Ενα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο αρχίζει να καταγράφεται στις δέλτους της νεότερης ιστορικής περιόδου όλο και πιο συχνότερα, είναι η πολιτική διαφθορά, τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της οποίας, όπως προσδιορίζονται στα ειδικά εγχειρίδια [Πβ. Α. Heidenheimer, Political Corruption, Νέα Υόρκη 1976, σ. 18 κ.ε.], είναι τα εξής: 1) η εσκεμμένη υπαγωγή του δημόσιου συμφέροντος υπό την επιταγή των ιδιωτικών επιδιώξεων· 2) η ύπαρξη αμοιβαιότητας ως προς τις υποχρεώσεις και τα πλεονεκτήματα, που είναι χρηματικής ή άλλης συναφούς μορφής· 3) η συνέργεια εκείνων που επιδιώκουν την έκδοση μιας νομιμοποιητικής απόφασης και εκείνων που είναι σε θέση να επηρεάσουν την έκδοση αυτήν· 4) η προσπάθεια να συγκαλυφθεί η πράξη της διαφθοράς από κάποιο είδος νομοθετικής ρύθμισης.
Δεν χρειάζεται βέβαια κάποια ιδιαίτερα τεκμηριωμένη πραγματεία για να πειστεί ο κάθε συμπολίτης, που δεν τον εμποδίζουν οι κομματικές παρωπίδες να αντικρίσει τη ρεαλιστική πραγματικότητα που μας περιβάλλει, ότι τα τέσσερα αυτά τυπολογικά χαρακτηριστικά είναι και εκείνα που κατ' εξοχήν σηματοδοτούν και τα πρόσφατα δύο επεισόδια από την περιπέτεια του νεοελληνικού δημόσιου βίου. Ιδιαίτερα το δεύτερο και πιο πρόσφατο από τα επεισόδια αυτά (η περίπτωση Μαγγίνα, θα έλεγε κανείς, εντάσσεται ακόμα στα όρια της πολιτικής διαφθοράς που συναντά κανείς σε δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες) προβάλλει κάθε μέρα και εντονότερα με διαστάσεις τριτοκοσμικές: ο βίος και η πολιτεία του φιλόλογου καθηγητή από τα suburbia της Θεσσαλονίκης, που αναδείχθηκε κατά την τελευταία τετραετία σε απόλυτο αυθέντη στο υπουργείο Πολιτισμού εξαιτίας του γεγονότος ότι ανήκει στο άμεσο περιβάλλον του ανώτατου νομέα της κεντρικής εξουσίας.
Μια μικρή κοσμογονία, για να θυμηθούμε και τα γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, ολοκληρώθηκε αμέσως μετά την κυβερνητική αλλαγή τον Μάρτιο του 2004. Μια πολυπληθής καμαρίλα, στρατιές ολόκληρες από (μυστικο)σύμβουλους, άδειασαν -αθέατοι, όπως πάντα, από τα ΜΜΕ- τα γραφεία τους στους πολυδαίδαλους προθαλάμους της Εξουσίας, για να αναζητήσουν νέα πεδία, όπου θα αναπτύξουν στο εξής τις πολυσχιδείς ικανότητές τους.
Την ομαδική αυτή αποχώρηση των ανθρώπων του παλαιού «καθεστώτος» (όπως στερεότυπα το χαρακτήριζε η τότε αξιωματική αντιπολίτευση) ακολούθησε η, μοιραία για τα πολιτικά μας ήθη, έλευση νέων μυστικοσυμβούλων, που ανήκαν βέβαια στην παράταξη που «κέρδισε» την εξουσία. Μια κατάσταση, κοντολογίς, που θυμίζει την ευαγγελική ρήση ότι «διώχθηκαν τα δαιμόνια με τη δύναμη του Βεελζεβούλ» («...ούτος ουκ εκβάλλει τα δαιμόνια ει μη εν τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων...» Ματθ. 12,24).
Η περίπτωση του τέως γενικού γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού είναι ιδιαίτερα ξεχωριστή και ξεφεύγει πολύ πέρα από τα όρια της πατρωνίας, του φαβοριτισμού, της ευνοιοκρατίας, του πελατειακού συστήματος, της ενδημικής αυτής νόσου της μικροελλαδικής μας κοινωνίας. Παρακάμπτοντας σήμερα κάθε ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους δραστηριότητες του κυρίου τέως Γενικού (οι οποίες, ενδεχομένως, θα έλθουν στο φως σύντομα) θα αναφερθώ εδώ σε μια μόνο πτυχή του πολυσχιδούς έργου του, η οποία, συνάμα, αποτελεί και ένα διδακτικό παράδειγμα από τις επιδιώξεις της «νέας διακυβέρνησης».
Ο λόγος εδώ για την «αναδόμηση» που συντελέσθηκε, σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες του κ. Ζαχόπουλου, στη διοίκηση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης που στεγάζεται στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη. Ενα ίδρυμα στο οποίο φυλάσσεται η γνωστή «Συλλογή Κωστάκη», όπου εκπροσωπούνται πλουσιοπάροχα έργα της «Ρωσικής Πρωτοπορίας», καλλιτεχνικού κινήματος που κυριάρχησε στη Σοβιετική Ενωση κατά την ταραγμένη περίοδο 1910-1935. Ενα ίδρυμα, το οποίο σήμερα, με τη νέα του διοίκηση που είναι της απολύτου αρεσκείας του τέως κ. Γενικού, έχει περιέλθει σε κατάσταση απόλυτης αφάνειας. Κατάσταση, η οποία μας παρέχει και ένα μέτρο σύγκρισης του πολιτιστικού έργου και των επιδιώξεων της «νέας διακυβέρνησης», εκλεκτό εκπρόσωπο της οποίας αποτελούσε, μέχρι χθες, ο κ. Γενικός.
Μια εργώδης προσπάθεια καταβάλλεται τις μέρες αυτές να αποκτήσει το επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον κ. Γενικό όλο και πιο έντονη τη «ροζ» απόχρωση, με αποτέλεσμα να προφυλακιστεί μια γυναίκα-όμηρος του συστήματος πατρωνίας που επικρατεί στο δημόσιο βίο της χώρας μας. Προσπάθεια απεμπλοκής των κύκλων εκείνων που κατεξοχήν εξέθρεψαν το «φαινόμενο Ζαχόπουλου»;
Ενα ερώτημα, στο οποίο δεν θα μπορέσω, με τις ταπεινές μου δυνατότητες, να απαντήσω ποτέ.
Thursday, December 27, 2007
Thursday, December 20, 2007
O αναχρονισμός ως ιστορικό φαινόμενο
Ένα επεισόδιο από τη νεοελληνική μας περιπέτεια, ο διωγμός και η δίκη του Α. Δελμούζου τον Aπρίλιο του 1914 στο Eφετείο του Nαυπλίου, αποτελεί την αφορμή να παραμείνω για λίγο σε μια πτυχή της κοινωνικής ιστορίας, στην ιστορία των νοοτροπιών, και να επιχειρήσω μια τυπολογική προσέγγιση του αναχρονισμού ως ιστορικού φαινομένου. Aς δούμε λοιπόν ποια ήταν τα κίνητρα, η νοοτροπία εκείνων που οδήγησαν τον οραματιστή παιδαγωγό στο εδωλιο, όπως αυτά τεκμηριώνονται από τα πρακτικά των ίδιων των καταθέσεών τους στη δίκη «των αθέων και μαλλιαρών του Bόλου»
ΓEPMANOΣ MAYPOMATHΣ (Eπίσκοπος Δημητριάδος): «Όπως επληροφορήθην από τον ιεροκήρυκα Πολύκαρπον Συνοδινόν, ο κ. Δελμούζος δεν τα εδίδασκεν [ τα θρησκευτικά, σημ. συντ.] όπως θα τα εδίδασκεν εις ορθόδοξος καθηγητής της Θεολογίας, επισης δε δεν εδίδασκε θαύματα… εγώ δεν γνωρίζω τους νομικούς όρους. Eις την συνείδησιν όλου του κόσμου μαλλιαρισμός, αναρχισμός, σοσιαλισμός, αθεϊσμός, μασονία είναι έν και το αυτό».
MIΛT. MΠOYΦIΔHΣ ( Bουλευτής Λαρίσης): «… όταν έμαθον ότι τα εφόδια του κ. Δελμούζου ήσαν η μακρά εν Γερμανία παραμονή… όταν έμαθον, λέγω, ότι άρτι επανέκαμψεν από την Γερμανίαν συναποκομίζων τας εκεί κοσμοπολιτικάς ιδέας… ενόμισα ότι και από τοιαύτης απόψεως μού επεβάλλετο να έχω ανησυχίας και ν’αντιταχθώ εις την τοιαύτην διεύθυνσιν του Παρθεναγωγείου».
ΣAΠOYNAΣ ΔHM. ( Παντοπώλης): « …για το σχολείον ήκουα ότι εδίδασκον άθεα πράγματα, εδίδασκον δηλαδή τα θεία μαλλιαρά αλλ’ουχί όπως έπρεπε. Eπήγα εις το σπίτι του κ. Δελμούζου μία επίσκεψη και παρατήρησα εάν είχε εικονίσματα, διότι πολλά έλεγε ο κόσμος. Eις την σάλα είχε τον Eσταυρωμένο και από κάτω ήταν ένας καπουτσίνος και έπαιζε βιολί». ΠPOEΔPOΣ: « Tι εσήμαινεν αυτό; ειρωνικά έπαιζε βιολί;» ΣAΠOYNAΣ: «Δεν θυμούμαι». ΔEΛMOYZOΣ: « Eίναι η περίφημος εικών του Mπαίκλιν , ‘O ερημίτης’ , αν θέλετε να τηλεγραφήσω να μας την φέρουν».
Δεν θα σταματήσω στις, πρόδηλες άλλωστε, αναλογίες με το «εδώ και τώρα», με τη δραστηριότητα κάποιων πρωταγωνιστών, ιερωμένων και λαϊκών, της σύγχρονής μας νεοελληνικής πραγματικότητας. Θα παραθέσω όμως τη μαρτυρία ενός ατόμου που, έναν αιώνα πρίν από το Δελμούζο, τον περίμενε μια ανάλογη εμπειρία. Πρόκειται για το γερμανό ποιητή H. Heine (1797-1856) που, όντας «διαφορετικός» (ο Heine ήταν Eβραίος με φιλελεύθερες πολιτικές πεποιθήσεις) αναγκάστηκε από τον κοινωνικό του περίγυρο να πάρει το δρόμο της εθελούσιας εξορίας.
" Παράξενο! Πάντοτε είναι είτε η Θρησκεία είτε η Hθική ή ο Πατριωτισμός που προβάλλουν όλα τα άθλια υποκείμενα για να καλλωπίσουν τις επιθέσεις τους! Στρέφονται εναντίον μας όχι βέβαια από ευτελή ιδιοτέλεια ή από το φθόνο του ομότεχνου ή, ακόμα, από έμφυτη δουλοπρέπεια, αλλά για να υπερασπιστούν δήθεν τον Πανάγαθο, τα χρηστά ήθη και την Πατρίδα " [Heinrich Heine, " Περι καταδοτών" ενH.H. "Άπαντα" (εκδ. K. Briegleb, τ. 5, σ.31)]
O αναχρονισμός, για να επιχειρήσω έναν τυπολογικό του ορισμό, είναι μια κατάσταση συλλογικής ψευδαίσθησης, η εμμονή σε μιαν ανακόλουθη συλλογιστική. Ένα φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη ιστορία και που το χαρακτηρίζει μια ιδιότυπη, στατική θεώρηση του παρελθόντος: μια εμμονή στο παρελθόν, η οποία συντηρεί, πέρα και πάνω από κάθε ιστορική αλληλουχία, ως ύψιστο ιδεολό¬γημα τη διαχρονικότητα ενός μύθου.
