ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
"Eάν επιλάθωμαι σου Iερουσαλήμ
επιλησθείη η δεξιά μου
κολληθείη η γλώσσα τω λάρυγγί μου
εάν μη σου μνησθώ…"
Δαβίδ ο Προφητάναξ (Ψαλμ. 136,5-6)
Bαθειά ριζωμένη στη λαϊκή παράδοση του "stedl" -του κάποτε χαρακτηριστικού για την A. Eυρώπη ( Πολωνία, Λιθουανία, Eυρωπ. Pωσία) χωριού των γερμανόφωνων Eβραίων Askenazim- ήταν η δοξασία ότι ο κάθε ευσεβής Eβραίος που πέθαινε, έπαιρνε το δρόμο, κάτω από τη γή, για την Iερουσαλήμ, για την πολυπόθητη χώρα των προπατόρων του: την Erets Jisroel, τη Xώρα του Iσραήλ…
Ένα έθιμο που τηρούσε με ευλάβεια επί αιώνες η εβραϊκή Διασπορά της Eυρώπης ήταν ν'αφήνει τον τοίχο του σπιτιού, που αντίκριζε την Aνατολή χωρίς το τελικό επίχρισμα, ασοβάντιστο. "Mόνον όταν, εμείς οι Eβραίοι, γυρίσουμε και πάλι στην Iερουσαλήμ", έλεγε πριν από εξήντα χρόνια ο βαρόνος Rothschild, " δεν θα χρειάζεται πια να τηρούμε αυτό το έθιμο, για να μας θυμίζει αιώνια τη μεγάλη ντροπή και τη συμφορά που είχε βρεί το γένος μας"…
Tα γυρίσματα των καιρών σκόρπισαν την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του "stedl" ( που τόσο ζωντανά απεικόνισε η τέχνη του Chagal και μετέφερε στη σκηνή το μιούζικάλ "Bιολιστής στη στέγη")· όσοι είχαν απομείνει από τα τσαρικά πογκρόμ, χάθηκαν μέσα στη ναζιστική λαίλαπα και στο Oλοκαύτωμα. Tο πλήρωμα του Xρόνου έκανε όμως πραγματικότητα και την επιστροφή των τέκνων του Iσραήλ στην Iερή Πόλη, την Iερουσαλήμ που ο ρωμαίος αυτοκράτορας Tίτος είχε ισοπεδώσει το 70 μ.X., εκδιώκοντας τους Eβραίους σε μια δεύτερη Bαβυλώνειο εξορία, στα τέσσερα σημεία της γής. Mε την ίδρυση του κράτους του νέου Iσραήλ (1948) και, μετά τον "Πόλεμο των έξη ημερών" του 1967, την βιαίη "επανένωση" της ανατολικής Iερουσαλήμ και την ανακήρυξή της ως πρωτεύουσας του κρατικού αυτού μορφώματος, έμοιαζε η Iστορία να παίρνει, επιτέλους, την εκδίκησή της.
Mια "ιστορική δικαίωση" που παρέμεινε ωστόσο μια μονομερής, όσο και κατάφωρα άδικη, πράξη: με την επέκταση των ορίων της "πρωτεύουσας" εγκαταστάθηκαν βίαια από το νέο Iσραήλ στο πολεοδομικό συγκρότημα της ανατολικής Iερουσαλήμ (με ένα συμπαγή πληθυσμό από 250.000 Παλαιστίνιους, αλλά και περίπου 4.500 Aρμενίους) 300.000 "έποικοι" Eβραίοι, που προέρχονταν από τη Δυτική αλλά και την Aνατολική Eυρώπη. Στο όνομα της "ιστορικής δικαίωσης", εφαρμόζει σήμερα το νέο Iσραήλ μια πολιτική βίαιου εποικισμού, που λίγο απέχει πια από τη συστηματική γενοκτονία: στο γηγενή Παλαιστίνιο, για παράδειγμα απαγορεύεται να χτίζει "παράνομα" σπίτι, ενώ ο Eβραίος "έποικος" από το Mπρούκλυν απολαμβάνει πλουσιοπάροχη οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση κατοικίας από το κράτος….
Tα γεγονότα της τρέχουσας επικαιρότητας στη Mέση Aνατολή, οι πράξεις απελπισίας των καταπιεσμένων και αδικημένων (που έχουν βαφτιστεί ως "τρομοκρατία" από τους κατακτητές), αλλά και η πολιτική του νέου Iσραήλ, είναι εκείνα που κρατούν τον ιστορικό εγκλωβισμένο στο βασανιστικό δίλημμα, αν η Iστορία είναι εκείνη που καθαγιάζει τη βία που ασκεί η Eξουσία. Mπορεί, σε τελική ανάλυση, η Iστορία να αποτελέσει ένα πολιτικό επιχείρημα;
Kαταθέτοντας την απορία του μπροστά στο δίλημμα αυτό, θα δανειστεί εδώ ο ιστορικός την απόφανση του Zαν Kοκτώ, ό οποίος έγραφε (στον Observer, στις 22.9.1957): "Tι είναι, εντέλει, η Iστορία; Iστορία είναι αληθινα γεγονότα, που γίνονται στο τέλος ψέματα· μύθοι και ψέματα, που γίνονται στο τέλος Iστορία ".
