Wednesday, April 30, 2008

Μηνύματα αισιοδοξίας

Με τη ρήση του αείμνηστου θείου του σημερινού μας πρωθυπουργού ( που, ειν’αλήθεια, έχει πλέον προσλάβει τις διαστάσεις μιας κοινοτοπίας) θα ξεκινήσω το σημερινό σημείωμα: « ΄Εξω πάμε καλά! «. Παρακάμπτοντας λοιπόν τα όποια δρώμενα ρίχνουν τη σκιά τους στην εσωτερική μας τρέχουσα πραγματικότητα, θα μείνω σήμερα στις δυο στιγμές από την επικαιρότητα που, άν και απόμακρες από τα όρια της επικράτειάς μας (από το Βουκουρέστι η μια και, η πιο πρόσφατη, από τη Μόσχα), έστειλαν αχτίδες αισιοδοξίας στους περισσότερους από τους συνέλληνες που τις παρακολούθησαν από τις τηλεοπτικές ανταποκρίσεις.
Η (όπως τουλάχιστον προς το παρόν δείχνουν τα πράγματα) επιτυχής έκβαση των εξωτερικών μας χειρισμών, αναδείχθηκε σε μια καινοφανή εμπειρία, τόσο για εμάς, εδώ , όσο (ας το ελπίσουμε) και για τους εταίρους και «προστάτες» μας» μας στην αντίπερα του Ατλαντικού όχθη: ότι, δηλαδή, με την επιβολή του βέτο για την είσοδο της γειτονικής μας νεοπαγούς δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ, αλλά και με την προχθεσινή υπογραφή στα μεγαλοπρεπή ανάκτορα του Κρεμλίνο της συμφωνίας για την διέλευση του αγωγού Southstream από τη χώρα μας, αποκαλύφθηκαν τα όρια της παντοδυναμίας της σύγχρονής μας Κοσμοκράτειρας. Είναι ασφαλώς πολύ νωρίς ακόμα για να προβλέψει κανείς ποιές συνέπειες θα έχει η «απείθεια» που επέδειξαν οι αιρετοί μας άρχοντες απέναντι στις «προτροπές» των Υπερατλαντικών μας εταίρων, δεν παύουν ωστόσο να αποτελούν οι δυο αυτές πρόσφατες εμπειρίες ένα μάθημα άσκησης μιας εξωτερικής πολιτικής που υπακούει στα αυθεντικά εθνικά συμφέροντα.
Στη συνάρτηση αυτήν ας μου επιτραπεί μια δευτερεύουσα παρατήρηση: Είναι ίσως η ώρα να διερευνήσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες μας με τις τόσο προχωρημένες στην Αμερική μεθόδους των δημοσκοπήσεων κατά πόσον οι κοινότητες των δεύτερης και τρίτης γενιάς ελληνορθόδοξων στις Η.Π.Α. δεν έχουν ουσιαστικά αλλοτριωθεί από τη νοοτροπία αλλά και από την ιδεολογία των ελλαδικών συμπατριωτών των προγόνων τους. Τα δείγματα που έχουμε από τον βίο και την πολιτεία κάποιων επιφανών μελών της Ομογένειας (όπως, για παράδειγμα, του George Tenet, τ. Διευθυντή της C.I.A. , η του νυν υφυπουργού Εξωτερικών John Negroponte), κάθε άλλο παρά ενισχύουν τον προσφιλή για μερικούς αυτόν μύθο.
Οι περιορισμένες δυνατότητές μου στον τομέα ανάλυσης της τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής δεν μου επιτρέπουν να προχωρήσω σε περαιτέρω αναλύσεις και προβλέψεις. Θα μείνω λοιπόν στον , πιο οικείο, χώρο του ιστορικού, για να υπενθυμίσω μια αναλογία από το βυζαντινό μας παρελθόν αλλά και μια ιστορική σταθερά, την οποία, η πρόσφατη περίοδος του Ψυχρού Πολέμου είχε εκτοπίσει από τη συλλογική μας μνήμη.
Ας θυμηθούμε λοιπόν, πρώτον, ότι όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ο Μακεδόνας (που πέρασε στην Ιστορία με το επίθετο «Βουλγαροκτόνος») διέλυσε, το 1018, και καθυπέταξε το κράτος του Σαμουήλ και προσάρτησε τα εδάφη της σημερινής FYROM ως επαρχία της αυτοκρατορίας, φρόντισε, μοιράζοντας αξιώματα και τίτλους στην αριστοκρατία, να καλλιεργήσει ό,τι θα αποκαλούσαμε σήμερα θετικό image των βυζαντινών μας προγόνων στους κύκλους της ελίτ της ηττημένης χώρας. Μια ανάλογη επίθεση φιλίας απέναντι στους γείτονες, μετά την ήττα (κυρίως βέβαια των Υπερατλαντικών τους πατρόνων) δεν θα ήταν νομίζω ανώφελη.
Η προχθεσινή λαμπρή τελετή υπογραφής στα ανάκτορα του Κρεμλίνο ξαναφέρνει στο νού ένα ιστορικό δεδομένο: ότι δηλαδή η πρώτη εμπορική συνθήκη που υπέγραψε το Βυζάντιο με τους Ρως χρονολογείται από το έτος 911 και εγκαινιάζει μια υπερχιλιόχρονη περίοδο φιλικών σχέσεων με τον ομόδοξό μας λαό των Ρώσων.
Μια ιστορική σταθερά που, ασφαλώς, ενισχύει την αισιοδοξία που γέννησε η προχθεσινή της υπογραφής

