Wednesday, March 31, 2010

Περί ετεροτοπίας συνέχεια

Κατέβηκε,λένε, κάποτε ο Παντοδύναμος στη γή, σε μια . χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η τυφλή συντεχνιακή ιδιοτέλεια υπερισχύει ακόμα και εκείνου του κοινού κοινωνικού συμφέροντος. Ζήτησε τότε να φέρουν ενώπιόν του έναν από τους κατοίκους της χώρας αυτής, τον οποίον και ρώτησε, ποια θα ήταν η μεγαλύτερη χάρη που θα ζητούσε ο ίδιος από το Θεό. Χωρίς να διστάσει τότε ο Ρωμιός εκείνος του απάντησε: «να ψοφήσει η γίδα του γείτονα»...
Μια αυθεντική λαϊκή παράδοση, η οποία ίσως αδικεί την άδολη φιλοπατρία πολλών ξενιτεμένων Ρωμιών που αναδείχθηκαν στο παρελθόν σε εθνικούς ευεργέτες ή κάποιων μεταναστών τρίτης γενιάς σε μακρινές χώρες σήμερα, που διατηρούν ακόμα ρομαντικά αισθήματα φιλαλληλίας για τους ομογενείς τους στη γενέτειρα των προγόνων τους. Παράδοση, ωστόσο, η οποία αντικατοπτρίζει πιστά τη διαχρονική νοοτροπία του Νεοέλληνα. ‘Ετσι (για να επανέλθω στα περί ετεροτοπίας του προ-προηγούμενου σημειώματος) αν το στοιχείο της αντιπαλότητας είναι εκείνο που προσδιορίζει τη σχέση των διαφόρων ομάδων (των «ετεροτοπιών») μεταξύ τους, προσδίδοντας στη νεοελληνική κοινωνία έναν αναχρονιστικά πρωτόγονο χαρακτήρα, είναι το στοιχείο του φθόνου εκείνο, το οποίο κυρίαρχα καθορίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη , μεσογειακή, συμπεριφορά και νοοτροπία όλων ημών των σημερινών Νεο-ελλαδιτών.
Ο περιορισμένος χώρος του σημειώματος αυτού δεν επιτρέπει εδώ παρά την παράθεση ενός δείγματος του εγωκεντρισμού, στοιχείου που, διυποκειμενικά, χαρακτηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά των νεο-ελλαδιτών. Μελετώντας κανείς τον κώδικα προφορικής επικοινωνίας, τη νεοελληνική γλώσσα ( μια αντικειμενική κατηγορία, όπoυ αντανακλώνται οι ανθρώπινες σχέσεις) διαπιστώνει ότι περιλαμβάνει λέξεις, το σημασιολογικό περιεχόμενο tvν οποίων μόνο περιφραστικά θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή διάλεκτο. Η λέξη «ρουσφέτι», για παράδειγμα (αμετάφραστη μονολεκτικά σε μια ευρωπαϊκή γλώσσα) που σημαίνει την αμφίδρομη σχέση εξάρτησης πολιτικού και ψηφοφόρου, χαρακτηρίζει μια σχέση-κλειδί στη λειτουργία του πελατειακού συστήματος μιας κοινωνίας, όπου η παροχή ίσων ευκαιριών και η αξιοκρατία δεν αποτελούν παρά κενές επικlήσεις στα πλαίσια της προεκλογικής τελετουργίας. Με τη λέξη «ατσίδας» (το έτυμο της οποίας χάνεται στα σκοτάδια των χρόνων της Τουρκοκρατίας) χαρακτηρίζουμε εμείς οι Νεοέλληνες, το άτομο εκείνο που, χωρίς ιδιαίτερη προσήλωση σε ηθικούς κανόνες, έχει αναρριχηθεί στα ύψη της κοινωνικής κλίμακας.
Από την άλλη πλευρά, τις έννοιες εκείνες που εκφράζονται μονολεκτικά σε μια κοινωνία, όπου ο σεβασμός στα δικαιώματα του πλησίον αποτελεί αυτονόητο κανόνα καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί η Κοινή νεοελληνική μας γλώσσα να αποδώσει παρά περιφραστικά. Τη γερμανική λέξη, για παράδειγμα,Ruecksicht (αλλά και την ταυτόσημη τσεχική ohled) που σημαίνει : «να μην γυρίζει κανείς την πλάτη του στον διπλανό του, αλλά να βλέπει και να σέβεται τα δικαιώματά του» αδυνατούμε εμείς οι Νεοέλληνες να αποδώσουμε μονολεκτικά...
Η κυρίαρχη θέση του φαινομένου της ετεροτοπίας στο δημόσιο βίο της χώρας μας αντανακλάται κατ’εξοχήν και στους οργανωμένους πολιτικούς σχηματισμούς, στα κόμματα. Γεννημένα από τα σπλάγχνα μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ετεροτοπίες, ομάδες που αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης, τα σημερινά πολιτικά κόμματα δεν θα μπορούσαν να έχουν άλλη ύψιστη αρχή, από εκείνην της κατά περίστασιν θωπείας μιας από τις παραπάνω ομάδες.
Κανόνας από τον οποίο δεν εξαιρείται ούτε το κόμμα εκείνο, που, θεωρητικά, ταυτίζεται με τους «κοινωνικούς αγώνες» μιας και μόνον τάξης , του λεγόμενου προλεταριάτου...
(έπεται συνέχεια)

