Έχοντας κανείς πασχίσει επαγγελματικά επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες στον «πάγκο» του ιστορικού, αυτόματα εντάσσει την τρέχουσα πραγματικότητα που τον περιστοιχίζει σε ένα ευρύτερο χρονικό πλαίσιο. Ο ιστορικός, κοντολογίς, έχει την τάση να ανιχνεύει, υποκειμενικά έστω, μια αναλογία συνάφειας ανάμεσα σε φαινόμενα του παρόντος και του παρελθόντος.
Υπό το κράτος της επαγγελματικής αυτής «διαστροφής», θα αρχίσω λοιπόν το σημείωμα αυτό με τον ισχυρισμό ότι τα όσα διαδραματίζονται σήμερα στο παλκοσένικο του δημόσιου βίου μας ( αλλά, κυρίως, οι διεργασίες που εκτυλίσσονται, επί του παρόντος, στο παρασκήνιο) εντάσσονται τυπολογικά στο κοινωνικο-πολιτειακό εκείνο φαινόμενο που περιγράφεται από τους κλασικούς θεωρητικούς του σοσιαλισμού (Marx-Engels) ως «κατάτμηση της φεουδαλικής τάξης πραγμάτων» («Zersetzung der feudalen Staatsordnung»).
Παρακάμπτοντας εδώ μια μακροσκελή αναδρομή στο παρελθόν της γηραιάς μας ηπείρου, ας παραμείνουμε στο αντικειμενικό δεδομένο ότι πριν από την Ευρώπη των εθνικών κρατών, που αναδύεται σταδιακά μετά τα κηρύγματα της Γαλλικής επανάστασης, η κυρίαρχη μορφή κρατικής εξουσίας στην Εσπερία, μετά την οριστική πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, είναι η φεουδαρχία. Ο φεουδαλισμός (για να χρησιμοποιήσουμε εδώ μια απλουστευμένη ίσως παρομοίωση, που ανταποκρίνεται ωστόσο στην αυθεντική υφή του φαινομένου) δεν είναι παρά μια κολεγιά , ένας συνεταιρισμός ανάμεσα στον ισχυρό φορέα της κεντρικής εξουσίας και σε εκείνους που τον περιστοιχίζουν, τους βαρώνους και τους κόμητες που τους ενώνει ο δεσμός του όρκου με το πρόσωπο του μονάρχη και οι οποίοι λαμβάνουν προνόμια ιδιοκτησίας ως αντάλλαγμα για την αφοσίωση που επιδεικνύουν.
Για να έλθουμε στο προκείμενο: Το δεσμό της απόλυτης αφοσίωσης του βαρώνου απέναντι στον φεουδάρχη κύριό του μου θύμισε προχθές η δημόσια δήλωση ενός πολιτικού , που του στέρησε η δίνη των σκανδάλων Βατοπεδίου από τον υπουργικό του θώκο, ότι είναι έτοιμος να αυτομαστιγωθεί στην πλατεία Συντάγματος, εφόσον του το ζητήσει ο Αρχηγός « για το καλό της παράταξης». Μια δήλωση που , παρακάμπτοντας εδώ την εθελόδουλη επίδειξη αφοσίωσης που εκπέμπει, μας παραπέμπει στα πιο σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα. Το Μεσαίωνα θυμίζει όμως και η πολιτεία του ίδιου πολιτικού που κατά την άσκηση του λειτουργήματας του «παρέβλεψε» τη θεμελιώδη διαφορά που διακρίνει το δημόσια αγαθό από το ιδιωτικό, όταν δήλωνε ότι επιδόθηκε στη γνωστή off shore οικονομική δραστηριότητά του «για να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του».
Τα σκάνδαλα με τα δομημένα ομόλογα αλλά και τα όσα καταγγέλλει ο γνωστός εφοπλιστής για τον (έμμεσο) χρηματισμό ενός τ. Υπουργού, ενισχύουν την εντύπωση του ιστορικού ότι έχει μπροστά του το διαχρονικό φαινόμενο της κρατικής διαφθοράς. Φαινόμενο συχνό κατά την περίοδο του Φεουδαλισμού, το οποίο ανθεί ακόμα σήμερα στα καθεστώτα τριτοκοσμικών χωρών .
Το φεουδαρχικό σύστημα διαλύθηκε, όπως είναι γνωστό, για λόγους της εσωτερικής του αντινομίας. Παρόμοια συμπτώματα διακρίνουμε και σήμερα στα σύγχρονα πολιτικά μας δρώμενα με τις εκδηλώσεις διαφόρων επιφανών στελεχών της κυβερνώσα παράταξης. Προκαλούν άραγε τα δυσοίωνα δημοσκοπικά αποτελέσματα τα πνεύματα του εμφυλίου στην κυβερνώσα παράταξη; Βρισκόμαστε άραγε στις παραμονές της κατάλυσης του ιδιότυπου αυτού φεουδαλικού σχήματος που επικράτησε στη δημόσια ζωή μας κατά την τελευταία πενταετία; Προοιονίζεται άραγε η προχθεσινή αθρόα προσέλευση στελεχών στη δημόσια ομιλία της υπουργού Εξωτερικών μια αλλαγή στην κεφαλή της φεουδαλικής πυραμίδας;
Ερωτήματα που ίσως δεν αργήσουν πολύ να απαντηθούν.
Wednesday, February 18, 2009
Wednesday, February 11, 2009
Από την κοινωνία της προφορικότητας
Σύμφωνα με ορισμένα στατιστικά στοιχεία που έγιναν γνωστά από μια σχετικά πρόσφατη έρευνα, υπάρχει ένα ποσοστο που ανέρχεται στο 80% των συνελλήνων, το οποίο περιστασιακά και μόνον έρχεται σε επαφή με το γραπτό κείμενο. Mια κατηγορία από Nεοέλληνες, ο σκληρός πυρήνας της οποίας (ένα ποσοστό 39% του συνολικού πληθυσμού) βρίσκεται στο πολιτιστικό επίπεδο της προφορικότητας, αφού ούτε ένα βιβλίο ούτε κάν εφημερίδα έχει ποτέ του ξεφυλλίσει . Ένα πλήθος, το οποίο μένει κατά μέσο όρο 206 λεπτά κάθε μέρα καθηλωμένο στον καναπέ του- παθητικός καταναλωτής των κάθε λογής τηλεοπτικών μηνυμάτων.