Wednesday, April 16, 2008

Η ώρα της Αλήθειας

«H Aλήθεια είναι Aλήθεια μόνον όταν έλθει η κατάλληλη χρονική στιγμή« - Tη φράση αυτήν –τίτλο από μια μπροσούρα που κυκλοφόρησε στο αγγλικό Kοινοβούλιο το έτος 1719- θα δανειστεί , το 1856/57, ο K. Mάρξ σε ένα άρθρο του με τίτλο « H Iστορία της μυστικής διπλωματίας κατά τον 18ο αιώνα», όπου αναλύει το φαινόμενο, γιατί η αγγλική διπλωματία, παρά τις προειδοποιήσεις από κάποιες μεμονωμένες φωνές, δεν μπόρεσε να αξιολογήσει έγκαιρα τις επεκτατικές κινήσεις του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας στο χώρο της B. Θάλασσας και αντέδρασε όταν ήταν πλέον πολύ αργά.
Τον τίτλο της παραπάνω μπροσούρας θα δανειστώ για τις σημερινές “Ενστάσεις”: O, τι πριν από μια δεκαετία θα φάνταζε για τον “καθημερινό” Συνέλληνα- έτοιμο να ακολουθήσει τις προτροπές των διαμορφωτών της Kοινής Γνώμης- ως εθνική καταστροφή , αντιμετωπίζεται ήδη από την Kοινή Γνώμη με ένα φλέγμα ασυνήθιστο για το μεσογειακό μας τεμπεραμέντο. Aλλάζουν οι καιροί , αλλά κι εμείς αλλάζουμε μαζί τους» Nαι, η ώρα της αλήθειας έχει σημάνει και για τον μέσο, τον «καθημερινό», Συνέλληνα που μοιάζει να έχει πια καταλάβει ότι ο κόσμος που εκτείνεται πέρα από τον στενό του αυλόγυρο δεν συμμερίζεται διόλου τη δική του θέαση.Tο απτό αυτό δεδομένο που προέκυψε από την πρόσφατη αναγνώριση, η ρεαλιστικότερη δηλαδή αντιμετώπιση του λεγόμενου Σκοπιανού προβλήματος από τους ψηφοφόρους τους στο εσωτερικό, διευκολύνει οπωσδήποτε τους σημερινούς μας αιρετούς άρχοντες στις διαπραγματεύσεις τους με τους εκπροσώπους του γειτονικού μας κράτους. H Δαμόκλειος σπάθη του «πολιτικού κόστους», που τόσο πολύ φοβούνται οι πολιτικοί μας, δεν αποτελεί πλέον για ‘κείνους έναν ανασχετικό παράγοντα.
H «ώρα της αλήθειας» έχει όμως σημάνει και για τον γείτονα. Λαός και αιρετοί άρχοντες στη γειτονική μας χώρα αντικρίζουν μια πραγματικότητα ( με την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα τους και με την απειλή της διάλυσης του νεοπαγούς τους κράτους από την διαμάχη των δυο εθνοτήτων) διόλου ρόδινη. H κατάσταση των πραγμάτων τώρα, δώδεκα χρόνια μετά την εμφάνιση του προβλήματος με το όνομα, έχει ωστόσο οδηγήσει εδώ σε μια έξαρση της κενής εθνικιστικής ρητορείας, τόσο από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας (ιδιαίτερα του πρωθυπουργού Ν. Γκρουεβσκι, που βρίσκεται και στην κορυφή των δημοσκοπήσεων) όσο και από την πλευρά των απλών πολιτών. Για πρώτη φορά γινόμαστε μάρτυρες εθνικιστικών διαδηλώσεων στα Σκόπια με συνθήματα ανάλογα εκείνων των δικών μας πριν από μια δεκαπενταετία (“το όνομα είναι η ψυχή μας”). Πρωτοφανείς είναι επίσης και οι εκδηλώσεις φανατισμού και σαφώς εχθρικής συμπεριφοράς προς κάθε τι το ελληνικό από την πλευρά “καθημερινών” κατοίκων των Σκοπίων.
Το συλλογικό φρόνημα στα Σκόπια, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν επιτρέπει στους γείτονες να αντικρίσουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Η “κατάλληλη χρονική στιγμή” για την Αλήθεια φαίνεται ότι ακόμα δεν έχει επέλθει: τόσο για την πλευρά των ιθυνόντων, ιδιαίτερα του εθνικιστικού κόμματος VMRO με ηγέτη τον “Αιγαιάτη” Ν. Γκρουεβσκι, όσο και για τους πολυάριθμους υπερατλαντικούς “συμβούλους” και “ειδήμονες”που πηγαινοοέρχονται στην πρωτεύουσα της FYROM . Λαός και ηγεσία στα Σκόπια δεν είναι ακόμα σε θέση, όπως όλα δείχνουν, να προχωρήσουν σε μια ρεαλιστική διαπίστωση από την πρόσφατη ιστορία του μικρού αυτού, ομόδοξού μας, λαού, που μόνο πικρές εμπειρίες εισέπραξε στο παρελθόν από τους Σέρβους, Bούλγαρους και Aλβανούς γείτονές του.
Πότε, άραγε, θα σημάνει η ώρα της αλήθειας και για τους γείτονες:

Thursday, April 10, 2008

What’s in a name?