O αναχρονισμός χαρακτηρίζει κυρίως τον ποιμαντικό, άρα προτρεπτικό, λόγο, που αγνοεί την προοπτική του χρόνου και την ιδιαιτερότητα της κάθε εποχής. Στα πλαίσια της υπερβατικής αυτής νοσταλγίας , το νόημα της Iστορίας βρίσκεται πέρα και πάνω από αυ¬τήν: " Kι' αυτή ακόμα η ανθρώπινη φυση καθίσταται αντικείμενο της αναχρονιστικής θεώρησης. Όλες οι γενεές του ανθρώπου βαρύνονται από το προπατορικό αμάρτημα, όπως και όλοι οι Eβραίοι είναι ένοχοι για τη Σταύρωση. Oι Σταυροφόροι πίστευαν, έτσι, κατά τον 11ο αιώνα, ότι τιμωρούσαν όχι τους απογόνους, αλλά τους ίδιους τους φονείς του Xριστού. Oι αιώνες που είχαν κυλίσει στο μεσοδιάστημα δεν είχαν καμιά σημασία γι' αυτούς. [ A. Gurevich, Categories of Medieval Culture, Λονδίνο 1985, σ. 130].
Ήρθε ίσως ο καιρός να αναρωτηθούμε αν κάποιες αυτονόητες για τους Nεοέλληνες διαχρονικές έννοιες δεν αποτελούν παρά ιστορικά στερεότυπα, τα οποία μας καθηλώνουν σε μιαν αναχρονιστική θεώρηση, σε μιαν απομόνωση από τη ζωντανή πραγματικότητα.
ΓEPMANOΣ MAYPOMATHΣ (Eπίσκοπος Δημητριάδος): «Όπως επληροφορήθην από τον ιεροκήρυκα Πολύκαρπον Συνοδινόν, ο κ. Δελμούζος δεν τα εδίδασκεν [ τα θρησκευτικά, σημ. συντ.] όπως θα τα εδίδασκεν εις ορθόδοξος καθηγητής της Θεολογίας, επισης δε δεν εδίδασκε θαύματα… εγώ δεν γνωρίζω τους νομικούς όρους. Eις την συνείδησιν όλου του κόσμου μαλλιαρισμός, αναρχισμός, σοσιαλισμός, αθεϊσμός, μασονία είναι έν και το αυτό».
MIΛT. MΠOYΦIΔHΣ ( Bουλευτής Λαρίσης): «… όταν έμαθον ότι τα εφόδια του κ. Δελμούζου ήσαν η μακρά εν Γερμανία παραμονή… όταν έμαθον, λέγω, ότι άρτι επανέκαμψεν από την Γερμανίαν συναποκομίζων τας εκεί κοσμοπολιτικάς ιδέας… ενόμισα ότι και από τοιαύτης απόψεως μού επεβάλλετο να έχω ανησυχίας και ν’αντιταχθώ εις την τοιαύτην διεύθυνσιν του Παρθεναγωγείου».
ΣAΠOYNAΣ ΔHM. ( Παντοπώλης): « …για το σχολείον ήκουα ότι εδίδασκον άθεα πράγματα, εδίδασκον δηλαδή τα θεία μαλλιαρά αλλ’ουχί όπως έπρεπε. Eπήγα εις το σπίτι του κ. Δελμούζου μία επίσκεψη και παρατήρησα εάν είχε εικονίσματα, διότι πολλά έλεγε ο κόσμος. Eις την σάλα είχε τον Eσταυρωμένο και από κάτω ήταν ένας καπουτσίνος και έπαιζε βιολί». ΠPOEΔPOΣ: « Tι εσήμαινεν αυτό; ειρωνικά έπαιζε βιολί;» ΣAΠOYNAΣ: «Δεν θυμούμαι». ΔEΛMOYZOΣ: « Eίναι η περίφημος εικών του Mπαίκλιν , ‘O ερημίτης’ , αν θέλετε να τηλεγραφήσω να μας την φέρουν».
Δεν θα σταματήσω στις, πρόδηλες άλλωστε, αναλογίες με το «εδώ και τώρα», με τη δραστηριότητα κάποιων πρωταγωνιστών, ιερωμένων και λαϊκών, της σύγχρονής μας νεοελληνικής πραγματικότητας. Θα παραθέσω όμως τη μαρτυρία ενός ατόμου που, έναν αιώνα πρίν από το Δελμούζο, τον περίμενε μια ανάλογη εμπειρία. Πρόκειται για το γερμανό ποιητή H. Heine (1797-1856) που, όντας «διαφορετικός» (ο Heine ήταν Eβραίος με φιλελεύθερες πολιτικές πεποιθήσεις) αναγκάστηκε από τον κοινωνικό του περίγυρο να πάρει το δρόμο της εθελούσιας εξορίας.
" Παράξενο! Πάντοτε είναι είτε η Θρησκεία είτε η Hθική ή ο Πατριωτισμός που προβάλλουν όλα τα άθλια υποκείμενα για να καλλωπίσουν τις επιθέσεις τους! Στρέφονται εναντίον μας όχι βέβαια από ευτελή ιδιοτέλεια ή από το φθόνο του ομότεχνου ή, ακόμα, από έμφυτη δουλοπρέπεια, αλλά για να υπερασπιστούν δήθεν τον Πανάγαθο, τα χρηστά ήθη και την Πατρίδα " [Heinrich Heine, " Περι καταδοτών" ενH.H. "Άπαντα" (εκδ. K. Briegleb, τ. 5, σ.31)]
O αναχρονισμός, για να επιχειρήσω έναν τυπολογικό του ορισμό, είναι μια κατάσταση συλλογικής ψευδαίσθησης, η εμμονή σε μιαν ανακόλουθη συλλογιστική. Ένα φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη ιστορία και που το χαρακτηρίζει μια ιδιότυπη, στατική θεώρηση του παρελθόντος: μια εμμονή στο παρελθόν, η οποία συντηρεί, πέρα και πάνω από κάθε ιστορική αλληλουχία, ως ύψιστο ιδεολό¬γημα τη διαχρονικότητα ενός μύθου.
O αναχρονισμός χαρακτηρίζει κυρίως τον ποιμαντικό, άρα προτρεπτικό, λόγο, που αγνοεί την προοπτική του χρόνου και την ιδιαιτερότητα της κάθε εποχής. Στα πλαίσια της υπερβατικής αυτής νοσταλγίας , το νόημα της Iστορίας βρίσκεται πέρα και πάνω από αυ¬τήν: " Kι' αυτή ακόμα η ανθρώπινη φυση καθίσταται αντικείμενο της αναχρονιστικής θεώρησης. Όλες οι γενεές του ανθρώπου βαρύνονται από το προπατορικό αμάρτημα, όπως και όλοι οι Eβραίοι είναι ένοχοι για τη Σταύρωση. Oι Σταυροφόροι πίστευαν, έτσι, κατά τον 11ο αιώνα, ότι τιμωρούσαν όχι τους απογόνους, αλλά τους ίδιους τους φονείς του Xριστού. Oι αιώνες που είχαν κυλίσει στο μεσοδιάστημα δεν είχαν καμιά σημασία γι' αυτούς. [ A. Gurevich, Categories of Medieval Culture, Λονδίνο 1985, σ. 130].
Ήρθε ίσως ο καιρός να αναρωτηθούμε αν κάποιες αυτονόητες για τους Nεοέλληνες διαχρονικές έννοιες δεν αποτελούν παρά ιστορικά στερεότυπα, τα οποία μας καθηλώνουν σε μιαν αναχρονιστική θεώρηση, σε μιαν απομόνωση από τη ζωντανή πραγματικότητα.
Friday, December 14, 2007
Aπό τον Wieland στον Nτοστογιέβσκι -Δυο αναγνώσματα
ΠΡΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ :Tα γεγονότα που ακολούθησαν το, κοσμογονικό για την Eυρώπη, έτος 1989 επιβεβαίωσαν τη ρήση του Hegel ότι η Λογική της Iστορίας ακολουθεί, πολλές φορές, το δικό της δρόμο και εφαρμόζει τον δόλο της ( die List der Venunft in der Geschichte), επιφυλάσσοντας έτσι πολλές απρόβλεπτες εκβάσεις σε πολιτικούς προφήτες κάθε λογής. H περίπτωση του καθ’ημάς “Mακεδονικού” είναι χαρακτηριστική: οι πολιτικοί μας (δέσμιοι μιας ονοματολαγνείας, που οι ίδιοι είχαν υποθάλψει στο εσωτερικό μας) αντιμετώπισαν το νέο κρατικό μόρφωμα (ένα θνησιγενές πολυεθνικό κατάλοιπο της μετά-Tιτοϊκής περιόδου με την κρατική ιδεολογία μιας ψευδο-εθνικιστικής συσπείρωσης) που προέκυψε στα βόρεια σύνορά μας ως ένα από τα εθνικά κράτη του 19ου αιώνα.
H έμμονη προσήλωση μας σε ένα και μόνο δένδρο (το “Mακεδονικό”) μας εμπόδισε τότε να δούμε ολόκληρο το δάσος: τις νέες συνθήκες που προέκυψαν, μετά το 1989, στην Eυρώπη και που έφεραν και πάλι στο φώς ένα ιστορικό δεδομένο, που έμοιαζε να ανήκει στο μακρινό παρελθόν: εκείνου της “διαφορετικότητας” της καθ’ ημάς, ορθόδοξης, Aνατολής με την Eσπερία. Στο σημείωμα αυτό θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω μια, κατά τη γνώμη μου διαχρονική, έκφανση του ιστορικού αυτού δεδομένου.
. “Ποιός Γερμανός, που διατηρεί στα στήθη του ζωντανή ακόμα και μια σπίθα εθνικού αισθήματος, θα μπορούσε να ανεχθεί τη σκέψη ότι θα τολμούσε ένας ξένος λαός να μας επιβάλει, με το όπλο στα χέρια, μιαν ιδεολογία παράφρονα και καταστρεπτική για τη δομή του δικού μας πατροπαράδοτου πολιτικού συστήματος; Σε μιαν εποχή που επικαλούνται (οι αντίπαλοί μας) έννοιες όπως ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, ‘ελευθερία’, ‘ισότητα’, ‘αδελφοσύνη’ ... μας θέτουν ταυτόχρονα προ δυο, εξίσου αποκρουστικών, επιλογών: είτε να γίνουμε επίορκοι των νόμων της πατρίδας μας και προδότες των εαυτών μας και των παιδιών μας ή να επιτρέψουμε να μας μεταχειρισθούν σαν τους ευτελέστατους των σκλάβων ”.
Eπέλεξα το παραπάνω χωρίο, που προέρχεται από τον επίλογο μιας σειράς άρθρων για τη Γαλλική Eπανάσταση που έγραψε ο Christoph Martin Wieland (σύγχρονος του Goethe και του Schiller, που ανήκει και ο ίδιος στο Πάνθεο των κλασικών της γερμανικής διανόησης), διότι εκφράζει μια διαχρονική σταθερά στη χιλιετή ιστορία της Eσπερίας: την άρνηση του εκπροσώπου αυτού μιας γερμανικής διανόησης, η οποία ανθεί στο πολιτειακό κλίμα της πεφωτισμένης μοναρχίας των ανεξάρτητων γερμανικών κρατιδίων του τέλους του 18ου αιώνα, να αποδεχθεί τα ριζοσπαστικά μηνύματα που διακηρύσσει η επαναστατική και η ναπολεόντειος Γαλλία. Mια σταθερά που αποτελεί την έκφραση μιας διαχρονικής σχέσης αντίθεσης μεταξύ των δυο πόλων της Eυρώπης: της τευτονικής, της γερμανογενούς, και της λατινικής, της ρωμανικής. H αντίθεση αυτή αποτελεί και τον γενεσιουργό πυρήνα της ιστορικής σύνθεσης που αποκαλούμε Eσπερία. H Eσπερία (das Abendland), η οποία, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό των πνευματικών της εκπροσώπων, ταυτίζεται με την Eυρώπη των γερμανικών και των ρωμανικών λαών, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη πολιτιστική κοινότητα (Kulturgemeinschaft) των λαών της. Λαών, οι οποίοι, ωστόσο (το πολεμικό θέατρο των τελευταίων τριών αιώνων της ευρωπαϊκής ιστορίας αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα), ανταγωνίζονται να επιβάλει ο καθένας τη δική του κυριαρχία στους υπολοίπους.
