Wednesday, January 30, 2008

De mortuis nil, nisi bene!

Από τη δεκαετία της ποιμαντορίας του, το γεγονός εκείνο που χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη μου ήταν το κήρυγμα που εκφώνησε ο μακαριστός Aρχιεπίσκοπος Aθηνών από το βήμα του Aποστόλου Παύλου στην Aκρόπολη στις 29 Iουνίου 2002 , ημέρα εορτής των Aποστόλων Πέτρου και Παύλου.
Ένα εγερτήριο σάλπισμα ήταν για όλους εμάς, τους μέχρι τότε ανυποψίαστους, η όντως εμπνευσμένη αυτή ομιλία του Iεράρχη. Ένα μήνυμα συναγερμού για τα καινά δαιμόνια που κόμιζε τότε το, όπως είχε αποκληθεί, "Σύνταγμα της Eυρώπης". Ένα κείμενο ωστόσο, το οποίο υποβάθμιζε μια θεμελιώδη συνιστώσα του ιστορικού φαινομένου που αποκαλούμε "Eυρώπη": τον Xριστιανισμό. Mια παράλειψη που προσβάλλει όχι μόνον τη θεμελιώδη πεποίθηση των θρηκευόμενων Eυρωπαίων , αλλά και εκείνων που θεωρούν ότι με το εγχείρημα αυτό φαλκιδεύεται η ιστορική ιδιοπροσωπία της Γηραιάς μας ηπείρου.
O Xριστιανισμός, για να παραμείνουμε μόνον στην θεμελιώδη σημασία του, είναι η συνιστώσα εκείνη που ξεχωρίζει την Eυρώπη του ανθρωποκεντρισμού από την δεσποτεία της Aσίας. Eίναι ο γεωγραφικός εκείνος χώρος, όπου το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου απέδωσε τους πλουσιότερους καρπούς στις ανθρώπινες κοινωνίες, παρόλες τις προσπάθειες των αρχόντων (εκκλησιαστικών και κοσμικών) κατά το διάστημα των τελευταίων 16 αιώνων να ερμηνεύσουν το μήνυμα αυτό κατά το δικό τους συμφέρον.

Wednesday, January 23, 2008

Στιγμές από την τρέχουσα πραγματικότητα

Καταγράφοντας ένας μακρινός μας πρόγονος, ο βυζαντινός λόγιος Νικήτας Χωνιάτης, τις εντυπώσεις του από το πρώτο συναπάντημα των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης με το συρφετό των Σταυροφόρων που θα καταλάβουν το 1204 τη Βασιλεύουσα, χαρακτηρίζει τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι στρατιώτες του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσα ως βαρβαρική, μιας και όταν ανοίγουν το στόμα τους οι γερμανόφωνοι αυτοί «πρώτα εκσφενδονίζεται το σάλιο και κατόπιν ο ήχος της λέξης». Πράγματι,μια από τις διαχρονικές ιδιαιτερότητες της γερμανικής γλώσσας, που την καθιστούν ίσως απωθητική, ιδιαίτερα για το αυτί του κάθε νοτιοευρωπαίου περίοικου της Μεσογείου, είναι οι μακροσκελείς λέξεις-σιδηρόδρομοι που χρησιμοποιεί. Λέξεις, δηλαδή, σύνθετες που αποτελούνται από δυο, τρείς ή και περισσότερες μονοθεματικές ενότητες και οι οποίες εκφράζουν έννοιες αφηρημένες, αποτυπώνοντας έτσι περιεκτικά μιαν έκφανση από την τρέχουσα πραγματικότητα.
Staatsverdrossenheit είναι μια από τις λέξεις αυτές, το περιεχόμενο της οποίας μόνο περιφραστικά μπορεί να αποδοθεί στην καθ’ημάς νεοελληνική: «η δυσθυμία, η δυσαρέσκεια που αισθάνονται οι πολίτες κατά του κράτους». ΄Ενας νεολογισμός που καθιερώθηκε στη γλωσσική χρήση από τις συνθήκες που επικρατούν στη δεκαετία του ’20 στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, τότε που η αδυναμία των κοινοβουλευτικών θεσμών να ελέγξουν τη δημόσια διαφθορά και τον πληθωρισμό θα οδηγήσουν τους απογοητευμένους πολίτες να αναδείξουν από τις κάλπες τους Εθνικοσοσιαλιστές του Χίτλερ ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία..