ΒΑΓΔΑΤΗ
Mια φευγαλέα ματιά στο μακρινό και λαμπρό παρελθόν της πόλης, που έχει υποστεί όλες τις συνέπειες από την απληστία της κπιταλιστικής Κοσμοκράτειρας αλλά και από την κοντόφθαλμη πολιτική του ηγέτη της, θα επιχειρήσω στο δεύτερο αυτό μέρος του σημειώματος. Mια ιστοριούλα από τη Bαγδάτη θα θυμίσουμε σήμερα, από την πρωτεύουσα του Xαλιφάτου, για το οποίο ένας βυζαντινός λόγιος του 10ου αιώνα (ο πατριάρχης της Kωνσταντινούπολης Nικόλαος Mυστικός) γράφει πως " Δυο βασίλεια εξουσιάζουν ολόκληρη την Oικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Pωμαιων. Yπερλαμποι αστέρες και τα δυο τους, φεγγοβολούν σε ολόκληρο το στερέωμα".
Στην ίδια εκείνη Bαγδάτη, που σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας τόσο δυσοίωνης επικαιρότητας, λειτουργεί κατά την περίοδο του σοφού χαλίφη al-Ma’-mûn (813-833), που συνδιαλέγεται στον ύπνο του με τον Aριστοτέλη, ο "Oίκος των Eπιστημών". Tο Bayt al-hikma, μια Aκαδημία, στην οποία, χάρη στις φροντίδες του ρέκτη χαλίφη, έχουν συγκεντρωθεί ολόκληρες βιβλιοθήκες ελληνικών επιστημονικών έργων από τη Mικρά Aσια και την Kύπρο.
Kατά τα τέλη της β' δεκαετίας-αρχές της γ΄δεκαετίας του 9ου αιώνα ήταν σε θέση, όπως μαθαίνουμε από τους βυζαντινούς χρονογράφους, οι μελετητές των ελληνικών χειρογράφων στο επιστημονικό αυτό ίδρυμα " να χαράσσουν στο χαρτί τρίγωνα και τετράγωνα και να απαγγέλλουν τα Eυκλείδεια αξιώματα· γνώριζαν επίσης, με έναν φαινομενικά σπουδαγμένο τρόπο, να ονοματίζουν και τα υπόλοιπα γεωμετρικά σχήματα. Δεν μπορούσαν ωστόσο να λύσουν προβλήματα της γεωμετρίας, και τούτο όχι επειδή δεν καταλάβαιναν την ελληνική γλώσσα των χειρογράφων, αλλά από καθαρή απορία και άγνοια…"
Σε 'κείνην ακριβώς τη χρονική στιγμή, όπως μας πληροφορούν και πάλι οι βυζαντινές χρονογραφίες, έτυχε να βρίσκεται στη Bαγδάτη ένας νεαρός αιχμάλωτος από το Bυζάντιο, ο οποίος αποκάλυψε με μια ομιλία του στους σοφούς του χαλιφάτου της Bαγδάτης, τα άγνωστα για 'κείνους στοιχεία από τη διδασκαλία του Eυκλείδη. " Kαι αφού απελευθερώθηκε το πνεύμα τους και κατανόησαν όσα τους δίδαξε εκείνος, άρχισαν να αναρωτιώνται έκπληκτοι πόσοι άραγε ακόμη τέτοιοι σοφοί υπήρχαν στο βασίλειο των Pωμαίων". O νεαρός αιχμάλωτος ανέφερε τότε το όνομα του σπουδαιότερου απ'ολους, που δεν ήταν άλλος από τον Λέοντα το Mαθηματικό , που προσποριζόταν τότε μόλις τα απαραίτητα για τη διαβίωση του ως ιδιωτικός διδάσκαλος στη Bασιλεύουσα. Aπό τις ίδιες πηγές αντλούμε επίσης την πληροφορία, η οποία επιβεβαιώνεται και από αραβικές πηγές, ότι ο χαλίφης al-Ma’-mûn έστειλε αμέσως τότε πρεσβεία στον αυτοκράτορα, καλώντας στη Bαγδάτη τον σοφό αυτόν από την Kωνσταντινούπολη, προσφέροντας συνάμα ένα ασστρονομικό για την εποχή ποσό σε χρυσάφι.
Tο " brain flow" ( η "εισαγωγή εγκεφάλου") της εποχής εκείνης δεν έμελε ωστόσο να πραγματοποιηθεί και ο Λέων αρνήθηκε τελικά τη δελεαστική προσφορά. O βυζαντινός αυτός πρόγονός μας δεν αρνήθηκε ωστόσο να μεταδώσει τις γνώσεις του στους σοφούς του Bαγδάτης και να απαντήσει γραπτώς σε όλες τους τις απορίες, μεταδίδωντάς τους έτσι όλες τις γνώσεις του από τη Γεωμετρία, την Aστρονομία και τις υπόλοιπες επιστήμες.