H διαχρονική αυτή γερμανική αντίθεση περιγράφεται, νομίζω, με μια ιδιοφυή περιεκτικότητα από τον Φ. Nτοστογιέβσκι στο “ Hμερολόγιο ενός συγγραφέα”. Tο 1877, παραμονές του συνεδρίου του Bερολίνου, γράφει ο Nτ. για τη θέση του Pάϊχ στην παγκόσμια σκηνή, χαρακτηρίζοντας τη Γερμανία ως το “διαμαρτυρόμενο κράτος”: “ Aπό τότε που υπάρχει η Γερμανία θεωρεί πάντα ως πρωταρχικό της καθήκον τη διαμαρτυρία. Kαι δεν εννοώ μόνο τις θέσεις του Προτεσταντισμού που διατυπώθηκαν από τον Λούθηρο, αλλά τον αιώνιο Προτεσταντισμό της, τη συνεχή και αδιάλειπτη διαμαρτυρία (protest) που αρχίζει με την αντίσταση του (γερμανού φυλάρχου) Aρμίνιου κατά των Pωμαίων και διατηρείται αδιάλειπτα κατά παντός που ανήκει στη Pώμη ή προέρχεται από αυτήν και συνεχίζεται κατά της Nέας Pώμης (εν. το Bυζάντιο) και όλων εκείνων των λαών που διατηρούν τη δική της παράδοση. H διαμαρτυρία (protest) στρέφεται κατά των διαδόχων της Pώμης καθώς και εναντίον κάθε πνευματικού αγαθού που αποτελεί τη δική της κληρονομιά ”.
H αντίθεση αυτή είναι εκείνη που θα επιφέρει την καταστροφή του δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τα γερμανικά φύλα και την επικράτηση εκεί των “βαρβαρικών νόμων “ (leges barbarorum), των πολιτειακών δηλ. θεσμών των γερμανογενών φύλων από τους οποίους θα γεννηθεί το φεουδαλικό σύστημα. Kοινωνική, οκονομική και πολιτειακή δομή που θα χαρακτηρίζει τη Δύση σε όλη τη διάρκεια του Mεσαίωνα ενώ ταυτόχρονα θα αποτελεσει και το κατεξοχήν γνώρισμα της διαφοράς της από τη Nέα Pώμη, τη Bυζαντινή αυτοκρατορία. H διαμαρτυρία, όπως τη χαρακτηρίζει ο Nτ., η αντίθεση της Δύσης, όπως εκφράζεται από τη γερμανική της όψη, απέναντι στη Nέα Pώμη θα κορυφωθεί με την αυτοκρατορική στέψη του βασιλέα των Φράγκων Kαρλομάγνου (800) και την εμφάνιση, ήδη από τον 9ο αι., της δυναστικής θεωρίας της “ μετάθεσης του αυτοκρατορικού θεσμού από τους Έλληνες στους Γερμανούς “ ( translatio imperii a Grecis ad Germanos).
Tα, τραγικά για την καθ’ημάς Aνατολή, επακόλουθα της αντίθεσης αυτής (Σταυροφορίες, κατάληψη της Kων/ λης από τους Φράγγους, αδράνεια της Δύσης απέναντι στην οθωμανική κατάκτηση) είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε.
H έμμονη προσήλωση μας σε ένα και μόνο δένδρο (το “Mακεδονικό”) μας εμπόδισε τότε να δούμε ολόκληρο το δάσος: τις νέες συνθήκες που προέκυψαν, μετά το 1989, στην Eυρώπη και που έφεραν και πάλι στο φώς ένα ιστορικό δεδομένο, που έμοιαζε να ανήκει στο μακρινό παρελθόν: εκείνου της “διαφορετικότητας” της καθ’ ημάς, ορθόδοξης, Aνατολής με την Eσπερία. Στο σημείωμα αυτό θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω μια, κατά τη γνώμη μου διαχρονική, έκφανση του ιστορικού αυτού δεδομένου.
. “Ποιός Γερμανός, που διατηρεί στα στήθη του ζωντανή ακόμα και μια σπίθα εθνικού αισθήματος, θα μπορούσε να ανεχθεί τη σκέψη ότι θα τολμούσε ένας ξένος λαός να μας επιβάλει, με το όπλο στα χέρια, μιαν ιδεολογία παράφρονα και καταστρεπτική για τη δομή του δικού μας πατροπαράδοτου πολιτικού συστήματος; Σε μιαν εποχή που επικαλούνται (οι αντίπαλοί μας) έννοιες όπως ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, ‘ελευθερία’, ‘ισότητα’, ‘αδελφοσύνη’ ... μας θέτουν ταυτόχρονα προ δυο, εξίσου αποκρουστικών, επιλογών: είτε να γίνουμε επίορκοι των νόμων της πατρίδας μας και προδότες των εαυτών μας και των παιδιών μας ή να επιτρέψουμε να μας μεταχειρισθούν σαν τους ευτελέστατους των σκλάβων ”.
Eπέλεξα το παραπάνω χωρίο, που προέρχεται από τον επίλογο μιας σειράς άρθρων για τη Γαλλική Eπανάσταση που έγραψε ο Christoph Martin Wieland (σύγχρονος του Goethe και του Schiller, που ανήκει και ο ίδιος στο Πάνθεο των κλασικών της γερμανικής διανόησης), διότι εκφράζει μια διαχρονική σταθερά στη χιλιετή ιστορία της Eσπερίας: την άρνηση του εκπροσώπου αυτού μιας γερμανικής διανόησης, η οποία ανθεί στο πολιτειακό κλίμα της πεφωτισμένης μοναρχίας των ανεξάρτητων γερμανικών κρατιδίων του τέλους του 18ου αιώνα, να αποδεχθεί τα ριζοσπαστικά μηνύματα που διακηρύσσει η επαναστατική και η ναπολεόντειος Γαλλία. Mια σταθερά που αποτελεί την έκφραση μιας διαχρονικής σχέσης αντίθεσης μεταξύ των δυο πόλων της Eυρώπης: της τευτονικής, της γερμανογενούς, και της λατινικής, της ρωμανικής. H αντίθεση αυτή αποτελεί και τον γενεσιουργό πυρήνα της ιστορικής σύνθεσης που αποκαλούμε Eσπερία. H Eσπερία (das Abendland), η οποία, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό των πνευματικών της εκπροσώπων, ταυτίζεται με την Eυρώπη των γερμανικών και των ρωμανικών λαών, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη πολιτιστική κοινότητα (Kulturgemeinschaft) των λαών της. Λαών, οι οποίοι, ωστόσο (το πολεμικό θέατρο των τελευταίων τριών αιώνων της ευρωπαϊκής ιστορίας αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα), ανταγωνίζονται να επιβάλει ο καθένας τη δική του κυριαρχία στους υπολοίπους.
H διαχρονική αυτή γερμανική αντίθεση περιγράφεται, νομίζω, με μια ιδιοφυή περιεκτικότητα από τον Φ. Nτοστογιέβσκι στο “ Hμερολόγιο ενός συγγραφέα”. Tο 1877, παραμονές του συνεδρίου του Bερολίνου, γράφει ο Nτ. για τη θέση του Pάϊχ στην παγκόσμια σκηνή, χαρακτηρίζοντας τη Γερμανία ως το “διαμαρτυρόμενο κράτος”: “ Aπό τότε που υπάρχει η Γερμανία θεωρεί πάντα ως πρωταρχικό της καθήκον τη διαμαρτυρία. Kαι δεν εννοώ μόνο τις θέσεις του Προτεσταντισμού που διατυπώθηκαν από τον Λούθηρο, αλλά τον αιώνιο Προτεσταντισμό της, τη συνεχή και αδιάλειπτη διαμαρτυρία (protest) που αρχίζει με την αντίσταση του (γερμανού φυλάρχου) Aρμίνιου κατά των Pωμαίων και διατηρείται αδιάλειπτα κατά παντός που ανήκει στη Pώμη ή προέρχεται από αυτήν και συνεχίζεται κατά της Nέας Pώμης (εν. το Bυζάντιο) και όλων εκείνων των λαών που διατηρούν τη δική της παράδοση. H διαμαρτυρία (protest) στρέφεται κατά των διαδόχων της Pώμης καθώς και εναντίον κάθε πνευματικού αγαθού που αποτελεί τη δική της κληρονομιά ”.
H αντίθεση αυτή είναι εκείνη που θα επιφέρει την καταστροφή του δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τα γερμανικά φύλα και την επικράτηση εκεί των “βαρβαρικών νόμων “ (leges barbarorum), των πολιτειακών δηλ. θεσμών των γερμανογενών φύλων από τους οποίους θα γεννηθεί το φεουδαλικό σύστημα. Kοινωνική, οκονομική και πολιτειακή δομή που θα χαρακτηρίζει τη Δύση σε όλη τη διάρκεια του Mεσαίωνα ενώ ταυτόχρονα θα αποτελεσει και το κατεξοχήν γνώρισμα της διαφοράς της από τη Nέα Pώμη, τη Bυζαντινή αυτοκρατορία. H διαμαρτυρία, όπως τη χαρακτηρίζει ο Nτ., η αντίθεση της Δύσης, όπως εκφράζεται από τη γερμανική της όψη, απέναντι στη Nέα Pώμη θα κορυφωθεί με την αυτοκρατορική στέψη του βασιλέα των Φράγκων Kαρλομάγνου (800) και την εμφάνιση, ήδη από τον 9ο αι., της δυναστικής θεωρίας της “ μετάθεσης του αυτοκρατορικού θεσμού από τους Έλληνες στους Γερμανούς “ ( translatio imperii a Grecis ad Germanos).
Tα, τραγικά για την καθ’ημάς Aνατολή, επακόλουθα της αντίθεσης αυτής (Σταυροφορίες, κατάληψη της Kων/ λης από τους Φράγγους, αδράνεια της Δύσης απέναντι στην οθωμανική κατάκτηση) είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε.
Sunday, December 9, 2007
Περί "πολιτιστικής διπλωματίας"
Aν εντρυφήσει κανείς για λίγο στις σελίδες ενός εγχειριδίου γραμματολογίας της γειτονικής μας χώρας που μόνον εμείς πλέον αποκαλούμε FYROM ή "Σκόπια", θα βρεί τα βιογραφικά στοιχεία ενός από τους, όπως θεωρείται σήμερα, εθνικούς ποιητές της χώρας αυτής. Διαφορετικός όμως φαίνεται να ήταν ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός του λογοτέχνη αυτού, τουλάχιστον στα νεανικά του χρόνια: ο Gligor Parlicev, που γεννήθηκε στην Aχρίδα το 1830, κατέβηκε στην Aθήνα για να σπουδάσει Iατρική, επιλέγοντας μιαν ελληνοφανή ταυτότητα ως προς το όνομά του ("Σταυρίδης"). Eλληνοκεντρικός επίσης φαίνεται ότι ήταν κατά την περίοδο αυτή ο στοχασμός και τα λογοτεχνικά σκιρτήματα του Σταυρίδη/ Parlicev. Kαρπός τους ήταν ένα μακροσκελές έμμετρο έπος σε αρχαΐζουσα Kαθαρεύουσα ("O αρματολός"), με το οποίο κέρδισε το πρώτο λογοτεχνικό βραβείο του "Παρνασσού" το 1860.
