Στις 23 Δεκεμβρίου και με αφορμή τα εννενηκοστά γενέθλιά του, έδωσε ο τ. καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ μια συνένευξη στη γερμανική τηλεόραση, στην οποία, μεταξύ των άλλων , προσδιόρισε τις δυο ανθρωπολογικές κατηγορίες των πολιτικών ανδρών .“Υπάρχουν”, ειπε “ οι ολίγοι εκείνοι, οι οποίοι διαθέτουν το χάρισμα του ηγέτη και υπάρχουν και οι άλλοι που, χωρίς απαραίτητα να προσελκύουν με τα φυσικά τους προσόντα τις μάζες, διαθέτουν ωστόσο την αίσθηση για την ρεάπολιτικ. Οι πρώτοι θα περάσουν στις σελίδες της Ιστορίας, χωρίς να έχουν απαραίτητα ευεργετήσει τους συνανθρώπους τους. Οι δεύτεροι ίσως παραμείνουν τελικά αφανείς αλλά οπωσδήποτε χρήσιμοι για το κοινωνικό σύνολο σε μια δεδομένη στιγμή” .
Σε τούτες τις μέρες μας που ένας στην κυριολεξια θεομπαίχτης ρασοφόρος αποδείχτηκε τελικά υπέρτερος σε ρεαλισμό από πολλούς πολιτικούς μας, είναι, νομίζω, χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη σημασία του τεχνικού αυτού όρου και να αναλογισθούμε αν οι σημερινοί μας πολιτικοί άρχοντες είναι ικανοί να τον εφαρμόσουν στην πράξη.
O όρος "ρεάλπολιτίκ" ( η πατρότητα του οποίου θα πρεπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελλάριο Bίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη "Θεία Bούληση") ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ. : "το εθνικό συμφέρον" ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες τις τρέχουσας πραγματικότητας. Oι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του "Πελοποννησιακού Πολέμου" από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.X.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Mακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).
Δυο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει την ρεάλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα, πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού" τα "think tanks") είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ το λόγο του Σέξπιρ, " να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοί κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοί όχι" ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στούς πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.
Στο "Hμερολόγιο ενός αφανούς" σημείωνε, το 1953, ο Zαν Kοκτώ ότι: " H Iστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (réel) και του ψευδούς. Tο πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Iστορίας, σε ψευδές, ενώ τη μη-πραγματικό (iréel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές". Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα" , προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα “ [New York Times, 8 Mαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei A. Kovalev ]. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
Ποια μοίρα, άραγε, επιφυλάσσει ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας στον Προϋπολογισμό που μόλις κατέθεσαν οι κυβερνώντες στη Βουλή ή στις “μεταρρυθμίσεις” που με τόσο στόμφο διαλαλεί ο κ. πρωθυπουργός;
Wednesday, December 24, 2008
Wednesday, December 10, 2008
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού
Ας υποθέσουμε ότι κάποτε, στο απώτερο μέλλον, ένας ερευνητής θα ενδιαφερθεί να καταγράψει την ιστορία του κοινωνικού κινήματος στη χώρα μας κατά την χρονική περίοδο που διατρέχουμε σήμερα. Μια περίοδο που εγκαινιάζεται τον Μάρτιο του 2004, με την έλευση στην Εξουσία της σημερινής κυβερνώσας παράταξης, συνεκτικό κρίκο της οποίας αποτελεί (όπως τεκμηριώνεται από τις δημοσκοπήσεις) η φυσιογνωμία του ηγέτη της. Ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική μας ιστορική περιπέτεια που θα κλείσει μοιραία με την αποχώρηση του ίδιου ηγέτη από την πολιτική σκηνή και το οποίο θα φέρει τον ταιριαστό τίτλο «Νεο-Καραμανλισμός».
Ποια είναι τα ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά της περιόδου του «Νεο-Καραμανλισμού», τα οποία ενδεχομένως θα εντοπίσει ο ιστορικός του μέλλοντος; Στο ερώτημα αυτό δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μιαν απάντηση ο ερευνητής μας με τα δεδομένα που θα έχει στη διάθεσή του και τα οποία θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο «Νεο-Καραμανλισμός» ταυτίζεται στην ουσία με την παλιννόστηση μιας τάξεως πραγμάτων που έμοιαζε να έχει ήδη ξεπεραστεί.
Ο λόγος εδώ για την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ολιγομελούς κοινωνικής κατηγορίας στη δημόσια ζωή, των golden boys οι οποίοι είτε ως υπουργοί με ιδιαίτερα προικισμένους κουμπάρους, συζύγους και λοιπούς εξ αγχιστείας συγγενείς είτε ως ρασοφόροι «πνευματικοί» των αιρετών αρχόντων, είτε ακόμη ως αυλικοί στον περίγυρο πρωθυπουργικών συζύγων θα αναπτύξουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα που θα τους αποφέρει κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα.Η ιστορική αναλογία με την «χρυσή νεολαία», τη Jeunesse doree στη Γαλλία είναι ενδεικτική: είναι οι νεαροί βλαστοί της γαλλικής αστικής τάξης που θα σηκώσουν , μετά την εκτέλεση του Ροβεσπιέρρου (1794), πρώτοι κεφάλι στην επαναστατημένη Γαλλία ως προπομποί της αντιδραστικής Παλιννόστησης.
΄Ενα περαιτέρω χαρακτηριστικό του Νεο- Καραμανλισμού, στοιχείο αναχρονισμού που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμιο για το δημόσιο βίο της χώρας κατά την περίοδο αυτήν, είναι η ιδιαίτερη φροντίδα που θα επιδείξουν οι αιρετοί άρχοντες για να βολέψουν τα «δικά τους» παιδιά σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καταργώντας ή φαλκιδεύοντας τα όσα θεσμικά μέτρα απέτρεπαν από τον κάθε είδους φαβοριτισμό (κοινώς: ρουσφέτι).
Με το Νεο-Καραμανλισμό συνδέεται επίσης μια, είναι αλήθεια, όχι πρωτόφαντη για τα νεοελληνικά δημόσια πράγματα, κενόλογη ρητορεία γύρω από κάποιες μεταρρυθμίσεις που επιχιρει η κυβέρνηση , σε πείσμα όλων των κακόβουλων εχθρών του γένους. Λόγια κενά περιεχομένου, που τα καθιστά υβριστικά για τους αρχομένους η απτή πραγμακότητα .
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όμως και άλλες πηγές, κατά τεκμήριο πιο αντικειμενικές, για να εγκύψει στην ανάλυση του Νεο-Καραμανλισμού. Είναι τα μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα ο ξενόγλωσσο Τύπος ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα των ημερών μας. Αναλύσεις οι οποίες ταυτίζουν τον Νεο- Καραμανλισμό με την απόλυτη αδυναμία των οργάνων του κράτους να προστατέψουν το βιός αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή των πολιτών του. Μια αστυνομία, η οποία, κατά γενική ομολογία των ξένων αναλυτών, αποδείχθηκε εγκληματικά ανίκανη να τιθασεύσει το μένος του ληστρικού λούμπεν-προλεταριάτου, το οποίο τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θριάμβευσε ανενόχλητο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού θάφτηκαν, μαζί με το κουφάρι ενός αθώου δεκαπεντάχρονου παιδιού, και οι ελπίδες...