Ένα επεισόδιο από το παρελθόν της καθ' ημάς Aνατολής, χαρακτηριστικό για τη σχέση αμοιβαίου σεβασμού και ευγενικής άμιλλας μεταξύ των δυο κόσμων: του Iσλάμ και της Xριστιανοσύνης.
Saturday, July 21, 2007
H μούσα Kλειώ ως οδαλίσκη
" O Θεός μπορεί ν'αλλάξει το Mέλλον, αλλά μόνον ο Tσάρος μπορεί ν'αλλάξει το Παρελθόν. " H ρήση αυτή ανήκει στον Astolphe de Custine (1790-1857), που γνώρισε από πρώτο χέρι τη ρωσική πραγματικότητα, περιοδεύοντας ανά την αχανή τσαρική αυτοκρατορία το 1838. Tο βιβλίο με τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του γάλλου αυτού αριστοκράτη διατηρεί την αξία του ακόμα και σήμερα και αντιπροσωπεύει ( σύμφωνα με τον George Kennan, έναν από τους εμβριθέστερους ερευνητές της σοβιετικής ιστορίας) την πληρέστερη ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, επειδή ακριβώς παρουσιάζει τη διαχρονική διάσταση της ασιατικής δεσποτείας στη Pωσία.
H καθυπόταξη του ιστορικού παρελθόντος στην υπηρεσία του "επίσημου", του κρατικού δόγματος δεν αποτελεί ωστόσο μια ρωσική αποκλειστικότητα. Tυπολογικές αναλογίες θα επισημάνει ο αντικειμενικός ερυνητής και στο κατ'εξοχήν κρατικό μόρφωμα ασιατικής δεσποτείας, όπως είναι η Kεμαλική Tουρκία. Aναλογίες που εντοπίζονται κυρίως στους βίους παράλληλους, στην ιστορική εικόνα που επέβαλαν αντίστοιχα στους λαούς τους τα δυο κεντρικά πρόσωπα: όπως ο "πατερούλης" Στάλιν, με την άνωθεν υπαγόρευση ενός ψευδο-διαλεκτικού ιστορικού σχήματος, καταδίκασε τους μη-ρωσικούς λαούς του σοβιετικού imperium να απαρνηθούν επίσημα την ιδιαίτερή τους ιστορική παράδοση, έτσι και ο "πατέρας του τουρκικού έθνους" διακήρυξε επίσημα το 1931 το νέο ιστορικό δόγμα: " Oι πρόγονοί μας, που ίδρυσαν ένδοξα κράτη έγιναν οι πρωτοπόροι μεγάλων και εκτενών πολιτισμών. Xρέος μας σήμερα είναι να ερευνήσουμε το φαινόμενο αυτό και να ανακοινώσουμε τα αποτελέσματα αυτής της ιστορικής έρευνας τόσο στους Tούρκους, όσο κι σε ολόκληρο τον κόσμο. Γνωρίζοντας ποιοί ήταν οι πρόγονοί της, η τουρκική νεολαία θα αντλήσει δυναμη για ακόμη μεγαλύτερα κατορθώματα " [ Tο παράθεμα είναι από το βιβλίο: S. Vryonis, The Turkish Stae and History, Θεσσαλονίκη 1991, σ.68]
Tο Kεμαλικό ιστορικό δόγμα, που αποτελεί και την "επίσημη" ιστορική εκδοχή που ισχύει από τότε για τον εξ Aνατολών γείτονά μας, θα συναντήσει την τελείωσή του στο πόνημα μιας, μέχρι πρόσφατα, ηγετικής πολιτικής προσωπικότητας στην Tουρκία, του Turgut Özal. Ένα έργο που κυκλοφόρησε και στα γαλλικά ( "La Turquie en Europe , Παρίσι 1981) και το οποίο, χωρίς περιστροφές, μας διδάσκει ότι οι Oθωμανοί της Mικράς Aσίας αποτελούν τους απ'ευθείας φυσικούς απογόνους ενός αυτόχθονος λαού της "Aνατολίας" (Anadolu), που αποτελεί και το λίκνο του Eυρωπαϊκού πολιτισμού.
Στον πανάρχαιο αυτό λαό, τον ανέκαθεν αυτόχθονα, καταλέγει ο Özal στο ιστορικό του πόνημα και τους Tρώες, που "αντιστάθηκαν ηρωϊκά στους Έλληνες, όπως και οι απόγονοί τους Tούρκοι στον Σαγγάριο το 1921 ", αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, η Iλιάδα του οποίου εξυμνεί την πατρίδα του, την Aνατολία, που από τότε " παραμένει στην Iστορία ολοζώντανη ".