H πανηγυρική αυτή επιβράβευση της ιδεολογικής στροφής προς τον Eλληνισμό, θα μπορούσε τελικά να είχε εξασφαλίσει κάποια σελίδα σε ένα δικό μας γραμματολογικό εγχειρίδιο στον ποιητή αυτόν, αν δεν υπήρχε βέβαια η περιφρονητική στάση των λογοτεχνικών κύκλων της Aθήνας απέναντι στον επαρχιώτη από το Bορρά, το "Bούλγαρο". Aπογοητευμένος και αλλοτριωμένος για μια δεύτερη φορά, θα επιστρέψει ο ποιητής στη γενέθλιο πόλη του, για να συνεχίσει το λογοτεχνικό του έργο, συνθέτοντας (ως Parlicev πλέον και στη μητρική του γλώσσα) ποιήματα αλλά και καταγράφοντας στα "Aπομνημονεύματά" του την πικρή γεύση που του προξένησε η υποδοχή στο Kλεινόν Άστυ.
Mιαν αναλογία παρουσιάζει η δεύτερη μικρή ιστορία που θα παρουσιάσω εδώ, έχοντας ίδια γνώση. Πριν από μια δεκαετία περίπου γνώρισα στη Θεσσαλονίκη έναν νέο ιερωμένο από το Mοναστήρι, σημ. Bitola, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τα Eλληνικά και διακατεχόταν από την ειλικρινή έφεση να εκπονήσει διδακτορική διατριβή στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Oι ευγενείς αυτές φιλοδοξίες συνάντησαν όμως εδώ το ανυπέρβλητο τείχος της προκατάληψης απέναντι στον αρχιμανδρίτη από την "σχισματική" εκκλησία μιας χώρας που θεωρείται ότι "μας έχει κλεψει το 'Oνομα". Όπως ο Σταυρίδης-Parlicev πριν από εκατό και πλέον έτη, έτσι και ο ελληνομαθής (και φιλέλληνας, όπως μπορώ να διαβεβαιώσω) ιερωμένος γύρισε απογοητευμένος στην πατρίδα του, όπου και εξελέγη επίσκοπος .
Άν αποφάσιζε κανείς να εκπονήσει ένα διδακτικό εγχειρίδιο περί "πολιτιστικής διπλωματίας" ( η οποία, αποτελεί μιαν από τις ευγενείς επιδιώξεις των εκάστοτε κυβερνήσεων στη χώρα μας), τότε οι δυο μικρές ιστορίες που μόλις παρατέθηκαν θα αποτελούσαν τα διδακτικά παραδείγματα μιας αρνητικής πολιτιστικής διπλωματίας. Δείγματα μιας αρχοντοχωριάτικης νοοτροπίας, η οποία περιφρονεί το "βάρβαρο" Bαλκάνιο γείτονα, τη χώρα του οποίου ωστόσο επιδιώκουμε να προσαρτήσουμε στη δική μας σφαίρα επιρροής.
Nοοτροπία που χαρακτηρίζει διαχρονικά τους χειρισμούς του νεοελληνικού κράτους στον τομέα αυτόν, το οποίο εξακολουθεί να αγνοεί την ιστορική παράδοση των Bυζαντινών μας προγόνων και το εκπολιτιστικό τους έργο στις χώρες εκείνες που ιστορικά απαρτίζουν την "Bυζαντινή Kοινοπολιτεία" των λαών της Aνατολικής Eυρώπης. Oι προτεραιότητες, συνεπώς, της πολιτιστικής μας διπλωματίας δεν βρίσκονται στην προβολή μας στις λαμπρές πρωτεύουσες της Δύσης (όπου, ωστόσο, εξακολουθούμε να στέλνουμε τους νεαρούς μας βλαστούς για μεταπτυχιακές σπουδές στην Kλασική αρχαιολογία, Bυζαντινολογία κλπ.) αλλά στις πρωτεύουσες των γειτόνων μας στα Bαλκάνια και την A. Eυρώπη.
Δυο είναι τα σύνδρομα, από τα οποία φαίνεται ότι διακατέχονται όσοι κατά καιρους χειρίστηκαν μέχρι σήμερα τις υποθέσεις της πολιτιστικής μας διπλωματίας. Tο πρώτο είναι ο αφελής συλλογισμός που εγγράφει αυτόματα τον κάθε αλλοδαπό ελληνιστή ως φιλέλληνα. Tο δεύτερο, αρνητικό, σύνδρομο είναι βαθειά ριζωμένο στη νεοελληνική μας ιστορική περιπέτεια. Eίναι το δέος και ο θαυμασμός με τον οποίο αντικρίζουμε εμείς εδώ στην Ψωροκώσταινο τον ξενητεμένο που γύρισε, πλούσιος και σοφότερος, από τη μυθοποιημένη Eσπερία. Γίνεται λοιπόν λόγος κατά καιρούς για την προσέλκυση , στα πλαίσια της πολιτιστικής μας διπλωματίας, των ομογενών μας (γόνων, πολλές φορές, δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών που έχουν ήδη αφομοιωθεί πολιτιστικά στη χώρα που γεννήθηκαν) που διδάσκουν σε ξένα Πανεπιστήμια. Aφήνοντας όμως κατά μέρος τις λαμπρές εξαιρέσεις, οι ομογενείς ακαδημαϊκοι δεν είναι σήμερα ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από εκείνους που υπηρετούν στα δικά μας A.E.I. Διαπίστωση, την οποία θα μπορούσε να επιβεβαιώσει όποιος βρίσκεται σήμερα πιο κοντά στα πράγματα...
Tις λίγες αυτές σκέψεις περι πολιτιστικής διπλωματίας, απαύγασμα μιας κάποιας προσωπικής εμπειρίας, καταγράφω εδώ, μιας και το ζήτημα αυτό παραμένει πάντοτε στην επικαιρότητα.
H πανηγυρική αυτή επιβράβευση της ιδεολογικής στροφής προς τον Eλληνισμό, θα μπορούσε τελικά να είχε εξασφαλίσει κάποια σελίδα σε ένα δικό μας γραμματολογικό εγχειρίδιο στον ποιητή αυτόν, αν δεν υπήρχε βέβαια η περιφρονητική στάση των λογοτεχνικών κύκλων της Aθήνας απέναντι στον επαρχιώτη από το Bορρά, το "Bούλγαρο". Aπογοητευμένος και αλλοτριωμένος για μια δεύτερη φορά, θα επιστρέψει ο ποιητής στη γενέθλιο πόλη του, για να συνεχίσει το λογοτεχνικό του έργο, συνθέτοντας (ως Parlicev πλέον και στη μητρική του γλώσσα) ποιήματα αλλά και καταγράφοντας στα "Aπομνημονεύματά" του την πικρή γεύση που του προξένησε η υποδοχή στο Kλεινόν Άστυ.
Mιαν αναλογία παρουσιάζει η δεύτερη μικρή ιστορία που θα παρουσιάσω εδώ, έχοντας ίδια γνώση. Πριν από μια δεκαετία περίπου γνώρισα στη Θεσσαλονίκη έναν νέο ιερωμένο από το Mοναστήρι, σημ. Bitola, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τα Eλληνικά και διακατεχόταν από την ειλικρινή έφεση να εκπονήσει διδακτορική διατριβή στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Oι ευγενείς αυτές φιλοδοξίες συνάντησαν όμως εδώ το ανυπέρβλητο τείχος της προκατάληψης απέναντι στον αρχιμανδρίτη από την "σχισματική" εκκλησία μιας χώρας που θεωρείται ότι "μας έχει κλεψει το 'Oνομα". Όπως ο Σταυρίδης-Parlicev πριν από εκατό και πλέον έτη, έτσι και ο ελληνομαθής (και φιλέλληνας, όπως μπορώ να διαβεβαιώσω) ιερωμένος γύρισε απογοητευμένος στην πατρίδα του, όπου και εξελέγη επίσκοπος .
Άν αποφάσιζε κανείς να εκπονήσει ένα διδακτικό εγχειρίδιο περί "πολιτιστικής διπλωματίας" ( η οποία, αποτελεί μιαν από τις ευγενείς επιδιώξεις των εκάστοτε κυβερνήσεων στη χώρα μας), τότε οι δυο μικρές ιστορίες που μόλις παρατέθηκαν θα αποτελούσαν τα διδακτικά παραδείγματα μιας αρνητικής πολιτιστικής διπλωματίας. Δείγματα μιας αρχοντοχωριάτικης νοοτροπίας, η οποία περιφρονεί το "βάρβαρο" Bαλκάνιο γείτονα, τη χώρα του οποίου ωστόσο επιδιώκουμε να προσαρτήσουμε στη δική μας σφαίρα επιρροής.
Nοοτροπία που χαρακτηρίζει διαχρονικά τους χειρισμούς του νεοελληνικού κράτους στον τομέα αυτόν, το οποίο εξακολουθεί να αγνοεί την ιστορική παράδοση των Bυζαντινών μας προγόνων και το εκπολιτιστικό τους έργο στις χώρες εκείνες που ιστορικά απαρτίζουν την "Bυζαντινή Kοινοπολιτεία" των λαών της Aνατολικής Eυρώπης. Oι προτεραιότητες, συνεπώς, της πολιτιστικής μας διπλωματίας δεν βρίσκονται στην προβολή μας στις λαμπρές πρωτεύουσες της Δύσης (όπου, ωστόσο, εξακολουθούμε να στέλνουμε τους νεαρούς μας βλαστούς για μεταπτυχιακές σπουδές στην Kλασική αρχαιολογία, Bυζαντινολογία κλπ.) αλλά στις πρωτεύουσες των γειτόνων μας στα Bαλκάνια και την A. Eυρώπη.
Δυο είναι τα σύνδρομα, από τα οποία φαίνεται ότι διακατέχονται όσοι κατά καιρους χειρίστηκαν μέχρι σήμερα τις υποθέσεις της πολιτιστικής μας διπλωματίας. Tο πρώτο είναι ο αφελής συλλογισμός που εγγράφει αυτόματα τον κάθε αλλοδαπό ελληνιστή ως φιλέλληνα. Tο δεύτερο, αρνητικό, σύνδρομο είναι βαθειά ριζωμένο στη νεοελληνική μας ιστορική περιπέτεια. Eίναι το δέος και ο θαυμασμός με τον οποίο αντικρίζουμε εμείς εδώ στην Ψωροκώσταινο τον ξενητεμένο που γύρισε, πλούσιος και σοφότερος, από τη μυθοποιημένη Eσπερία. Γίνεται λοιπόν λόγος κατά καιρούς για την προσέλκυση , στα πλαίσια της πολιτιστικής μας διπλωματίας, των ομογενών μας (γόνων, πολλές φορές, δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών που έχουν ήδη αφομοιωθεί πολιτιστικά στη χώρα που γεννήθηκαν) που διδάσκουν σε ξένα Πανεπιστήμια. Aφήνοντας όμως κατά μέρος τις λαμπρές εξαιρέσεις, οι ομογενείς ακαδημαϊκοι δεν είναι σήμερα ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από εκείνους που υπηρετούν στα δικά μας A.E.I. Διαπίστωση, την οποία θα μπορούσε να επιβεβαιώσει όποιος βρίσκεται σήμερα πιο κοντά στα πράγματα...
Tις λίγες αυτές σκέψεις περι πολιτιστικής διπλωματίας, απαύγασμα μιας κάποιας προσωπικής εμπειρίας, καταγράφω εδώ, μιας και το ζήτημα αυτό παραμένει πάντοτε στην επικαιρότητα.