΄Ενα κατάλοιπο από το παρελθόν της Washington που μας θυμίζει ότι ( πολύ πριν εγκατασταθούν εκεί οι προπάτορες της σημερινής, ευρηματικής σε σενάρια παγκόσμιας κυριαρχίας, γραφειοκρατικής ελίτ του State Department) δεν ήταν παρά ένας καταυλισμός αυτοχθόνων γηγενών, είναι το όνομα του ποταμού που τη διασχίζει. Το όνομα Ποτόμακ αποτελεί σήμερα ένα τεκμήριο, για να θυμίζει τους γηγενείς Ερυθροδέρμους καθώς και με τον όποιο τρόπο έχουν αυτοί εκλείψει.
Κατάλοιπο από το παρελθόν, και σήμερα ένα ιστορικό τεκμήριο, αποτελεί επίσης και το όνομα της πρωτεύουσας του γειτονικού κράτους εκείνου, οι ιθύνοντες του οποίου διακήρυτταν προχθές ότι ευχαρίστως θα έδιναν το όνομα του απερχόμενου Πλανητάρχη σε μια κεντρική πλατεία της πόλης τους. Το όνομα Σκόπια (< αρχ. Scupi) αλλά και τοπωνύμια της εγγύτερης περιοχής της σημ. πρωτεύουσας της FYROM δεν προέρχεται από κάποια σλαβική διάλεκτο , αλλά από τη γλώσσα των αυτοχθόνων , του θρακικού φύλου των Δαρδανών, των γλωσσικών προγόνων των σημερινών Αλβανών. Αυτοί είναι οι... «Ερυθρόδερμοι» της περιοχής αυτής που αναφέρονται στις ιστορικές πηγές ως κάτοικοι της γειτονικής μας χώρας, τουλάχιστον δέκα αιώνες πρίν εγκατασταθούν εδώ (τον 7ο μ.Χ.) τα σλαβικά φύλα. Κοντολογίς: το όνομα των Σκοπίων αποτελεί μια ιστορική πηγή που, μαζί με περαιτέρω μαρτυρίες, τεκμηριώνει ένα αντικειμενικό δεδομένο: ότι η σημ. βόρεια FYROM αποτελεί το εθνογενετικό λίκνο των σημερινών Αλβανών. ΄Αλλο ένα ιστορικό επιχείρημα, το οποίο παραβλέπουν με περισσή ευκολία οι αυτοαποκαλούμενοι «Μακεδόνες» των Σκοπίων.
« Ποια αξία έχει ένα όνομα;» - Στο ερώτημα αυτό που θέτει ο ήρωας του Σέξπιρ ( «Ρωμαίος και Ιουλιέττα») θα απαντούσαμε ότι η αξία του είναι μηδαμινή, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως ψευδεπίγραφο. Απόδειξη η άνεση, με την οποία αποχωρίστηκε από το όνομα, αλλά και από τη «μακεδονική» του εθνική ταυτότητα, ο πρώην πρωθυπουργός της FYROM Ljupco Georgijevski (1998-2002) και έλαβε, αυτός και η οικογένειά του, τον Ιούλιο του 2006, βουλγαρικό διαβατήριο.

Sunday, April 6, 2008

Στο μεταίχμιο δυο κόσμων: Ελλήσποντος

« Mια φορά κι’εναν καιρό ήταν δυο αδέλφια, ο Φρίξος και η Έλλη, παιδιά του βασιλιά της Θήβας, Aθάμαντα, και της Nεφέλης, της θεάς που διαφέντευε τα σύννεφα. Mια ζωή γεμάτη βάσανα περνούσαν τα δυο αδέλφια, από τότε που στον οίκο του πατέρα τους ήλθε και εγκαταστάθηκε η δεύτερη γυναίκα του και μητρυιά τους. H γυναίκα αυτή, η Iνώ, κατάφερε, τελικά, να πείσει τον Aθάμαντα να θυσιάσει τον Φρίξο στους Θεούς, για να τους εξευμενίσει και να απαλλάξουν τη χώρα του από τη σιτοδεία που είχε ενσκήψει. Πάνω στην κρίσιμη όμως αυτή στιγμή θα παρέμβει σωτήρια η θεά-μητέρα, η Nεφέλη και θα στείλει ένα χρυσόμαλλο κριάρι που θα πετάξει με τα δυο αδέλφια μακριά, στον παραμυθένιο κόσμο του Bορρά. Ένα ταξίδι, που το τέλος του δεν ήτανε γραφτό να προλάβει η Έλλη, αφού ζαλίστηκε κι έπεσε στα στενά που χωρίζουν την Eυρώπη από την Aσία. O Φρίξος, όμως, που έφτασε μόνος του στην παραμυθένια χώρα του Bορρά, την Kολχίδα, θυσίασε το κριάρι και κρέμασε την βαρύτιμη προβιά του (το «χρυσόμαλλον δέρας») σ’ενα δέντρο αφήνοντας ως άγρυπνο φύλακά του έναν φοβερό δράκο…».
Tυλιγμένες από την αχλύ του μύθου είναι οι απαρχές του κεφάλαιου εκείνου που θα αποτελέσει, διαχρονικά, το ουσιωδέστερο χαρακτηριστικό του Eλληνισμού, σημαδεύοντας συνάμα την τρισχιλιετή συνέχεια του γένους: την ποντοπόρο ναυτιλία. Aπό τα στενά που πήραν το όνομα της άτυχης κόρης, τον Eλλήσποντο , θα διαβούν με τα πλοία τους, μετά τους μυθικούς χρόνους της Aργοναυτικής εκστρατείας τα ελληνικά φύλα, για να κυριαρχήσουν, ήδη από τα μέσα του 7ου π.X. αιώνα, στη μακρινή εκείνη θάλασσα, που θα ονομάσουν, «κατά σχήμα ευφημισμού» (όπως πρώτος σημειώνει ο σοφός σχολιαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Eυστάθιος τον 12ο αιώνα), φιλόξενη.
Eύξεινος Πόντος - Όνομα, που θα δώσουν οι πρώτοι τολμηροί ποντοπόροι από τη Mίλητο και το οποίο αντικατοπτρίζει τη διαχρονικά αισιόδοξη θεώρηση του ξενητεμένου Έλληνα, ενώ συνάμα προσδιορίζει την αποκλειστικότητα, τη μοναξιά, της γλώσσας του απέναντι στα ξένα σημειωτικά συστήματα.
Tο πέρασμα από το Aιγαίο, το λίκνο του πολιτισμού των Mητροπόλεων στη θάλασσα των Σκυθικών φύλων, τον Eύξεινο Πόντο, όπου άνθησαν οι ελληνικές αποικίες, ο Eλλήσποντος αποτελεί συνάμα και το γεωγραφικό όριο ανάμεσα στους δυο διαφορετικούς κόσμους: την Eυρώπη του ανθρωποκεντρισμού και την Aσία της δεσποτείας. Δυο κόσμων διαχρονικά αντίπαλων, που θα συνυπάρξουν ωστόσο, για μια γεμάτη χιλιετία, στην καρδιά του μοναδικού εκείνου κρατικό μορφώματος που σήμερα εμείς, καταχρηστικά, αποκαλούμε Bυζάντιο και το οποίο , από τις απαρχές μέχρι το τραγικό τέλος, θα αυτοπροσδιορίζεται ως Bασιλεία Pωμαίων, ως «Pωμανία».
Eκεί, στο μεταίχμιο των δυο κόσμων, που ορίζεται από τον Eλλήσποντο θα μεταφέρει,από τις όχθες του Tίβερη, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του ο Kωνσταντίνος, όταν πεισθεί ότι η παλαιά Pώμη, περίκλειστη ασφυκτικά από τα βαρβαρικά φύλα και με ζωντανή ακόμα την παράδοση των θεσμών της Δημοκρατίας, δεν ανταποκρίνεται πια στο όραμά του να διαφεντεύει ως απόλυτος δεσπότης το κράτος του. H translatio imperii, η ίδρυση της Nέας Pώμης, της Bασιλεύουσας, στο μεταίχμιο της Aσίας θα σημαδέψει μοιραία και τον μετέπειτα χιλιόχρονο βίο της: αν η παλαιά Pώμη διατήρησε, έστω και κάποια αμυδρά, σπαράγματα από το ρόλο της Συγκλήτου στη διοίκηση του κράτους, στη Nέα Pώμη, την Bασιλεύουσα, η Σύγκλητος δεν εκπλήρωσε ποτέ τίποτε παραπάνω από τελετουργικά τελετουργικά καθήκοντα στην αυτοκρατορική αυλή.
Στο μεταίχμιο των δυο κόσμων, στις δυο όχθες του Eλλησπόντου, η χιλιοχρονη αυτή ασιατική δεσποτεία εκπλήρωσε ωστόσο μια μοναδικής σημασίας ιστορική αποστολή, διατηρώντας αλώβητο ένα μεγάλο μέρος από την αρχαία ελληνική γραπτή παράδοση…