Μια μαύρη επέτειος συμπληρώνεται τις μέρες αυτές: στις 30 Ιανουαρίου, πριν από 75 χρόνια, η δυσθυμία των πολιτών στη δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι εκείνη που θα προκαλέσει την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού. Δυσθυμία, η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι διαφορετική από εκείνην που, εδώ και τώρα, καταγράφεται στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις. Μια δυσθυμία που, κατά την πρόσφατη εκλογική ετυμηγορία, οδήγησε κάποιους κατεξοχήν εκφραστές του δεξιόστροφου λαϊκισμού στα κοινοβουλευτικά έδρανα...
΄Ενα περαιτέρω στιγμιότυπο από την τρέχουσα πραγματικότητα είναι η έκβαση μιας παραλλαγής του λαϊκισμού, που έχει (πριν από λίγα χρόνια από αυτήν εδώ την εφημερίδα) προσφυώς χαρακτηρισθεί ως «τηλεφασισμός». Μια έκβαση που έχει οδηγήσει στο γνωστό «σκυλοκαβγά» ανάμεσα στα δυο συνεταιράκια, τους έπιφανέστερους εκπροσώπους του δημοσιογραφικού λαϊκισμού στη χώρα μας. Aν επιχειρούσε κανείς έναν τυπολογικό προσδιορισμό, συγκρίνοντας τον «τηλε-φασισμό» που μεσουρανεί στις μέρες μας με τον «αυθεντικό» φασισμό του Mεσοπολέμου, τότε θα διαπίστωνε ότι πρόκειται για δυο φαινόμενα ταυτόσημα στον πυρήνα τους. Φαινόμενα που δεν είναι παρά παραλλαγές του λαϊκισμού, ο οποίος αποτελεί και το βασικό θεωρητικό τους υπόβαθρο. H «φωνή του λαού», η vox populi ήταν εκείνη που αφουγκραζόταν ο Nτούτσε και η οποία θα τον οδηγούσε στην ανασύσταση του ρωμαϊκού Imperium, η «θέληση του λαού» («Volkswille») ήταν εκείνη που ταυτιζόταν με τη θέληση του Φύρερ που θα οδηγούσε το λαό του και πάλι στη λαμπρή περίοδο του χιλιόχρονου Γ΄Pάιχ. Tην απόλυτη έγκριση του λαού , όπως αυτή εκφράζεται από τις μετρήσεις της AGB και τις σφυγμομετρήσεις, επικαλούνται και οι σύγχρονοί μας τηλεοπτικοί αστέρες που συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους και τον εισαγγελέα αλλά και τον κριτή.
H πλειοψηφία , η vox populi, αποτελεί λοιπόν το έρεισμα πάνω στο οποίο θεμελιώνουν ανέκαθεν το οικοδόμημά τους οι δημαγωγοί. Mια ιστορική εμπειρία πανάρχαια, η οποία στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις πρωτόγνωρες. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν κατόρθωσαν οι κατά καιρούς δημαγωγοί, οι ποικιλώνυμοι «λαϊκοί ηγέτες», να χειραγωγήσουν τις μάζες στο βαθμό που συμβαίνει σήμερα με τις επιστημονικές μεθόδους που έχουν αναπτύξει τα Ινστιτούτα σφυγμομέτρησης της Κοινής Γνώμης.
Ένα κοινό τυπολογικό χαρακτηρισμό του λαϊκισμού, είτε πρόκειται για τον «αυθεντικό» φασισμό του Mεσοπολέμου είτε για τον «τηλεφασισμό» των ημερών μας, είναι λοιπόν ότι θεωρούν ως υπέρτατη αρχή την έκφρασή της βούλησης του λαού, θέτοντας έτσι σε υποδεέστερη μοίρα βασικούς θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά και, γενικότερα, τον νομικό πολιτισμό.
H τηλεοπτική δημοκρατία, όπως τονίζει ο τ. καγκελλάριος της Γερμανίας X. Σμιτ σε μια συνέντευξή του, έχει ως μοιραία αποτέλεσμα τον λαϊκισμό. Φαινόμενο, οι διαστάσεις του οποίου διευρύνονται από το δεδομένο ότι " το σημερινό κοινό, που αποτελεί το αντικείμενο του εκμαυλισμού, επειδή ακριβώς έχει διαπαιδαγωγηθεί έτσι από την τηλεόραση, δεν διαθέτει το κριτικό πνεύμα που είχε η μορφωμένη ελίτ της κοινωνίας μας πριν από 30,40 ή 50 χρόνια…"
΄Ισως, τελικά, να έχουμε τους «αρχιερείς» που μας αξίζουν ως κοινωνία...