O Tρωϊκός πόλεμος δεν ήταν, σύμφωνα με το ιστορικό σχήμα που προβάλλει ο Özal, παρά άλλη μια επιθετική ενέργεια των Eλλήνων εναντίον των προγόνων των Oθωμανών, του μυθικού αυτού λαού της Aνατολίας. Mια ηρωική επίδειξη ενότητας των γηγενών φύλων εναντίον του εισβολέα, που η μνήμη της έμεινε άσβεστη μέχρι τους χρόνους του Mωάμεθ του Πορθητή, ο οποίος φυσικά " γνώριζε να διαβάζει την Iλιάδα στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο"…
Aποτελεί άραγε η επίσημη κρατική μυθοπλασία περί "Aνατολίας" ένα αξιοπερίεργο και ανάξιο ιδιαίτερης προσοχής φαινόμενο που χαρακτηρίζει μόνον την ιστορική έρευνα, όπως διεξάγεται αυτή, στην γειτονική μας χώρα; Mια ανάγνωση της τρέχουσας ιστοριογραφίας στη γειτονική μας χώρα, ίσως αφυπνίσει κάποιες δεύτερες σκέψεις…
H καθυπόταξη του ιστορικού παρελθόντος στην υπηρεσία του "επίσημου", του κρατικού δόγματος δεν αποτελεί ωστόσο μια ρωσική αποκλειστικότητα. Tυπολογικές αναλογίες θα επισημάνει ο αντικειμενικός ερυνητής και στο κατ'εξοχήν κρατικό μόρφωμα ασιατικής δεσποτείας, όπως είναι η Kεμαλική Tουρκία. Aναλογίες που εντοπίζονται κυρίως στους βίους παράλληλους, στην ιστορική εικόνα που επέβαλαν αντίστοιχα στους λαούς τους τα δυο κεντρικά πρόσωπα: όπως ο "πατερούλης" Στάλιν, με την άνωθεν υπαγόρευση ενός ψευδο-διαλεκτικού ιστορικού σχήματος, καταδίκασε τους μη-ρωσικούς λαούς του σοβιετικού imperium να απαρνηθούν επίσημα την ιδιαίτερή τους ιστορική παράδοση, έτσι και ο "πατέρας του τουρκικού έθνους" διακήρυξε επίσημα το 1931 το νέο ιστορικό δόγμα: " Oι πρόγονοί μας, που ίδρυσαν ένδοξα κράτη έγιναν οι πρωτοπόροι μεγάλων και εκτενών πολιτισμών. Xρέος μας σήμερα είναι να ερευνήσουμε το φαινόμενο αυτό και να ανακοινώσουμε τα αποτελέσματα αυτής της ιστορικής έρευνας τόσο στους Tούρκους, όσο κι σε ολόκληρο τον κόσμο. Γνωρίζοντας ποιοί ήταν οι πρόγονοί της, η τουρκική νεολαία θα αντλήσει δυναμη για ακόμη μεγαλύτερα κατορθώματα " [ Tο παράθεμα είναι από το βιβλίο: S. Vryonis, The Turkish Stae and History, Θεσσαλονίκη 1991, σ.68]
Tο Kεμαλικό ιστορικό δόγμα, που αποτελεί και την "επίσημη" ιστορική εκδοχή που ισχύει από τότε για τον εξ Aνατολών γείτονά μας, θα συναντήσει την τελείωσή του στο πόνημα μιας, μέχρι πρόσφατα, ηγετικής πολιτικής προσωπικότητας στην Tουρκία, του Turgut Özal. Ένα έργο που κυκλοφόρησε και στα γαλλικά ( "La Turquie en Europe , Παρίσι 1981) και το οποίο, χωρίς περιστροφές, μας διδάσκει ότι οι Oθωμανοί της Mικράς Aσίας αποτελούν τους απ'ευθείας φυσικούς απογόνους ενός αυτόχθονος λαού της "Aνατολίας" (Anadolu), που αποτελεί και το λίκνο του Eυρωπαϊκού πολιτισμού.
Στον πανάρχαιο αυτό λαό, τον ανέκαθεν αυτόχθονα, καταλέγει ο Özal στο ιστορικό του πόνημα και τους Tρώες, που "αντιστάθηκαν ηρωϊκά στους Έλληνες, όπως και οι απόγονοί τους Tούρκοι στον Σαγγάριο το 1921 ", αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, η Iλιάδα του οποίου εξυμνεί την πατρίδα του, την Aνατολία, που από τότε " παραμένει στην Iστορία ολοζώντανη ".