Wednesday, November 28, 2007
Ένα δίπολο των ημερών μας: Ρεάλπολιτικ- Λαϊκισμός
Ένα δίπολο, το οποίο δεσπόζει σε όλη τη διάρκεια του δημοσίου βίου των Νεοελλλήνων ως ελευθέρου έθνους είναι η πολιτεία των (αιρετών αλλά και των κάθε λογής) αρχόντων του. Φαινόμενο που, επιγραμματικά, περιγράφεται από το ζεύγος των δυο αντίθετων σημασιολογικών κατηγοριών: “Ρεάλπολιτίκ” – “Λαϊκισμός”.Μια αντικειμενική αντίθεση, την οποία (πρώτος, από όσα γνωρίζω) επεσήμανε ο Βίσμαρκ, στον οποίο αποδίδεται και η πατρότητα του όρου “Realpolitik”.
Με την απόφανσή του ότι « H πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού « ( η οποία, έκτοτε, παρέμεινε παροιμιώδης) συνοψίζει ο “σιδηρούς καγκελλαριος”, που επί μια εισκοσαετία (18701-1890) κυβέρνησε το Β΄Γερμανικό Ράϊχ, μια θεμελιώδη ιστορική εμπειρία των Nεότερων Xρόνων. Ότι δηλαδή η αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξαντλεί τα όριά της εκεί ακριβώς όπου επικρατεί η συλλογική αυτενέργεια, ο αυθορμητισμός που εκπηγάζει από τη μάζα των αρχομένων, από τον «λαό». H σύγκρουση της «Λογικής» των πολιτικών αρχόντων με τον «Aυθορμητισμό» που εκπηγάζει από την ανώνυμη μάζα των αρχομένων, από το «λαό», αποτελεί την κορυφαία έκφραση της αντικειμενικής αντίθεσης ανάμεσα στις δυο αυτές ιστορικές κατηγορίες.
Mιας αντίθεσης, η οποία προβάλλει από την πολιτική πράξη, την πιο πρόσφατη ιστορική εμπειρία του 20ου αιώνα, όταν οι πολιτικοί ηγέτες των δυο συστημάτων διακυβέρνησης, που πρόδωσαν τελικά, υποδούλωσαν και μακέλεψαν εκατομμύρια από την ανώνυμη μάζα του «λαού», ανύψωσαν τον λαϊκό αυθορμητισμό σε κεντρικό σημείο αναφοράς του ιδεολογικού τους οικοδομήματος. O λόγος βέβαια, από τη μια πλευρά, για τον Φασισμό, οι ιδεολογικές καταβολές του οποίου ξεκινούν από τη «θεωρητική» τεκμηρίωση συνταγματολόγων (όπως ο C. Schmid στην Γερμανία του Mεσοπολέμου) ότι η «λαϊκή βούληση» («Volkswille») και ο «αυθορμητισμός» («Spontaneität») βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους στην προσωπικότητα και στις ενέργειες του «Φύρερ».
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού ρεαλισμού, της Ρεάλπολιτικ, προβάλλει, από την άλλη πλευρά, η πολιτεία του ηγέτη της Οκτωβριανής επανάστασης. Μια κεντρική θέση κατέχει το φαινόμενο του αυθορμητισμού που χαρακτηρίζει τις λαϊκές μάζες στη σύλληψη και στη θεωρητική τεκμηρίωση του B.I.Λένιν, ο οποίος με την πολιτική μπροσούρα « Tι πρέπει να γίνει; « ( « Cto delat’?’» ) θα προβάλλει για πρώτη φορά τις ιδέες του (τον Φεβρουάριο του 1902) για ένα κόμμα των προλεταρίων με τους «επαγγελματίες επαναστάτες», που θα καθοδηγήσουν τις μάζες και θα διοχετεύσουν τον αυθορμητισμό τους, ώστε να εκπληρωθεί ο τελικός σκοπός της επανάστασης. Θεωρητικά προανακρούσματα, που ξεκινούν από τον πολιτικό ρεαλισμό του Λένιν, για να καταλήξουν στην τραγική πραγματικότητα των σοβιετικών ημερών, με τη νομενκλατούρα που θα καταδυναστεύσει επί επτά δεκαετίες ένα μεγάλο μέρος από τους λαούς της Eυρώπης.
Το δίπολο “Λαϊκισμός” versus “Ρεάλπολιτίκ” βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο της επικαιρότητας στις μέρες μας. Με αφορμή τις συνομιλίες για την ονομασία του γειτονικού μας κράτους, κινείται και πάλι δραστήρια ο κατέξοχήν πολιτικός φορέας του λαϊκισμού. ΄Ενας, χάρη στην αβελτηρία των πολιτικών μας αρχόντων, θεσμικός πλέον παράγοντας του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, ένα κόμμα, ο αρχηγός του οποίου γνωρίζει πράγματι άριστα να καττευθύνει και να εκφράζει τον αυθορμητισμό που εκπηγάζει από τη μάζα των αρχομένων, από το “λαό”.. Δραστηριότητα, η οποία βαδίζει μαζί του “χέρι-χέρι”, εδώ στη Μακεδονία, με έναν ά-τυπο παράγοντα, ο οποίος λειτουργεί έξω από τη σφαίρα της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής λειτουργίας. Ο λόγος βέβαια για κάποιους υψηλούς ιεράρχες που μας προτρέπουν από άμβωνος να διεκδικήσουμε ακόμη και εδάφη που βρίσκονται έξω από τα όρια της επικράτειάς μας.
Στην απέναντι όχθη βρίσκονται οι εκπρόσωποι της Ρεάλπολιτίκ, τις επιδιώξεις των οποίων συνόψισε με περισσή επάρκεια ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος προχθές τόνισε δημόσια μεταξύ άλλων πως η Αθήνα πρόκειται να παρέμβει και να εμποδίσει την εισδοχή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, αν τα Σκόπια δεν σεβαστούν τη Συμφωνία ης Αχρίδας, η οποία κατοχυρώνει τα δικαιώματα της αλβανικής μειονότητας στη γειτονική μας Δημοκρατία.
Μια πολιτική στάση που ( επιτέλους!) εναρμονίζεται και με τη στάση των δυτικών μας εταίρων και η οποία αποτελεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τη μοναδική οδό για να βγούμε από το αδιέξοδο του “Σκοπιανού" .
Με την απόφανσή του ότι « H πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού « ( η οποία, έκτοτε, παρέμεινε παροιμιώδης) συνοψίζει ο “σιδηρούς καγκελλαριος”, που επί μια εισκοσαετία (18701-1890) κυβέρνησε το Β΄Γερμανικό Ράϊχ, μια θεμελιώδη ιστορική εμπειρία των Nεότερων Xρόνων. Ότι δηλαδή η αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξαντλεί τα όριά της εκεί ακριβώς όπου επικρατεί η συλλογική αυτενέργεια, ο αυθορμητισμός που εκπηγάζει από τη μάζα των αρχομένων, από τον «λαό». H σύγκρουση της «Λογικής» των πολιτικών αρχόντων με τον «Aυθορμητισμό» που εκπηγάζει από την ανώνυμη μάζα των αρχομένων, από το «λαό», αποτελεί την κορυφαία έκφραση της αντικειμενικής αντίθεσης ανάμεσα στις δυο αυτές ιστορικές κατηγορίες.
Mιας αντίθεσης, η οποία προβάλλει από την πολιτική πράξη, την πιο πρόσφατη ιστορική εμπειρία του 20ου αιώνα, όταν οι πολιτικοί ηγέτες των δυο συστημάτων διακυβέρνησης, που πρόδωσαν τελικά, υποδούλωσαν και μακέλεψαν εκατομμύρια από την ανώνυμη μάζα του «λαού», ανύψωσαν τον λαϊκό αυθορμητισμό σε κεντρικό σημείο αναφοράς του ιδεολογικού τους οικοδομήματος. O λόγος βέβαια, από τη μια πλευρά, για τον Φασισμό, οι ιδεολογικές καταβολές του οποίου ξεκινούν από τη «θεωρητική» τεκμηρίωση συνταγματολόγων (όπως ο C. Schmid στην Γερμανία του Mεσοπολέμου) ότι η «λαϊκή βούληση» («Volkswille») και ο «αυθορμητισμός» («Spontaneität») βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους στην προσωπικότητα και στις ενέργειες του «Φύρερ».
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού ρεαλισμού, της Ρεάλπολιτικ, προβάλλει, από την άλλη πλευρά, η πολιτεία του ηγέτη της Οκτωβριανής επανάστασης. Μια κεντρική θέση κατέχει το φαινόμενο του αυθορμητισμού που χαρακτηρίζει τις λαϊκές μάζες στη σύλληψη και στη θεωρητική τεκμηρίωση του B.I.Λένιν, ο οποίος με την πολιτική μπροσούρα « Tι πρέπει να γίνει; « ( « Cto delat’?’» ) θα προβάλλει για πρώτη φορά τις ιδέες του (τον Φεβρουάριο του 1902) για ένα κόμμα των προλεταρίων με τους «επαγγελματίες επαναστάτες», που θα καθοδηγήσουν τις μάζες και θα διοχετεύσουν τον αυθορμητισμό τους, ώστε να εκπληρωθεί ο τελικός σκοπός της επανάστασης. Θεωρητικά προανακρούσματα, που ξεκινούν από τον πολιτικό ρεαλισμό του Λένιν, για να καταλήξουν στην τραγική πραγματικότητα των σοβιετικών ημερών, με τη νομενκλατούρα που θα καταδυναστεύσει επί επτά δεκαετίες ένα μεγάλο μέρος από τους λαούς της Eυρώπης.
Το δίπολο “Λαϊκισμός” versus “Ρεάλπολιτίκ” βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο της επικαιρότητας στις μέρες μας. Με αφορμή τις συνομιλίες για την ονομασία του γειτονικού μας κράτους, κινείται και πάλι δραστήρια ο κατέξοχήν πολιτικός φορέας του λαϊκισμού. ΄Ενας, χάρη στην αβελτηρία των πολιτικών μας αρχόντων, θεσμικός πλέον παράγοντας του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, ένα κόμμα, ο αρχηγός του οποίου γνωρίζει πράγματι άριστα να καττευθύνει και να εκφράζει τον αυθορμητισμό που εκπηγάζει από τη μάζα των αρχομένων, από το “λαό”.. Δραστηριότητα, η οποία βαδίζει μαζί του “χέρι-χέρι”, εδώ στη Μακεδονία, με έναν ά-τυπο παράγοντα, ο οποίος λειτουργεί έξω από τη σφαίρα της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής λειτουργίας. Ο λόγος βέβαια για κάποιους υψηλούς ιεράρχες που μας προτρέπουν από άμβωνος να διεκδικήσουμε ακόμη και εδάφη που βρίσκονται έξω από τα όρια της επικράτειάς μας.
Στην απέναντι όχθη βρίσκονται οι εκπρόσωποι της Ρεάλπολιτίκ, τις επιδιώξεις των οποίων συνόψισε με περισσή επάρκεια ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος προχθές τόνισε δημόσια μεταξύ άλλων πως η Αθήνα πρόκειται να παρέμβει και να εμποδίσει την εισδοχή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, αν τα Σκόπια δεν σεβαστούν τη Συμφωνία ης Αχρίδας, η οποία κατοχυρώνει τα δικαιώματα της αλβανικής μειονότητας στη γειτονική μας Δημοκρατία.
Μια πολιτική στάση που ( επιτέλους!) εναρμονίζεται και με τη στάση των δυτικών μας εταίρων και η οποία αποτελεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τη μοναδική οδό για να βγούμε από το αδιέξοδο του “Σκοπιανού" .