Ποια είναι τα ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά της περιόδου του «Νεο-Καραμανλισμού», τα οποία ενδεχομένως θα εντοπίσει ο ιστορικός του μέλλοντος; Στο ερώτημα αυτό δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μιαν απάντηση ο ερευνητής μας με τα δεδομένα που θα έχει στη διάθεσή του και τα οποία θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο «Νεο-Καραμανλισμός» ταυτίζεται στην ουσία με την παλιννόστηση μιας τάξεως πραγμάτων που έμοιαζε να έχει ήδη ξεπεραστεί.
Ο λόγος εδώ για την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ολιγομελούς κοινωνικής κατηγορίας στη δημόσια ζωή, των golden boys οι οποίοι είτε ως υπουργοί με ιδιαίτερα προικισμένους κουμπάρους, συζύγους και λοιπούς εξ αγχιστείας συγγενείς είτε ως ρασοφόροι «πνευματικοί» των αιρετών αρχόντων, είτε ακόμη ως αυλικοί στον περίγυρο πρωθυπουργικών συζύγων θα αναπτύξουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα που θα τους αποφέρει κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα.Η ιστορική αναλογία με την «χρυσή νεολαία», τη Jeunesse doree στη Γαλλία είναι ενδεικτική: είναι οι νεαροί βλαστοί της γαλλικής αστικής τάξης που θα σηκώσουν , μετά την εκτέλεση του Ροβεσπιέρρου (1794), πρώτοι κεφάλι στην επαναστατημένη Γαλλία ως προπομποί της αντιδραστικής Παλιννόστησης.
΄Ενα περαιτέρω χαρακτηριστικό του Νεο- Καραμανλισμού, στοιχείο αναχρονισμού που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμιο για το δημόσιο βίο της χώρας κατά την περίοδο αυτήν, είναι η ιδιαίτερη φροντίδα που θα επιδείξουν οι αιρετοί άρχοντες για να βολέψουν τα «δικά τους» παιδιά σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καταργώντας ή φαλκιδεύοντας τα όσα θεσμικά μέτρα απέτρεπαν από τον κάθε είδους φαβοριτισμό (κοινώς: ρουσφέτι).
Με το Νεο-Καραμανλισμό συνδέεται επίσης μια, είναι αλήθεια, όχι πρωτόφαντη για τα νεοελληνικά δημόσια πράγματα, κενόλογη ρητορεία γύρω από κάποιες μεταρρυθμίσεις που επιχιρει η κυβέρνηση , σε πείσμα όλων των κακόβουλων εχθρών του γένους. Λόγια κενά περιεχομένου, που τα καθιστά υβριστικά για τους αρχομένους η απτή πραγμακότητα .
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όμως και άλλες πηγές, κατά τεκμήριο πιο αντικειμενικές, για να εγκύψει στην ανάλυση του Νεο-Καραμανλισμού. Είναι τα μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα ο ξενόγλωσσο Τύπος ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα των ημερών μας. Αναλύσεις οι οποίες ταυτίζουν τον Νεο- Καραμανλισμό με την απόλυτη αδυναμία των οργάνων του κράτους να προστατέψουν το βιός αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή των πολιτών του. Μια αστυνομία, η οποία, κατά γενική ομολογία των ξένων αναλυτών, αποδείχθηκε εγκληματικά ανίκανη να τιθασεύσει το μένος του ληστρικού λούμπεν-προλεταριάτου, το οποίο τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θριάμβευσε ανενόχλητο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού θάφτηκαν, μαζί με το κουφάρι ενός αθώου δεκαπεντάχρονου παιδιού, και οι ελπίδες...
Wednesday, November 26, 2008
Zeitgeist: Το πνεύμα των καιρών
Συνηθίζουν, όσοι επιχειρούν κάποια αναδρομή στο παρελθόν, να αναφέρονται σε μια περίοδο, χαρακτηρίζοντας την (συνήθως μονολεκτικά) ανάλογα με το κυρίαρχο πνεύμα, το Zeitgeist, που τις διακρίνει. ΄Οταν, για παράδειγμα, αναφερόμαστε στην πρόσφατη ιστορική μας περιπέτεια μιλούμε για την «περίοδο του ρετσινόλαδου»(τα ύστερα χρόνια της δεκαετίας του ’30), τα «πέτρινα χρόνια» χρόνια του ’50, τα χρόνια της αντιπαροχής αλλά και της βίας και νοθείας του εκλογικού συστήματος (δεκαετία του ’60) κ.ο.κ.
Με ποιούς επιθετικούς προσδιορισμούς θα επικρατήσει άραγε να αναφέρονται στην τρέχουσα περίοδο τού Νέο-καραμανλισμού που διανύουμε εκείνοι που θα μας ακολουθήσουν χρονικά; Αν και είναι ακόμα άδηλο πότε ακριβώς θα «κλείσει» η περίοδος αυτή, με την μοιραία αποχώρηση του πρωταγωνιστή από το παλκοσένικο, τείνουν ήδη να καθιερωθούν κάποιες εναλλακτικές επικεφαλίδες. Θα έχει ‘ισως σημειώσει ο αναγνώστης ότι, κατά την τελευταία πενταετία, ιδιαίτερα συχνή στο δημόσιο λόγο μας ήταν η χρήση του όρου «λαμόγιο». Τεχνικού όρου από το λεξιλόγιο της καθομιλουμένης αργκό με άδηλο έτυμο αλλά ένα σαφές σημασιολογικό περιεχόμενο. Κατά την τρέχουσα περίοδο του Νεο-καραμανλισμού είχαμε μάλιστα την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι ο όρος παρουσιάζει και παραλλαγές, ανάλογα με το πεδίο δρ’ασης του εκάστοτε «λαμόγιου». ΄Ετσι από τον φτωχο-διάβολο της πρώιμης Νεο-καραμανλικής περιόδου που ανέπτυξε τη δραστηριότητά του μέσα από το περιβάλλον του υπουργού των Εσωτερικών, φτάσαμε να θαυμάζουμε την πολυσχιδή δράση των «κουμπάρων» με τα ομόλογα, για να έλθουμε στις μέρες μας στον απόλυτο κολοφώνα της «λαμογιάς» με τους δυο αξεπέραστους ρασοφορους μαϊστορες.
Εγγeνές λοιπόν, όπως αποδεικνύεται από τη θλιβερή πραγματικότητα, του Νεο-καραμανλικού συστήματος το φαινόμενο και δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ανάμεσα στους έντιμούς αγωνιστές της, όπως αυτοαποκαλείται , φιλελεύθερης παράταξης υπήρχαν μεγάλα και μικρά λαμόγια, τα οποία περίμεναν με το μαχαίρι στο στόμα, την επιτυχία στο ρεσάλτο για την Εξουσία.
Η υπόθεση Βατοπεδίου καθιστά όμως φανερή μια περαιτέρω διάσταση του Νεο-καραμανλικού συστήματος, μπροστά στην οποία τα τερτίπια των διάφορων «κουμπάρων» και λαμόγιων μοιάζουν φάρσες μιας οπερέτας. Πρόκειται για το κλίμα εκείνο το οποίο εξέθρεψε και ευνόησε τελικά να εμφανιστούν μέσα στην θαλπωρή της εξουσίας δυο φαινόμενα ανάλογα. Δυο βίους παράλληλους μας θυμίζει η πολιτεία, αλλά και η ιδεολογική νομιμοποίηση των δυο μορφών οι οποίες , οριστικά και τελεσίδικα, θα καταχωριστούν στις δέλτους της ιστορίας μας ως «τέκνα της Νεο-καραμανλικής εποχής».