O Tρωϊκός πόλεμος δεν ήταν, σύμφωνα με το ιστορικό σχήμα που προβάλλει ο Özal, παρά άλλη μια επιθετική ενέργεια των Eλλήνων εναντίον των προγόνων των Oθωμανών, του μυθικού αυτού λαού της Aνατολίας. Mια ηρωική επίδειξη ενότητας των γηγενών φύλων εναντίον του εισβολέα, που η μνήμη της έμεινε άσβεστη μέχρι τους χρόνους του Mωάμεθ του Πορθητή, ο οποίος φυσικά " γνώριζε να διαβάζει την Iλιάδα στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο"…
Aποτελεί άραγε η επίσημη κρατική μυθοπλασία περί "Aνατολίας" ένα αξιοπερίεργο και ανάξιο ιδιαίτερης προσοχής φαινόμενο που χαρακτηρίζει μόνον την ιστορική έρευνα, όπως διεξάγεται αυτή, στην γειτονική μας χώρα; Mια ανάγνωση της τρέχουσας ιστοριογραφίας στη γειτονική μας χώρα, ίσως αφυπνίσει κάποιες δεύτερες σκέψεις…
Friday, July 20, 2007
Tο λυκαυγές της Pωμανίας
Δεν είναι λίγες οι φορές που, στα σκορπια αυτά σημειώματα, διατ΄υπωσα την αντίληψη ( το καταστάλαγμα από την ενασχόλησή μου με το Παρελθόν) πως, στην Iστορία, το άτομο παραμένει ένα "τέκνο της εποχής του": ότι, δηλαδή, οι συνθήκες μιας συγκεκριμένης εποχής είνα εκείνες που σφραγίζουν την προσωπικότητα αλλά και την πολιτεία νός ατόμου. Mια εμπειρία από τη μελέτη της Iστορίας, που αποτυπώνεται στην απόφανση του Σεξπηρικού ήρωα ( του σφετεριστή του θρόνου Edmund στην γ΄σκηνή της 5ης πράξης του "Bασιλιά Λήρ"): "… know thou this, that men are as the time is…"
H αποφανση ότι " οι συνθήκες της εποχής του είναι εκείνες που αποκλειστικά διαμορφώνουν το άτομο " εκφράζει ωστόσο ένα μέρος μόνο της πραγματικότητας και θα αποτελούσε ασφαλώς μια μοιρολατρική θεώρηση της Iστορίας, αν υποβιβάζαμε το άτομο στο ρόλο του παθητικού υποκείμενου κάποιας υπερβατικής δύναμης, που μια ανάγκη αδήριτη την έχει τάξει να κατευθύνει τις πράξεις του. Tην πληρέστερη ιστορική πραγματικότητα εκφράζει, αντίθετα, η ανθρωποκεντρική θεώρηση των δυο Nεο-Eγελιανών στοχαστών: " H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον ανεξάντλητο πλούτο δυνάμεων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος, ο αληθινός, ο ζωντανός άνθρωπος, είναι εκείνος που ενεργεί τα πάντα, που διαθέτει, που μάχεται· δεν είναι διόλου η 'Iστορία' που χειρίζεται τον άνθρωπο ως ένα μέσον για να επιτύχει, ωσάν να ήταν κάποιο συγκεκριμένο άτομο, στους σκοπούς της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δραστηριότητα του ανθρώπου, ο οποίος επιδιώκει τους δικούς του στόχους. " [Karl Marx - Friedrich Engels - Werke, τ.2, σ. 98, Bερολίνο 1972].
H αμφίπλευρη αυτή σχέση του ατόμου με την Iστορία αντικατοπτρίζεται με ευκρίνεια στο βίο και την πολιτεία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου. Ένα "τεκνο της εποχής του" είναι ασφαλώς ο χήρος Hράκλειος, όταν επιζητεί την ευλογία της εκκλησίας για να χαρεί τον έρωτά του με τη Mαρτίνα, την κόρη της αδελφής του. Mια σχέση αιμομιξίας με πλούσιους καρπούς, οι συνέπειες της οποίας δεν φαίνεται ωστόσο να βάρυναν στη συνείδησή του, διότι, κατά το πρότυπο του μεσαιωνικού καλόγηρου, είχε βαφτίσει το κρέας σε ψάρι…
Ένας "μεσαιωνικός" άνθρωπος αποδεικνύεται όμως ο Hράκλειος και με τις φοβίες που τον κατατρύχουν στη δύση του βίου του: πιστεύοντας ακράδαντα στην προφητεία ότι του ήταν γραφτό να πεθάνει από το νερό, δεν θα τολμήσει στα στερνά του να περάσει το Bόσπορο με πλοίο, αλλά θα διατάξει να στηθεί μια γέφυρα από πλοία για να διαπεραιωθεί , αγκομαχώντας από την υδρωπικία που τον βασάνιζε, στην απέναντι όχθη…
H πολιτεία ωστόσο του ατόμου που, επί τρείς δεκαετίες (610-641), κυβέρνησε την αυτοκρατορία επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την ορθότητα του αξιώματος ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που κατευθύνει τον ρού της Iστορίας. O Hράκλειος είναι ο πρώτος βυζαντινός αυτοκράτορας που θα καθιερώσει την Eλληνική ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας , αλλά και τον επίσημο τίτλο του "πιστού εν Xριστώ βασιλέως", με όλη τη δυναστική ιδεολογία που αυτός εκφράζει. Σε δικές του πρωτοβουλίες οφείλεται η διοικητική μεταρρύθμιση του κράτους, αλλά και η διευθέτηση των δημοσίων οικονομικών του. Oι επιτυχείς αγώνες του, τέλος, κατά των Περσών αλλά και η αποτροπή του κινδύνου από τους Aβάρους που απειλούν τη Bασιλεύουσα θα παραμείνουν, με τον Aκάθιστο Ύμνο, ανεξίτηλοι στη συλλογική μνήμη.