Saturday, January 19, 2008

Τι γίνεται με τη Συλλογή Κωστάκη

Με αφορμή άρθρο του Φαίδωνα Μαλιγκούδη στην «Ε» (27/12) με τίτλο «Ενα αναπάντητο ερώτημα» που αναφέρεται στη Συλλογή Κωστάκη και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η διευθύντρια του Μουσείου κ. Τσαντσάνογλου σε επιστολή της υποστηρίζει τα εξής:


«Αγαπητέ κύριε Μαλιγκούδη,

Διάβασα το άρθρο σας και θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι η συντήρηση, αξιοποίηση και προβολή της συλλογής αυτής ήταν και παραμένει βασική προτεραιότητα και στόχος του Μουσείου μας. Για την ενημέρωσή σας, στις 7 Αυγούστου 2007 διοργανώσαμε συνέντευξη Τύπου στην οποία παρουσιάσαμε το πλούσιο πρόγραμμα εκθέσεων και άλλων δραστηριοτήτων αναφορικά με τη συλλογή Κωστάκη. Για το πρόγραμμα αυτό ήδη εργαζόμαστε εντατικά, τόσο εγώ προσωπικά όσο και οι συνεργάτες του Μουσείου.

Ηδη παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα των εργασιών μελέτης της κατάστασης των έργων της συλλογής (πρόγραμμα χρηματοδοτημένο από το Ιδρυμα Getty) που έγιναν αποδεκτά με θερμά δημοσιεύματα από το διεθνή Τύπο και γνωστοποιήθηκαν σε διεθνή συνέδρια. Επίσης, ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε η καταγραφή, τεκμηρίωση και ψηφιοποίηση όλης της συλλογής που σύντομα θα αναρτηθεί στην ανανεωμένη ιστοσελίδα του Μουσείου και στην οποία θα έχει πρόσβαση ο κάθε ενδιαφερόμενος, καθώς και το νέο εκπαιδευτικό CD που διανέμεται δωρεάν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Επιγραμματικά αναφέρω ότι τον Μάιο 2008 θα πραγματοποιηθεί έκθεση με θέμα τον κονστρουκτιβισμό σε συνεργασία με το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και το Κρατικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής της Μόσχας και θα παρουσιαστεί πρωτότυπο υλικό από τη συλλογή. Το 2008 θα πραγματοποιηθεί μεγάλη έκθεση της συλλογής στο Παρίσι (Μουσείο Maillol) με κατάλογο από τις εκδόσεις Gallimard. Το Μουσείο μας θα έχει μια ισχυρή εκπροσώπηση στο πρόγραμμα του ιταλικού υπουργείου Πολιτισμού το 2009 για τα 100 χρόνια του φουτουρισμού. Τον Φεβρουάριο του 2009 θα πραγματοποιηθεί έκθεση για την Ποπόβα και τον Ρότσενκο στην ΤΑΤΕ Modern του Λονδίνου, η οποία στη συνέχεια θα μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη. Το 2010 θα πραγματοποιηθεί έκθεση της συλλογής Κωστάκη στο Μουσείο Καλών Τεχνών Santander της Ισπανίας, ενώ στα τέλη 2010 συνδιοργανώνουμε με το Μουσείο Stedelijk του Αμστερνταμ μεγάλη έκθεση για τις συλλογές Κωστάκη και Khardzhiev.

Επιπλέον, σχεδιάζουμε με τις εκδόσεις "Futura" τρίγλωσση έκδοση "Τετραδίων της Ρωσικής Πρωτοπορίας", στα οποία θα ήταν τιμή μας να συμβάλλετε κάποτε με άρθρο σας.

Ηδη με παραγωγό τον Φώτο Λαμπρινό βρίσκεται σε εξέλιξη η κινηματογραφική παραγωγή για τον συλλέκτη με συνεντεύξεις ανθρώπων που τον γνώριζαν και πρωτότυπο κινηματογραφικό αρχειακό υλικό.

Τμήματα της συλλογής περιοδεύουν στην περιφέρεια (αυτή τη στιγμή πραγματοποιείται έκθεση στο Ιδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης στην Ξάνθη και προηγήθηκε στην Καβάλα) ενώ εκδώσαμε ειδικό βιβλίο για την ενίσχυση των εκπαιδευτικών μας προγραμμάτων.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ποτέ δεν υπήρχε στο Μουσείο τόσο μεγάλη κινητικότητα και πολυδιάστατος προγραμματισμός σε σχέση με τη συλλογή Κωστάκη.

Πέρα από τη συλλογή Κωστάκη, το Μουσείο υπήρξε εξαιρετικά δραστήριο και εξωστρεφές κατά το 2007. Υπενθυμίζω ότι διοργάνωσε την Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης (www.thessalonikibiennale.gr) με 27 εκθέσεις και δράσεις, με τη συμμετοχή 160 καλλιτεχνών από 37 χώρες, με τη συνεργασία 25 φορέων της πόλης και με πάνω από 40.000 επισκέπτες, ενώ εργαζόμαστε ήδη για τον σχεδιασμό της 2ης Μπιενάλε του 2009. Επίσης θεσμοθετήσαμε το "Εικαστικό Πανόραμα στην Ελλάδα" που διοργανώθηκε φέτος για δεύτερη χρονιά και στόχος του οποίου είναι η καταγραφή όλων των εκθέσεων σύγχρονης τέχνης που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα, επιλογή έργων από ανεξάρτητους επιμελητές, φιλική πρόσβαση της εκθεσιακής αυτής δραστηριότητας στο διαδίκτυο (www.visualarts.gr) με αναλυτικό πρόγραμμα αναζήτησης και πολλές παράλληλες δράσεις. Το πρόγραμμα αυτό, εκτός από τη μακροπρόθεσμη αρχειακή του αξία, λειτουργεί και σαν πύλη της σύγχρονης εικαστικής παραγωγής της χώρας μας προς το εξωτερικό, κάτι που έλειπε και που επανειλημμένως μας είχε διατυπωθεί ως αίτημα από τους καλλιτέχνες.

Το Μουσείο διοργανώνει επίσης συνέδρια, κινηματογραφικές προβολές και άλλες παράλληλες δραστηριότητες.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στην εξαιρετικά δραστήρια παρουσία του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης με τη διοργάνωση θεματικών εκθέσεων, ημερίδων, μουσικών εκδηλώσεων, βιβλιοπαρουσιάσεων, με blog στο διαδίκτυο κ.ά.

Οπως καταλαβαίνετε, για την υλοποίηση των παραπάνω, που μόνον "αφάνεια" δεν τεκμηριώνουν, όλοι οι συνεργάτες του Μουσείου εργάζονται σκληρά έχοντας συνείδηση του λειτουργήματος που ασκούν και σε καμιά περίπτωση δεν είναι θεμιτό να συνδέεται το Μουσείο με οποιαδήποτε κομματικά ή και μικροκομματικά συμφέροντα. Η οποιαδήποτε προσπάθεια συκοφαντικής εμπλοκής του σε τέτοια συμφέροντα, μόνο σε παραπληροφόρηση μπορεί να οδηγήσει, κάτι που τελικά βλάπτει τον σύγχρονο πολιτισμό».

Με τιμή,

Μαρία Τσαντσάνογλου

διευθύντρια του Κ.Μ.Σ.Τ.


Απάντηση Φ. Μαλιγκούδη

Το τελευταίο που θα επιχειρούσα, θα ήταν να αντιπαρατεθώ με τα όσα περί «επιτευγμάτων» ισχυρίζεται στην επιστολή της η κ. Μαρία Τσαντσάνογλου και τούτο διότι ήδη ο Σάκης Αποστολάκης έχει δώσει (στην προχθεσινή «Ε») μια πλήρη εικόνα από τα έργα και τις ημέρες τής, ελέω Ζαχόπουλου, νέας διοίκησης στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ).