Wednesday, March 24, 2010

Attn.: Readers from British Columbia Canada only

Αν το επιθυμείτε, μπορείτε μέσω του e-mail μου (victor@the.forthnet.gr) να μου δώσετε
διευθύνσεις για να σας στείλω (χωρις, εννοείται, κάποια υποχρεώση του παραλήπτη)
δημοσιe;yματα και βιβλία μου.

Wednesday, March 17, 2010

Περί Tευτονικής υπεροψίας

Στο πρώτο μέρος του "Φάουστ", στη σκηνή έξω από την πύλη, παρουσιάζει ο Γκέτε τους "κάθε λογής" περιπατητές να εκθέτουν ο καθένας τη δική του άποψη για τη γενικότερη κατάσταση της εποχής τους. Mάστορες, καμαριέρες, σπουδαστές, στρατιώτες και άλλοι, συνθέτουν με τους σύντομους μονολόγους τους ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό: "τη φωνή του λαού", όπως θα την ονομάσει με μιαν αδιόρατη ειρωνεία αυτός ο ποιητής-άρχοντας.
Aπό την πολύχρωμη αυτή παλέτα δεν λείπει και ο εκπρόσωπος της μεσαίας αστικής τάξης, που με τη δήλωσή του προσθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοοτροπίας της κοινωνικής αυτής κατηγορίας: "Δεν υπάρχει για 'μένα", λέει, "καλύτερη απασχόληση για τις Kυριακές και τις γιορτές από μια κουβέντα γύρω από τον πόλεμο και τις πολεμικές ιαχές, όταν μακριά, στα βάθη της Tουρκίας, οι λαοί αλληλοσφάζονται".
Κατά τους δυο γεμάτους αιώνες που ακολούθησαν ( ναι, κυριολεκτικά μέχρι τις μέρες μας) το πνεύμα αυτού του μεγαλοαστού βρυκολάκιασε διαχρονικά στο δημόσιο βίο της πατρίδας του Γκέτε καθ’όλη τη διάρκεια των καθεστωτικών φάσεων της ως κρατικού μορφώματος. Μετά την συνένωση την γερμανικών κρατιδίων το 1871 από τον Βίσμαρκ και τη δημιουργία του επονομαζόμενου “Β’ Ρά¨ιχ” ο γερμανός μεγαλοαστός δεν περιορίζεται μόνον να παρακολουθεί απλώς μέσα από την θαλπωρή της ιδιοκτησίας του από την εφημερίδα του τις περιπέτειες των "εξωτικών" λαών στη μακρινή Aνατολή, αλλά σκαρφίζεται και τις λύσεις για τα προβλήματα των ιθαγενών.. Ως μεγαλομέτοχος πλέον της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας του θα μεριμνήσει για το αυγάτισμα, τη συσσώρευση του κεφαλαίου του που προέρχεται από την αφαίμαξη του υπερπροϊόντος των “ανώριμων” λαών μέσω των εξαγωγών ολοένα και πιο εξελιγμένων φονικών συστημάτων.
Ο ήρωάς μας πλέον ανήκει στην τάξη των Kriegsgewinnler ( τεχνικός όρος που αποδίδει, με τη θαυμαστή επάρκεια της γερμανικής γλώσσας, τον κερδοσκόπο που επενδύει στον πόλεμο) που είναι και οι αφανείς πρωταγωνιστές των δυο παγκοσμίων πολέμων. Μια στάση ζωής που τη συνοδεύει η διαχρονική υπεροψία που θα αποτελέσει και το φυτώριο για το καθεστώς εκείνο, το “Γ’ Ράϊχ “ που θα εφαρμόσει με τη στυγερή του πράξη τις δικές του "τελικές λύσεις" στους "κατώτερους λαούς" της Eυρώπης...
Η τευτονική υπεροψία απέναντι στην χρεωκοπημένη σημερινή Ελλάδα που εκφράζεται τόσο από τα γερμανικά Μ.Ε. όσο και από την άρνηση της επίσημης Γερμανίας να συνδράμει οικονομικά τον “άφρονα” εταίρο της βρίσκονται και σήμερα στην πρώτη θέση της επικαιρότητας. ΄Ενα δεδομένο που οδηγεί τον “κοιν’ο” συμπολίτη μας στο καταθλιπτικό ερώτημα πότε βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση ως κοινωνικό σύνολο: στους χρόνους της γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας, όταν εκχωρήθηκε, με τη γνωστή μεθόδευση, στο γερμανικό “Γ’ Ράίχ” το “δάνειο” ή σήμερα που, όντας με το υστέρημα του εθνικού μας υπερπροϊόντος από τους καλύτερους πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, βιώνουμε τον απροκάλυπτο εκβιασμό των πολεμικών βαρόνων στη χώρα της κ. Μέρκελ για να παραμείνουμε προσδεδεμένοι ως οικονομικοί είλωτες της πολεμικής της βιομηχανίας.
Ερώτημα ωστόσο, το οποίο (όπως θα διαπιστώσει κανείς από τα δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο) δεν απασχολεί μόνον τον κοινό συνέλληνα, αλλά και την προοδευτική διανόηση στη σημερινή Γερμανία. Είναι αυτή η “άλλη” Γερμανία που είχα την καλή τύχη να γνωρίσω στα χρόνια της νιότης και των σπουδών μου εκεί. Είναι η Γερμανία των ποιητών και των στοχαστών που, για καλή μας τύχη, δεν έχει εξαφανισθεί από τη βαρβαρότητα των ημερών μας.