Το γνωστό δίπολο «Πατρίς –Θρησκεία» που κοσμεί τον θυρεό του οικοδομήματος της αγέραστης Δεξιάς είναι και εκείνο που επικαλούνται ως ιδεολογική τους νομιμοποίηση οι δυο πρωταγωνιστές της εποχής μας . Ο φιλόλογος Ζαχόπουλος, ο οποίος κυριολεκτικά βιώνει το πνεύμα της Μεγάλης Ιδέας και ο οποίος, ως παντοδύναμος αυλικός θα αναπτύξει ολη τη δραστηριότητα εκείνην, η οποία, τελικά θα μείνει ατιμώρητη, δίπλα στον υποκριτή καλόγερο Εφραίμ, τον οποίο ένα master mind του καθεστωτικού Νεο-καραμανλικού συστήματος ανέδειξε σε ύψη που είναι, όπως φαίνεται, απλησίαστα από τα θεσμικά όργανα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας.
Εγγενή φαινόμενα του Νεο-καραμανλικού συστήματος αποτελούν οι παράλληλοι βίοι και η πολιτεία των δυο αυτών μορφών που κατόρθωσαν τελικά να μας πείσουν ότι οι βρυκόλακες αποτελούν μια πραγματικότητα που αναδύεται στην επιφάνεια, κάθε φορά που οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Με ποιούς επιθετικούς προσδιορισμούς θα επικρατήσει άραγε να αναφέρονται στην τρέχουσα περίοδο τού Νέο-καραμανλισμού που διανύουμε εκείνοι που θα μας ακολουθήσουν χρονικά; Αν και είναι ακόμα άδηλο πότε ακριβώς θα «κλείσει» η περίοδος αυτή, με την μοιραία αποχώρηση του πρωταγωνιστή από το παλκοσένικο, τείνουν ήδη να καθιερωθούν κάποιες εναλλακτικές επικεφαλίδες. Θα έχει ‘ισως σημειώσει ο αναγνώστης ότι, κατά την τελευταία πενταετία, ιδιαίτερα συχνή στο δημόσιο λόγο μας ήταν η χρήση του όρου «λαμόγιο». Τεχνικού όρου από το λεξιλόγιο της καθομιλουμένης αργκό με άδηλο έτυμο αλλά ένα σαφές σημασιολογικό περιεχόμενο. Κατά την τρέχουσα περίοδο του Νεο-καραμανλισμού είχαμε μάλιστα την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι ο όρος παρουσιάζει και παραλλαγές, ανάλογα με το πεδίο δρ’ασης του εκάστοτε «λαμόγιου». ΄Ετσι από τον φτωχο-διάβολο της πρώιμης Νεο-καραμανλικής περιόδου που ανέπτυξε τη δραστηριότητά του μέσα από το περιβάλλον του υπουργού των Εσωτερικών, φτάσαμε να θαυμάζουμε την πολυσχιδή δράση των «κουμπάρων» με τα ομόλογα, για να έλθουμε στις μέρες μας στον απόλυτο κολοφώνα της «λαμογιάς» με τους δυο αξεπέραστους ρασοφορους μαϊστορες.
Εγγeνές λοιπόν, όπως αποδεικνύεται από τη θλιβερή πραγματικότητα, του Νεο-καραμανλικού συστήματος το φαινόμενο και δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ανάμεσα στους έντιμούς αγωνιστές της, όπως αυτοαποκαλείται , φιλελεύθερης παράταξης υπήρχαν μεγάλα και μικρά λαμόγια, τα οποία περίμεναν με το μαχαίρι στο στόμα, την επιτυχία στο ρεσάλτο για την Εξουσία.
Η υπόθεση Βατοπεδίου καθιστά όμως φανερή μια περαιτέρω διάσταση του Νεο-καραμανλικού συστήματος, μπροστά στην οποία τα τερτίπια των διάφορων «κουμπάρων» και λαμόγιων μοιάζουν φάρσες μιας οπερέτας. Πρόκειται για το κλίμα εκείνο το οποίο εξέθρεψε και ευνόησε τελικά να εμφανιστούν μέσα στην θαλπωρή της εξουσίας δυο φαινόμενα ανάλογα. Δυο βίους παράλληλους μας θυμίζει η πολιτεία, αλλά και η ιδεολογική νομιμοποίηση των δυο μορφών οι οποίες , οριστικά και τελεσίδικα, θα καταχωριστούν στις δέλτους της ιστορίας μας ως «τέκνα της Νεο-καραμανλικής εποχής».
Το γνωστό δίπολο «Πατρίς –Θρησκεία» που κοσμεί τον θυρεό του οικοδομήματος της αγέραστης Δεξιάς είναι και εκείνο που επικαλούνται ως ιδεολογική τους νομιμοποίηση οι δυο πρωταγωνιστές της εποχής μας . Ο φιλόλογος Ζαχόπουλος, ο οποίος κυριολεκτικά βιώνει το πνεύμα της Μεγάλης Ιδέας και ο οποίος, ως παντοδύναμος αυλικός θα αναπτύξει ολη τη δραστηριότητα εκείνην, η οποία, τελικά θα μείνει ατιμώρητη, δίπλα στον υποκριτή καλόγερο Εφραίμ, τον οποίο ένα master mind του καθεστωτικού Νεο-καραμανλικού συστήματος ανέδειξε σε ύψη που είναι, όπως φαίνεται, απλησίαστα από τα θεσμικά όργανα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας.
Εγγενή φαινόμενα του Νεο-καραμανλικού συστήματος αποτελούν οι παράλληλοι βίοι και η πολιτεία των δυο αυτών μορφών που κατόρθωσαν τελικά να μας πείσουν ότι οι βρυκόλακες αποτελούν μια πραγματικότητα που αναδύεται στην επιφάνεια, κάθε φορά που οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Wednesday, November 12, 2008
Η “Δημοκρατία των αναλφαβήτων”
Scripta manent…. Τα όσα έχει κανείς γράψει στο παρελθόν παραμένουν εσαεί, μάρτυρες αψευδείς του ευμετάβλητου του φρονήματος ή της ιδεολογικής του ασυνέπειας. Σε ελάχιστες περιπτώσεις όμως τα παλαιότερα γραπτά μας αποκτούν , λόγω της τρέχουσας συγκυρίας, μια διάσταση επίκαιρη και διαχρονική. Αναρωτιόμουν, για παραδειγμα , σε τούτην εδώ τη στήλη (στις 22.1.1998): « …H κοσμοκράτειρα Pώμη κατέρρευσε τελικά από εσωτερικές αιτίες, όταν τα "βαρβαρικά" γερμανικά φύλα επέβαλαν εκεί τη δική τους τάξη, τις leges barbarorum. Σήμερα, επέτειο της δολοφονίας του M.-Λ. Kιγκ, η πρωτεύουσα του "πλανητάρχη" είναι μια πόλη με νέγρο δήμαρχο. Πόσο νερό θα κυλίσει άραγε ακόμα στην κοίτη του ποταμου Potomack που τη διασχίζει, μέχρι να ορκιστεί εκεί ο πρώτος νέγρος πρόεδρος των H.Π.A.;” Ερώτημα, το οποίο θα βρεί την απάντησή του σήμερα , μια δεκαεία αργότερα.
Η αλλαγή αυτή στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας οφείλεται στην αλλαγή της εκλογικής συμπεριφοράς (“Change we can” ήταν το κεντρικό σύνθημα του Μπαράκ Ομπάμα) του ίδιου ακριβώς συλλογικού σώματος, των ψηφοφόρων στις Η.Π.Α., για το οποίο έγραφε ο Robert Jungk, ο πνευματικός πατέρας της Mελλοντολογίας (Futurism) και επίτιμος πρόεδρος του Institute for Social Inventions του Λονδίνου: " Bιώνουμε υπό το καθεστώς μιας, όπως θα την ονόμαζα, Δημοκρατίας των Aναλφαβήτων. Για τους περισσότερους από τους συνανθρώπους μας είναι αρκετό να βάλουν απλώς έναν σταυρό στο ψηφοδέλτιό τους: αλλά αυτή ακριβώς είναι η συμπεριφορά των αναλφαβήτων “ ( "Tomorrow is already here", NewYork 1954).