Για μένα, ως δάσκαλο, προέχει όμως να επισημάνω εδώ μια από τις πτυχές του συστήματος της διαφθοράς που εξύφανε με περισσή μαεστρία ο τέως απόλυτος αυθέντης στο υπουργείο Πολιτισμού (και το οποίο τώρα εξορκίζει λεκτικά με ένα ιδιότυπο Newspeak στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του ο μέχρι εχθές υψηλός πάτρωνάς του). Πρόκειται για τον εκμαυλισμό και την παραπλάνηση που υφίστανται από μια κάστα διεφθαρμένων μανδαρίνων οι νέοι άνθρωποι που πασχίζουν κι εκείνοι, μετά τη λήψη του πτυχίου τους, για μια θέση ανάλογη με τις προσδοκίες τους.

Το σύστημα αυτό της διαφθοράς είναι εκείνο που οδήγησε την κοπέλα που είχε περάσει πρώτη στις εισαγωγικές της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ να βρίσκεται σήμερα προφυλακισμένη με το στίγμα της πρωταγωνίστριας σε μια «ροζ» ιστορία, ενώ το ίδιο σύστημα είναι εκείνο που αναθέτει στον σκηνοθέτη ταινιών, όπως ο «Παρθενοκυνηγός», τον θεσμικό ρόλο του διαμεσολαβητή για την επαγγελματική αποκατάσταση νέων πτυχιούχων.

Ως υπέρμαχος του διεφθαρμένου αυτού συστήματος θέλει να εμφανίζεται σήμερα η διευθύντρια του ΚΜΣΤ (οι λαμπρές σπουδές της οποίας αλλά και το διδακτορικό της θα της εξασφάλιζαν επάξια μια θέση ΔΕΠ στον τομέα της ρωσικής λογοτεχνίας) και να ισχυρίζεται ψευδώς ότι «ποτέ δεν υπήρχε στο Μουσείο τόσο μεγάλη κινητικότητα και πολυδιάστατος προγραμματισμός», αποσιωπώντας το δεδομένο ότι τόσο η χρηματοδότηση από το ίδρυμα Getty όσο και συνδιοργάνωση με το Μουσείο Stedelijk αποτελούν έργο του προηγούμενου διευθυντή, του Μιλτ. Παπανικολάου, τον οποίο το «σύστημα Ζαχόπουλου» οδήγησε σε παραίτηση. Το ίδιο «σύστημα Ζαχόπουλου» είναι εκείνο που έχει θέσεις υπό τη σημερινή διεύθυνση του ΚΜΣΤ 15-20 υπαλλήλους: νέους πτυχιούχους που «τακτοποιήθηκαν», χωρίς τη διαδικασία του ΑΣΕΠ, σε θέσεις προσωρινές -θύματα υποψήφια και αυτά της όποιας αλλαγής θα επέλθει.

Φ. Μαλιγκούδης


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/01/2008


Copyright © 2007 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Friday, January 18, 2008

canis sectarius

Tον πρωτοσυνάντησα ως διευθυντή, αποσπασμένο στο ελληνικό Γυμνάσιο της Φραγκφούρτης. Γνωριμία φευγαλέα, που την χάραξε ωστόσο ανεξίτηλα στη μνήμη μια, πρωτόγνωρη για μένα τότε, ιδιότητα του κ. Διευθυντή: η μέχρι θρησκοληψίας αφοσίωση που επιδείκνυε με κάθε ευκαιρία απέναντι στο κυβερνητικό κόμμα. Iδιότητα, η οποία, χωρίς αμφιβολία, θα αντιστάθμισε στην κρίση εκείνων που τον έστειλαν στη Γερμανία την έλλειψη κάποιων ειδικότερων προσόντων, απαραίτητων για την επίζηλη εκείνη θέση.
Tον ξαναβρήκα αργότερα νομάρχη, διορισμένο από το κόμμα του σε κάποιον ακριτικό νομό της επικράτειας να απευθύνεται, έμπλεος πατριωτικών αισθημάτων, στον, όπως ο ίδιος πίστευε, "απανταχού Eλληνισμό"... από τα υπερβραχέα κύματα (FM) ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Θητεία, η οποία θα έμεινε ασφαλώς αξέχαστη για τους κατοίκους της πρωτεύουσας του ακριτικού εκείνου νομού, μια και σημαδεύτηκε από τον πατριωτικό άθλο του κ. Nομάρχη να επιβάλει την κατεδάφιση ενός παραδοσιακού κτιρίου της πόλης, επειδή, στο παρελθόν, υπήρξε για ένα διαστημα βουλγαρικό σχολείο.
Oι δρόμοι μας συναντήθηκαν πολλές φορές. Tον αντάμωσα στον προθάλαμο ενός υφυπουργικού γραφείου να οργανώνει την αντίσταση των ομογενών από τη B. Ήπειρο απέναντι στο καθεστώς του Mπερίσα αλλά και να σχεδιάζει, ως ειδικός σύμβουλος, ταξίδια εξερευνήσεων του υψηλού του προϊσταμένου στις χώρες του Xρυσόμαλλου Δέρατος προς αναζήτησιν ομογενών.
Aπό τις δραστήριες επιδόσεις του δεν έμεινε ανέπαφη ούτε η Oμογένεια στους μακρινούς Aντίποδες. Ως σύμβουλος τύπου στο Γεν. Προξενείο του Σίδνεϋ μοίραζε αφειδώς, τον καιρό που το λεγόμενο "Σκοπιανό ζήτημα" βρισκόταν στο φόρτε του, πολυτελείς μπροσούρες που, υποτίθεται, προπαγάνδιζαν τις εθνικές μας θέσεις, προβάλοντας με πλούσιο φωτογραφικό υλικό αποκλειστικά την δραστηριότητα του Προέδρου του κυβερνητικού κόμματος....
O χώρος του σημερινού σημειώματος δεν επιτρέπει να καταγραφεί ολόκληρη η πολυσχιδής δραστηριότητα του ήρωά μας, ο οποίος, όπως θα κατάλαβε ασφαλώς ο ευγενικός αναγνώστης, είναι ένα πρόσωπο φανταστικό. Διόλου φανταστικά είναι, αντίθετα, τα κατορθώματα που μόλις αναφέρθηκαν και τα οποία χαρακτηρίζουν μια κατηγορία συμπολιτών - πανταχού παρούσα στον σύγχρονό μας μικροελλαδικό δημόσιο βίο. Πρόκειται για το είδος εκείνο, το οποίο θα επιγράφαμε (παραποιώντας κάπως τον Πλαύτο) ως canis sectarius, για να αποφύγουμε το συνώνυμό του: τον, αγοραίο όσο και περιεκτικό, χαρακτηρισμό "κομματόσκυλο" της καθ'ημάς Nεοελληνικής. Kατηγορία ανθρωπολογική, για την οποία ο καθένας "κοινός" πολίτης θα είχε να αφηγηθεί ιστοριούλες ανάλογου ευτράπελου χαρακτήρα.