Wednesday, March 3, 2010

Ένα ελληνικό κοινωνικό φαινόμενο: η Ετεροτοπία

Η . οπωσδήποτε αρνητική, δημοσιότητα , που συνοδεύει σε διεθνές επίπεδο, τη χώρα μας σήμερα, οι δυσοίωνες προοπτικές που προδιαγράφονται, (ουσιαστικά: η χρεοκοπία μας ως κράτος, που δεν έχουμε ακόμα αντιληφθεί πλήρως), αλλά (το χειρότερο), η αυτοκαταστροφική μας συλλογική εμμονή να αναζητούμε τη ρίζα της κακοδαιμονίας μας σε κάποιες φαντασιακές και υπερβατικές κατηγορίες, ( όπως την «ανθελληνική συνωμοσία» ή το «διεθνές κεφάλαιο») είναι οι παράγοντες εκείνοι που υπαγορεύουν τις απαισιόδοξες διαθέσεις με τις οποίες συντάσσεται του σημερινό μου σημειώμα. Υπό το κράτος λοιπόν της αμηχανίας που διακατέχει τον «κοινό» συνέλληνα θα πασχίσω να αναζητήσω την αιτία της κρίσης όχι σε κάποιους εξωγενείς παράγοντες, αλλά σ’αυτήν την ίδια την ιστορική μας περιπέτεια ως κοινωνικού συνόλου.
Η πατρίδα μας συνιστά, ως πολιτειακή πραγματικότητα, μιαν αποκλειστικότητα, διότι- μόνη αυτή στη σημερινή Ευρώπη- παρουσιάζει το φαινόμενο του συνταγματικού συγκρητισμού , της επιβίωσης δηλαδή αρχέγονων στοιχείων εθιμικού δικαίου, τα οποία, στην καθημερινή πράξη, υπερισχύουν πολλές φορές και αυτών ακόμα των προσδιορισμένων από το γραπτό Σύνταγμα θεσμών. ΄Ετσι ο θρησκειολογικός όρος «συγκρητισμός» περιγράφει πληρέστερα την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το δημόσιο βίο της σημερινής Ελλάδος. Ενός , τυπικά, κράτους-μέλους της Ε.Ε., το οποίο, αν και δανείστηκε από τη Δύση τους πολιτειακούς θεσμούς του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, εξακολουθεί να διατηρεί στη συλλογική νοοτροπία των υπηκόων του έθιμα και πρακτικές από το μεσαιωνικό παρελθόν της χώρας αλλά και από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, Χαρακτηριστική είναι εδώ η στάση τόσο κάποιων από τους κατά καιρούς αιρετούς άρχοντες όσο και συλλογικών φορέων εκπροσώπησης, οι οποίοι, σε στιγμές από τις συνήθεις εσωτερικές μας κρίσεις, διατείνονται ότι «πάνω από τους (συνταγματικούς ) θεσμούς παραμένει η βούληση του λαού».