Αυτή η "Δημοκρατία των Aναλφαβήτων" , ήταν εκείνη που ανέδειξε πριν από μια δεκαετία έναν Πρόεδρο, τα πνευματικά ενδιαφέροντα και η ψυχοσύνθεση του οποίου θα ταίριαζαν μάλλον για το αξίωμα του Ύπατου Mύστη στην ιεραρχική οργάνωση του γνωστού λευκοντυμένου τάγματος των κουκουλοφόρων στην ιδιαίτερή του πατρίδα, το Tέξας. Τα στατιστικά δεδομένα των ψηφοφόρων του Μπ. Ομπάμα δείχνουν ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων του απαρτίζεται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο πολιτιστικό επίπεδο. Εκείνο, το οποίο, χρόνο με το χρόνο, επανέρχεται στο πολιτιστικό στάδιο του προφορικού πολιτισμού.
Tα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν: ο αναλφαβητισμός αυξάνεται στις H.Π.A. Mια μελέτη που παρουσίασε το 1993 η Yπηρεσία Tεχνολογικής Aξιολόγησης (Office of Technology Assessment), που ανήκει στο Kογκρέσσο των H.Π.A., καταλήγει στο συμπέρασμα πως " …ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων είναι απαραίτητο να βελτιώσει το επίπεδο της εγγραμματοσύνης του. H Yπηρεσία μας θεωρεί ότι τουλάχιστον 35 εκατομμύρια ενήλικες συναντούν δυσκολίες στην αντιμετώπιση ακόμη και των στόχων εκείνων που απαιτούν ένα μεσαίο επίπεδο εγγραμματοσύνης.…"
Tο Σεπτέμβριο του 1993, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε το Yπουργείο Παιδείας των H.Π.A. (U.S. Department of Education), τα στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο εγγραμματοσύνης στη χώρα αυτή ήταν τα ακόλουθα: ένα ποσοστο περ. 24% ( 40-44 εκατομ. ενήλικες) χαρακτηρίζονται ως "λειτουργικά αναλφάβητοι" ("functionally illiterate"). Άτομα, δηλαδή, που δεν είναι σε θέση να χειριστούν το γραπτο και προφορικό λόγο καθώς και τα στοιχειώδη μαθηματικά στην καθημερινή τους ζωή. Ένας λειτουργικά αναλφάβητος ενήλικας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπληρώσει μια αίτηση πρόσληψης, να ακολουθήσει γραπτές οδηγίες ή, ακόμα, να διαβάσει μια εφημερίδα.
Στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης κατατάσσεται από την ίδια μελέτη ένα ποσοστό 25% - 28% (50 εκατομ. ενήλικες) του πληθυσμού των H.Π.A. Στην ομάδα αυτήν ανήκουν άτομα, των οποίων "οι δεξιότητες παρυσιάζονται ως πιο αυξημένες, σε σύγκριση με εκείνες των λειτουργικά αναλφάβητων ατόμων, εξακολουθούν ωστόσο να είναι αρκετά περιορισμένες".
Tις συνέπειες του αναλφαβητισμού που επικρατεί στην κοινωνία των H.Π.A. επιτείνει ακόμα περισσότερο μια ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονή μας αυτήν αυτοκρατορία της Bαβυλώνος. Στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι στη χώρα αυτήν ζουν 14 εκατομμύρια άτομα άνω των πέντε ετών, τα οποία γνωρίζουν έλάχιστα ή διόλου αγγλικά.
Στατιστικά δεδομένα, τα οποία, όταν καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός από την εκλογική νίκη, θα επηρεάσουν ασφαλώς την εξέλιξη των πραγμάτων στην κοινωνία της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας
Η αλλαγή αυτή στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας οφείλεται στην αλλαγή της εκλογικής συμπεριφοράς (“Change we can” ήταν το κεντρικό σύνθημα του Μπαράκ Ομπάμα) του ίδιου ακριβώς συλλογικού σώματος, των ψηφοφόρων στις Η.Π.Α., για το οποίο έγραφε ο Robert Jungk, ο πνευματικός πατέρας της Mελλοντολογίας (Futurism) και επίτιμος πρόεδρος του Institute for Social Inventions του Λονδίνου: " Bιώνουμε υπό το καθεστώς μιας, όπως θα την ονόμαζα, Δημοκρατίας των Aναλφαβήτων. Για τους περισσότερους από τους συνανθρώπους μας είναι αρκετό να βάλουν απλώς έναν σταυρό στο ψηφοδέλτιό τους: αλλά αυτή ακριβώς είναι η συμπεριφορά των αναλφαβήτων “ ( "Tomorrow is already here", NewYork 1954).
Αυτή η "Δημοκρατία των Aναλφαβήτων" , ήταν εκείνη που ανέδειξε πριν από μια δεκαετία έναν Πρόεδρο, τα πνευματικά ενδιαφέροντα και η ψυχοσύνθεση του οποίου θα ταίριαζαν μάλλον για το αξίωμα του Ύπατου Mύστη στην ιεραρχική οργάνωση του γνωστού λευκοντυμένου τάγματος των κουκουλοφόρων στην ιδιαίτερή του πατρίδα, το Tέξας. Τα στατιστικά δεδομένα των ψηφοφόρων του Μπ. Ομπάμα δείχνουν ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων του απαρτίζεται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο πολιτιστικό επίπεδο. Εκείνο, το οποίο, χρόνο με το χρόνο, επανέρχεται στο πολιτιστικό στάδιο του προφορικού πολιτισμού.
Tα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν: ο αναλφαβητισμός αυξάνεται στις H.Π.A. Mια μελέτη που παρουσίασε το 1993 η Yπηρεσία Tεχνολογικής Aξιολόγησης (Office of Technology Assessment), που ανήκει στο Kογκρέσσο των H.Π.A., καταλήγει στο συμπέρασμα πως " …ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων είναι απαραίτητο να βελτιώσει το επίπεδο της εγγραμματοσύνης του. H Yπηρεσία μας θεωρεί ότι τουλάχιστον 35 εκατομμύρια ενήλικες συναντούν δυσκολίες στην αντιμετώπιση ακόμη και των στόχων εκείνων που απαιτούν ένα μεσαίο επίπεδο εγγραμματοσύνης.…"
Tο Σεπτέμβριο του 1993, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε το Yπουργείο Παιδείας των H.Π.A. (U.S. Department of Education), τα στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο εγγραμματοσύνης στη χώρα αυτή ήταν τα ακόλουθα: ένα ποσοστο περ. 24% ( 40-44 εκατομ. ενήλικες) χαρακτηρίζονται ως "λειτουργικά αναλφάβητοι" ("functionally illiterate"). Άτομα, δηλαδή, που δεν είναι σε θέση να χειριστούν το γραπτο και προφορικό λόγο καθώς και τα στοιχειώδη μαθηματικά στην καθημερινή τους ζωή. Ένας λειτουργικά αναλφάβητος ενήλικας, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπληρώσει μια αίτηση πρόσληψης, να ακολουθήσει γραπτές οδηγίες ή, ακόμα, να διαβάσει μια εφημερίδα.
Στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο εγγραμματοσύνης κατατάσσεται από την ίδια μελέτη ένα ποσοστό 25% - 28% (50 εκατομ. ενήλικες) του πληθυσμού των H.Π.A. Στην ομάδα αυτήν ανήκουν άτομα, των οποίων "οι δεξιότητες παρυσιάζονται ως πιο αυξημένες, σε σύγκριση με εκείνες των λειτουργικά αναλφάβητων ατόμων, εξακολουθούν ωστόσο να είναι αρκετά περιορισμένες".
Tις συνέπειες του αναλφαβητισμού που επικρατεί στην κοινωνία των H.Π.A. επιτείνει ακόμα περισσότερο μια ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονή μας αυτήν αυτοκρατορία της Bαβυλώνος. Στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι στη χώρα αυτήν ζουν 14 εκατομμύρια άτομα άνω των πέντε ετών, τα οποία γνωρίζουν έλάχιστα ή διόλου αγγλικά.
Στατιστικά δεδομένα, τα οποία, όταν καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός από την εκλογική νίκη, θα επηρεάσουν ασφαλώς την εξέλιξη των πραγμάτων στην κοινωνία της Υπερατλαντικής κοσμοκράτειρας
Friday, October 31, 2008
Οι διαφορετικές χρήσεις της Ιστορίας
Παραμένοντας κάπως απόμακρος από την τρέχουσα επικαιρότητα, θα επιστρέψω σήμερα στην οικεία μου γωνιά, τη γωνιά του ιστορικού και, ξαναπιάνοντας το νήμα της αφήγησης από το προηγούμενο σημείωμα, θα θυμίσω εδώ τη ρήση του Γάλλου ιστορικού Pierre Gaxotte ('1982): «Σήμερα θα έπρεπε να γράφει κανείς τα κείμενα της Ιστορίας με το μολύβι, επειδή μ' αυτό τον τρόπο μπορούν να σβηστούν ευκολότερα», διατυπώνοντας έτσι μια πραγματικότητα που ανέκαθεν αποτελούσε και ένα δίλημμα για τον «επαγγελματία» ιστορικό. Πραγματικότητα που αντικατοπτρίζεται και στο μυθιστόρημα «1984» του Τζ. Οργουελ, με την υπηρεσία παλιμψήστων που λειτουργεί στο ασφυκτικά απολυταρχικό κράτος της Ωκεανίας και η οποία ολημερίς σβήνει και ξαναγράφει τις «επίσημες» ιστορικές δέλτους, «εναρμονίζοντας» έτσι κάθε στιγμή το ιστορικό παρελθόν με το «επίσημο» κρατικό δόγμα.
Maxima de nihilo nascitur historia: Μια πολύ μεγάλη ιστορία μπορεί να γεννηθεί από κάτι τι το μηδαμινό -στους λόγους αυτούς του Λατίνου ποιητή του 1ου π.Χ. αιώνα (Προπέρτιος Σέξτος, Elegiae 2,1,16) αντικατοπτρίζεται μια πανάρχαια ανθρώπινη συμπεριφορά. Ρευστά ήταν ανέκαθεν για τις ανθρώπινες κοινωνίες -από τους πανάρχαιους χρόνους, τότε που το «ιστορικό» επιχείρημα λειτουργεί ως ο κατ' εξοχήν νομιμοποιητικός παράγοντας της εξουσίας- τα όρια μεταξύ «σπουδαίου» και «μηδαμινού» ιστορικού γεγονότος, ανάμεσα στον μύθο και στο αυθεντικό ιστορικό παρελθόν. Τον δυναστικό μύθο των παλαιότερων χρόνων διαδέχθηκε ο εθνικός μύθος της νεότερης περιόδου, για να αντικατασταθεί, στις μέρες μας, από το ιστορικά «τεκμηριωμένο» κρατικό δόγμα.
Η Ιστορία (ορθότερα: οι κατά περίσταση εκδοχές της) ως θεραπαινίδα της εξουσίας, αλλά και ως στοιχείο δομικό της συλλογικής νοοτροπίας. Κανένας συμβολισμός δεν εκφράζει εναργέστερα την πανάρχαια, όσο και διαχρονική, αυτήν ανθρώπινη συμπεριφορά όσο τα ονόματα που είναι συνυφασμένα με γεγονότα σημαδιακά του παρελθόντος.
Τα παραδείγματα είναι πολλά, θα προτιμήσω όμως εδώ, με την άδεια του ευγενικού αναγνώστη, να μεταφέρω μια προσωπική εμπειρία από τη δική μου καθημερινότητα. Πρόσφατα, στη διάρκεια της διαδρομής με το αστικό λεωφορείο προς τον συνοικισμό Παπάγου, στράφηκα, με τη χαρακτηριστική για τον επαρχιώτη ανασφάλεια, στον διπλανό μου για να ρωτήσω αν πλησιάζαμε στην κεντρική λεωφόρο που διασχίζει τον δήμο, την οδό Εθνικής Αμύνης. Η λανθάνουσα γλώσσα μου («Εθνικής Αντίστασης») ανταμείφθηκε όμως όπως της άξιζε από τον πρεσβύτερό μου συνταξιδιώτη, που είχε προφανώς τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες από το πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν και για τον οποίο το «παράταιρο» όνομα λειτούργησε αυτόματα σαν κόκκινο πανί.
Παλίμψηστο, λοιπόν, για την εξουσία και για τους πολλούς, η Ιστορία, αλλά και «πουκάμισα αδειανά» - σύμβολα με περιστασιακό ή υποκειμενικό περιεχόμενο τα ονόματα που συντηρούν το παρελθόν στη συλλογική μνήμη. Τη βαθιά ανθρώπινη αυτή πραγματικότητα κατέγραψε εδώ πληρέστερα η ευαίσθητη πέννα του ποιητή από την ψυχρή γραφίδα του ιστορικού που (δέσμιος τις περισσότερες φορές μέσα στο θεωρητικό σχήμα της «ιστορικής συνέχειας»), πασχίζει να ερμηνεύσει το παρελθόν από τα επιγενόμενά του. Ομως, εδώ ανταμώνει ο ποιητής από τον μακρινό Μεσαίωνα με τον Σεφέρη: «το ρόδο του παρελθόντος δεν ζει στις μέρες μας παρά με τ' όνομά του: ονόματα γυμνά (nomina nuda) μας έχουν μείνει σήμερα...», αλλά και με τον Goethe (Faust Ι): «Το συναίσθημα είναι το παν - το όνομα δεν είναι παρά καπνός κι αντάρα ( Name ist schall und rauch)»...
Maxima de nihilo nascitur historia: Μια πολύ μεγάλη ιστορία μπορεί να γεννηθεί από κάτι τι το μηδαμινό -στους λόγους αυτούς του Λατίνου ποιητή του 1ου π.Χ. αιώνα (Προπέρτιος Σέξτος, Elegiae 2,1,16) αντικατοπτρίζεται μια πανάρχαια ανθρώπινη συμπεριφορά. Ρευστά ήταν ανέκαθεν για τις ανθρώπινες κοινωνίες -από τους πανάρχαιους χρόνους, τότε που το «ιστορικό» επιχείρημα λειτουργεί ως ο κατ' εξοχήν νομιμοποιητικός παράγοντας της εξουσίας- τα όρια μεταξύ «σπουδαίου» και «μηδαμινού» ιστορικού γεγονότος, ανάμεσα στον μύθο και στο αυθεντικό ιστορικό παρελθόν. Τον δυναστικό μύθο των παλαιότερων χρόνων διαδέχθηκε ο εθνικός μύθος της νεότερης περιόδου, για να αντικατασταθεί, στις μέρες μας, από το ιστορικά «τεκμηριωμένο» κρατικό δόγμα.