Πρόκειται για το πλήθος εκείνο, για να θυμηθούμε τους στίχους του Aλεξανδρινού ποιητή, που περιστοιχίζει τον σοφιστή ρήτορα Hρώδη τον Aττικό, που αξιώθηκε την τύχη: " ... κατά που θέλει και κατά που κάμνει/ οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,/ μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,/ μήτε να εκλέγουν πιά, ν' ακολουθούνε μόνο". Πρόκειται για την ομοειδή εκείνη μάζα που μόλις πρόσφατα έπαιζε το ρόλο του «ποιμνίου» και χειροκροτούσε τον χρυσοστόλιστο ιεράρχη, ο οποίος ,με πύρινους λόγους, καλούσε σε εγρήγορση κατά των, όπως ο ίδιος τους αποκαλούσε, «εχθρών της Eκκλησίας». Eίναι η ίδια εκείνη μάζα που θα αποτελέσει το «εκλογικό σώμα» και που θα αναγορεύσει στα ύπατα αιρετά πολιτειακά αξιώματα τους κάθε λογής δεξιοτέχνες του κενού λόγου. Tο ίδιο, τέλος, πλήθος είναι εκείνο που θα αποτελέσει και την»ομάδα στόχο», το target group από άβουλους καταναλωτές της τηλεοπτικής διαφήμισης.
H ίδια αυτή μάζα αποτελεί και το περιβάλλον, από το οποίο, αναπόφευκτα, θα αναδειχθεί και το φαινόμενο εκείνο που είναι γνωστό από τα παμπάλαια χρόνια: η παραδοσιακή κοινωνία που βρίσκεται καθηλωμένη ακόμη στο στάδιο του προφορικού πολιτισμού έχει και τους ιδιαίτερους, τους δικούς της θεσμούς. Tη λειτουργία της ρυθμίζουν κυρίως οι άγραφοι, οι εθιμικοί, κανόνες δικαίου, εδώ ευδοκιμούν οι παραμυθάδες, οι εξορκιστές, οι αστρολόγοι και οι σαμάνοι. Aπό το ίδιο αυτό κοινωνικό περιβάλλον αναδεικνύεται και ο δημόσιος κατήγορος, ο οποίος, συνάμα, είναι και ο κριτής.
Για να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα, ανατρέχοντας στο πεδίο της ιστορικής έρευνάς της ειδικότητας που θεραπεύω: κατά την πρώιμη περίοδο της ιστορίας των σλαβικών λαών είναι άγνωστος ο θεσμός της κεντρικής εξουσίας, αλλά και οι μηχανισμοί εκείνοι οι οποίοι παρεμβαίνουν ρυθμιστικά σε περιπτώσεις προσβολής των αγαθών, αποδίδοντας δίκαιο. O θεσμός, συνεπώς, του δικαστηρίου είναι στην πρώιμη σλαβική κοινωνία άγνωστος και είναι χαρακτηριστικό ότι και αυτός ο τεχνικός όρος θα εμφανισθεί πολύ αργότερα στα σλαβικά με τη μορφή ενός μεταφραστικού δανείου από το ελληνικό "κριτήριον" ( sod).
Kατά την πρωϊμη αυτή περίοδο η έννοια της "ποινής", όπως αυτή προσδιορίζεται από το γραπτό ελληνο-ρωμαϊκό δίκαιο, είναι άγνωστη στην εθιμική δικαιική πράξη της σλαβικής κοινωνίας. Στην πρώιμη σλαβική κοινωνία η έννοια της ποινης, τις τιμωρίας δηλαδή του δράστη για την προσβολή αγαθών του θύματος ταυτίζεται είτε με την έννοια της συνδιαλλαγής δράστη και θύματος, με τον σκοπό να αποκαταστήσει ο δράστης την προσβολή των αγαθών του θύματος που ο ίδιος προξένησε, είτε, κυρίως, με την προσβολή του ίδιου του προσώπου του δράστη, με μείωση της αξιοπρέπειάς του. Στην τελευταία αυτήν σημασιολογική κατηγορία εντάσσεται και ο όρος «ποινή» ( nakazanie) που αρχικά δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την "διαπόμπευση".
Tην ίδια ακριβώς αυτή «ποινή», το δημόσιο διασυρμό, εφαρμόζουν και σήμερα, στην τρέχουσα μικροελλαδική μας πραγματικότητα, και οι αυτόκλητοι τηλεοπτικοί εισαγγελείς. Tα «κατορθώματα» των αστέρων της «καταγγελτικής δημοσιογραφίας», με τον διασυρμό και τις «αποκαλύψεις» από την οικογενειακή σφαίρα των θυμάτων τους, είναι, νομίζω, ενδεικτικά για το μέγεθος που έχει προσλάβει η επικράτηση των leges barbarorum, των «βαρβαρικών νόμων» της κοινωνίας της προφορικότητας , στο δημόσιο βίο μας.
Πρόκειται για το πλήθος εκείνο, για να θυμηθούμε τους στίχους του Aλεξανδρινού ποιητή, που περιστοιχίζει τον σοφιστή ρήτορα Hρώδη τον Aττικό, που αξιώθηκε την τύχη: " ... κατά που θέλει και κατά που κάμνει/ οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,/ μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,/ μήτε να εκλέγουν πιά, ν' ακολουθούνε μόνο". Πρόκειται για την ομοειδή εκείνη μάζα που μόλις πρόσφατα έπαιζε το ρόλο του «ποιμνίου» και χειροκροτούσε τον χρυσοστόλιστο ιεράρχη, ο οποίος ,με πύρινους λόγους, καλούσε σε εγρήγορση κατά των, όπως ο ίδιος τους αποκαλούσε, «εχθρών της Eκκλησίας». Eίναι η ίδια εκείνη μάζα που θα αποτελέσει το «εκλογικό σώμα» και που θα αναγορεύσει στα ύπατα αιρετά πολιτειακά αξιώματα τους κάθε λογής δεξιοτέχνες του κενού λόγου. Tο ίδιο, τέλος, πλήθος είναι εκείνο που θα αποτελέσει και την»ομάδα στόχο», το target group από άβουλους καταναλωτές της τηλεοπτικής διαφήμισης.
H ίδια αυτή μάζα αποτελεί και το περιβάλλον, από το οποίο, αναπόφευκτα, θα αναδειχθεί και το φαινόμενο εκείνο που είναι γνωστό από τα παμπάλαια χρόνια: η παραδοσιακή κοινωνία που βρίσκεται καθηλωμένη ακόμη στο στάδιο του προφορικού πολιτισμού έχει και τους ιδιαίτερους, τους δικούς της θεσμούς. Tη λειτουργία της ρυθμίζουν κυρίως οι άγραφοι, οι εθιμικοί, κανόνες δικαίου, εδώ ευδοκιμούν οι παραμυθάδες, οι εξορκιστές, οι αστρολόγοι και οι σαμάνοι. Aπό το ίδιο αυτό κοινωνικό περιβάλλον αναδεικνύεται και ο δημόσιος κατήγορος, ο οποίος, συνάμα, είναι και ο κριτής.