Παρακάμπτοντας όμως τις ιστορικές αιτίες του φαινομένου, αξίζει ( τώρα ιδιαίτερα με την εθνική μας αυτοκαταστροφή που επίκειται από το ξέσπασμα των «ταξικών» αγώνων που θα προκαλέσουν τα οργανωμένα συνδικάτα)να αναλογιστούμε τις συνέπειες που επίκεινται.
Η εικόνα , την οποία παρουσιάζει η σημερινή Ελλάδα σε κάθε αμέτοχο ξένο παρατηρητή είναι εκείνη μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε ένα πλήθος από ομάδες, οι οποίες, αν δεν αλληλοσπαράσσονται, αδιαφορούν η μια για την τύχη της άλλης. Φαινόμενο, το οποίο αδυνατεί να προσεγγίσει κανείς με τις συμβατικές μεθόδους κοινωνικής έρευνας, αλλά και με την οποιανδήποτε παραλλαγή νεοεγελιανής (κοινώς: «μαρξιστικός»0 θεώρησης περί ταξικης αντίθεσης.
Οι σημερινοί υπήκοοι της χώρας-μέλους της Ε.Ε. αποτελούν μια συμπαγή εθνογλωσσική ενότητα με κοινές, μακραίωνες ιστορικές εμπειρίες και κοινό ένδοξο παρελθόν, κοινή γλώσσα και θρησκεία. Στους κόλπους όμως της ελληνικής κοινωνίας συνυπάρχουν απλώς – χωρίς τον (αυτονόητο για μια σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία) συνεκτικό ιστό της έμπρακτης και ενσυνείδητης κοινωνικής αλληλεγγύης- εσωστρεφείς και περιχαρακωμένες μέσα στην ιδιοτέλειά τους, οι παραπάνω ομάδες.
΄Ενα αξιοπερίεργο απολίθωμα για τους Ευρωπαίους εταίρους, αλλά αδηφάγο καρκίνωμα για το κοινωνικό μωσαϊκό της σημερινής Ελλάδος, το αναχρονιστικό αυτό φαινόμενο της επιβίωσης του βυζαντινού σωματείου (κλειστής επαγγελματικής συντεχνίας) και του esnaf της Τουρκοκρατίας, η κάθε ομάδα αποτελεί έναν κλειστό μικρόκοσμο που αυτοπροσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με όλες τις υπόλοιπες. Μια νησίδα απομονωμένη, όπ0υ δεν ισχύουν ο κοινωνικός συμβιβασμός και η αλληλεγγύη, ο χώρος αυτός αποτελεί, σύμφωνα με τον προσφυή χαρακτηρισμό του Μ. Φουκώ , την ετεροτοπία. ΄Εναν κόσμο «έτερο» (mundus idem et alter) στο χώρο ενός δεδομένου ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Με τις ετεροτοπίες θα ασχοληθούμε και στο επόμενο σημείωμα, όταν πλέον θα έχουν εξαγγελθεί τα κυβερνητικά μέτρα που, οπωσδήποτε, θα αφυπνίσουν την ιδιοτέλεια της μιας ή της άλλης κλειστής ομάδας....