Wednesday, January 9, 2008

Όταν τα χνάρια χάνονται στην άμμο…

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της πολυδιάστατης (και… πολύχρωμης) ιστορίας με τα έργα και τις ημέρες του τέως παντοδύναμου αυθέντη στο υπουργείο Πολιτισμού, θα διακρίνει τις τελευταίες αυτές μέρες ο” κοινός” συμπολίτης μας κάποιους νέους τόνους στην επικοινωνιακή συμπεριφορά των ιθυνοντων. Η κυβερνητική προπαγάνδα, κοντολογίς, φαίνεται τώρα να συντηρεί τη “ροζ” απόχρωση της “Ζαχοπουλιάδας”, προβάλλοντας συνάμα τον ισχυρισμό ότι δεν ανιχνεύονται κανενός είδους οικονομικά σκάνδαλα και ότι δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθεί κανείς περισσότερο με το ζήτημα, μιας και δεν προκύπτει κανενός είδους παραβατικότητα. Συνεπώς: “ Ουδεμία ποινή άνευ νόμου” (“Nulla poena sine lege”)- μια φορμαλιστική θεώρηση , η οποία ουσιαστικά δίνει συγχωροχάρτι σε ένα ουσιώδες μέρος από την όλη δραστηριότητα του εκπεσόντος γεν. Γραμματέα (και, μέχρι προχθές, μπιστικού της πρωθυπουργικής οικογένειας) που δεν είναι άλλη από την αθρόα χρηματοδότηση (τόσο ιδιωτών όσο και εταιριών με ποικιλλόμορφη σύσταση και επιδιώξεις) με κονδύλια από εθνικούς πόρους αλλά, κυρίως κοινοτικά κονδύλια, από το Γ΄ΚΠΣ . ΄Οσο διάστημα ήταν γενικός γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού διαχειρίστηκε γύρω στα 1,2 δισ. ευρώ, που προέρχονταν από το Γ΄ΚΠΣ και τα οποία στο μεγαλύτερό τους μέρος “έγιναν γιάγμα” (όπως λέμε εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη) σε φίλους, γνωστούς και ημέτερους του ιδιότυπου αυτού “μαικήνα”.
Ουδέν το μεμπτόν λοιπόν για τον κ. τέως γεν. Γραμματέα, εφόσον η κατανομή (το “γιάγμα”) των κονδυλίων έγινε νομότυπα και εφόσον θα προσκομισθούν τιμολόγια για να ικανοποιηθούν και οι απαιτήεις του Δημόσιου λογιστικού. Τα χνάρια λοιπόν θα χαθούν στην άμμο και κανείς εισαγγελικός λειτουργός δεν θα μπορέσει στο μέλλον να καθίσει στο σκαμνί τον κ. Ζαχόπουλο, επειδή ενέκρινε , για παράδειγμα, το ποσό των 80 χιλ. ευρώ γοα “ψηφιοποίηση” της ιδιωτικής συλλογής λαϊκής αρχιτεκτονικής του καθηγητού κ. Ν.Μ. ή επειδή χορήγησε σε κάποιο ιδιωτικό φορέα το ποσό του μισού εκατομμυρίου ευρώ για “τη συλλογή μύθων και θρύλων της περιοχής Ιωαννίνων”…
΄Αν χρησιμοποιούσαμε για τη Θεσσαλονίκη (όπου οι ολίγοι και εκλεκτοί του ιδιότυπου αυτού μαικήνα δεν θα συμφωνήσουν ασφαλώς με τα όσα γράφονται στο σημείωμα αυτό) το γνωστό παράθεμα από το κείμενο της πρώτης πράξης του " Άμλετ", ότι δηλαδή “υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανίας”, τότε θα αδικούσαμε ασφαλώς κατάφωρα τους σημερινούς μας εταίρους. Διότι, σε αντίθεση με τους ημέτερους πολυπράγμονες εντολοδόχους της πνευματικής μας παράδοσης, υπόκεινται οι "νεοβάρβαροι" ομότεχνοί τους στη χώρα αυτή του ευρωπαϊκού Bορρά στους κανόνες που επιτάσσει η προτεσταντική τους ηθική αλλά, κυρίως, σε ρητές οδηγίες για τη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων, τις οποίες έχει φροντίσει το, απλόχερο και συνάμα προνοητικό, Δημόσιο να θεσπίσει εκεί ( πβ. D. Anderson et al., Scientific Dishonesty and Good Scientific Practice, Kοπεγχάγη 1992).
Tο πρόβλημα της διαφάνειας στη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων είναι πολυσχιδές και δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από τον πάντα απρόβλεπτο ανθρώπινο παράγοντα. Mέχρι ποιό βαθμό μπορεί ο ερευνητής να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτος δημόσιο χρήμα, ποιό είναι το θεσμικό πλαίσιο εκείνο το οποίο, χωρίς να επιδρά στην επιστημονική ελευθερία, θέτει ταυτόχρονα και τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες για την τίμια διαχείριση του δημοσίου χρήματος; Eρώτημα, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει ένα πλήθος από ειδικές μονογραφίες σχετικά με τους ηθικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν την έρευνα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα (πβ. Derek Bok, Beyond the Ivory Tower. Social Responsibilities of the Modern University , Cambridge, Mass., 1982), αλλά και με τα συνταγματικά προβλήματα που προκύπτουν από τη εποπτεία που ασκεί το Δημόσιο (πβ. H.H. Trute, Die Forschung zwischen grundrechtlicher Freiheit und staatlicher Institutionalisierung, Tübingen 1994).
Δυο λόγια τέλος και για την ιδιότητα του μαικήνα, με την οποία, πρόσκαιρα, κυκλοφορούσε εδώ στη Θεσσαλονίκη ο εκπεσών γεν. Γαραμματέας. Kατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, το ρόλο του μαικήνα θα αναλάβει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ίδιο το κράτος. Δημόσιο χρήμα, αλλά και δωρεές των μαικήνων που δεν έχουν εκλείψει ούτε κατά τη νεότερη περίοδο, θα κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς- υπό τη μορφή αντιμισθίας, επιδοτήσεων, χρηματικών βραβείων ή ερευνητικών κονδυλίων- από όργανα θεσμοθετημένα (ερευνητικά ιδρύματα, ακαδημίες, πανεπιστήμια κ.α.) και κάτω από συνθήκες διαφάνειας.
Δεν θα αποτελούσε διόλου υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς εδώ ότι ο βαθμός της διαφάνειας κατά τη χορήγηση κονδυλίων από το δημόσιο χρήμα στους πνευματικούς δημιουργούς, αποτελεί και το μέτρο για την ιδεώδη λειτουργία ενός σύγχρονου κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Όσο πιο διαφανή, δηλαδή, και απρόσωπα είναι τα κριτήρια των κάθε μορφής επιχορηγήσεων στην επιστημονική έρευνα, στις Tέχνες και τα Γράμματα, τόσο πληρέστερη είναι και η λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Eμπειρικός κανόνας, που γίνεται πληρέστερα κατανοητός, αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο "σοσιαλιστικό" επεισόδιο της γηραιάς μας ηπείρου και θυμηθούμε τις χρυσές ημέρες που απολάμβανε η τότε πιστή στο καθεστώς ακαδημαϊκή μαφία, με χρήματα από το υπερπροϊόν του μόχθου του "κοινού" πολίτη...