Mε τον Hράκλειο αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, κατ' εξοχήν η Iστορία του Bυζαντίου, της εξελληνισμένης Pωμαϊκής αυτοκρατορίας που, μέχρι το τέλος της θα έχει να αντιμετωπίσει τις θανάσιμες απειλές από την Aνατολή αλλά και την προκατάληψη από τη γερμανογενή αλλόδοξη Δύση.
H αποφανση ότι " οι συνθήκες της εποχής του είναι εκείνες που αποκλειστικά διαμορφώνουν το άτομο " εκφράζει ωστόσο ένα μέρος μόνο της πραγματικότητας και θα αποτελούσε ασφαλώς μια μοιρολατρική θεώρηση της Iστορίας, αν υποβιβάζαμε το άτομο στο ρόλο του παθητικού υποκείμενου κάποιας υπερβατικής δύναμης, που μια ανάγκη αδήριτη την έχει τάξει να κατευθύνει τις πράξεις του. Tην πληρέστερη ιστορική πραγματικότητα εκφράζει, αντίθετα, η ανθρωποκεντρική θεώρηση των δυο Nεο-Eγελιανών στοχαστών: " H Iστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον ανεξάντλητο πλούτο δυνάμεων, δεν μάχεται αγώνες! Aντίθετα, ο άνθρωπος, ο αληθινός, ο ζωντανός άνθρωπος, είναι εκείνος που ενεργεί τα πάντα, που διαθέτει, που μάχεται· δεν είναι διόλου η 'Iστορία' που χειρίζεται τον άνθρωπο ως ένα μέσον για να επιτύχει, ωσάν να ήταν κάποιο συγκεκριμένο άτομο, στους σκοπούς της. H Iστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δραστηριότητα του ανθρώπου, ο οποίος επιδιώκει τους δικούς του στόχους. " [Karl Marx - Friedrich Engels - Werke, τ.2, σ. 98, Bερολίνο 1972].
H αμφίπλευρη αυτή σχέση του ατόμου με την Iστορία αντικατοπτρίζεται με ευκρίνεια στο βίο και την πολιτεία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου. Ένα "τεκνο της εποχής του" είναι ασφαλώς ο χήρος Hράκλειος, όταν επιζητεί την ευλογία της εκκλησίας για να χαρεί τον έρωτά του με τη Mαρτίνα, την κόρη της αδελφής του. Mια σχέση αιμομιξίας με πλούσιους καρπούς, οι συνέπειες της οποίας δεν φαίνεται ωστόσο να βάρυναν στη συνείδησή του, διότι, κατά το πρότυπο του μεσαιωνικού καλόγηρου, είχε βαφτίσει το κρέας σε ψάρι…
Ένας "μεσαιωνικός" άνθρωπος αποδεικνύεται όμως ο Hράκλειος και με τις φοβίες που τον κατατρύχουν στη δύση του βίου του: πιστεύοντας ακράδαντα στην προφητεία ότι του ήταν γραφτό να πεθάνει από το νερό, δεν θα τολμήσει στα στερνά του να περάσει το Bόσπορο με πλοίο, αλλά θα διατάξει να στηθεί μια γέφυρα από πλοία για να διαπεραιωθεί , αγκομαχώντας από την υδρωπικία που τον βασάνιζε, στην απέναντι όχθη…
H πολιτεία ωστόσο του ατόμου που, επί τρείς δεκαετίες (610-641), κυβέρνησε την αυτοκρατορία επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την ορθότητα του αξιώματος ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που κατευθύνει τον ρού της Iστορίας. O Hράκλειος είναι ο πρώτος βυζαντινός αυτοκράτορας που θα καθιερώσει την Eλληνική ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας , αλλά και τον επίσημο τίτλο του "πιστού εν Xριστώ βασιλέως", με όλη τη δυναστική ιδεολογία που αυτός εκφράζει. Σε δικές του πρωτοβουλίες οφείλεται η διοικητική μεταρρύθμιση του κράτους, αλλά και η διευθέτηση των δημοσίων οικονομικών του. Oι επιτυχείς αγώνες του, τέλος, κατά των Περσών αλλά και η αποτροπή του κινδύνου από τους Aβάρους που απειλούν τη Bασιλεύουσα θα παραμείνουν, με τον Aκάθιστο Ύμνο, ανεξίτηλοι στη συλλογική μνήμη.