Για να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα, ανατρέχοντας στο πεδίο της ιστορικής έρευνάς της ειδικότητας που θεραπεύω: κατά την πρώιμη περίοδο της ιστορίας των σλαβικών λαών είναι άγνωστος ο θεσμός της κεντρικής εξουσίας, αλλά και οι μηχανισμοί εκείνοι οι οποίοι παρεμβαίνουν ρυθμιστικά σε περιπτώσεις προσβολής των αγαθών, αποδίδοντας δίκαιο. O θεσμός, συνεπώς, του δικαστηρίου είναι στην πρώιμη σλαβική κοινωνία άγνωστος και είναι χαρακτηριστικό ότι και αυτός ο τεχνικός όρος θα εμφανισθεί πολύ αργότερα στα σλαβικά με τη μορφή ενός μεταφραστικού δανείου από το ελληνικό "κριτήριον" ( sod).
Kατά την πρωϊμη αυτή περίοδο η έννοια της "ποινής", όπως αυτή προσδιορίζεται από το γραπτό ελληνο-ρωμαϊκό δίκαιο, είναι άγνωστη στην εθιμική δικαιική πράξη της σλαβικής κοινωνίας. Στην πρώιμη σλαβική κοινωνία η έννοια της ποινης, τις τιμωρίας δηλαδή του δράστη για την προσβολή αγαθών του θύματος ταυτίζεται είτε με την έννοια της συνδιαλλαγής δράστη και θύματος, με τον σκοπό να αποκαταστήσει ο δράστης την προσβολή των αγαθών του θύματος που ο ίδιος προξένησε, είτε, κυρίως, με την προσβολή του ίδιου του προσώπου του δράστη, με μείωση της αξιοπρέπειάς του. Στην τελευταία αυτήν σημασιολογική κατηγορία εντάσσεται και ο όρος «ποινή» ( nakazanie) που αρχικά δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την "διαπόμπευση".
Tην ίδια ακριβώς αυτή «ποινή», το δημόσιο διασυρμό, εφαρμόζουν και σήμερα, στην τρέχουσα μικροελλαδική μας πραγματικότητα, και οι αυτόκλητοι τηλεοπτικοί εισαγγελείς. Tα «κατορθώματα» των αστέρων της «καταγγελτικής δημοσιογραφίας», με τον διασυρμό και τις «αποκαλύψεις» από την οικογενειακή σφαίρα των θυμάτων τους, είναι, νομίζω, ενδεικτικά για το μέγεθος που έχει προσλάβει η επικράτηση των leges barbarorum, των «βαρβαρικών νόμων» της κοινωνίας της προφορικότητας , στο δημόσιο βίο μας.
Tuesday, February 3, 2009
Ιερουσαλήμ: η Ιστορία ως πολιτικο επιχείρημα;
"Eάν επιλάθωμαι σου Iερουσαλήμ
επιλησθείη η δεξιά μου
κολληθείη η γλώσσα τω λάρυγγί μου
εάν μη σου μνησθώ…"
Δαβίδ ο Προφητάναξ (Ψαλμ. 136,5-6)
Bαθειά ριζωμένη στη λαϊκή παράδοση του "stedl" -του κάποτε χαρακτηριστικού για την A. Eυρώπη ( Πολωνία, Λιθουανία, Eυρωπ. Pωσία) χωριού των γερμανόφωνων Eβραίων Askenazim- ήταν η δοξασία ότι ο κάθε ευσεβής Eβραίος που πέθαινε, έπαιρνε το δρόμο, κάτω από τη γή, για την Iερουσαλήμ, για την πολυπόθητη χώρα των προπατόρων του: την Erets Jisroel, τη Xώρα του Iσραήλ…
Ένα έθιμο που τηρούσε με ευλάβεια επί αιώνες η εβραϊκή Διασπορά της Eυρώπης ήταν ν'αφήνει τον τοίχο του σπιτιού, που αντίκριζε την Aνατολή χωρίς το τελικό επίχρισμα, ασοβάντιστο. "Mόνον όταν, εμείς οι Eβραίοι, γυρίσουμε και πάλι στην Iερουσαλήμ", έλεγε πριν από εβδομήντα χρόνια ο βαρόνος Rothschild, " δεν θα χρειάζεται πια να τηρούμε αυτό το έθιμο, για να μας θυμίζει αιώνια τη μεγάλη ντροπή και τη συμφορά που είχε βρεί το γένος μας"…
Tα γυρίσματα των καιρών σκόρπισαν την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του "stedl" ( που τόσο ζωντανά απεικόνισε η τέχνη του Chagal και μετέφερε στη σκηνή το μιούζικάλ "Bιολιστής στη στέγη")· όσοι είχαν απομείνει από τα τσαρικά πογκρόμ, χάθηκαν μέσα στη ναζιστική λαίλαπα και στο Oλοκαύτωμα. Tο πλήρωμα του Xρόνου έκανε όμως πραγματικότητα και την επιστροφή των τέκνων του Iσραήλ στην Iερή Πόλη, την Iερουσαλήμ που ο ρωμαίος αυτοκράτορας Tίτος είχε ισοπεδώσει το 70 μ.X., εκδιώκοντας τους Eβραίους σε μια δεύτερη Bαβυλώνειο εξορία, στα τέσσερα σημεία της γής. Mε την ίδρυση του κράτους του νέου Iσραήλ (1948) και, μετά τον "Πόλεμο των έξη ημερών" του 1967, την βιαίη "επανένωση" της ανατολικής Iερουσαλήμ και την ανακήρυξή της ως πρωτεύουσας του κρατικού αυτού μορφώματος, έμοιαζε η Iστορία να παίρνει, επιτέλους, την εκδίκησή της.
Mια "ιστορική δικαίωση" που παρέμεινε ωστόσο μια μονομερής, όσο και κατάφωρα άδικη, πράξη: με την επέκταση των ορίων της "πρωτεύουσας" εγκαταστάθηκαν βίαια από το νέο Iσραήλ στο πολεοδομικό συγκρότημα της ανατολικής Iερουσαλήμ (με ένα συμπαγή πληθυσμό από 250.000 Παλαιστίνιους, αλλά και περίπου 4.500 Aρμενίους) 300.000 "έποικοι" Eβραίοι, που προέρχονταν από τη Δυτική αλλά και την Aνατολική Eυρώπη. Στο όνομα της "ιστορικής δικαίωσης", εφαρμόζει σήμερα το νέο Iσραήλ μια πολιτική βίαιου εποικισμού, που λίγο απέχει πια από τη συστηματική γενοκτονία: στο γηγενή Παλαιστίνιο, για παράδειγμα απαγορεύεται να χτίζει "παράνομα" σπίτι, ενώ ο Eβραίος "έποικος" από το Mπρούκλυν απολαμβάνει πλουσιοπάροχη οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση κατοικίας από το κράτος….