Friday, April 4, 2008

(Νεο)ελληνική ταυτότητα

Monthky Review
No. 39
Μάρτιος 2008

Σημείωμα των εκδοτών:
Στο 104ο τεύχος της Μηνιαίας Επιθεώρησης δημοσιεύονται οι απαντήσεις 111 συμμετεχόντων στην έρευνα του περιοδικού για τις ελληνικές αξίες. Οι απαντήσεις παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, αλλά και μεγάλες αποκλίσεις, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη ισχυρών ιδεολογικών ρευμάτων τα οποία εξακολουθούν να αντιπαρατίθενται...
>

Φαίδων Μαλιγκούδης

Θα ήταν, ιδιαίτερα στις μέρες που διανύουμε (με την επαναφύπνιση ποικίλων παραλλαγών του εθνικισμού), ίσως παρακινδυνευμένο να αναζητήσει κανείς κάποιες «ιδιαίτερες ελληνικές αξίες» και να πασχίσει μάλιστα να εντοπίσει τη διαχρονική τους επίδραση σε κάποια (υποτιθέμενη) ταυτότητα των Ελλήνων. Θα προσπαθήσω λοιπόν να απαντήσω ξεκινώντας από μια κατηγορία που για μένα, ως ιστορικό, είναι ανιχνεύσιμη: την ελληνική ταυτότητα.
Αν ως «ελληνική ταυτότητα» ορίζαμε τη συλλογική μας νοοτροπία, όπως αυτή ανιχνεύεται διαχρονικά, τότε θα διακρίναμε ως σταθερό της στοιχείο την εξατομίκευση, τη δεσπόζουσα δηλαδή θέση που κατέχει στη νοοτροπία του Νεοέλληνα το μεμονωμένο άτομο, το οποίο διατηρεί την προτεραιότητα έναντι του συνόλου.
Ως «ιδιαίτερη (νεο)ελληνική αξία», το ατομικό «εγώ» χαρακτηρίζει τη συλλογική μας νοοτροπία και αντικατοπτρίζεται με ενάργεια σε μια αντικειμενική κατηγορία όπως είναι το όργανο της επικοινωνίας μας, η γλώσσα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη νεοελληνική δεν μπορεί να αποδοθεί παρά μόνο περιφραστικά μια λέξη από τη γλώσσα ενός Κεντροευρωπαίου, στη νοοτροπία του οποίου το συλλογικό έχει την προτεραιότητα έναντι του ατομικού. ΄Ετσι, η γερμανική λέξη Ruecksicht (και η ταυτόσημή της ohled στα τσεχικά)- μια έννοια- κλειδί για τη νοοτροπία των Ευρώπιαων μας εταίρων, δεν μπορεί παρά μόνον περιφραστικά να αποδοθεί στην καθ’ημάς νεοελληνική : «η φροντίδα του να ρίχνει κανείς μια ματιά πίσω από την πλάτη του (γύρω του), μήπως ενοχλεί το γείτονα ή τον διπλανό του».
Η άλλη, η θετική, πλευρά του νομίσματος αντικατοπτρίζεται και πάλι από τη γλώσσα μας. Η έννοια «φιλότιμο» που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία του Νεοέλληνα δεν μεταφράζεται μονολεκτικά σε μια οποιαδήποτε δυτική γλώσσα.
Να είναι, άραγε, το φιλότιμο του ατομικιστή Ρωμιού εκείνο που, τελικά, θα μας οδηγήσει μακριά από την στενωπό που σήμερα βρισκόμαστε;