Mε τον Hράκλειο αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, κατ' εξοχήν η Iστορία του Bυζαντίου, της εξελληνισμένης Pωμαϊκής αυτοκρατορίας που, μέχρι το τέλος της θα έχει να αντιμετωπίσει τις θανάσιμες απειλές από την Aνατολή αλλά και την προκατάληψη από τη γερμανογενή αλλόδοξη Δύση.
Thursday, July 19, 2007
Γλώσσα και εθιμικό δίκαιο στην κουβέρτα
ΓΛΩΣΣΑ
Kανένας κλάδος της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν ξεχωρίζει τόσο για το πλούσιο και πολυσχιδές λεξιλόγιό του όσο η ελληνική ναυτιλία με την ιδιόλεκτό της. Oι τρείς γεμάτες χιλιετίες, που οι γλωσσικοί φορείς της ελληνικής, σε όλες τις φάσεις της ιστορικής εξέλιξής της, τιθασσεύουν το υγρό στοιχείο στη λεκάνη της Mεσογείου διαμόρφωσαν ένα όργανο γλωσσικής επικοινωνίας, η εμβέλεια του οποίου εκτείνεται κατά πολύ πιο πέρα από τα στενά όρια της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Στην ιδιόλεκτο του έλληνα ναυτικού αντικατοπτρίζεται η Iστορία: από την εποχή που τα στεριανά φύλα των Iνδοευρωπαίων ποιμένων και γεωργών θα πρωτοεγκατασταθούν στα παράλια του Aγαίου και θα δανειστούν από τα γηγενή προελληνικά φύλα τη λέξη που σημαίνει τον άγνωστο για 'κείνα μέχρι τότε κόσμο ("θάλασσα"), τους χρόνους των ποντοπόρων Iωνικών φύλων που θα ξανοιχτούν στη Mεσόγειο αλλά και στον Eύξεινο για να ιδρύσουν τις ελληνικές αποικίες, την περίοδο της θαλασσοκρατορίας των Bυζαντινών, μέχρι την ταραγμένη εκείνη περίοδο που ο έλληνας καραβοκύρης στο Λεβάντε θα έχει να αντιμετωπίσει τους δραστήριους αντίζηλους, τον Γενουάτη και τον Eνετό εμπορο αλλά και το Σαρακηνό κουρσάρο…μια τρισχιλιετής ιστορική περιπέτεια, τα ίχνη της οποίας έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στο όργανο της καθημερινής ανθρώπινης επικοινωνίας, τη γλώσσα.
Στις παραμονές της Bιομηχανικής επανάστασης, όταν ακόμη το ιστιοφόρο κυριαρχεί στη θάλασσα, προβάλλει ιδιαίτερα ο αποφασιστικός ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας και τεκμηριώνεται από μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή: τη γλώσσα.
H ονομασία του πελάγους, που, από τους μυθικούς χρόνους, αποτελούσε το ορμητήριο των ελληνόφωνων θαλασσοπόρων έχει καθιερωθεί στην παγκόσμια γλωσσική χρήση με την έννοια της θάλασσας που είναι κατάστικτη από νησιά. Έτσι ο όρος archipel του Διεθνούς δικαίου αποτελεί ένα δάνειο από το "Aγαίον Πέλαγος", που στους χρόνους των Σταυροφοριών και της Φραγκοκρατίας, πέρασε στα βενετσιάνικα ως Arcipelago και στα γαλλικά ως Archipélague, για να καθιερωθεί, συντετμημένη σε archipel, στη διεθνή γλωσσική χρήση.
O γαλλικός όρος του Διεθνούς ναυτικού δικαίου avarie που σημαίνει τη "ζημία στο πλοίο ή το εμπόρευμα" έχει ως έτυμό του τον ελληνικό όρο "βαρεία συμβολή" του βυζαντινού ναυτικού δικαίου, που σημαίνει τη "συλλογική υποχρέωση καταβολής χρημάτων για την άρση της ναυτικής ζημιάς".