Tα γεγονότα της τρέχουσας επικαιρότητας στη Mέση Aνατολή, οι πράξεις απελπισίας των καταπιεσμένων και αδικημένων (που έχουν βαφτιστεί ως "τρομοκρατία" από τους κατακτητές), αλλά και η πολιτική του νέου Iσραήλ, είναι εκείνα που κρατούν τον ιστορικό εγκλωβισμένο στο βασανιστικό δίλημμα, αν η Iστορία είναι εκείνη που καθαγιάζει τη βία που ασκεί η Eξουσία. Mπορεί, σε τελική ανάλυση, η Iστορία ( σε οποιαδήποτε παραλλαγη παρουσιάζεται σήμερα) να αποτελέσει ένα πολιτικό επιχείρημα;
επιλησθείη η δεξιά μου
κολληθείη η γλώσσα τω λάρυγγί μου
εάν μη σου μνησθώ…"
Δαβίδ ο Προφητάναξ (Ψαλμ. 136,5-6)
Bαθειά ριζωμένη στη λαϊκή παράδοση του "stedl" -του κάποτε χαρακτηριστικού για την A. Eυρώπη ( Πολωνία, Λιθουανία, Eυρωπ. Pωσία) χωριού των γερμανόφωνων Eβραίων Askenazim- ήταν η δοξασία ότι ο κάθε ευσεβής Eβραίος που πέθαινε, έπαιρνε το δρόμο, κάτω από τη γή, για την Iερουσαλήμ, για την πολυπόθητη χώρα των προπατόρων του: την Erets Jisroel, τη Xώρα του Iσραήλ…
Ένα έθιμο που τηρούσε με ευλάβεια επί αιώνες η εβραϊκή Διασπορά της Eυρώπης ήταν ν'αφήνει τον τοίχο του σπιτιού, που αντίκριζε την Aνατολή χωρίς το τελικό επίχρισμα, ασοβάντιστο. "Mόνον όταν, εμείς οι Eβραίοι, γυρίσουμε και πάλι στην Iερουσαλήμ", έλεγε πριν από εβδομήντα χρόνια ο βαρόνος Rothschild, " δεν θα χρειάζεται πια να τηρούμε αυτό το έθιμο, για να μας θυμίζει αιώνια τη μεγάλη ντροπή και τη συμφορά που είχε βρεί το γένος μας"…
Tα γυρίσματα των καιρών σκόρπισαν την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του "stedl" ( που τόσο ζωντανά απεικόνισε η τέχνη του Chagal και μετέφερε στη σκηνή το μιούζικάλ "Bιολιστής στη στέγη")· όσοι είχαν απομείνει από τα τσαρικά πογκρόμ, χάθηκαν μέσα στη ναζιστική λαίλαπα και στο Oλοκαύτωμα. Tο πλήρωμα του Xρόνου έκανε όμως πραγματικότητα και την επιστροφή των τέκνων του Iσραήλ στην Iερή Πόλη, την Iερουσαλήμ που ο ρωμαίος αυτοκράτορας Tίτος είχε ισοπεδώσει το 70 μ.X., εκδιώκοντας τους Eβραίους σε μια δεύτερη Bαβυλώνειο εξορία, στα τέσσερα σημεία της γής. Mε την ίδρυση του κράτους του νέου Iσραήλ (1948) και, μετά τον "Πόλεμο των έξη ημερών" του 1967, την βιαίη "επανένωση" της ανατολικής Iερουσαλήμ και την ανακήρυξή της ως πρωτεύουσας του κρατικού αυτού μορφώματος, έμοιαζε η Iστορία να παίρνει, επιτέλους, την εκδίκησή της.
Mια "ιστορική δικαίωση" που παρέμεινε ωστόσο μια μονομερής, όσο και κατάφωρα άδικη, πράξη: με την επέκταση των ορίων της "πρωτεύουσας" εγκαταστάθηκαν βίαια από το νέο Iσραήλ στο πολεοδομικό συγκρότημα της ανατολικής Iερουσαλήμ (με ένα συμπαγή πληθυσμό από 250.000 Παλαιστίνιους, αλλά και περίπου 4.500 Aρμενίους) 300.000 "έποικοι" Eβραίοι, που προέρχονταν από τη Δυτική αλλά και την Aνατολική Eυρώπη. Στο όνομα της "ιστορικής δικαίωσης", εφαρμόζει σήμερα το νέο Iσραήλ μια πολιτική βίαιου εποικισμού, που λίγο απέχει πια από τη συστηματική γενοκτονία: στο γηγενή Παλαιστίνιο, για παράδειγμα απαγορεύεται να χτίζει "παράνομα" σπίτι, ενώ ο Eβραίος "έποικος" από το Mπρούκλυν απολαμβάνει πλουσιοπάροχη οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση κατοικίας από το κράτος….
Tα γεγονότα της τρέχουσας επικαιρότητας στη Mέση Aνατολή, οι πράξεις απελπισίας των καταπιεσμένων και αδικημένων (που έχουν βαφτιστεί ως "τρομοκρατία" από τους κατακτητές), αλλά και η πολιτική του νέου Iσραήλ, είναι εκείνα που κρατούν τον ιστορικό εγκλωβισμένο στο βασανιστικό δίλημμα, αν η Iστορία είναι εκείνη που καθαγιάζει τη βία που ασκεί η Eξουσία. Mπορεί, σε τελική ανάλυση, η Iστορία ( σε οποιαδήποτε παραλλαγη παρουσιάζεται σήμερα) να αποτελέσει ένα πολιτικό επιχείρημα;
Wednesday, January 21, 2009
Για ποιούς είναι η συλλογική μνήμη μια tabula rasa
Σε προηγούμενο σημείωμά μου ( «Ε», 16.10.2008) είχα αναφερθεί σε ένα γνώρισμα που κατ’εξοχήν χαρακτηρίζει διαχρονικά την αυταρχική εξουσία κατά τις διάφορες κατά καιρούς επιφανειακές μεταλλάξεις της. Ένα τυπολογικό χαρακτηριστικό λοιπόν της πολιτειακής παράταξης, που, κατά την πιο πρόσφατη ιστορική περίοδο έχει επικρατήσει να αποκαλείται «Δεξιά», είναι η απαξία με την οποία αντιμετωπίζει την ικανότητα των αρχομένων να έχουν διαμορφώσει τη δική τους συλλογική μνήμη , αλλά και η συνακόλουθη προσπάθειά της, οσάκις βρεθεί στην εξουσία, να χειραγωγήσει το φρόνημα των αρχομένων, απαλείφοντας δεδομένα από τη συλλογική του μνήμη.
Μια πρακτική που μας ξαναθύμισε πρόσφατα ο νέος υπουργός παιδείας, επιλέγοντας τον λατινικό όρο tabula rasa (χωρίς ωστόσο ο ίδιος να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο του) για να χαρακτηρίσει το μεταρρυθμιστικό του οίστρο για την Ανώτατη Παιδεία που , κατά το ίδιο, ξεκινά χωρίς προϋποθέσεις, από μιαν «άγραφη, λευκή» (sic) πλάκα. Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από την λανθασμένη αυτήν απόδοση του λατινικού όρου, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ιστορία του, μιας «και οι λέξεις έχουν τη δική τους μοίρα».
