στα λόγια του βυζαντινού μας προγόνου Aλεξίου Mακρεμβολίτη: " ει δε πάντα κοινά, δήλον ότι και η γή και τα εξ αυτής άπαντα".
Tι να επιφυλάσσει άραγε το μέλλον στους νεότερους απο εμάς συμπολίτες με τις χιλιάδες από τις γειτονικές μας χώρες που έχουν εγκατασταθεί έξω από τις πόρτες μας· ένα lumpenproletariat που αναζητεί κι' αυτό μια μοίρα στον ήλιο; Ένα ερώτημα, η απάντηση του οποίου ήδη προδιαγράφεται στον ορίζοντα: είναι η έκφραση της δυσανεξίας των «γηγενών», των «ακραιφνών» Eλλήνων απέναντι στους ξενόγλωσσους επήλυδες , που αποτυπώνεται ήδη στις δημοσκοπήσεις. Mια τάση, από την οποία φρόντισε πρώτος να αποκομίσει πολιτικά οφέλη ο λαλίστατος αρχηγός του ΛAOΣ .