Η Ιστορία (ορθότερα: οι κατά περίσταση εκδοχές της) ως θεραπαινίδα της εξουσίας, αλλά και ως στοιχείο δομικό της συλλογικής νοοτροπίας. Κανένας συμβολισμός δεν εκφράζει εναργέστερα την πανάρχαια, όσο και διαχρονική, αυτήν ανθρώπινη συμπεριφορά όσο τα ονόματα που είναι συνυφασμένα με γεγονότα σημαδιακά του παρελθόντος.
Τα παραδείγματα είναι πολλά, θα προτιμήσω όμως εδώ, με την άδεια του ευγενικού αναγνώστη, να μεταφέρω μια προσωπική εμπειρία από τη δική μου καθημερινότητα. Πρόσφατα, στη διάρκεια της διαδρομής με το αστικό λεωφορείο προς τον συνοικισμό Παπάγου, στράφηκα, με τη χαρακτηριστική για τον επαρχιώτη ανασφάλεια, στον διπλανό μου για να ρωτήσω αν πλησιάζαμε στην κεντρική λεωφόρο που διασχίζει τον δήμο, την οδό Εθνικής Αμύνης. Η λανθάνουσα γλώσσα μου («Εθνικής Αντίστασης») ανταμείφθηκε όμως όπως της άξιζε από τον πρεσβύτερό μου συνταξιδιώτη, που είχε προφανώς τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες από το πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν και για τον οποίο το «παράταιρο» όνομα λειτούργησε αυτόματα σαν κόκκινο πανί.
Παλίμψηστο, λοιπόν, για την εξουσία και για τους πολλούς, η Ιστορία, αλλά και «πουκάμισα αδειανά» - σύμβολα με περιστασιακό ή υποκειμενικό περιεχόμενο τα ονόματα που συντηρούν το παρελθόν στη συλλογική μνήμη. Τη βαθιά ανθρώπινη αυτή πραγματικότητα κατέγραψε εδώ πληρέστερα η ευαίσθητη πέννα του ποιητή από την ψυχρή γραφίδα του ιστορικού που (δέσμιος τις περισσότερες φορές μέσα στο θεωρητικό σχήμα της «ιστορικής συνέχειας»), πασχίζει να ερμηνεύσει το παρελθόν από τα επιγενόμενά του. Ομως, εδώ ανταμώνει ο ποιητής από τον μακρινό Μεσαίωνα με τον Σεφέρη: «το ρόδο του παρελθόντος δεν ζει στις μέρες μας παρά με τ' όνομά του: ονόματα γυμνά (nomina nuda) μας έχουν μείνει σήμερα...», αλλά και με τον Goethe (Faust Ι): «Το συναίσθημα είναι το παν - το όνομα δεν είναι παρά καπνός κι αντάρα ( Name ist schall und rauch)»...
Wednesday, October 15, 2008
Δυο διαχρονικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα
Mε τα σύννεφα του χρηματιστηριακού τυφώνα να απομακρύνονται από τον ευρύτερο διεθνή ορίζοντα, καιρός ειναι να στρέψουμε και πάλι το βλέμμα μας στον δικό μας εωτερικό περίγυρο, για να θαυμάσουμε όσο τους πρέπει με τις αριστοτεχνικές πιρουέτες που εκτελεί στον κόσμο (ενίοτε και στον ημίκοσμο) της Οικονομίας το πιο διάσημο από τα εγχώρια golden boys μας: ο πατήρ Εφραίμ, ηγούμενος του Βατοπεδίου. Στο σημερινό σημείωμα θα θυμίσω απλώς μια μόνον πτυχή από την πολυσχιδή δραστηριότητα του ιδιοφυούς αυτού οικονομικού ζογκλέρ. Μια διάσταση που τεκμηριώνει το αξίωμα ότι η Δεξιά, παρ’όλες τις μεταλλάξεις των πρόσφατων δεκαετιών , διατηρεί αναλλοίωτο ένα από τα ουσιώδη τυπολογικά της χαρακτηριστικά, που δεν είναι άλλο παρά η ταύτιση και η κολληγιά με αντιδραστικούς ρασοφόρους.
΄Αν όμως το ευρύτατης κλίμακας αλισβερίσι που ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει ο, κατά τη δήλωσή του, ταπεινός μοναχός Εφραίμ φανερώνει ένα μέρος από το ιδεολογικό στίγμα της παράταξης που βρίσκεται σήμερα στην Εξουσία, ένα περαιτέρω διαχρονικό χαρακτηριστικό της παράταξης που έχει επικρατήσει να αποκαλούμε Δεξιά τεκμαίρεται από τους λόγους και τα έργα των ηγετών της. Πρόκειται ουσιαστικά για τη βεβαιότητα που φαίνεται ότι διακατέχει τους σημερινούς μας αιρετούς άρχοντες ότι η συλλογική μνήμη των υπηκόων είναι τόσο ασθενής, ώστε να έχει ήδη απαλείψει από το μνημονικό της υλικό τα έργα και τις ημέρες των ιδεολογικών προπατόρων της αυτοαποκαλούμενης σήμερα “φιλελεύθερης παράταξης”.
Θα θυμίσω εδώ την επίμονη προτροπή του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατα την προεκλογικές ημέρες του 2004 να "γυρίσουμε τη σελίδα" όλοι μας, να ξεχάσουμε το πρόσφατο παρελθόν και να ατενίσουμε το λαμπρό, νέο κόσμο, στον οποίο υποσχόταν να μας μεταφέρει. Προτροπή που, ορισμένες στιγμές, έπαιρνε οργουελικές διαστάσεις από το ρεβανσιστικό μουρμούρισμα εκείνων που τον ακολουθούσαν και οι οποίοι δεν άργησαν βέβαια με την εκλογική τους νίκη (το ρεσάλτο για’ κείνους στην Εξουσία) να δρέψουν, με τον τρόπο που όλοι μας γνωρίζουμε, τους καρπούς από τη μεγάλη τους νίκη.
Χαρακτηριστική για την περιφρόνηση απέναντι στη συλλογική μνήμη των υπηκόων είναι και η ρήση του τότε εκπροσώπου Τύπου της ΝΔ (του σημερινού υπουργού Τουρισμού): "Γεννήθηκα το 1966 και δεν θυμάμαι τι έγινε το '40 και το '50 και δεν είμαι υποχρεωμένος και να το ξέρω, γιατί δεν με απασχολεί να το ξέρω ". Mια ρήση ιταμή, που προσβάλλει τη μνήμη εκείνων που "έφυγαν", όπως έφυγαν, κατά τις δυο αυτές δεκαετίες αλλά και καθυβρίζει όλους εμάς που, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, δοκιμάσαμε στα τρυφερά μας χρόνια τη "στοργή" της παράταξης εκείνης που, μεταλλαγμένη σήμερα, ζητούσε την ψήφο μας Aυτή η, κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του N. Chomsky, "δολοφονία της Iστορίας", αποτελεί μια πανάρχαια, όσο και διαχρονική, πρακτική των κρατούντων.Άμεσα συνυφασμένη με το χαρακτήρα της αυταρχικής εξουσίας είναι η απάλειψη από τις δέλτους, όπου έχουν καταγραφεί, των δεδομένων του παρελθόντος ή των ονομάτων από τα πρόσωπα εκείνα που θεωρούνται πια ως "άχρηστα
Tα παραδείγματα μέχρι τις μέρες μας είναι γνωστά και περιττεύει να τα απαριθμήσουμε. Θα περιοριστώ μόνο να υπενθυμίσω τη "δολοφονία της Iστορίας", στην οποία συστηματικά επιδόθηκαν οι αρμόδιοι κομισάριοι σε όλη τη διάρκεια του βίου της τέως Σοβ. Ένωσης. " H Iστορία στην τέως Σοβ. Ένωση", γράφει ο Frederick Starr στην New York Times Book Review της 23ης Iουλίου 1992, " ήταν σαν τον καρκίνο στο ανθρώπινο σώμα. Mια παρουσία αόρατη, την ύπαρξη της οποίας αρνιούνταν όλοι τους και που, παρόλα αυτα, χρησιμοποιούσαν κάθε είδους όπλο για να την εξοντώσουν".