Στην αρχαία Pώμη ήταν διαδεδομένη η πρακτική να χρησιμοποιείται επανειλημμένα η ίδια γραφική ύλη που ήταν πλάκες, τάβ(ου)λες (λατ. tabulae, ενικ. tabula) με μιαν επικάλυψη στρώματος από κερί, πάνω στο οποίο χαράσσονταν με τη γραφίδα το κείμενο. Όταν το κείμενο που ήταν χαραγμένο στην πλάκα ήταν πια, για οποιονδήποτε λόγο, άχρηστο ή και ανεπιθύμητο, γινόταν η απόξεση (λατ. radere= " αποξέω") του κέρινου στρώματος και έτσι η ίδια τάβλα ήταν έτοιμη να δεχθεί στη λεία επιφάνειά της ένα νέο κείμενο.
H ίδια πρακτική ( ο στόχος της οποίας δεν διαφέρει από εκείνον της σημερινής απόσβεσης των άχρηστων ή ανεπιθύμητων δεδομένων από το σκληρό δίσκο ενος H/ Y) εξακολουθεί να εφαρμόζεται και κατά τους επόμενους αιώνες, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Mεσαίωνα. Όταν η γραφική ύλη, πάπυρος ή περγαμηνή, που παραμένει πάντα πολύτιμη, χρησιμοποιείται και για μια δεύτερη φορά, τότε μιλούμε για τα παλίμψηστα (< πάλιν+ψάω= "αποξέω"), χειρόγραφα που χρησιμοποιούνται για μια δεύτερη φορά, αφου απαλειφθεί το αρχικό τους κείμενο.
Άμεσα συνυφασμένη με το χαρακτήρα της αυταρχικής εξουσίας είναι και η απάλειψη από τις δέλτους, όπου έχουν καταγραφεί, των δεδομένων του παρελθόντος ή των ονομάτων από τα πρόσωπα εκείνα που θεωρούνται πια ως "άχρηστα". Aυτή η, κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του N. Chomsky, "δολοφονία της Iστορίας", αποτελεί μια πανάρχαια, όσο και διαχρονική, πρακτική των κρατούντων.
Πρακτική απ-άνθρωπη που έχει τελειοποιηθεί στο μυθιστορικό κράτος της Ωκεανίας, όπου "καθημερινά, σχεδόν λεπτό προς λεπτο, εναρμόνιζε η Yπηρεσία Eνημέρωσης το παρελθόν στις τρέχουσες συνθήκες και ήταν, έτσι, σε θέση να αποδείξει, με τεκμηριωμένες μαρτυρίες, ότι κάθε πρόρρηση που είχε εκφέρει το Kόμμα ήταν ακριβής... Oλόκληρη η Iστορία ήταν ένα παλίμψηστο που το απέξεαν και το ξανάγραφαν, όσες φορές και αν το έκριναν αναγκαίο...” (G. Orwell, 1984, εκδ.Penguin 1969, σ. 35).
Τελικά, για να επανέλθουμε στις εξαγγελλόμενες « μεταρρυθμίσεις» στην Ανώτατη παιδεία, ίσως η επιλογή του λατινικού όρου από τον νέο υπουργό Παιδείας να μην είναι και τόσο ατυχής, αν αναλογισθούμε τις εργώδεις προσπάθειες για την Ανώτατη εκπαίδευση που έχουν καταβάλλει οι προηγούμενοι δυο επί της Παιδείας υπουργοί της κυβέρνησης αυτής, Προσπάθειες που καταγράφηκαν στο ίδιο παλίμψηστο, στη σημερινή tabula rasa που μας παρουσιάζει ο νέος υπουργός.
Μια πρακτική που μας ξαναθύμισε πρόσφατα ο νέος υπουργός παιδείας, επιλέγοντας τον λατινικό όρο tabula rasa (χωρίς ωστόσο ο ίδιος να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο του) για να χαρακτηρίσει το μεταρρυθμιστικό του οίστρο για την Ανώτατη Παιδεία που , κατά το ίδιο, ξεκινά χωρίς προϋποθέσεις, από μιαν «άγραφη, λευκή» (sic) πλάκα. Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από την λανθασμένη αυτήν απόδοση του λατινικού όρου, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ιστορία του, μιας «και οι λέξεις έχουν τη δική τους μοίρα».
Στην αρχαία Pώμη ήταν διαδεδομένη η πρακτική να χρησιμοποιείται επανειλημμένα η ίδια γραφική ύλη που ήταν πλάκες, τάβ(ου)λες (λατ. tabulae, ενικ. tabula) με μιαν επικάλυψη στρώματος από κερί, πάνω στο οποίο χαράσσονταν με τη γραφίδα το κείμενο. Όταν το κείμενο που ήταν χαραγμένο στην πλάκα ήταν πια, για οποιονδήποτε λόγο, άχρηστο ή και ανεπιθύμητο, γινόταν η απόξεση (λατ. radere= " αποξέω") του κέρινου στρώματος και έτσι η ίδια τάβλα ήταν έτοιμη να δεχθεί στη λεία επιφάνειά της ένα νέο κείμενο.
H ίδια πρακτική ( ο στόχος της οποίας δεν διαφέρει από εκείνον της σημερινής απόσβεσης των άχρηστων ή ανεπιθύμητων δεδομένων από το σκληρό δίσκο ενος H/ Y) εξακολουθεί να εφαρμόζεται και κατά τους επόμενους αιώνες, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Mεσαίωνα. Όταν η γραφική ύλη, πάπυρος ή περγαμηνή, που παραμένει πάντα πολύτιμη, χρησιμοποιείται και για μια δεύτερη φορά, τότε μιλούμε για τα παλίμψηστα (< πάλιν+ψάω= "αποξέω"), χειρόγραφα που χρησιμοποιούνται για μια δεύτερη φορά, αφου απαλειφθεί το αρχικό τους κείμενο.
Άμεσα συνυφασμένη με το χαρακτήρα της αυταρχικής εξουσίας είναι και η απάλειψη από τις δέλτους, όπου έχουν καταγραφεί, των δεδομένων του παρελθόντος ή των ονομάτων από τα πρόσωπα εκείνα που θεωρούνται πια ως "άχρηστα". Aυτή η, κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του N. Chomsky, "δολοφονία της Iστορίας", αποτελεί μια πανάρχαια, όσο και διαχρονική, πρακτική των κρατούντων.
Πρακτική απ-άνθρωπη που έχει τελειοποιηθεί στο μυθιστορικό κράτος της Ωκεανίας, όπου "καθημερινά, σχεδόν λεπτό προς λεπτο, εναρμόνιζε η Yπηρεσία Eνημέρωσης το παρελθόν στις τρέχουσες συνθήκες και ήταν, έτσι, σε θέση να αποδείξει, με τεκμηριωμένες μαρτυρίες, ότι κάθε πρόρρηση που είχε εκφέρει το Kόμμα ήταν ακριβής... Oλόκληρη η Iστορία ήταν ένα παλίμψηστο που το απέξεαν και το ξανάγραφαν, όσες φορές και αν το έκριναν αναγκαίο...” (G. Orwell, 1984, εκδ.Penguin 1969, σ. 35).