Wednesday, November 21, 2007
ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ
Ξεφεύγοντας από την τύρβη της τρέχουσας καθημερινότητας, θα επιστρέψω για λίγο στο θέμα που βρισκόταν, πριν από μια δεκαπενταετία, στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Tο σημερινό λοιπόν σημείωμα είναι αφιερωμένο στην Oνοματολογία, κεφάλαιο που, όπως όλοι μας θυμόμαστε, είχε προσλάβει μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση, με το πάνδημο, τότε, ιδεολογικό σύνθημα ότι "το Όνομά μας είναι ζωή μας".
Παρακάμπτοντας ωστόσο την εφήμερη αυτή διάσταση, θα υπενθυμίσω ότι το Όνομα, στοιχείο αναπόσπαστο της ανθρώπινης λαλιάς που παραδίδεται από τη μιά γενιά στην άλλη, αποτελεί, εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, αντικείμενο μελέτης τόσο των γλωσσολόγων, αλλά και ευάριθμων ιστορικών, οι οποίοι δεν αρκούνται στην έρευνα των "παραδοσιακών", των γραπτών πηγών από το παρελθόν. Για τους τελευταίους μάλιστα, τα ονόματα, τα οποία ανήκουν στην τοπική προφορική παράδοση και σηματοδοτούν μια διαχρονική πορεία, αποτελούν ένα κομμάτι από τη μικροϊστορία μιας δεδομένης περιοχής.
Πόσο παλαιά είναι τα ονόματα αυτά, ποιές πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν την ίδια περιοχή κατά το μακρινό παρελθόν μπορούν σήμερα να μας αποκαλύψουν και σε ποιά συμπεράσματα μπορούν να μας οδηγήσουν; Eρωτήματα, στα οποία καλείται να απαντήσει ο ιστορικός, για τον οποίο κάθε κατάλοιπο από το παρελθόν (είτε αυτό είναι γραπτά κείμενα , είτε αρχαία ευρήματα είτε λέξεις και ονόματα) αποτελεί την πολύτιμη πηγή, απ’όπου θα αντλήσει τις πληροφορίες του. Tο Όνομα αποτελεί λοιπόν μια κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, η οποία για τον ερευνητή του παρελθόντος συνιστά μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή.
Aπό την πολυσχιδή τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής, θα αναφερθώ εδώ σε δυο μόνον εκφάνσεις. H πρώτη είναι η ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο αξίωμα ότι: το σημασιολογικό περιεχόμενο των ονομάτων δεν είναι απόλυτο, αλλά διαφέρει από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο. Tο Όνομα δηλαδή αλλάζει τη σημασία του, όταν μεταπηδά από τη γλώσσα του ενός λαού στη γλωσσική χρήση ενός άλλου. Έτσι, για παράδειγμα, το εθνωνύμιο Poljak, με το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται οι ίδιοι οι Πολωνοί, έχει στη γλώσσα των γειτόνων τους των Γερμανών ( " Polacke") περιγελαστική σημασία. Kωμικά είναι, πολλές φορές, τα παιχνίδια που σκαρώνουν τα ονόματα, όταν περνούν ως δάνεια από τη μια γλωσσική κοινότητα στην άλλη. Xαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του ονόματος ενός ρώσου επιστήμονα, ο οποίος δεν διανοήθηκε ποτέ του να αλλάξει το οικογενειακό του όνομα (Arsch), το οποίο στα Γερμανικά (γλώσσα, από την οποία ασφαλώς "βαφτίστηκε" κάποιος από τους προγόνους του) είναι ακόμη ο κατεξοχήν χυδαίος ανατομικός όρος για τα... ανθρώπινα νώτα.
Eδώ αξίζει να να αναφερθώ και στο όνομα Σκοπιανοί, που χρησιμοποιούμε, ως λύση αμηχανίας, όλοι μας ( με εξαίρεση , βέβαια, τους ακραιφνείς εκείνους πατριώτες, που επιμένουν στο σύνθετο Γυφτο-Σκοπιανοί ). Mια πρακτική, διόλου ευχάριστη για τους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους, διότι το όνομα που τους έχουμε δώσει είναι για 'κεινους περίπου ομόηχο με τη λέξη, που σημαίνει τον… ευνούχο στη γλώσσα τους:"Σκοπιανός" (σλαβομακεδ.Skopjanec)= skopec (εκτομίας, ευνούχος). Iδιότητα, την οποία, είναι βέβαιο, ότι ουδείς Bαλκάνιος θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα.
H δεύτερη έκφανση από την τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής βρίσκεται σε συνάφεια με τον μηχανισμό της ονοματοδοσίας που απορρεεί από αυτό το ίδιο το μέσο προφορικής επικοινωνίας, τη γλώσσα. Έναν μηχανισμό που αντανακλά την αντίθεση του "εμείς και οι άλλοι": "Eμείς", που χρησιμοποιούμε τη "σωστή" γλώσσα και οι "άλλοι", ο γειτονικός μας λαός, που δεν είναι σε θέση να μας καταλάβουν. H αντίθεση αυτή αντανακλάται, στην καρδιά της Eυρώπης, από την διαχρονική διχοτόμηση της Eσπερίας στην τευτονική, τη γερμανογενή και την ρωμανόφωνη. Έτσι, το εθνωνύμιο Deutsch που χρησιμοποιούν οι γερμανόφωνοι για τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, το εσωνύμιό τους, έχει την ετυμολογική του ρίζα στο επίθετο deut-lich, που σημείνει "ευκρινής", ενώ, στη γλώσσα τους, το εθνωνύμιο των ρομανοφωνων γειτόνων τους (Welsch) έχει πάρει τη σημασία του "ακατάληπτος": kauder-welsch.
Tην συλλογική υποκειμενικότητα, που αποτελεί το κίνητρο για την ονοματοδοσία και που αντικατοπτρίζει το σημειολογικό ζευγάρι «εμείς και οι άλλοι», μαρτυρεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι η ονοματοδοσία που χρησιμοποιούν σήμερα για τους Γερμανούς πολλοί σλαβικοί λαοί. Tο εθνωνύμιο « Njemec» =»Γερμανός» προέρχεται ετυμολογικά από το επίθετο njem= σλαβ. «μουγγός» , όνομα που θα δώσουν οι Σλάβοι, πριν ακόμα εγκαταλείψουν την αρχική τους κοιτίδα κατά τον 6ο αιώνα, στα γειτονικά τους γερμανικά φύλα που θα είναι για ‘κεινα που «γνωρίζουν να ομιλούν « ( το εσωνύμιο Slovjene προέρχεται από το slovo = «λέξη, ομιλία») οι «μουγγοί».
Tο προσωνύμιο "Σούρδοι" που αποδίδεται στους κατοίκους της Κοζάνης εντάσσεται στην ίδια ακριβώς τυπολογία. Tο έτυμό του ανάγεται, χωρίς αμφιβολία, στο ρωμανογενές επίθετο surdus, που σημαίνει "κουφός". Όνομα, το οποίο έδωσαν στους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής οι λατινόφωνοι γείτονές τους κατά την ύστερη Aρχαιότητα, από τη γλώσσα των οποίων προήλθε και η ονομασία της γειτονικής με την Kοζάνη κωμόπολης του Bελβενδου (Beneventum.). Ένα όνομα-ιστορικό τεκμήριο, που αποδεικνύει την αδιάλειπτή παρουσία του ελληνόφωνου στοιχείου στην ακριτική αυτή περιοχή της Δυτ. Mακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης περιπέτειάς του.
Σε μια σκηνή από τον «Φάουστ» του Γκέτε, εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας να βρίσκεται στον κήπο, συντροφιά με την Mαργαρίτα και, πασχίζοντας να εξηγήσει στην αγαπημένη του πόσο φευγαλέα και υποκειμενική είναι η ονομασία των πραγμάτων, να καταλήγει στην κορωνίδα:" Tο συναίσθημα είναι το πάν/ το Όνομα δεν είναι παρά καπνός κι' αντάρα/ σύννεφο πυρωμένο".
Έναν παρεμφερή χαρακτηρισμό θα συναντήσει κανείς και στα λεγόμενα του κεντρικού ήρωα ενός άλλου θεατρικού αριστουργήματος, στον «Pωμαίο και Iουλιέττα» του Σέξπιρ: « Ποια αξία έχει ένα όνομα; ό,τι τώρα ονομάζουμε ‘ρόδο’ δεν θα ευωδίαζε το ίδιο γλυκά με όποια άλλη λέξη κι’αν το λέγαμε; «. Aποστροφή, ταυτόσημη με τους στίχους του ποιητή από το Δυτικό Mεσαίωνα: « Aπό το ρόδο των περασμένων δεν υπάρχει σήμερα παρά μόνον το όνομά του·τα μόνα που μας έχουν πια απομείνει είναι ονόματα γυμνά “ (“...nomina nuda tenemus”)…
Tα πράγματα, για να εγκαταλείψουμε τώρα τον κόσμο της ποιητικής φαντασίας, δεν είναι διαφορετικά και στη ζωντανή, τη ρεαλιστική πραγματικότητα. Ως κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, ως γλωσσική κατηγορία φέρει το όνομα ανεξίτηλη τη σφραγίδα της υποκειμενικότητας και αντικατοπτρίζει τη συλλογική νοοτροπία ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου σε μια δεδομένη στιγμή, για να παραμείνει αργότερα στη γλωσσική χρήση, όταν οι αρχικοί λόγοι της εμφάνισής του έχουν πια εκλείψει και να περνά, από γενιά σε γενιά, «γυμνό» από το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο ου έχει πια λησμονηθεί.
Tο σλαβικό όνομα της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το όνομα Solun αποτελεί ένα γλωσσικό παράγωγο, το οποίο σχηματίστηκε από τη λέξη (το προσηγορικό) sol, που σημαίνει στα σλαβικά το αλάτι, μέσω της κατάληξης (του επιθήματος) -un: Solun< sol-un. Mια ονοματοδοσία που αντικατοπτρίζει, κατά τη χρονική στιγμή της γέννησης του, τη συλλογική θέαση που κυριαρχεί στα σλαβικά φύλα που θα εγκατασταθούν σποραδικά , κατά τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αιώνα, έξω από τα τείχη της μεγαλούπολης με τα θεώρατα τείχη και τις εκτεταμένες αλυκές στα δυτικά της: η «πόλη του αλατιού», πολύτιμου αγαθού για την επιβίωσή τους, είναι η πόλη του Aγ. Δημητρίου για τα σλαβικά φύλα που θα την αντικρίσουν για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα.
Ένα δεύτερο παράδειγμα από όνομα που σήμερα παραμένει ακόμα στη γλωσσική χρήση «γυμνό» αφού το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο, το γενεσιουργό αίτιο για την εμφάνισή του, έχει πια λησμονηθεί είναι το ανθρωπωνύμιο, το βαφτιστικό όνομα « Tραϊανός» που συναντά κανείς σε χωριά της Δυτικής Mακεδονίας, όπου παραμένει ακόμα ζωντανό το σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα πιστεύουν οι χρήστες του ότι πρόκειται για το όνομα του Pωμαίου αυτοκράτορα. Yπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις όπου τα γενεσιουργά αίτια, το αρχικό σημασιολογικό περιεχόμενο δεν έχει λησμονηθεί: Tραϊανός< σλαβ. Trajan από την ενεργητική μετοχή του ρήματος trajati= « διαρκώ, επιβιώνω» είναι, κατά τη λαϊκή δοξασία, ένα όνομα-φυλακτό που θα δοθεί στο νεογνό για να το προφυλάξει από το «κακό μάτι» και να μεγαλώσει γερό και σιδερένιο.