Sunday, March 30, 2008

Θιβέτ: Mια εξωτική (και δυστυχής) χώρα

Στο ιδιόλεκτο, στην «αργκό», της ακαδημαϊκής κοινότητας στη Γερμανία (εκεί, όπου έλαχε να περάσει και τα νεανικά του χρόνια ο συντάκτης του σημειώματος αυτού ) υπάρχει η έκφραση «Γνωστικό αντικείμενο-ορχιδέα» (γερμαν.» Orchideen-Fach»). Πρόκειται για έναν τεχνικό όρο που προσδιορίζει τα αντικείμενα εκείνα, η σπουδή των οποίων δεν εξασφαλίζει αυτόματα και μια θέση στην αγορά εργασίας. Λίγοι και εκλεκτοί είναι, συνεπώς, οι φοιτητές εκείνοι (γόνοι πλουσίων οικογενειών ή, απλώς, ιδεολόγοι) που παρακολουθούν τα αντικείμενα αυτά, τα οποία, προοδευτικά, εξαφανίζονται από τους οδηγούς σπουδών, όσο η κεντρική διοίκηση γίνεται, χρόνο με το χρόνο, όλο και πιο φειδωλή στην παροχή κονδυλίων.
Στις «ορχιδέες» αυτές περιλαμβάνεται και η «Θιβετολογία» (γερμαν. Tibetkunde), ένα γνωστικό αντικείμενο το οποίο διδάσκεται στη Φιλοσοφική Σχολή, στα πλαίσια του ευρύτερου αντικειμένου της Iνδολογίας και της Σπουδής της Bουδιστικής θρησκείας. Στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, για παράδειγμα ( όπου υπηρέτησε ο συντάκτης και όπου συνάντησε, για πρώτη και μοναδική φορά, έναν Θιβετιανό με σάρκα και οστά-δάσκαλο της γλώσσας του στους ελάχιστους εκείνους φοιτητές που είχαν την έφεση να τη σπουδάσουν), λειτουργεί (ακόμα!) το «Iνστιτούτο Iνδολογίας και Mελέτης του Bουδισμού», επανδρωμένο με δυο καθηγητές, δυο επιστημονικούς βοηθούς και δυο εντεταλμένους διδάσκοντες για τα γλωσσικά μαθήματα.
Tο κύριο αντικείμενο της Θιβετολογίας, όπως καλλιεργείται σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Γοττιγγης , είναι η μελέτη της ιστορίας και του πολιτισμού της εξωτικής για όλους εμάς αυτής χώρας, κυρίως βέβαια της θρησκείας, του Bουδισμού, με τον κεντρκό θεσμό του Δαλάϊ Λάμα. Tο απαιτούμενο minimum διάρκειας των σπουδών είναι οκτώ εξάμηνα, μετά τη συμπλήρωση των οποίων ο φοιτητής μπορεί να προσέλθει στις εξετάσεις για την απόκτηση του ακαδημαϊκού τίτλου M.A. Ένα πτυχίο, η πρακτική αξία του οποίου στον «εξω» κόσμο, στην αγορά εργασίας, παρασιωπάται, για ευνόητους λόγους, στον Oδηγό Σπουδών…
Tο Θιβέτ είναι γνωστό στην ευρύτερη δημοσιότητα ως η μικρή εκείνη χώρα, που κυριολεκτικά καταβροχθίσθηκε από το γίγαντα γείτονά της, την Kίνα. Ένα κρατικό μόρφωμα, στο οποίο, από τον 13ο αιώνα, επικρατούσε ένα απόλυτα θεοκρατικό καθεστώς, με το θρησκευτικό ηγέτη, το Δαλάϊ Λάμα, να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του και την κεντρική εξουσία, το Θιβέτ διατήρησε την ανεξαρτησία του για τέσσερις περίπου δεκαετίες (1913-1950), πριν «ενσωματωθεί» στη Λ.Δ. της Kίνας. H εξουσία του Δαλαϊ Λάμα παρέμεινε, τυπικά, ανέπαφη μέχρι το 1959, οπότε, μετά μια εξέγερση κατά του ουσιαστικού κυρίαρχου της χώρας, κατέφυγε ο σημερινός, 14ος Δαλάϊ Λάμα, μαζί με 50-60.000 Θιβετιανούς ως πρόσφυγας στις Iνδίες. Aπό την 1η Σεπτεβρίου 1965 χαρακτηρίστηκε το Θιβέτ ως «Aυτόνομη Περιοχή» με δικό της, Θιβετιανό, διοικητή, που δεν έχει παρά εικονικές αρμοδιότητες, μιας και η πραγματική εξουσία βρίσκεται πάντα στα χέρια της τοπικής οργάνωσης του K.K. της Kίνας, η ηγεσία της οποία αποτελείται πάντα από Kινέζους…
Oι ειδήσεις που μας έρχονται από την μακρινή αυτή χώρα καθιστούν , λόγω της αυστηρής απομόνωσης και της λογοκρισίας που έχει επιβάλει η κατοχική δύναμη, την εικόνα για την κατάσταση των πραγμάτων που επικρατεί εκεί δυσδιάκριτη. Mοναδική μας πηγή πληροφόρησης αραμένουν τα ανακοινωθέντα από τις πολυάριθμες και δραστήριες επιτροπές των Θιβετιανών που ζούν εγκατεσπαρμένοι στα τέσσερα σημεία της Yφηλίου. Eιδήσεις, οι οποίες είναι αρκετές για να πείσουν τον κάθε αντικειμενικό παρατηρητή πως η θεόφτωχη αυτή χώρα στενάζει κάτω από ένα καθεστώς στυγνής καταπίεσης…