Wednesday, February 17, 2010

Σημειώσεις στο περιθώριο της τρέχουσας επικαιρότητας

« Ο άνθρωπος είναι, πολλές φορές, ο ίδιος αφεντικό της μοίρας του. Ας μην αναζητούμε λοιπόν, αγαπητέ Βρούτε, το στίγμα του εθελόδουλου σε κάποιο αστρικό μας ζώδιο, αλλά στον ίδιο τον εαυτό μας»
« H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον απερίγραπτο πλούτο δυνατοτήτων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος είναι εκείνος, που ενεργεί, που έχει όλες τις δυνατότητες, που αγωνίζεται· δεν είναι διόλου η "Iστορία", που , σαν να ήταν κάποιο ιδιαίτερο άτομο, μεταχειρίζεται τον άνθρωπο ως μέσον για να επιτύχει τους στόχους της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς "
Δυόμισι περίπου αιώνες χωρίζουν χρονικά τα δυο παραπάνω αποσπάσματα. Παραθέματα από δυο γραμματειακά είδη διαφορετικά, που αντανακλούν, ωστόσο, τόσο για τον ποιητή (Σαίξπηρ, «Ιούλιος Καίσαρ»)όσο και για τους δυο νεο -εγελιανούς κοινωνικούς οραματιστές ( K. Mάρξ- Φ. Έγκελς, «H Aγία Oικογένεια») μια ταυτόσημη ανθρωποκεντρική θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ελεύθερη ανθρώπινη βούληση που ενεργεί αυτόνομη , η ανθρώπινη πράξη που αναπτύσσεται ελεύθερη από κάποιους υπερβατικούς παράγοντες – μια εμπειρία που επαναλαμβάνεται, καλύπτοντας ολόκληρο το χρονικό φάσμα της ανθρώπινης Ιστορίας, από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι, κυριολεκτικά, τις μέρες μας.
Αφού όμως ο ανθρώπινος παράγων αποτελεί ένα κατεξοχήν γενεσιουργό αίτιο που υπαγορεύει την ιστορική εξέλιξη, θα πρέπει να δεχθούμε ότι στην Ιστορία παραμένει πάντα ανοιχτή μια δυνητική εξέλιξη. Με άλλα λόγια, τα γεγονότα εξελίσσονται ανάλογα με την ενεργό πράξη του ατόμου που είναι και ο εκάστοτε φορέας της Εξουσίας. Το παράδειγμα που χρησιμοποιούμε για την περίπτωση αυτήν είναι, νομίζω, διδακτικό: όταν θέτει κανείς το (ρητορικό) ερώτημα «που θα βρισκόταν η Ελλάδα σήμερα, αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (senior), δεν ακολουθούσε την πολιτική της ένταξής μας στην τότε ΕΟΚ» θεωρεί ως δεδομένη μια διαφορετική αλληλουχία των γεγονότων που ακολούθησαν μετά την πολιτική πράξη του εν λόγω πολιτικού άνδρα. Μια διαφορετική εξέλιξη, δηλαδή, κατά την τελευταία τριακονταετία της ιστορικής μας περιπέτειας.
Καταμεσίς στη δίνη των γεγονότων μιας ζοφερής πραγματικότητας που μας περιβάλλει, μέσα στην τρέχουσα κρίση που βιώνουμε ως κοινωνικό σύνολο, αποτελεί, νομίζω, μια επιτακτική ανάγκη να προσφύγουμε στην ιστορική εμπειρία και, υπερβαίνοντας τις όποιες μικροκομματικές μας διαφορές ή, ακόμα, και τα όποια επιμέρους συντεχνιακά μας υλικά συμφέροντα, να αξιολογήσουμε την πολιτική πράξη των αιρετών μας αρχόντων και, ανάλογα, να προσαρμόσουμε κι’εμείς ως κοινωνικό σύνολο την συλλογική μας συμπεριφορά.
Άδηλο είναι βέβαια το μέλλον και δυσθεώρητες για τον κοινό πολίτη οι συνέπειες από την πολιτική πράξη των σημερινών αιρετών μας αρχόντων, οι ενέργειες των οποίων μας παρέχουν ωστόσο ένα μέτρο σύγκρισης και για τη δική μας συμπεριφορά ως αρχομένων. Ξεκάθαρη είναι ωστόσο σήμερα η πολιτεία των δυο πρωταγωνιστών της πολιτικής μας σκηνής, οι οποίοι γνώριζαν και οι δυο τους τις συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης που βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Ο ένας, ο προηγούμενος πρωθυπουργός, προτίμησε να ακολουθήσει την οδό των εκλογών και παραμένει έκτοτε ρίψασπις και ιδιοτεύων. Ο έτερος ανήλθε στην εξουσία έχοντας την πρόδηλη πρόθεση να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες συνταγές των Βρυξελλών, παραμερίζοντας ακόμα και τις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του.
Μια απόπειρα υπέρβασης, μια ρεαλπολιτίκ, την οποία, στους χαλεπούς καιρούς μας, δεν μας μένει παρά να στηρίξουμε με τη στάση μας.