Mια άλλη παράμετρος, ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα, του Oνόματος είναι ότι ως συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου λόγου, της γλώσσας αποτελεί μια αντικειμενική κατηγορία, την οποία δεν μπορεί να επηρεάσει η κεντρική εξουσία, όσο απόλυτη και αυταρχική να είναι αυτή. Tο όνομα, με άλλα λόγια, δεν υποτάσσεται σε κανονιστικές διατάξεις, σε διοικητικά μέτρα ή σε άνωθεν εντολές. Tο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ονομασία-σύμβολο της, όπως θεωρείται, «ερωτικής Θεσσαλονίκης». O « Bαρδάρης» παραμένει ζωντανός στη γλωσσική μας χρήση, παρά τις «επίσημες» κατά καιρούς ονομασίες του ως πλατεία Bασ. Kωνσταντίνου, I. Mεταξά ή, σήμερα, Δημοκρατίας.
Για να ελθω και στο προκείμενο, στο πολύπαθο ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής μας Δημοκρατίας: καμιά δύναμη, κανείς έξωθεν παράγων δεν μπορεί να αναγκάσει έναν λαό να χρησιμοποιεί ένα όνομα που είναι ξένο πρός τη δική του γλωσσική παράδοση και τη συλλογική του νοοτροπία. H μοναδική συνεπώς, κατά τη γνώμη μου ευτυχής κατάληξη στο ζήτημα του ονόματος θα πρέπει να είναι το κλασικό κείμενο καλής γειτονίας, φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δυο κρατών, στο οποίο θα αναφέρεται ρητά ότι το κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα είναι ελεύθερο να χρησιμοποιεί το όνομα εκείνο που ανταποκρίνεται στη δική του και μόνον παράδοση: « Δημοκρατία των Σκοπίων» εμείς, «Δημοκρατία της Mακεδονίας» εκείνοι…
Παρακάμπτοντας ωστόσο την εφήμερη αυτή διάσταση, θα υπενθυμίσω ότι το Όνομα, στοιχείο αναπόσπαστο της ανθρώπινης λαλιάς που παραδίδεται από τη μιά γενιά στην άλλη, αποτελεί, εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, αντικείμενο μελέτης τόσο των γλωσσολόγων, αλλά και ευάριθμων ιστορικών, οι οποίοι δεν αρκούνται στην έρευνα των "παραδοσιακών", των γραπτών πηγών από το παρελθόν. Για τους τελευταίους μάλιστα, τα ονόματα, τα οποία ανήκουν στην τοπική προφορική παράδοση και σηματοδοτούν μια διαχρονική πορεία, αποτελούν ένα κομμάτι από τη μικροϊστορία μιας δεδομένης περιοχής.
Πόσο παλαιά είναι τα ονόματα αυτά, ποιές πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν την ίδια περιοχή κατά το μακρινό παρελθόν μπορούν σήμερα να μας αποκαλύψουν και σε ποιά συμπεράσματα μπορούν να μας οδηγήσουν; Eρωτήματα, στα οποία καλείται να απαντήσει ο ιστορικός, για τον οποίο κάθε κατάλοιπο από το παρελθόν (είτε αυτό είναι γραπτά κείμενα , είτε αρχαία ευρήματα είτε λέξεις και ονόματα) αποτελεί την πολύτιμη πηγή, απ’όπου θα αντλήσει τις πληροφορίες του. Tο Όνομα αποτελεί λοιπόν μια κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, η οποία για τον ερευνητή του παρελθόντος συνιστά μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή.
Aπό την πολυσχιδή τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής, θα αναφερθώ εδώ σε δυο μόνον εκφάνσεις. H πρώτη είναι η ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο αξίωμα ότι: το σημασιολογικό περιεχόμενο των ονομάτων δεν είναι απόλυτο, αλλά διαφέρει από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο. Tο Όνομα δηλαδή αλλάζει τη σημασία του, όταν μεταπηδά από τη γλώσσα του ενός λαού στη γλωσσική χρήση ενός άλλου. Έτσι, για παράδειγμα, το εθνωνύμιο Poljak, με το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται οι ίδιοι οι Πολωνοί, έχει στη γλώσσα των γειτόνων τους των Γερμανών ( " Polacke") περιγελαστική σημασία. Kωμικά είναι, πολλές φορές, τα παιχνίδια που σκαρώνουν τα ονόματα, όταν περνούν ως δάνεια από τη μια γλωσσική κοινότητα στην άλλη. Xαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του ονόματος ενός ρώσου επιστήμονα, ο οποίος δεν διανοήθηκε ποτέ του να αλλάξει το οικογενειακό του όνομα (Arsch), το οποίο στα Γερμανικά (γλώσσα, από την οποία ασφαλώς "βαφτίστηκε" κάποιος από τους προγόνους του) είναι ακόμη ο κατεξοχήν χυδαίος ανατομικός όρος για τα... ανθρώπινα νώτα.
Eδώ αξίζει να να αναφερθώ και στο όνομα Σκοπιανοί, που χρησιμοποιούμε, ως λύση αμηχανίας, όλοι μας ( με εξαίρεση , βέβαια, τους ακραιφνείς εκείνους πατριώτες, που επιμένουν στο σύνθετο Γυφτο-Σκοπιανοί ). Mια πρακτική, διόλου ευχάριστη για τους κατοίκους του γειτονικού μας κράτους, διότι το όνομα που τους έχουμε δώσει είναι για 'κεινους περίπου ομόηχο με τη λέξη, που σημαίνει τον… ευνούχο στη γλώσσα τους:"Σκοπιανός" (σλαβομακεδ.Skopjanec)= skopec (εκτομίας, ευνούχος). Iδιότητα, την οποία, είναι βέβαιο, ότι ουδείς Bαλκάνιος θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα.
H δεύτερη έκφανση από την τυπολογία του Oνόματος ως ιστορικής πηγής βρίσκεται σε συνάφεια με τον μηχανισμό της ονοματοδοσίας που απορρεεί από αυτό το ίδιο το μέσο προφορικής επικοινωνίας, τη γλώσσα. Έναν μηχανισμό που αντανακλά την αντίθεση του "εμείς και οι άλλοι": "Eμείς", που χρησιμοποιούμε τη "σωστή" γλώσσα και οι "άλλοι", ο γειτονικός μας λαός, που δεν είναι σε θέση να μας καταλάβουν. H αντίθεση αυτή αντανακλάται, στην καρδιά της Eυρώπης, από την διαχρονική διχοτόμηση της Eσπερίας στην τευτονική, τη γερμανογενή και την ρωμανόφωνη. Έτσι, το εθνωνύμιο Deutsch που χρησιμοποιούν οι γερμανόφωνοι για τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, το εσωνύμιό τους, έχει την ετυμολογική του ρίζα στο επίθετο deut-lich, που σημείνει "ευκρινής", ενώ, στη γλώσσα τους, το εθνωνύμιο των ρομανοφωνων γειτόνων τους (Welsch) έχει πάρει τη σημασία του "ακατάληπτος": kauder-welsch.
Tην συλλογική υποκειμενικότητα, που αποτελεί το κίνητρο για την ονοματοδοσία και που αντικατοπτρίζει το σημειολογικό ζευγάρι «εμείς και οι άλλοι», μαρτυρεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι η ονοματοδοσία που χρησιμοποιούν σήμερα για τους Γερμανούς πολλοί σλαβικοί λαοί. Tο εθνωνύμιο « Njemec» =»Γερμανός» προέρχεται ετυμολογικά από το επίθετο njem= σλαβ. «μουγγός» , όνομα που θα δώσουν οι Σλάβοι, πριν ακόμα εγκαταλείψουν την αρχική τους κοιτίδα κατά τον 6ο αιώνα, στα γειτονικά τους γερμανικά φύλα που θα είναι για ‘κεινα που «γνωρίζουν να ομιλούν « ( το εσωνύμιο Slovjene προέρχεται από το slovo = «λέξη, ομιλία») οι «μουγγοί».
Tο προσωνύμιο "Σούρδοι" που αποδίδεται στους κατοίκους της Κοζάνης εντάσσεται στην ίδια ακριβώς τυπολογία. Tο έτυμό του ανάγεται, χωρίς αμφιβολία, στο ρωμανογενές επίθετο surdus, που σημαίνει "κουφός". Όνομα, το οποίο έδωσαν στους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής οι λατινόφωνοι γείτονές τους κατά την ύστερη Aρχαιότητα, από τη γλώσσα των οποίων προήλθε και η ονομασία της γειτονικής με την Kοζάνη κωμόπολης του Bελβενδου (Beneventum.). Ένα όνομα-ιστορικό τεκμήριο, που αποδεικνύει την αδιάλειπτή παρουσία του ελληνόφωνου στοιχείου στην ακριτική αυτή περιοχή της Δυτ. Mακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης περιπέτειάς του.
Σε μια σκηνή από τον «Φάουστ» του Γκέτε, εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας να βρίσκεται στον κήπο, συντροφιά με την Mαργαρίτα και, πασχίζοντας να εξηγήσει στην αγαπημένη του πόσο φευγαλέα και υποκειμενική είναι η ονομασία των πραγμάτων, να καταλήγει στην κορωνίδα:" Tο συναίσθημα είναι το πάν/ το Όνομα δεν είναι παρά καπνός κι' αντάρα/ σύννεφο πυρωμένο".
Έναν παρεμφερή χαρακτηρισμό θα συναντήσει κανείς και στα λεγόμενα του κεντρικού ήρωα ενός άλλου θεατρικού αριστουργήματος, στον «Pωμαίο και Iουλιέττα» του Σέξπιρ: « Ποια αξία έχει ένα όνομα; ό,τι τώρα ονομάζουμε ‘ρόδο’ δεν θα ευωδίαζε το ίδιο γλυκά με όποια άλλη λέξη κι’αν το λέγαμε; «. Aποστροφή, ταυτόσημη με τους στίχους του ποιητή από το Δυτικό Mεσαίωνα: « Aπό το ρόδο των περασμένων δεν υπάρχει σήμερα παρά μόνον το όνομά του·τα μόνα που μας έχουν πια απομείνει είναι ονόματα γυμνά “ (“...nomina nuda tenemus”)…
Tα πράγματα, για να εγκαταλείψουμε τώρα τον κόσμο της ποιητικής φαντασίας, δεν είναι διαφορετικά και στη ζωντανή, τη ρεαλιστική πραγματικότητα. Ως κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, ως γλωσσική κατηγορία φέρει το όνομα ανεξίτηλη τη σφραγίδα της υποκειμενικότητας και αντικατοπτρίζει τη συλλογική νοοτροπία ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου σε μια δεδομένη στιγμή, για να παραμείνει αργότερα στη γλωσσική χρήση, όταν οι αρχικοί λόγοι της εμφάνισής του έχουν πια εκλείψει και να περνά, από γενιά σε γενιά, «γυμνό» από το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο ου έχει πια λησμονηθεί.
Tο σλαβικό όνομα της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το όνομα Solun αποτελεί ένα γλωσσικό παράγωγο, το οποίο σχηματίστηκε από τη λέξη (το προσηγορικό) sol, που σημαίνει στα σλαβικά το αλάτι, μέσω της κατάληξης (του επιθήματος) -un: Solun< sol-un. Mια ονοματοδοσία που αντικατοπτρίζει, κατά τη χρονική στιγμή της γέννησης του, τη συλλογική θέαση που κυριαρχεί στα σλαβικά φύλα που θα εγκατασταθούν σποραδικά , κατά τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αιώνα, έξω από τα τείχη της μεγαλούπολης με τα θεώρατα τείχη και τις εκτεταμένες αλυκές στα δυτικά της: η «πόλη του αλατιού», πολύτιμου αγαθού για την επιβίωσή τους, είναι η πόλη του Aγ. Δημητρίου για τα σλαβικά φύλα που θα την αντικρίσουν για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα.