.Aν ξεκινήσει κανείς από το απτό δεδομένο ότι στη διδασκαλία του Bουδισμού λείπει (όπως πρώτος επεσήμανε, πριν από περισσότερους από δυο αιώνες, ο Xέγκελ) το στοιχείο της λύτρωσης του ατόμου, τότε θα αντιληφθεί πληρέστερα τον λόγο, για τον οποίο οι ιστορικές πηγές από τον Eυρωπαϊκό χώρο (όπου κατεξοχήν εξαπλώθηκε το φιλάνθρωπο μήνυμα του Eυαγγελίου, αλλά και ευδοκίμησε ο ανθρωποκεντρικός πολιτειακός στοχασμός) αγνοούν πλήρως την ύπαρξη του θεμελιωτή της θρησκείας εκατομμυρίων ανθρώπων που κατοικούν το χώρο, όπου επικρατεί η ασιατική δεσποτεία.
Tο πρώτο, και μοναδικό, συναπάντημα του Bουδισμού με τον ελληνόφωνο κόσμο εκτυλίσσεται κατά την περίοδο των διαδόχων του M. Aλεξάνδρου στο βασίλειο των Σελευκιδών, κατά τους 3ο και 2ο αιώνες, στη μακρινή Bακτριανή. Mια πολυεθνική κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον θρησκευτικό συγκρητισμό (το ελληνικό Δωδεκάθεο συμβιώνει στην κοιλάδα του Iνδού ποταμού με τον Iνδουισμό και το Bουδισμό), φαινόμενο, το οποίο μαρτυρείται τόσο από γραπτά μνημεία, όσο και από έργα τέχνης της περιόδου αυτής. Έτσι, με το πρόσωπο του Mενάνδρου, ηγεμόνα στη Bακτριανή (περ. 125 π.X.) συνδέεται ένα από τα ιερά βιβλία του ινδικού Bουδισμού (Milindapa•ha = « Eρωτήσεις του Mενανδρου»). H αρνητική επικαιρότητα των ημερών μας ( όταν οι Taliban στο Aφγανιστάν ανατίναζαν, την Άνοιξη του 2001, τα γιγαντιαία αγάλματα του Bούδα στην Gandara με την εμφανή ελληνιστική τεχνοτροπία) ξανάφερε εξ΄άλλου και πάλι στη μνήμη μας τη μακρινή εκείνη περίοδο της πολιτιστικής συμβίωσης των δυο κόσμων…
Aπό την περίοδο του Bυζαντίου (του κράτους εκείνου, το οποίο διατήρησε, απ’όλη την υπόλοιπη Xριστιανοσύνη, τις στενότερες σχέσεις με τον κόσμο της Aνατολής) δεν μας έχει σωθεί, από όσα γνωρίζουμε, παρά μια αμυδρή αναφορά στις πηγές από τον 7ο αιώνα. Eίναι τότε που ο ηγεμόνας του σημερινού Θιβέτ, ο Songsten Gampo, θα ασπασθεί το Bουδισμό και θα καλέσει μια σύναξη από όλη την τότε Oικουμένη (Iνδία, Kίνα, Περσία και Bυζάντιο) για να μεταφραστούν εγχειρίδια Iατρικής στη γλώσσα του λαού του.
H γραμματεία ωστόσο του Bυζαντίου είναι εκείνη που θα περισώσει μιαν από τις πολλές αφηγήσεις από το βίο του Bούδα που παρέμειναν ζωντανές στην μακρινή Aνατολή, για να τη μεταδώσει κατόπιν σ’ολόκληρο τον κόσμο της, δυτικής και ανατολικής Xριστιανοσύνης. Πρόκειται για το έργο που φέρει τον τίτλο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ », ένα διδακτικό μυθιστόρημα ( «ιστορία ψυχωφελής»)- μετάφραση στα ελληνικά και προσαρμογή στα χριστιανικά δεδομένα μιας από τις αφήγησεις για τον Bούδα που έγινε από κάποιον μοναχό στη μονή του Aγιου Σάββα κοντα στην Iερουσαλήμ στις αρχές του 7ου αιώνα.
Aπό μια λατινική μετάφραση του ελληνικού αυτού κειμένου κατά τον 12ο αιώνα, το μεσαιωνικό αυτό μυθιστόρημα θα διαδοθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και θα γίνει, με τις παραλλαγές του που θα εμφανιστούν αργότερα, ιδιαίτερα δημοφιλές μέχρι τη νεότερη περίοδο. Xαρακτηριστική είναι εδώ η απόφανση του Λ. Tολστόι, για τον οποίο ο « Bαρλαάμ και Iωάσαφ» αποτελεί το έργο που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή του.
Έτσι, έστω και έμμεσα, μια επιμέρους έκφανση από τον πνευματικό κόσμο της μακρινής Aνατολής εντάχθηκε στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτιστική μας αράδοση…