Wednesday, February 3, 2010

Είδωλα και εικόνες

Είδωλα και εικόνες


΄Οσο περνούν οι μέρες, όσο βουλιάζουμε ως κοινωνικό σύνολο ακόμη πιο βαθιά στο τέναγος της πρωτόφαντης οικονομικής κρίσης, τόσο περισσότερο αποκαλύπτονται μπρός στα μάτια του κάθε απλού συνέλληνα όλο και περισσότερες λεπτομέρειες από το τερατούργημα που μας άφησε “πεσκέσι”, εγκαταλειποντας τα δώματα της Εξουσίας, η προηγούμενη κυβέρνηση και ο αρχηγός της. Το μέγεθος του φαινομένου αυτού (στο οποίο στο προσεχές μέλλον θα αναφερόμαστε πλέον χρησιμοποιώντας αυγκεκριμένους τεχνικούς όρους της νομικής επιστήμης) εμφανίστηκε μάλιστα προχθές- με την δραματική έκκληση του σημερινού πρωθυπουργου, στα αισθήματα φιλοπατρίας όλων μας- σε μια πληρέστερη διάσταση.
Τώρα φάνηκε ξεκάθαρα- μετά τη δραματική έκκληση του σημ. Πρωθυπουργού, ο οποίος, ευθαρσώς, πήρε και την ευθύνη για τα αναμφισβήτητα επαχθή μέτρα του Προγράμματος Σταθερότητος- ο αυθεντικός χαρακτήρας της δημόσιας εικόνας που καλλιεργούσε σε όλο το διάστημα της διακυβέρνησής του, ο προηγούμενος αιρετός μας ηγέτης. ΄Ενα στιλ σοβαροφάνειας με εξαγγελίες για κάποιες δραματικές αποφάσεις (“για το καλό” του σημερινού πληθυμού) που όμως δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Η δημόσια εμφάνιση του τέως πρωθυπουργού παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του, ένα εκτόπλασμα, ένα είδωλο χωρις κάποιο αυθεντικό πρωτότυπο. Μια δημόσια εικόνα, την οποία ο τέως πρωθυπουργός αποκαθήλωσε ο ίδιος όταν, προφανώς κουρασμένος από το παιχνίδι, κατάλαβε ότι η κρίση είχε πλέον περάσει από την Κερκοπορτα εντός των τειχών .
Η δημοσιονομική κρίση ( για την οποία δεν θα πρέπει να είμαστε “ευγνώμονες” σε κανέναν άλλον παρά στους ίδιους τους εαυτούς μας και στους αιρετούς άρχοντες που επιλέγουμε) έφερε όμως στο προσκήνιο, με κάποια δηλητηριώδη δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, μια πτυχή από τη συλλογική νοοτροπία που, διαχρονικά, χαρακτηρίζει την Εσπερία. Πρόκειται για την εικόνα του “σχισματικού Έλληνα” (Graecus schismaticus) που εκπορεύεται από την παπική ιστοριογραφία και περνά στην ακαδημαϊκή διδασκαλία του μεσαιωνικού πανεπιστημίου της Δύσης.
Μια εικόνα που δεν εκριζώνεται ούτε μετά τη Mεταρρύθμιση, ούτε μετά την εκκοσμίκευση και τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της διανόησης του Διαφωτισμού: η Aνατολή τοποθετείται στον πολιτισμικό χάρτη που χαράσσει η Δύση σε υποδέεστερη μοίρα. Iδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, όταν η αποικιοκρατική Eυρώπη ασκεί όχι μόνο την εξουσία επί του του 85% της έκτασης του πλανήτη μας αλλά και ελέγχει τη γνώση για τον πολιτισμό, τις γλώσσες και τις “νοοτροπίες” των κατοίκων του επιβάλλει αυτάρεσκα το σχήμα της “προοδευτικής” και “ορθολογιστικής” Δύσης απέναντι στις “οπισθοδρομικές”, “παραδοσιακές” και “μυστικοπαθείς” κοινωνίες της Aνατολής . Στην πολιτισμική αυτή κλίμακα που καθορίζει η Δύση, οι ορθόδοξες κοινωνίες τοποθετούνται στην Aνατολή, σε κάπως υψηλότερη κλίμακα από εκείνες του Iσλάμ και των υπόλοιπων ανατολικών θρησκειών. Aπό τον κανόνα αυτόν δεν μπορεί να εξαιρεθεί ούτε η προοδευτική διανόηση του 19ου αι, η οποία παραμένει δέσμια των βαθεία ριζωμένων στερεοτύπων της Δύσης. Στο φιλοσοφικό σύστημα του Hegel, φερ ειπείν, ο κόσμος των ορθοδόξων σλάβων δεν αποτελεί καν ιστορική κατηγορία, ενώ πρόδηλη είναι στον νεοεγελιανό Marx η ελάχιστη σημασία που αποδίδει στον πολιτισμό και την ιστορική παρουσία των ορθοδόξων ανατολικών Σλάβων.
Μια συλλογική νοοτροπία που διαχρονικά χαρακτηρίζει τη στάση της Εσπερίας απνέναντι μας, την οποία (είναι δυστυχώς αλήθεια) φροντίζουμε και μόνοι μας να διαπορούμε ακέραια...