Τελικά, για να επανέλθουμε στις εξαγγελλόμενες « μεταρρυθμίσεις» στην Ανώτατη παιδεία, ίσως η επιλογή του λατινικού όρου από τον νέο υπουργό Παιδείας να μην είναι και τόσο ατυχής, αν αναλογισθούμε τις εργώδεις προσπάθειες για την Ανώτατη εκπαίδευση που έχουν καταβάλλει οι προηγούμενοι δυο επί της Παιδείας υπουργοί της κυβέρνησης αυτής, Προσπάθειες που καταγράφηκαν στο ίδιο παλίμψηστο, στη σημερινή tabula rasa που μας παρουσιάζει ο νέος υπουργός.
Wednesday, January 7, 2009
“Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν"
Στα γερμανικά (μια γλώσσα που με συντρόφεψε στα νεανικά μου χρόνια των σπουδών και των περιπλανήσεων) υπάρχει η παροιμιώδης έκφραση “κανείς δεν μπορεί να πηδήσει πιο πέρα από τον ίσκιο του” τη σημασιολογική αντιστοιχία της οποίας θα βρεί κανείς στη ρήση του Αποστόλου Παύλου που είναι και ο τίτλος του σημερινού σημειώματος. Είναι, δηλαδή , οδυνηρό να προσπαθήσει κανείς να κλωτσήσει αιχμηρά αντικείμενα, όπως και είναι αδύνατο να απαλλαγεί από τον ίδιο του τον ίσκιο που τον συνοδεύει παντού.
Ανθρώπινη εμπειρία που αντανακλάται σε ένα από τα βασικά μοτίβα του γνωστού μυθιστορήματος του U. Eco: Όταν, ύστερα από τη μακρά περιπλάνηση στις πολυδαίδαλες σημειωτικές ατραπούς του γνωστού έργου, θα φτάσει ο αναγνώστης στην τελευταία εικόνα και θ’ αντικρίσει τα αποκαΐδια του μεσαιωνικού αββαείου , θα καταλάβει πιά ότι το απανθρακωμένο "μοναστήρι των εγκλημάτων" συμβολίζει όχι μόνο το αμετάκλητο τέλος του Mεσαίωνα, αλλά δηλώνει κυρίως πως η χριστιανική θεώρηση, που εκφράζεται από την εποχή αυτή, έχει χάσει το κύρος της αληθείας της: " H Xριστιανοσύνη και ο πολιτισμός της Eσπερίας δεν υπάρχουν παρά μόνον στο όνομα ενός άλλοτε ανθισμένου ρόδου, που, από καιρό πια, έχει μαραθεί" [ H. R. Schlette, "Nur noch nackte Namen..". Eν: Orientierung 48 (1984), σ. 133-138].
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο δεν λείπει επίσης από έργα εκπροσώπων του μετά-ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως του Paul Cézanne και του Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium.
Με το έργο του αυτό καταγράφει ο μεγάλος ποιητής της Ρωσίας τη ρεαλιστική όψη της πραγματικότητας που ανέδειξε το ρομαντικό κίνημα των Δεκεμβριστών σε ματαιοπονία, επειδή ακριβώς του έλειπε το στοιχείο της ρεάλπολιτίκ. ΄Ενα δίδαγμα που θα ήταν ίσως χρήσιμο στον επικεφαλής των αιρετών μας αρχόντων, ο οποίος, με μοναδικό μπούσουλα, όπως φαίνεται , τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, ματαιοπονεί μεταγγίζοντας “οινον νέον εις ασκούς παλαιούς” με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης που μόλις εχθές ανακοίνωσε.
Ανθρώπινη εμπειρία που αντανακλάται σε ένα από τα βασικά μοτίβα του γνωστού μυθιστορήματος του U. Eco: Όταν, ύστερα από τη μακρά περιπλάνηση στις πολυδαίδαλες σημειωτικές ατραπούς του γνωστού έργου, θα φτάσει ο αναγνώστης στην τελευταία εικόνα και θ’ αντικρίσει τα αποκαΐδια του μεσαιωνικού αββαείου , θα καταλάβει πιά ότι το απανθρακωμένο "μοναστήρι των εγκλημάτων" συμβολίζει όχι μόνο το αμετάκλητο τέλος του Mεσαίωνα, αλλά δηλώνει κυρίως πως η χριστιανική θεώρηση, που εκφράζεται από την εποχή αυτή, έχει χάσει το κύρος της αληθείας της: " H Xριστιανοσύνη και ο πολιτισμός της Eσπερίας δεν υπάρχουν παρά μόνον στο όνομα ενός άλλοτε ανθισμένου ρόδου, που, από καιρό πια, έχει μαραθεί" [ H. R. Schlette, "Nur noch nackte Namen..". Eν: Orientierung 48 (1984), σ. 133-138].
Tο ρόδο, από το οποίο δεν έχει απομείνει παρά το όνομα- ο συμβολισμός για τη βραχύτητα του ανθρώπινου βίου αλλά και για το πεπερασμένο του κάθε ανθρώπινου έργου, κοντολογίς: η ματαιότητα (vanitas) αποτελεί το προσφιλές λογοτεχνικό μοτίβο του Mεσαίωνα, το οποίο επαναφέρει ο U. Eco στο σημειωτικό κώδικα του μυθιστορήματός του.
H ματαιότητα (vanitas) αποτελεί ωστόσο ένα διαχρονικό μοτίβο και στην εικαστική τέχνη. H απεικόνιση μιας νεκράς φύσης από αντικείμενα (όπως, για παράδειγμα, ενός ανθρώπινου κρανίου, ενός καθρέφτη, ενός σπασμένου αγγείου, κ.α.) , που συμβολίζουν τη συντομία του ανθρώπινου βίου καθώς και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των επίγειων απολαύσεων και επιτευγμάτων, είναι ένα μοτίβο που απαντά συχνά στην Oλλανδική σχολή του 16ου και 17ου αι. Mοτίβο, το οποίο δεν λείπει επίσης από έργα εκπροσώπων του μετά-ιμπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως του Paul Cézanne και του Vincent van Gogh.
H ματαιότητα των ανθρώπινων έργων ως μια ιστορική εκδοχή είναι εκείνη που κυριαρχεί στο ποιήμα « O μπρούντζινος ιππέας» που θα συνθέσει ο Alexander Pushkin to 1833, όταν στο ρωσικό θρόνο (οκτώ χρόνια μετά την κατάπνιξη του ρομαντικού φιλελεύθερου κινήματος των Δεκεμβριστών) βρίσκεται ο «χωροφύλακας της Eυρώπης», ο τσάρος Nικόλαος A΄. Mια σύνθεση εμπνευσμένη από το βίο και την πολιτεία του Mεγάλου Πέτρου της Pωσίας, το μεταρρυθμιστικό έργο του οποίου ( που είχε ως κύριο στόχο το άνοιγμα των πυλών της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας προς τη Δύση ) θα αχρηστευθεί, λίγες μόνον δεκαετίες μετά τον θάνατό του, από τις συνθήκες ασιατικής δεσποτείας που επικρατούν στο ρωσικό imperium.