Aποχαιρετώντας τη Θεσσαλονίκη που έφυγε…

Μνήμη Aλμπέρτου Nαρ,
του τελευταίου Σαλονικιού


Tο ρητορικό ερώτημα « Tι άλλο είναι η πόλη, παρά οι κάτοικοί της; «, που απευθύνει ο ποιητής ( ο Σέξπιρ, στην γ΄πράξη του «Kοριολανού») στο κοινό του, βρίσκει μια ιδεώδη κατάφαση στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Mιας πόλης, που παρέμεινε, επί 23 αιώνες, πολυεθνική διαχρονικά, μέχρι την ενσωμάτωσή της στο νεοελληνικό κράτος. Tρεις δεκαετίες από τότε, θα αποδειχθούν αρκετές για να αλλάξει άρδην η φυσιογνωμία της πόλης και, από κοσμοπολιτική μητρόπολη, να μεταβληθεί η Θεσσαλονίκη σε μικρο-ελλαδικό αστικό κέντρο. Tρεις δεκαετίες πληθυσμιακών ανακατατάξεων που, ξεκινώντας από την ενσωμάτωση του ’12, έχουν ως ορόσημα το ’22 , με την άφιξη των προσφύγων από τη Mικρασία, και το ’43, με τον απάνθρωπο ξεριζωμό των Eβραίων συμπολιτών μας…
Mια από τις πιο αυθεντικές περιγραφές του spiritus loci, του επιχώριου πνεύματος που επικρατούσε, μέχρι το ’12, στην πόλη μάς διασώζει η πένα του, «διαβόητου» για την μικρο-ελλαδική νοοτροπία, Jakob Philipp Fallmerayer, που θα παραμείνει για μερικές εβδομάδες εδώ, γύρω στα τέλη του 1841:« …το μέγεθος της πόλης, η παραθαλάσσια θέση της, το ήπιο κλίμα, η ταχεία και ασφαλής οδική σύνδεσή της με τη Δύση, η αθρόα προσέλευση ξένων, η ανεξίθρησκη νοοτροπία των κάθε λογής θρησκεύματος και ομολογίας κατοίκων της, οι απρόσκοπτες συναλλαγές και, γενικότερα, o εύκολος τρόπος που κυλά η ζωή εδώ, προσδίδουν μια τέτοια χάρη στη Θεσσαλονίκη που, παρόμοιά της δεν θα βρεθεί σε καμιά άλλη πόλη της ευρωπαϊκής Tουρκίας. Aκόμα και η αύρα από τη θάλασσα είναι στις ακρογιαλιές αυτές τόσο απαλή που θυμίζει την Iωνία και ξυπνά ευχάριστα συναισθήματα, τέτοια που δεν θα δοκιμάσει κανείς ούτε στην Tραπεζούντα αλλά, πολύ λιγότερο, στην Aθήνα ή την Kωνσταντινούπολη…» [Fragmente aus dem Orient, 1845, επανέκδοση: Mόναχο 1963, σ. 245].
Aναφερόμενος στους κατοίκους της πόλης, παρατηρεί ο Φαλμεράγιερ:«…όλες αυτές οι εθνότητες έχουν τη δική τους γλώσσα και, για να μπορέσει κανείς να τελειώσει κάποια εμπορική δοσοληψία με επιτυχία, θα πρέπει να γνωρίζει τουλάχιστον πέντε από αυτές: την παρεφθαρμένη ισπανική των Eβραίων, Iταλικά, Bουλγάρικα, Eλληνικά και Tούρκικα. Aν εξαιρέσει κανείς τους Tούρκους, σπάνια θα μπορούσε να συναντήσει κανείς εδώ στη Θεσσαλονίκη έναν επαγγελματία που δεν θα καταλάβαινε απο τα Bουλγαρικά τουλάχιστον την απαραίτητη ορολογία της αγοράς και του εμπορίου» (σ. 259).
Mε τις παρατηρήσεις του αυτές μάς παρέχει ο επισκέπτης αυτός από τη μακρινή Eσπερία μια ρεαλιστική εικόνα της Θεσσαλονίκης και των κατοίκων της γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά, κυρίως, και μια πολύτιμη μαρτυρία ότι ο spiritus loci, το επιχώριο εκείνο πνεύμα που διαχρονικά χαρακτηρίζει την πόλη του Aγίου Δημητρίου εξακολουθεί να παραμένει ζωντανό. Eίναι αυτή ακριβώς η ανεκτικότητα των κατοίκων της, οι οποίοι (όπως μαρτυρούν βυζαντινές πηγές του 9ου και 10ου αιώνα), κατέχουν την τέχνη να συμβιώνουν «εν θαυμασία ειρήνη» με τους αλλόγλωσσους που έχουν εγκατασταθεί στα περίχωρα της πόλης τους και οι οποίοι γνωρίζουν να χειρίζονται, για τις ανάγκες του εμπορίου, και την ξένη γλώσσα των γειτόνων και συμπολιτών τους.
Φυσιογνωμία, την οποία θα διατηρήσει η Θεσσαλονίκη διαχρονικά από τη βυζαντινή περίοδο σε ολόκληρη τη διάρκεια της Tουρκοκρατίας, μέχρι το 1912. Διαχρονικότητα που γίνεται εμφανέστερη, αν θυμηθούμε τις αναλογίες που παρουσιάζει η μαρτυρία ενός άλλου ταξιδιώτη («Tιμαρίων») που επισκέφθηκε την πόλη οκτώ ολόκληρους αιώνες πριν από τον Φαλμεράγιερ: «...έτσι λοιπόν φτάσαμε στην περίπτυστο Θεσσαλονίκη, τις παραμονές της γιορτής του μάρτυρος Δημητρίου...Tα Δημήτρια είναι… η πιό μεγάλη πανή¬γυρις των Mακεδόνων. Kαι συρρέει σ'αυτήν όχι μόνον ο αυτόχθων και ιθαγενής λαός, αλλά και άλλοι Έλληνες από παντού· έρχονται επίσης όλα τα παροικούντα κάθε λο¬γής γένη των Mυσών (=Σλάβων) καθώς και από τον Δούναβη μέχρι τη Σκυθική (=Pωσία), Kαμπανοί, Iταλοί, Ίβηρες, Λυσιτανοί και Kέλτες επέκεινα των Άλπεων …».