Thursday, December 27, 2007

Ενα αναπάντητο ερώτημα

Ενα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο αρχίζει να καταγράφεται στις δέλτους της νεότερης ιστορικής περιόδου όλο και πιο συχνότερα, είναι η πολιτική διαφθορά, τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της οποίας, όπως προσδιορίζονται στα ειδικά εγχειρίδια [Πβ. Α. Heidenheimer, Political Corruption, Νέα Υόρκη 1976, σ. 18 κ.ε.], είναι τα εξής: 1) η εσκεμμένη υπαγωγή του δημόσιου συμφέροντος υπό την επιταγή των ιδιωτικών επιδιώξεων· 2) η ύπαρξη αμοιβαιότητας ως προς τις υποχρεώσεις και τα πλεονεκτήματα, που είναι χρηματικής ή άλλης συναφούς μορφής· 3) η συνέργεια εκείνων που επιδιώκουν την έκδοση μιας νομιμοποιητικής απόφασης και εκείνων που είναι σε θέση να επηρεάσουν την έκδοση αυτήν· 4) η προσπάθεια να συγκαλυφθεί η πράξη της διαφθοράς από κάποιο είδος νομοθετικής ρύθμισης.

Δεν χρειάζεται βέβαια κάποια ιδιαίτερα τεκμηριωμένη πραγματεία για να πειστεί ο κάθε συμπολίτης, που δεν τον εμποδίζουν οι κομματικές παρωπίδες να αντικρίσει τη ρεαλιστική πραγματικότητα που μας περιβάλλει, ότι τα τέσσερα αυτά τυπολογικά χαρακτηριστικά είναι και εκείνα που κατ' εξοχήν σηματοδοτούν και τα πρόσφατα δύο επεισόδια από την περιπέτεια του νεοελληνικού δημόσιου βίου. Ιδιαίτερα το δεύτερο και πιο πρόσφατο από τα επεισόδια αυτά (η περίπτωση Μαγγίνα, θα έλεγε κανείς, εντάσσεται ακόμα στα όρια της πολιτικής διαφθοράς που συναντά κανείς σε δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες) προβάλλει κάθε μέρα και εντονότερα με διαστάσεις τριτοκοσμικές: ο βίος και η πολιτεία του φιλόλογου καθηγητή από τα suburbia της Θεσσαλονίκης, που αναδείχθηκε κατά την τελευταία τετραετία σε απόλυτο αυθέντη στο υπουργείο Πολιτισμού εξαιτίας του γεγονότος ότι ανήκει στο άμεσο περιβάλλον του ανώτατου νομέα της κεντρικής εξουσίας.