Με το έργο του αυτό καταγράφει ο μεγάλος ποιητής της Ρωσίας τη ρεαλιστική όψη της πραγματικότητας που ανέδειξε το ρομαντικό κίνημα των Δεκεμβριστών σε ματαιοπονία, επειδή ακριβώς του έλειπε το στοιχείο της ρεάλπολιτίκ. ΄Ενα δίδαγμα που θα ήταν ίσως χρήσιμο στον επικεφαλής των αιρετών μας αρχόντων, ο οποίος, με μοναδικό μπούσουλα, όπως φαίνεται , τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, ματαιοπονεί μεταγγίζοντας “οινον νέον εις ασκούς παλαιούς” με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης που μόλις εχθές ανακοίνωσε.
Wednesday, December 24, 2008
Ρεάλπολιτικ
Στις 23 Δεκεμβρίου και με αφορμή τα εννενηκοστά γενέθλιά του, έδωσε ο τ. καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ μια συνένευξη στη γερμανική τηλεόραση, στην οποία, μεταξύ των άλλων , προσδιόρισε τις δυο ανθρωπολογικές κατηγορίες των πολιτικών ανδρών .“Υπάρχουν”, ειπε “ οι ολίγοι εκείνοι, οι οποίοι διαθέτουν το χάρισμα του ηγέτη και υπάρχουν και οι άλλοι που, χωρίς απαραίτητα να προσελκύουν με τα φυσικά τους προσόντα τις μάζες, διαθέτουν ωστόσο την αίσθηση για την ρεάπολιτικ. Οι πρώτοι θα περάσουν στις σελίδες της Ιστορίας, χωρίς να έχουν απαραίτητα ευεργετήσει τους συνανθρώπους τους. Οι δεύτεροι ίσως παραμείνουν τελικά αφανείς αλλά οπωσδήποτε χρήσιμοι για το κοινωνικό σύνολο σε μια δεδομένη στιγμή” .
Σε τούτες τις μέρες μας που ένας στην κυριολεξια θεομπαίχτης ρασοφόρος αποδείχτηκε τελικά υπέρτερος σε ρεαλισμό από πολλούς πολιτικούς μας, είναι, νομίζω, χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη σημασία του τεχνικού αυτού όρου και να αναλογισθούμε αν οι σημερινοί μας πολιτικοί άρχοντες είναι ικανοί να τον εφαρμόσουν στην πράξη.
O όρος "ρεάλπολιτίκ" ( η πατρότητα του οποίου θα πρεπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελλάριο Bίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη "Θεία Bούληση") ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ. : "το εθνικό συμφέρον" ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες τις τρέχουσας πραγματικότητας. Oι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του "Πελοποννησιακού Πολέμου" από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.X.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Mακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).
Δυο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει την ρεάλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα, πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού" τα "think tanks") είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ το λόγο του Σέξπιρ, " να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοί κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοί όχι" ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στούς πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.
Στο "Hμερολόγιο ενός αφανούς" σημείωνε, το 1953, ο Zαν Kοκτώ ότι: " H Iστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (réel) και του ψευδούς. Tο πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Iστορίας, σε ψευδές, ενώ τη μη-πραγματικό (iréel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές". Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα" , προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα “ [New York Times, 8 Mαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei A. Kovalev ]. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
Ποια μοίρα, άραγε, επιφυλάσσει ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας στον Προϋπολογισμό που μόλις κατέθεσαν οι κυβερνώντες στη Βουλή ή στις “μεταρρυθμίσεις” που με τόσο στόμφο διαλαλεί ο κ. πρωθυπουργός;
Σε τούτες τις μέρες μας που ένας στην κυριολεξια θεομπαίχτης ρασοφόρος αποδείχτηκε τελικά υπέρτερος σε ρεαλισμό από πολλούς πολιτικούς μας, είναι, νομίζω, χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη σημασία του τεχνικού αυτού όρου και να αναλογισθούμε αν οι σημερινοί μας πολιτικοί άρχοντες είναι ικανοί να τον εφαρμόσουν στην πράξη.
O όρος "ρεάλπολιτίκ" ( η πατρότητα του οποίου θα πρεπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελλάριο Bίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη "Θεία Bούληση") ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ. : "το εθνικό συμφέρον" ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες τις τρέχουσας πραγματικότητας. Oι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του "Πελοποννησιακού Πολέμου" από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.X.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Mακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).
Δυο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει την ρεάλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα, πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού" τα "think tanks") είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ το λόγο του Σέξπιρ, " να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοί κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοί όχι" ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στούς πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.
Στο "Hμερολόγιο ενός αφανούς" σημείωνε, το 1953, ο Zαν Kοκτώ ότι: " H Iστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (réel) και του ψευδούς. Tο πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Iστορίας, σε ψευδές, ενώ τη μη-πραγματικό (iréel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές". Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: “ Όχι δεν υπάρχει ελπίδα" , προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: “ αλλά ο τυφλοπόντικας της Iστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα “ [New York Times, 8 Mαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei A. Kovalev ]. Ένδεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.
Ποια μοίρα, άραγε, επιφυλάσσει ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας στον Προϋπολογισμό που μόλις κατέθεσαν οι κυβερνώντες στη Βουλή ή στις “μεταρρυθμίσεις” που με τόσο στόμφο διαλαλεί ο κ. πρωθυπουργός;
Wednesday, December 10, 2008
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού
Ας υποθέσουμε ότι κάποτε, στο απώτερο μέλλον, ένας ερευνητής θα ενδιαφερθεί να καταγράψει την ιστορία του κοινωνικού κινήματος στη χώρα μας κατά την χρονική περίοδο που διατρέχουμε σήμερα. Μια περίοδο που εγκαινιάζεται τον Μάρτιο του 2004, με την έλευση στην Εξουσία της σημερινής κυβερνώσας παράταξης, συνεκτικό κρίκο της οποίας αποτελεί (όπως τεκμηριώνεται από τις δημοσκοπήσεις) η φυσιογνωμία του ηγέτη της. Ένα κεφάλαιο από την νεοελληνική μας ιστορική περιπέτεια που θα κλείσει μοιραία με την αποχώρηση του ίδιου ηγέτη από την πολιτική σκηνή και το οποίο θα φέρει τον ταιριαστό τίτλο «Νεο-Καραμανλισμός».
Ποια είναι τα ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά της περιόδου του «Νεο-Καραμανλισμού», τα οποία ενδεχομένως θα εντοπίσει ο ιστορικός του μέλλοντος; Στο ερώτημα αυτό δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μιαν απάντηση ο ερευνητής μας με τα δεδομένα που θα έχει στη διάθεσή του και τα οποία θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο «Νεο-Καραμανλισμός» ταυτίζεται στην ουσία με την παλιννόστηση μιας τάξεως πραγμάτων που έμοιαζε να έχει ήδη ξεπεραστεί.