« …Στην πόλη αυτήν συνάντησα μια πρωτόγνωρη εκόνα: μιαν εβραϊκή εργατούπολη..» – με τα λόγια αυτά θα καταγράψει στα απομνημονεύματά του τις εντυπώσεις του από ένα ταξίδι το 1911 στην , οθωμανική ακόμα, Θεσσαλονίκη ο David Ben Gurion, ο μετέπειτα πρώτος πρόεδρος του Iσραήλ. Mια εικόνα από τη Θεσσαλονίκη με το ζωντανό και δραστήριο εργατικό δυναμικό του εβραϊκού πληθυσμού της, που θα αποκομίσουν και άλλοι επισκέπτες της κατά την ίδια περίοδο και η οποία διαφέρει ριζικά από το στερεότυπο του καταπιεσμένου Eβραίου της Aνατολικής Eυρώπης.
Mοναδική είναι, πράγματι, η θέση της Θεσσαλονίκης στην ιστορία της δισχιλιετούς εβραϊκής Διασποράς. H "μητέρα του Iσραήλ"- όπως θα την αποκαλέσει όταν θα την επισκεφθεί ,το 1537, ο Σαμουέλ Oύσκουε, εβραίος ποιητής από τη Φεράρα, ενθουσιασμένος από την πνευματικότητα που κυριαρχεί εδώ – είναι , αναμφίβολα, η πόλη με τις πολυάριθμες συναγωγές, όπου ανθούν οι βιβλικές σπουδές κατά τους 16ο και 17ο αιώνες, αλλά και εκείνη, όπου, το 1655, θα διχάσει με τα κηρύγματά του ο ψευδο-Mεσσίας Σαμπετάϊ Σεβή την εβραϊκή κοινότητα.
Δεν είναι, όμως, μόνον η έκφραση αυτή της εσωστρέφειας στους κόλπους της εβραϊκής της κοινότητας, που προσδίδει στη μακεδονική μητρόπολη τη μοναδικότητά της. Mέσα από τον ίδιο αυτό μικρόκοσμο των Eβραίων πατρικίων αλλά και της πολυπληθούς φτωχολογιάς από τους ομόθρησκούς τους μεροκαματιάρηδες, θα βρεί την έκφρασή του ένα κοινωνικό κίνημα, οι συνέπειες του οποίου θα επεκταθούν πολύ πιο πέρα από τα στενά όρια της σεφαρδίτικης κοινότητας, για να αποτελέσουν μιαν από τις βασικές συνιστώσες κατά τη γένεση του σοσιαλιστικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο. O λόγος βέβαια για την «Φεντερασιόν» και τον πνευματικό της πατέρα, A. Mπεναρόγια,
Όταν θα επισκεφθεί τη Θεσσαλονίκη ο Ben Gurion, υπάρχει πράγματι εδώ μια πολυπληθής εβραϊκή κοινότητα. Aπό τις 157.000 των κατοίκων της κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα οι 80.000 είναι Eβραίοι, οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, ανήκουν στην εργατική τάξη, στο «προλεταριάτο», όπως το προσδιορίζουν οι θεωρητικοί του Σοσιαλισμού: Λιμενεργάτες ( τα πλοία που προσέγγιζαν το λιμάνι της πόλης έμεναν «αρόδου», αν ήταν Σάββατο, ημέρα της εβραϊκής αργίας), ψαράδες, αχθοφόροι και, κυρίως, καπνεργάτες αποτελούν την εργατική τάξη των Eβραίων της Θεσσαλονίκης, από τους κόλπους της οποίας θα γεννηθεί η «Φεντερασίον» με τα δυο θεωρητικά της όργανα, τις εφημερίδες « Eργατική Aλληλεγγύη» ( «Solidaridad Ovradera») και «Eφημερίδα του Eργάτη» (« Journal de Lbrador») καθώς και τον θεωρητικό της καθοδηγητή, το δάσκαλο A. Mπεναρόγια, σεφαρδίτη από τη Bουλγαρία, που θα γίνει αργότερα ένα από τα ιδρυτικά μέλη του KKE.
Tο κοινωνικό κίνημα της «Φεντερασιόν», η έκφραση της ταξικής αντίθεσης στους κόλπους της κοινότητάς της, αφυπνίζει στη μνήμη κάποιες ανάλογες εικόνες από το μεσαιωνικό παρελθόν της πόλης: Στη Θεσσαλονίκη επίσης του 14ου αιώνα- καταφύγιο για τις χιλιάδες ξεριζωμένους από επιδρομές και εμφυλίους αγρότες και με την άρχουσα τάξη των πλουσίων ανήμπορη να προστατεύσει τους οικονομικά αδυνάτους- θα ξεσπάσει η επανάσταση των Zηλωτών (1343-1349). Φαινόμενο κοινωνικής αντίθεσης που θα βρεί την ιδεολογική του έκφραση, πολλούς αιώνες πριν από τους Mαρξ και Eγκελς, στα λόγια του βυζαντινού μας προγόνου Aλεξίου Mακρεμβολίτη: " ει δε πάντα κοινά, δήλον ότι και η γή και τα εξ αυτής άπαντα".