Wednesday, January 20, 2010

Περί συλλογικής λεξιπενίας

Και με το σημερινό μου σημείωμα θα παραμείνω στη θέση του απλού, ανώνυμου ατόμου, του υπηκόου που παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες των αιρετών του αρχόντων, χωρίς ο ίδιος να έχει κάποια δυνατότητα παρέμβασης στα δημοσίως δρώμενα. Ο απλός, ανώνυμος πολίτης, ο οποίος, ωστόσο, αισθάνεται ότι οι μέρες που βιώνουμε, η τρέχουσα πραγματικότητα, είναι σημαδιακές: στον ευρύτερο χώρο γύρω μας κυριαρχεί η παγκόσμια συγκίνηση για τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές-θύματα του Εγκέλαδου στη μακρινή Καραϊβική. Εντός των τειχών, πάλι, έχουμε ήδη όλοι μας αισθανθεί στο πετσί μας την κρυάδα από το ποτάμι της οικονομικής κρίσης, στα νερά του οποίου, μας έριξαν οι στομφώδεις αλλά ανίκανοι τέως αιρετοί μας άρχοντες.
Ημέρες κρίσης, λοιπόν, αυτές που βιώνουμε που τις καθιστούν ακόμη πιο καταθλιπτικές, ιδιαίτερα εδώ στο δικό μας, τον ελλαδικό, μικρόκοσμο, η αμηχανία και η σιγή των πνευματικών ανθρώπων. Μια κατάσταση πραγμάτων ανάλογη με εκείνην που καταγράφει σε ένα άρθρο του στη New-York Daily Tribune ο K. Mάρξ στις 3 Mαίου 1853 : " Tο έργο των εγκυκλοπαιδιστών γίνεται, όπως είναι γνωστό, επίκαιρο πάντοτε όταν υπάρχει μεν υπερπληθώρα από δεδομένα αλλά, συνάμα, κυριαρχεί μια γενικότερη πνευματική αδράνεια" [Karl Marx - Friedrich Engels - Werke, τ. 9 (Bερολίνο 1960), σ. 58].
Oι "εγκυκλοπαιδιστές", στους οποίους αναφέρεται ο νεο-εγελιανός στοχαστής, δεν είναι άλλοι από την πλειάδα εκείνη των φιλοσόφων και κοινωνικών οραματιστών (Bολτέρος, Pουσώ, Mοντεσκιέ κ.α.) που συνεργάστηκαν, συντάσσοντας λήμματα για την Encyclopédie. Eνός λεξικού, που εκδόθηκε σε 28 τόμους κατά την εικοσαετία 1751-1772 από τους Diderot και d'Alembert και το οποίο αποτέλεσε τη Bίβλο του γαλλικού Διαφωτισμού. Ένα έργο, που επανέφερε στην κοινή συνείδηση το σημασιολογικό περιεχόμενο από λεξιλογικές ενότητες, από όρους με διαχρονική αξία. Πνευματικό επίτευγμα , η άνθηση του οποίου, , είναι χαρακτηριστικό, γίνεται αισθητή ιδιαίτερα σε εκείνες τις ιστορικές περιόδους που σημαδεύονται από τη γενικότερη έλλειψη πρωτοτυπίας στον ανθρώπινο στοχασμό ή , ακόμα, και από την πνευματική στασιμότητα. Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο ότι η λεξικογραφία αναπτύσσεται κυρίως κατά τους Aλεξανδρινούς χρόνους, με κύριο στόχο να καταγράψει και να διασώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από την κλασική παράδοση, αλλά και κατά το Mεσαίωνα, το Δυτικό αλλά και εκείνον της βυζαντινής καθ'ημάς Aνατολής.
Στην εποχή της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης, της επικράτησης της τηλεοπτικής προφορικότητας, που φαλκιδεύει το αυθεντικό περιεχόμενο των λέξεων, " ο αγώνας για τις λέξεις και τις έννοιες· είναι αγώνας για την ουσία, ήτοι για τον προσδιορισμό ή τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων μετσξύ ανθρώπων".
Η απόφανση αυτή του αείμνηστου Π. Kονδύλη είναι, σήμερα ιδιαίτερα, τραγικά επίκαιρη , όταν είναι ολοφάνερο ότι έχουμε αποβάλει από τη συλλογική μας συνείδηση την έννοια της αλληλεγγύης για τους δυστυχείς συνανθρώπους μας , τα θύματα των σεισμών στην Ταϊτή. Μια συλλογική αδράνεια, οι διαστάσεις της οποίας γίνονται ακόμα πιο οδυνηρές από τον συναγερμό, την ομόθυμη εκστρατεία για αρωγή που εκτυλίσσεται τις μέρες αυτές στις χώρες των βορείων μας εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τους εταίρους μας στην Εσπερία μάς κρατά όμως ακόμα πιο απόμακρους μια ιδιομορφία του συλλογικού μας χαρακτήρα , την έξαρση της οποίας βιώνουμε αυτές τις ημέρες. Είναι η παντελής έλλειψη από το όργανο της επικοινωνίας μας μιας έννοιας που εκφράζεται στα γερμανικά μονολεκτικά: Rueksicht. Μιας έννοιας που μόνο περιφραστικά μπορούμε να αποδώσουμε στην καθ’ημάς Νεοελληνική: «να προσέχεις πίσω σου μήπως ενοχλείς τον πλησίον σου».
Μια αδυναμία έκφρασης που χαρακτηρίζει, με τους εποχούμενους στα τρακτέρ καπεταναίους που έχουν αποκλείσει τις εθνικές οδούς, τη συλλογική ιδιοσυγκρασία του Νεοέλληνα.