Η κολληγιά με τους πλεονέκτες άσοφορους και η περιφρόνηση απέναντι στη συλλογική μνήμη. Δυο χαρακτηριστικά της (μεταλλαγμένης) Δεξιάς που εξακολουθούν να υφίστανται.
΄Αν όμως το ευρύτατης κλίμακας αλισβερίσι που ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει ο, κατά τη δήλωσή του, ταπεινός μοναχός Εφραίμ φανερώνει ένα μέρος από το ιδεολογικό στίγμα της παράταξης που βρίσκεται σήμερα στην Εξουσία, ένα περαιτέρω διαχρονικό χαρακτηριστικό της παράταξης που έχει επικρατήσει να αποκαλούμε Δεξιά τεκμαίρεται από τους λόγους και τα έργα των ηγετών της. Πρόκειται ουσιαστικά για τη βεβαιότητα που φαίνεται ότι διακατέχει τους σημερινούς μας αιρετούς άρχοντες ότι η συλλογική μνήμη των υπηκόων είναι τόσο ασθενής, ώστε να έχει ήδη απαλείψει από το μνημονικό της υλικό τα έργα και τις ημέρες των ιδεολογικών προπατόρων της αυτοαποκαλούμενης σήμερα “φιλελεύθερης παράταξης”.
Θα θυμίσω εδώ την επίμονη προτροπή του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατα την προεκλογικές ημέρες του 2004 να "γυρίσουμε τη σελίδα" όλοι μας, να ξεχάσουμε το πρόσφατο παρελθόν και να ατενίσουμε το λαμπρό, νέο κόσμο, στον οποίο υποσχόταν να μας μεταφέρει. Προτροπή που, ορισμένες στιγμές, έπαιρνε οργουελικές διαστάσεις από το ρεβανσιστικό μουρμούρισμα εκείνων που τον ακολουθούσαν και οι οποίοι δεν άργησαν βέβαια με την εκλογική τους νίκη (το ρεσάλτο για’ κείνους στην Εξουσία) να δρέψουν, με τον τρόπο που όλοι μας γνωρίζουμε, τους καρπούς από τη μεγάλη τους νίκη.
Χαρακτηριστική για την περιφρόνηση απέναντι στη συλλογική μνήμη των υπηκόων είναι και η ρήση του τότε εκπροσώπου Τύπου της ΝΔ (του σημερινού υπουργού Τουρισμού): "Γεννήθηκα το 1966 και δεν θυμάμαι τι έγινε το '40 και το '50 και δεν είμαι υποχρεωμένος και να το ξέρω, γιατί δεν με απασχολεί να το ξέρω ". Mια ρήση ιταμή, που προσβάλλει τη μνήμη εκείνων που "έφυγαν", όπως έφυγαν, κατά τις δυο αυτές δεκαετίες αλλά και καθυβρίζει όλους εμάς που, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, δοκιμάσαμε στα τρυφερά μας χρόνια τη "στοργή" της παράταξης εκείνης που, μεταλλαγμένη σήμερα, ζητούσε την ψήφο μας Aυτή η, κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του N. Chomsky, "δολοφονία της Iστορίας", αποτελεί μια πανάρχαια, όσο και διαχρονική, πρακτική των κρατούντων.Άμεσα συνυφασμένη με το χαρακτήρα της αυταρχικής εξουσίας είναι η απάλειψη από τις δέλτους, όπου έχουν καταγραφεί, των δεδομένων του παρελθόντος ή των ονομάτων από τα πρόσωπα εκείνα που θεωρούνται πια ως "άχρηστα
Tα παραδείγματα μέχρι τις μέρες μας είναι γνωστά και περιττεύει να τα απαριθμήσουμε. Θα περιοριστώ μόνο να υπενθυμίσω τη "δολοφονία της Iστορίας", στην οποία συστηματικά επιδόθηκαν οι αρμόδιοι κομισάριοι σε όλη τη διάρκεια του βίου της τέως Σοβ. Ένωσης. " H Iστορία στην τέως Σοβ. Ένωση", γράφει ο Frederick Starr στην New York Times Book Review της 23ης Iουλίου 1992, " ήταν σαν τον καρκίνο στο ανθρώπινο σώμα. Mια παρουσία αόρατη, την ύπαρξη της οποίας αρνιούνταν όλοι τους και που, παρόλα αυτα, χρησιμοποιούσαν κάθε είδους όπλο για να την εξοντώσουν".
Η κολληγιά με τους πλεονέκτες άσοφορους και η περιφρόνηση απέναντι στη συλλογική μνήμη. Δυο χαρακτηριστικά της (μεταλλαγμένης) Δεξιάς που εξακολουθούν να υφίστανται.
Wednesday, September 17, 2008
Μηνύματα
Στα προηγούμενα 2-3 σημειώματα στην στήλη αυτήν είχα επιχειρήσει μια θεώρηση των γεγονότων της δημόσιας ζωής από τη σκοπιά του αφανούς,του «κοινού» υπηκόου. Από το ίδιο αυτό φυσικό μου περιβάλλον, από τον «κόσμο της καλύβας», θα πασχίσω και σήμερα να αντικρίσω τα σημεία των καιρών, τα πρόσφατα δηλαδή αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων και τα μηνύματα που εκπέμπουν.
Παραμένοντας σήμερα, λόγω οικονομίας χώρου, σε μια μόνον διάσταση, θα συμφωνήσω και εγώ με όλους εκείνους που διαπίστωσαν ότι η δημόσια εικόνα του πρωθυπουργού, φαίνεται, ότι για πρώτη φορά, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του στη Θεσσαλική, εμφανίζει εμφανή τα σημάδια φθοράς. Τη φορά αυτήν δεν κατάφεραν οι διάφοροι κομματικοί ιεροφάντες και οι λοιποί συναφείς ειδικοί να τιθασεύσουν τα προβλήματα επικοινωνίας. Ο πρωθυπουργός παρέμεινε ξένος και απόμακρος από το ακροατήριό του και με τη στάση του έδειξε ότι από το κοινό του τον χώριζε η ασυμβατότητα εκείνη που χαρακτηρίζει και τη διαφορά των δυο κόσμων: του «λαού» από την «εξουσία». Τη φορά αυτήν δεν κατάφερε ο πρωθυπουργός (τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων το αποδεικνύουν) να περάσει στο εκλογικό σώμα ( έναν μικρόκοσμο που, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, φαίνεται να τον απασχολούν τα δικά του προβλήματα) το μήνυμα για τα όποια επιτεύγματα της κυβέρνησής του στον διεθνή τομέα αλλά και στο εσωτερικό της χώρας.
Με τη στάση του, κοντολογίς, ο πρωθυπουργός, αλλά και με τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που εισπράττει τώρα, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά την ορθότητα μιας πανάρχαιας ιστορικής εμπειρίας. Ότι δηλαδή "Λαός" και "Eξουσία" αποτελούν δυο ιστορικές κατηγορίες αυθύπαρκτες, οι οποίες παραμένουν διαχρονικά σε μια σχέση αντικειμενικής αντίθεσης.