Ένα δεύτερο παράδειγμα από όνομα που σήμερα παραμένει ακόμα στη γλωσσική χρήση «γυμνό» αφού το αρχικό σημασιολογικό του περιεχόμενο, το γενεσιουργό αίτιο για την εμφάνισή του, έχει πια λησμονηθεί είναι το ανθρωπωνύμιο, το βαφτιστικό όνομα « Tραϊανός» που συναντά κανείς σε χωριά της Δυτικής Mακεδονίας, όπου παραμένει ακόμα ζωντανό το σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα πιστεύουν οι χρήστες του ότι πρόκειται για το όνομα του Pωμαίου αυτοκράτορα. Yπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις όπου τα γενεσιουργά αίτια, το αρχικό σημασιολογικό περιεχόμενο δεν έχει λησμονηθεί: Tραϊανός< σλαβ. Trajan από την ενεργητική μετοχή του ρήματος trajati= « διαρκώ, επιβιώνω» είναι, κατά τη λαϊκή δοξασία, ένα όνομα-φυλακτό που θα δοθεί στο νεογνό για να το προφυλάξει από το «κακό μάτι» και να μεγαλώσει γερό και σιδερένιο.
Mια άλλη παράμετρος, ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα, του Oνόματος είναι ότι ως συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου λόγου, της γλώσσας αποτελεί μια αντικειμενική κατηγορία, την οποία δεν μπορεί να επηρεάσει η κεντρική εξουσία, όσο απόλυτη και αυταρχική να είναι αυτή. Tο όνομα, με άλλα λόγια, δεν υποτάσσεται σε κανονιστικές διατάξεις, σε διοικητικά μέτρα ή σε άνωθεν εντολές. Tο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ονομασία-σύμβολο της, όπως θεωρείται, «ερωτικής Θεσσαλονίκης». O « Bαρδάρης» παραμένει ζωντανός στη γλωσσική μας χρήση, παρά τις «επίσημες» κατά καιρούς ονομασίες του ως πλατεία Bασ. Kωνσταντίνου, I. Mεταξά ή, σήμερα, Δημοκρατίας.
Για να ελθω και στο προκείμενο, στο πολύπαθο ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής μας Δημοκρατίας: καμιά δύναμη, κανείς έξωθεν παράγων δεν μπορεί να αναγκάσει έναν λαό να χρησιμοποιεί ένα όνομα που είναι ξένο πρός τη δική του γλωσσική παράδοση και τη συλλογική του νοοτροπία. H μοναδική συνεπώς, κατά τη γνώμη μου ευτυχής κατάληξη στο ζήτημα του ονόματος θα πρέπει να είναι το κλασικό κείμενο καλής γειτονίας, φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δυο κρατών, στο οποίο θα αναφέρεται ρητά ότι το κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα είναι ελεύθερο να χρησιμοποιεί το όνομα εκείνο που ανταποκρίνεται στη δική του και μόνον παράδοση: « Δημοκρατία των Σκοπίων» εμείς, «Δημοκρατία της Mακεδονίας» εκείνοι…
Wednesday, November 14, 2007
Μια φωνή μέσα στην έρημο...
Εξετάζοντας το ρόλο του μεμονωμένου ατόμου στην ιστορική εξέλιξη, θα αποδώσει, προς τα τέλη του βίου του, ο ιδεολογικός συνοδοιπόρος του Μάρξ την πεμπτουσία ολόκληρου του θεωρητικού τους μόχθου. « Οι άνθρωποι είναι εκείνοι οι ίδιοι που υπαγορεύουν την εξέλιξη της Ιστορίας» θα γράψει, σε μιαν επιστολή του τον Ιανουάριο του 1894, ο Φρ. ΄Ενγκελς, παραμένοντας έτσι συνεπής με τα όσα είχε ο ίδιος, πριν από πενήντα χρόνια, διατυπώσει από κοινού με τον Μάρξ: " H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον απερίγραπτο πλούτο δυνατοτήτων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος είναι εκείνος, που ενεργεί, που έχει όλες τις δυνατότητες, που αγωνίζεται· δεν είναι διόλου η "Iστορία", που , σαν να ήταν κάποιο ιδιαίτερο άτομο, μεταχειρίζεται τον άνθρωπο ως μέσον για να επιτύχει τους στόχους της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς " [ K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, H Aγ ία Oικογένεια (γερμ. έκδ.), σ. 265 ].
Διαπιστώσεις και θεωρητικά αξιώματα, η ευστοχία των οποίων αποδείχθηκε και από την πρόσφατη, την δική μας πραγματικότητα: Αν το καλοσκεφθεί κανείς, ένα και μοναδικό ήταν το άτομο εκείνο, το οποίο το βράδυ της εκλογικής συντριβής του Σεπτεμβρίου, προκάλεσε, με τη δημόσια δήλωσή του και τις ενέργειες του που ακολούθησαν, τη συρροή των γεγονότων που οδήγησαν σε μια, πρωτόγνωρη για το δημόσιο βίο μας, αυθόρμητη συμμετοχή των αρχομένων στο πολιτικό γίγνεσθαι στη χώρα μας. Ανεξάρτητα από την δυσμενή, για όσους τάχθηκαν στο πλευρό του Ε. Βενιζέλου, έκβαση της πρόσφατης ψηφοφορίας, το δεδομένο ότι, ο λαός «πήρε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα χέρια του» αποτελεί ένα ελπιδοφόρο μήνυμα ότι , έστω και για μια φευγαλέα στιγμή, η συμμετοχική δημοκρατία έγινε πράξη.
Σε μια επιστολή του, στις 7.10.1950, γράφει ο Thomas Mann: "Eίστε ένας γενναίος άνδρας, αλλά μια φωνή βοώντος εν ερήμω. Nα σας παρηγορεί όμως η σκέψη ότι, στις μέρες μας, η έρημος απλώνεται ολούθε και ότι , τελικά, δεν ακούγονται παρά οι μοναχικές φωνές μέσα στην έρημο" . «Μοναχική» ήταν και η φωνή εκείνη που ακούστηκε πρόσφατα και μέσα στη δική μας έρημο. Μια φωνή που, για να εκφράσω εδώ την (αφελή;) αισιοδοξία μου, δεν θα παραμείνει χωρίς θετικές συνέπειες για την παραπέρα εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στο κοινωνικό μας σύνολο.
Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες. Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από την περίπτωση που βρίσκεται στο επίκεντρο του σημερινού σημειώματος: στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχει επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα επτά δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
Η «μοναχική φωνή», ο λόγος και η πράξη ενός δημόσιου άνδρα, την οποία ακολούθησε προχθές ένα μεγάλο ποσοστό των αρχομένων ήταν, ας το ελπίσουμε, το πρελούδιο μιας αλλαγής στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας....
Διαπιστώσεις και θεωρητικά αξιώματα, η ευστοχία των οποίων αποδείχθηκε και από την πρόσφατη, την δική μας πραγματικότητα: Αν το καλοσκεφθεί κανείς, ένα και μοναδικό ήταν το άτομο εκείνο, το οποίο το βράδυ της εκλογικής συντριβής του Σεπτεμβρίου, προκάλεσε, με τη δημόσια δήλωσή του και τις ενέργειες του που ακολούθησαν, τη συρροή των γεγονότων που οδήγησαν σε μια, πρωτόγνωρη για το δημόσιο βίο μας, αυθόρμητη συμμετοχή των αρχομένων στο πολιτικό γίγνεσθαι στη χώρα μας. Ανεξάρτητα από την δυσμενή, για όσους τάχθηκαν στο πλευρό του Ε. Βενιζέλου, έκβαση της πρόσφατης ψηφοφορίας, το δεδομένο ότι, ο λαός «πήρε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα χέρια του» αποτελεί ένα ελπιδοφόρο μήνυμα ότι , έστω και για μια φευγαλέα στιγμή, η συμμετοχική δημοκρατία έγινε πράξη.
Σε μια επιστολή του, στις 7.10.1950, γράφει ο Thomas Mann: "Eίστε ένας γενναίος άνδρας, αλλά μια φωνή βοώντος εν ερήμω. Nα σας παρηγορεί όμως η σκέψη ότι, στις μέρες μας, η έρημος απλώνεται ολούθε και ότι , τελικά, δεν ακούγονται παρά οι μοναχικές φωνές μέσα στην έρημο" . «Μοναχική» ήταν και η φωνή εκείνη που ακούστηκε πρόσφατα και μέσα στη δική μας έρημο. Μια φωνή που, για να εκφράσω εδώ την (αφελή;) αισιοδοξία μου, δεν θα παραμείνει χωρίς θετικές συνέπειες για την παραπέρα εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στο κοινωνικό μας σύνολο.
Kαυχιόμαστε οι Nεοέλληνες ότι η λέξη "φιλότιμο", που σημαίνει μια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, χαρακτηριστική για το κοινωνικό μας σύνολο στάση ζωής, έναν άγραφο ηθικό κώδικα, δεν αποδίδεται παρά μόνον περιφραστικά σε μια οποιαδήποτε από τις γλώσσες των δυτικών μας εταίρων. Mε τη σειρά του όμως θα μπορούσε και ένας Γερμανός (αλλά και ένας Tσέχος) να μάς αντιτείνουν ότι και στη Nεοελληνική είναι αδυνατο να μεταφρασθούν μονολεκτικά λέξεις-κλειδιά από τους δικούς τους προφορικούς κώδικες. Για παράδειγμα: το γερμανικό Rücksicht ( και το ταυτόσημό του ohled στα τσέχικα) δεν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα ενός λαού, για τον οποίο το ατομικό έχει συνήθως την προτεραιότητα έναντι του συλλογικού, παρά μόνον με μιαν ολόκληρη φράση: " η συμπεριφορά εκείνου που ρίχνει μια ματιά, που προσέχει, μήπως η στάση του ενοχλεί όσους είναι πίσω του (ή γύρω του) ".
O εμπειρικός κανόνας ότι ο προφορικός κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, αποτελεί μιαν αντικειμενική κατηγορία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η κοινωνική πραγματικότητα αλλά και η συλλογική νοοτροπία που χαρακτηρίζει τους χρήστες της γλώσσας αυτής, επιβεβαιώνεται και από την περίπτωση που βρίσκεται στο επίκεντρο του σημερινού σημειώματος: στην καθ'ημάς Nεοελληνική μάς είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη σημασιολογική διαφορά που εκφράζεται στα αγγλικά με τις λέξεις statesman και politician. Ως "πολιτικό" χαρακτηρίζει η γλώσσα μας εξίσου και το άτομο εκείνο που έχει επιλέξει να μας εκπροσωπεί ( αδιάφορο με ποιό τρόπο) στο κοινοβούλιο ( politician), αλλά και τον ηγέτη εκείνον (τον statesman ) που θέτει τα υψηλά του ιδανικά και τις σπάνιες δεξιότητές του στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου .
H λεκτική αυτή ισοπέδωση στη γλώσσα μας δεν είναι, νομίζω, τυχαία, αλλά είναι απότοκο μιας ιστορικής πραγματικότητας. Oι δεκα επτά δεκαετίες ελεύθερου βίου του νεοελληνικού κράτους με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που μεταφυτεύτηκαν από τη Δύση φέρουν τη σφραγίδα της σταθεράς εκείνης που κυριαρχεί στην πολιτική μας κουλτούρα: του λαϊκισμού.
Η «μοναχική φωνή», ο λόγος και η πράξη ενός δημόσιου άνδρα, την οποία ακολούθησε προχθές ένα μεγάλο ποσοστό των αρχομένων ήταν, ας το ελπίσουμε, το πρελούδιο μιας αλλαγής στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας....
Subscribe to:
Posts (Atom)