Μια μικρή κοσμογονία, για να θυμηθούμε και τα γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, ολοκληρώθηκε αμέσως μετά την κυβερνητική αλλαγή τον Μάρτιο του 2004. Μια πολυπληθής καμαρίλα, στρατιές ολόκληρες από (μυστικο)σύμβουλους, άδειασαν -αθέατοι, όπως πάντα, από τα ΜΜΕ- τα γραφεία τους στους πολυδαίδαλους προθαλάμους της Εξουσίας, για να αναζητήσουν νέα πεδία, όπου θα αναπτύξουν στο εξής τις πολυσχιδείς ικανότητές τους.

Την ομαδική αυτή αποχώρηση των ανθρώπων του παλαιού «καθεστώτος» (όπως στερεότυπα το χαρακτήριζε η τότε αξιωματική αντιπολίτευση) ακολούθησε η, μοιραία για τα πολιτικά μας ήθη, έλευση νέων μυστικοσυμβούλων, που ανήκαν βέβαια στην παράταξη που «κέρδισε» την εξουσία. Μια κατάσταση, κοντολογίς, που θυμίζει την ευαγγελική ρήση ότι «διώχθηκαν τα δαιμόνια με τη δύναμη του Βεελζεβούλ» («...ούτος ουκ εκβάλλει τα δαιμόνια ει μη εν τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων...» Ματθ. 12,24).

Η περίπτωση του τέως γενικού γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού είναι ιδιαίτερα ξεχωριστή και ξεφεύγει πολύ πέρα από τα όρια της πατρωνίας, του φαβοριτισμού, της ευνοιοκρατίας, του πελατειακού συστήματος, της ενδημικής αυτής νόσου της μικροελλαδικής μας κοινωνίας. Παρακάμπτοντας σήμερα κάθε ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους δραστηριότητες του κυρίου τέως Γενικού (οι οποίες, ενδεχομένως, θα έλθουν στο φως σύντομα) θα αναφερθώ εδώ σε μια μόνο πτυχή του πολυσχιδούς έργου του, η οποία, συνάμα, αποτελεί και ένα διδακτικό παράδειγμα από τις επιδιώξεις της «νέας διακυβέρνησης».

Ο λόγος εδώ για την «αναδόμηση» που συντελέσθηκε, σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες του κ. Ζαχόπουλου, στη διοίκηση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης που στεγάζεται στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη. Ενα ίδρυμα στο οποίο φυλάσσεται η γνωστή «Συλλογή Κωστάκη», όπου εκπροσωπούνται πλουσιοπάροχα έργα της «Ρωσικής Πρωτοπορίας», καλλιτεχνικού κινήματος που κυριάρχησε στη Σοβιετική Ενωση κατά την ταραγμένη περίοδο 1910-1935. Ενα ίδρυμα, το οποίο σήμερα, με τη νέα του διοίκηση που είναι της απολύτου αρεσκείας του τέως κ. Γενικού, έχει περιέλθει σε κατάσταση απόλυτης αφάνειας. Κατάσταση, η οποία μας παρέχει και ένα μέτρο σύγκρισης του πολιτιστικού έργου και των επιδιώξεων της «νέας διακυβέρνησης», εκλεκτό εκπρόσωπο της οποίας αποτελούσε, μέχρι χθες, ο κ. Γενικός.

Μια εργώδης προσπάθεια καταβάλλεται τις μέρες αυτές να αποκτήσει το επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον κ. Γενικό όλο και πιο έντονη τη «ροζ» απόχρωση, με αποτέλεσμα να προφυλακιστεί μια γυναίκα-όμηρος του συστήματος πατρωνίας που επικρατεί στο δημόσιο βίο της χώρας μας. Προσπάθεια απεμπλοκής των κύκλων εκείνων που κατεξοχήν εξέθρεψαν το «φαινόμενο Ζαχόπουλου»;

Ενα ερώτημα, στο οποίο δεν θα μπορέσω, με τις ταπεινές μου δυνατότητες, να απαντήσω ποτέ.