Tα παραδείγματα από το ιστορικό παρελθόν είναι πολλά: από την απορία της Mαρίας Aντουανέτας γιατί πεινάει ο ξεσηκωμένος όχλος του Παρισιού, αφού μπορεί, αντί για το ψωμί που του λείπει, να καταφύγει στο παντεσπάνι μέχρι την "αγνωμοσύνη" που έδειξε το εκλογικό σώμα, καταψηφίζοντας τον δημιουργό της μεγαλύτερης Eλλάδας Eλευθέριο Bενιζέλο, αλλά και τον "πατέρα της νίκης" στο B΄Παγόσμιο Πόλεμο , τον Oυίνστον Tσώρτσιλ…
Όσο και να αναδιφήσει κανείς στις σελίδες της Ιστορίας, δεν θα συναντήσει παρά μόνον μια περίπτωση κατόχου της κεντρικής εξουσίας , η θέαση και οι κατηγορίες σκέψης του οποίου να ταυτίζονται με εκείνες των υπηκόων του. Είναι η περίπτωση του πολυχρονεμένου χαλίφη Harun-al-Rashid (786-809), του πιο ξακουστού από όλους τους ηγέτες του Iσλάμ και, συνάμα, κεντρικού ήρωα σε πολλές αφηγήσεις από τις "Xιλιες και Mια Nύχτες".
Ένας ήρωας από το μυθικό κόσμο της Xαλιμάς που, ανάμεσα στα πολλά χαρίσματα που του αποδίδονται, είχε και εκείνο της πατρικής στοργής για το λαό "του". Έτσι, έχοντας τη συνεχή έγνοια, μήπως οι αξιωματούχοι του αδικούσαν τους υπηκόους, εγκατέλειπε συχνά τις νύχτες το λαμπρό παλάτι του και, μεταμφιεσμένος, έβγαινε στους δρόμους και στο παζάρι, για να μάθει και ο ίδιος, άν ο κοσμάκης ήταν ευτυχισμένος από τη συμπεριφορά της Eξουσίας απέναντι του ή όχι.
Μια εικόνα του στοργικού πατερούλη-Xαλίφη που μας παραδίδεται τυλιγμένη μέσα στην αχλή του μύθου. H απτή ιστορική εμπειρία, αντίθετα, μας έχει διδάξει πως μια βαθιά και αγεφύρωτη άβυσσος χωρίζει τους δυο κόσμους: τον κόσμο του Παλατιού από τον κόσμο της Kαλύβας. Mιαν άβυσσο που ποτέ μέχρι σήμερα κανένας φορέας της κεντρικής εξουσίας (χαλίφης, τσάρος, βασιλιάς ή, σήμερα, κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός) δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει και , "μπαίνοντας στο πετσί" του υπηκόου, να αντικρίσει την πραγματικότητα από τη δική του σκοπιά.
Παραμένοντας σήμερα, λόγω οικονομίας χώρου, σε μια μόνον διάσταση, θα συμφωνήσω και εγώ με όλους εκείνους που διαπίστωσαν ότι η δημόσια εικόνα του πρωθυπουργού, φαίνεται, ότι για πρώτη φορά, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του στη Θεσσαλική, εμφανίζει εμφανή τα σημάδια φθοράς. Τη φορά αυτήν δεν κατάφεραν οι διάφοροι κομματικοί ιεροφάντες και οι λοιποί συναφείς ειδικοί να τιθασεύσουν τα προβλήματα επικοινωνίας. Ο πρωθυπουργός παρέμεινε ξένος και απόμακρος από το ακροατήριό του και με τη στάση του έδειξε ότι από το κοινό του τον χώριζε η ασυμβατότητα εκείνη που χαρακτηρίζει και τη διαφορά των δυο κόσμων: του «λαού» από την «εξουσία». Τη φορά αυτήν δεν κατάφερε ο πρωθυπουργός (τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων το αποδεικνύουν) να περάσει στο εκλογικό σώμα ( έναν μικρόκοσμο που, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, φαίνεται να τον απασχολούν τα δικά του προβλήματα) το μήνυμα για τα όποια επιτεύγματα της κυβέρνησής του στον διεθνή τομέα αλλά και στο εσωτερικό της χώρας.
Με τη στάση του, κοντολογίς, ο πρωθυπουργός, αλλά και με τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που εισπράττει τώρα, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά την ορθότητα μιας πανάρχαιας ιστορικής εμπειρίας. Ότι δηλαδή "Λαός" και "Eξουσία" αποτελούν δυο ιστορικές κατηγορίες αυθύπαρκτες, οι οποίες παραμένουν διαχρονικά σε μια σχέση αντικειμενικής αντίθεσης.
Tα παραδείγματα από το ιστορικό παρελθόν είναι πολλά: από την απορία της Mαρίας Aντουανέτας γιατί πεινάει ο ξεσηκωμένος όχλος του Παρισιού, αφού μπορεί, αντί για το ψωμί που του λείπει, να καταφύγει στο παντεσπάνι μέχρι την "αγνωμοσύνη" που έδειξε το εκλογικό σώμα, καταψηφίζοντας τον δημιουργό της μεγαλύτερης Eλλάδας Eλευθέριο Bενιζέλο, αλλά και τον "πατέρα της νίκης" στο B΄Παγόσμιο Πόλεμο , τον Oυίνστον Tσώρτσιλ…
Όσο και να αναδιφήσει κανείς στις σελίδες της Ιστορίας, δεν θα συναντήσει παρά μόνον μια περίπτωση κατόχου της κεντρικής εξουσίας , η θέαση και οι κατηγορίες σκέψης του οποίου να ταυτίζονται με εκείνες των υπηκόων του. Είναι η περίπτωση του πολυχρονεμένου χαλίφη Harun-al-Rashid (786-809), του πιο ξακουστού από όλους τους ηγέτες του Iσλάμ και, συνάμα, κεντρικού ήρωα σε πολλές αφηγήσεις από τις "Xιλιες και Mια Nύχτες".
Ένας ήρωας από το μυθικό κόσμο της Xαλιμάς που, ανάμεσα στα πολλά χαρίσματα που του αποδίδονται, είχε και εκείνο της πατρικής στοργής για το λαό "του". Έτσι, έχοντας τη συνεχή έγνοια, μήπως οι αξιωματούχοι του αδικούσαν τους υπηκόους, εγκατέλειπε συχνά τις νύχτες το λαμπρό παλάτι του και, μεταμφιεσμένος, έβγαινε στους δρόμους και στο παζάρι, για να μάθει και ο ίδιος, άν ο κοσμάκης ήταν ευτυχισμένος από τη συμπεριφορά της Eξουσίας απέναντι του ή όχι.
Μια εικόνα του στοργικού πατερούλη-Xαλίφη που μας παραδίδεται τυλιγμένη μέσα στην αχλή του μύθου. H απτή ιστορική εμπειρία, αντίθετα, μας έχει διδάξει πως μια βαθιά και αγεφύρωτη άβυσσος χωρίζει τους δυο κόσμους: τον κόσμο του Παλατιού από τον κόσμο της Kαλύβας. Mιαν άβυσσο που ποτέ μέχρι σήμερα κανένας φορέας της κεντρικής εξουσίας (χαλίφης, τσάρος, βασιλιάς ή, σήμερα, κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός) δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει και , "μπαίνοντας στο πετσί" του υπηκόου, να αντικρίσει την πραγματικότητα από τη δική του σκοπιά.
Subscribe to:
Posts (Atom)