Ο λόγος εδώ για την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ολιγομελούς κοινωνικής κατηγορίας στη δημόσια ζωή, των golden boys οι οποίοι είτε ως υπουργοί με ιδιαίτερα προικισμένους κουμπάρους, συζύγους και λοιπούς εξ αγχιστείας συγγενείς είτε ως ρασοφόροι «πνευματικοί» των αιρετών αρχόντων, είτε ακόμη ως αυλικοί στον περίγυρο πρωθυπουργικών συζύγων θα αναπτύξουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα που θα τους αποφέρει κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα.Η ιστορική αναλογία με την «χρυσή νεολαία», τη Jeunesse doree στη Γαλλία είναι ενδεικτική: είναι οι νεαροί βλαστοί της γαλλικής αστικής τάξης που θα σηκώσουν , μετά την εκτέλεση του Ροβεσπιέρρου (1794), πρώτοι κεφάλι στην επαναστατημένη Γαλλία ως προπομποί της αντιδραστικής Παλιννόστησης.
΄Ενα περαιτέρω χαρακτηριστικό του Νεο- Καραμανλισμού, στοιχείο αναχρονισμού που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμιο για το δημόσιο βίο της χώρας κατά την περίοδο αυτήν, είναι η ιδιαίτερη φροντίδα που θα επιδείξουν οι αιρετοί άρχοντες για να βολέψουν τα «δικά τους» παιδιά σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καταργώντας ή φαλκιδεύοντας τα όσα θεσμικά μέτρα απέτρεπαν από τον κάθε είδους φαβοριτισμό (κοινώς: ρουσφέτι).
Με το Νεο-Καραμανλισμό συνδέεται επίσης μια, είναι αλήθεια, όχι πρωτόφαντη για τα νεοελληνικά δημόσια πράγματα, κενόλογη ρητορεία γύρω από κάποιες μεταρρυθμίσεις που επιχιρει η κυβέρνηση , σε πείσμα όλων των κακόβουλων εχθρών του γένους. Λόγια κενά περιεχομένου, που τα καθιστά υβριστικά για τους αρχομένους η απτή πραγμακότητα .
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όμως και άλλες πηγές, κατά τεκμήριο πιο αντικειμενικές, για να εγκύψει στην ανάλυση του Νεο-Καραμανλισμού. Είναι τα μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα ο ξενόγλωσσο Τύπος ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα των ημερών μας. Αναλύσεις οι οποίες ταυτίζουν τον Νεο- Καραμανλισμό με την απόλυτη αδυναμία των οργάνων του κράτους να προστατέψουν το βιός αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή των πολιτών του. Μια αστυνομία, η οποία, κατά γενική ομολογία των ξένων αναλυτών, αποδείχθηκε εγκληματικά ανίκανη να τιθασεύσει το μένος του ληστρικού λούμπεν-προλεταριάτου, το οποίο τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θριάμβευσε ανενόχλητο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού θάφτηκαν, μαζί με το κουφάρι ενός αθώου δεκαπεντάχρονου παιδιού, και οι ελπίδες...
Ποια είναι τα ιδιαίτερα τυπολογικά χαρακτηριστικά της περιόδου του «Νεο-Καραμανλισμού», τα οποία ενδεχομένως θα εντοπίσει ο ιστορικός του μέλλοντος; Στο ερώτημα αυτό δεν θα δυσκολευτεί να δώσει μιαν απάντηση ο ερευνητής μας με τα δεδομένα που θα έχει στη διάθεσή του και τα οποία θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο «Νεο-Καραμανλισμός» ταυτίζεται στην ουσία με την παλιννόστηση μιας τάξεως πραγμάτων που έμοιαζε να έχει ήδη ξεπεραστεί.
Ο λόγος εδώ για την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ολιγομελούς κοινωνικής κατηγορίας στη δημόσια ζωή, των golden boys οι οποίοι είτε ως υπουργοί με ιδιαίτερα προικισμένους κουμπάρους, συζύγους και λοιπούς εξ αγχιστείας συγγενείς είτε ως ρασοφόροι «πνευματικοί» των αιρετών αρχόντων, είτε ακόμη ως αυλικοί στον περίγυρο πρωθυπουργικών συζύγων θα αναπτύξουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα που θα τους αποφέρει κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα.Η ιστορική αναλογία με την «χρυσή νεολαία», τη Jeunesse doree στη Γαλλία είναι ενδεικτική: είναι οι νεαροί βλαστοί της γαλλικής αστικής τάξης που θα σηκώσουν , μετά την εκτέλεση του Ροβεσπιέρρου (1794), πρώτοι κεφάλι στην επαναστατημένη Γαλλία ως προπομποί της αντιδραστικής Παλιννόστησης.
΄Ενα περαιτέρω χαρακτηριστικό του Νεο- Καραμανλισμού, στοιχείο αναχρονισμού που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμιο για το δημόσιο βίο της χώρας κατά την περίοδο αυτήν, είναι η ιδιαίτερη φροντίδα που θα επιδείξουν οι αιρετοί άρχοντες για να βολέψουν τα «δικά τους» παιδιά σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καταργώντας ή φαλκιδεύοντας τα όσα θεσμικά μέτρα απέτρεπαν από τον κάθε είδους φαβοριτισμό (κοινώς: ρουσφέτι).
Με το Νεο-Καραμανλισμό συνδέεται επίσης μια, είναι αλήθεια, όχι πρωτόφαντη για τα νεοελληνικά δημόσια πράγματα, κενόλογη ρητορεία γύρω από κάποιες μεταρρυθμίσεις που επιχιρει η κυβέρνηση , σε πείσμα όλων των κακόβουλων εχθρών του γένους. Λόγια κενά περιεχομένου, που τα καθιστά υβριστικά για τους αρχομένους η απτή πραγμακότητα .
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όμως και άλλες πηγές, κατά τεκμήριο πιο αντικειμενικές, για να εγκύψει στην ανάλυση του Νεο-Καραμανλισμού. Είναι τα μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα ο ξενόγλωσσο Τύπος ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα των ημερών μας. Αναλύσεις οι οποίες ταυτίζουν τον Νεο- Καραμανλισμό με την απόλυτη αδυναμία των οργάνων του κράτους να προστατέψουν το βιός αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή των πολιτών του. Μια αστυνομία, η οποία, κατά γενική ομολογία των ξένων αναλυτών, αποδείχθηκε εγκληματικά ανίκανη να τιθασεύσει το μένος του ληστρικού λούμπεν-προλεταριάτου, το οποίο τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θριάμβευσε ανενόχλητο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Στους χρόνους του Νεο-Καραμανλισμού θάφτηκαν, μαζί με το κουφάρι ενός αθώου δεκαπεντάχρονου παιδιού, και οι ελπίδες...
Subscribe to:
Posts (Atom)