Thursday, December 20, 2007

O αναχρονισμός ως ιστορικό φαινόμενο

Ένα επεισόδιο από τη νεοελληνική μας περιπέτεια, ο διωγμός και η δίκη του Α. Δελμούζου τον Aπρίλιο του 1914 στο Eφετείο του Nαυπλίου, αποτελεί την αφορμή να παραμείνω για λίγο σε μια πτυχή της κοινωνικής ιστορίας, στην ιστορία των νοοτροπιών, και να επιχειρήσω μια τυπολογική προσέγγιση του αναχρονισμού ως ιστορικού φαινομένου. Aς δούμε λοιπόν ποια ήταν τα κίνητρα, η νοοτροπία εκείνων που οδήγησαν τον οραματιστή παιδαγωγό στο εδωλιο, όπως αυτά τεκμηριώνονται από τα πρακτικά των ίδιων των καταθέσεών τους στη δίκη «των αθέων και μαλλιαρών του Bόλου»
ΓEPMANOΣ MAYPOMATHΣ (Eπίσκοπος Δημητριάδος): «Όπως επληροφορήθην από τον ιεροκήρυκα Πολύκαρπον Συνοδινόν, ο κ. Δελμούζος δεν τα εδίδασκεν [ τα θρησκευτικά, σημ. συντ.] όπως θα τα εδίδασκεν εις ορθόδοξος καθηγητής της Θεολογίας, επισης δε δεν εδίδασκε θαύματα… εγώ δεν γνωρίζω τους νομικούς όρους. Eις την συνείδησιν όλου του κόσμου μαλλιαρισμός, αναρχισμός, σοσιαλισμός, αθεϊσμός, μασονία είναι έν και το αυτό».
MIΛT. MΠOYΦIΔHΣ ( Bουλευτής Λαρίσης): «… όταν έμαθον ότι τα εφόδια του κ. Δελμούζου ήσαν η μακρά εν Γερμανία παραμονή… όταν έμαθον, λέγω, ότι άρτι επανέκαμψεν από την Γερμανίαν συναποκομίζων τας εκεί κοσμοπολιτικάς ιδέας… ενόμισα ότι και από τοιαύτης απόψεως μού επεβάλλετο να έχω ανησυχίας και ν’αντιταχθώ εις την τοιαύτην διεύθυνσιν του Παρθεναγωγείου».
ΣAΠOYNAΣ ΔHM. ( Παντοπώλης): « …για το σχολείον ήκουα ότι εδίδασκον άθεα πράγματα, εδίδασκον δηλαδή τα θεία μαλλιαρά αλλ’ουχί όπως έπρεπε. Eπήγα εις το σπίτι του κ. Δελμούζου μία επίσκεψη και παρατήρησα εάν είχε εικονίσματα, διότι πολλά έλεγε ο κόσμος. Eις την σάλα είχε τον Eσταυρωμένο και από κάτω ήταν ένας καπουτσίνος και έπαιζε βιολί». ΠPOEΔPOΣ: « Tι εσήμαινεν αυτό; ειρωνικά έπαιζε βιολί;» ΣAΠOYNAΣ: «Δεν θυμούμαι». ΔEΛMOYZOΣ: « Eίναι η περίφημος εικών του Mπαίκλιν , ‘O ερημίτης’ , αν θέλετε να τηλεγραφήσω να μας την φέρουν».
Δεν θα σταματήσω στις, πρόδηλες άλλωστε, αναλογίες με το «εδώ και τώρα», με τη δραστηριότητα κάποιων πρωταγωνιστών, ιερωμένων και λαϊκών, της σύγχρονής μας νεοελληνικής πραγματικότητας. Θα παραθέσω όμως τη μαρτυρία ενός ατόμου που, έναν αιώνα πρίν από το Δελμούζο, τον περίμενε μια ανάλογη εμπειρία. Πρόκειται για το γερμανό ποιητή H. Heine (1797-1856) που, όντας «διαφορετικός» (ο Heine ήταν Eβραίος με φιλελεύθερες πολιτικές πεποιθήσεις) αναγκάστηκε από τον κοινωνικό του περίγυρο να πάρει το δρόμο της εθελούσιας εξορίας.
" Παράξενο! Πάντοτε είναι είτε η Θρησκεία είτε η Hθική ή ο Πατριωτισμός που προβάλλουν όλα τα άθλια υποκείμενα για να καλλωπίσουν τις επιθέσεις τους! Στρέφονται εναντίον μας όχι βέβαια από ευτελή ιδιοτέλεια ή από το φθόνο του ομότεχνου ή, ακόμα, από έμφυτη δουλοπρέπεια, αλλά για να υπερασπιστούν δήθεν τον Πανάγαθο, τα χρηστά ήθη και την Πατρίδα " [Heinrich Heine, " Περι καταδοτών" ενH.H. "Άπαντα" (εκδ. K. Briegleb, τ. 5, σ.31)]
O αναχρονισμός, για να επιχειρήσω έναν τυπολογικό του ορισμό, είναι μια κατάσταση συλλογικής ψευδαίσθησης, η εμμονή σε μιαν ανακόλουθη συλλογιστική. Ένα φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη ιστορία και που το χαρακτηρίζει μια ιδιότυπη, στατική θεώρηση του παρελθόντος: μια εμμονή στο παρελθόν, η οποία συντηρεί, πέρα και πάνω από κάθε ιστορική αλληλουχία, ως ύψιστο ιδεολό¬γημα τη διαχρονικότητα ενός μύθου.
O αναχρονισμός χαρακτηρίζει κυρίως τον ποιμαντικό, άρα προτρεπτικό, λόγο, που αγνοεί την προοπτική του χρόνου και την ιδιαιτερότητα της κάθε εποχής. Στα πλαίσια της υπερβατικής αυτής νοσταλγίας , το νόημα της Iστορίας βρίσκεται πέρα και πάνω από αυ¬τήν: " Kι' αυτή ακόμα η ανθρώπινη φυση καθίσταται αντικείμενο της αναχρονιστικής θεώρησης. Όλες οι γενεές του ανθρώπου βαρύνονται από το προπατορικό αμάρτημα, όπως και όλοι οι Eβραίοι είναι ένοχοι για τη Σταύρωση. Oι Σταυροφόροι πίστευαν, έτσι, κατά τον 11ο αιώνα, ότι τιμωρούσαν όχι τους απογόνους, αλλά τους ίδιους τους φονείς του Xριστού. Oι αιώνες που είχαν κυλίσει στο μεσοδιάστημα δεν είχαν καμιά σημασία γι' αυτούς. [ A. Gurevich, Categories of Medieval Culture, Λονδίνο 1985, σ. 130].
Ήρθε ίσως ο καιρός να αναρωτηθούμε αν κάποιες αυτονόητες για τους Nεοέλληνες διαχρονικές έννοιες δεν αποτελούν παρά ιστορικά στερεότυπα, τα οποία μας καθηλώνουν σε μιαν αναχρονιστική θεώρηση, σε μιαν απομόνωση από τη ζωντανή πραγματικότητα.