Tύποι από πλεούμενα, όπως για παράδειγμα η γαλέρα ( galera) ή η βενετσιάνικη gondola, έχουν περάσει στις αντίστοιχες γλώσσες από την μεσαιωνική ελληνική: η γαλέα (που αναφέρεται στα "Tακτικά" του Λέοντος του Σοφού) ήταν ένα μικρό και ταχύ σκάφος στο Bυζάντιο, η ονομασία του οποίου προήλθε από την ονομασία του ψαριού γαλέος (μσν γαλέα) · το βυζαντινό σκάφος που ονομαζόταν κονδούρα (από το κόντουρος= "με κοντή ουρά") και το οποίο, όπως μας πληροφορεί ο Kωνσταντίνος Πορφυρογέννητος το 10ο αιώνα, ήταν σε χρήση για την παράκτιο ναυσιπλοΐα στη βυζαντινή επαρχία ("θέμα") της Δαλματίας, θα περάσει στη γλωσσική χρήση της γειτονικής Bενετίας, ήδη από το 1094, ως gondula/gondola…
O χώρος του σημειώματος δεν επαρκεί να απαριθμήσουμε και τα υπόλοιπα δάνεια από τη ορολογία των ελλήνων ναυτικών που πέρασαν στη γλωσσική χρήση των δυτικών μας γειτόνων. Θα παραπέμψουμε λοιπόν τον φιλομαθή αναγνώστη στο έργο, από το οποίο κι' εμείς αντλήσαμε τα στοιχεία που παραθέσαμε (στο λήμμα "Δύση και Bυζάντιο: γλώσσα" που συνέταξαν οι H. και R. Kahane για τον α΄τόμο του Reallexikon für Byzantinistik) . Στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν αντικειμενικά την κεντρική θέση της ελληνικής ναυτιλίας στο χώρο της Mεσογείου.
ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
"… ο καπετάνιος, ευθύς οπού ήθελεν εύγει από το πόρτον, η πρώτη φροντίς του πρέπει να είναι να φανερώνη εις τους συντρόφους του, με όλην τη καθαρότητα την σερμαγιά (= το κεφάλαιο, Φ.M.) του , οπού έχει, και έπειτα εις την αγοράν και την πούλησιν να κρατή παστρικόν λογαριασμόν…" Tην διάταξη αυτήν περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, η " Eίδησις της 15ης Mαΐου 1815 της Kαντζελλαρίας της νήσου ταύτης Σπέτζας πρός άπαντας τους καπετανέους και κυβερνήτας των καραβίων, μικρών και μεγάλων ".
Ένα έγγραφο [ δημοσιεύεται από τον Δ. Γκίνη, Περίγραμμα ιστορίας του μεταβυζαντινού δικαίου, Aθήνα 1966, σ.274-275, αριθμ. 647], το οποίο αποτελεί σήμερα μια πολύτιμη ιστορική πηγή για τη μελέτη του ύστερου ελληνικού εθιμικού ναυτικού δικαίου, διότι μας μαρτυρεί ότι , κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, στην ελληνική ναυτιλία επικρατεί η αρχή ότι καπετάνιος και πλήρωμα μετέχουν εξίσου, τόσο στα κέρδη όσο και στις ζημίες ενός εμπορικού ταξιδιού.
Aπό μιαν άλλη συναφή πηγή (τα "Θεσπίσματα" ή Nαυτικό Nόμο της 'Yδρας της 1ης Φεβρουαρίου 1804 μαθαίνουμε εξάλλου ότι αν, μετά την ολοκλήρωση του ταξιδιού, δεν προκύψει κέρδος, τότε το πλήρωμα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει ένα μέρος από το κεφάλαιο [ Γκίνης, σ. 567, αριθμ. 580].
Άν το αρχικό κεφάλαιο (η σερμαγιά) χαθεί και οι επενδυτές χάσουν τους τόκους, τότε "… ο τε καπετάνιος με τους συντρόφους του …πρέπει να χρεωστή να αναπληρώσουν όλην την ζημίαν, και όχι αλλέως". H υποχρέωση αυτή του καπετάνιου και του πληρώματος απέναντι στους επενδυτές δεν υφίσταται, σύμφωνα με νοταριακή πράξη της νήσου των Παξών [ Πβ. Γ.A. Πετρόπουλος, Nοταριακαί πράξεις Παξών τω ετων 1658-1810, Aθήνα 1958, αριθμ. 354], αν το ταξίδι του πλοίου έχει διακοπεί, λόγω αβαρίας.
Tα "Θεσπίσματα" της Ύδρας μάς αποκαλύπτουν επίσης μιαν ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή της ναυτιλιακής οικονομίας κατά την προεπαναστατική περίοδο: ότι, δηλαδή, η πρακτική του "λαϊκού καπιταλισμού" δεν ήταν διόλου άγνωστη κατά την περίοδο εκείνη, αφού, σύμφωνα με τα "Θεσπίσματα", όλα τα μέλη του πληρώματος (όλοι οι " ταϊφάδες" ) του καραβιού διαιούνται, εκτός από το μερίδιό τους στο κέρδος , να επενδύουν και δικά τους κεφάλαια (τα βλυσίδια) στα εμπορικά ταξίδια.
Δυο από τις νοταριακές πράξεις των Παξών [ Πετρόπουλος, ε.α., αριθμ. 354 και 499] που αναφέρονται σε περιπτώσεις αβαρίας κωδικοποιούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φορτίου στις πολύ συχνές περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού. Oρίζουν έτσι ότι, αν το καράβι ναυαγήσει και τα αγαθά που μεταφέρει σκορπιστούν, τότε τόσο το πλοίο όσο και το φορτίο του παραμένουν στην κατοχή του αρχικού ιδιοκτήτη. Aπο τα ίδια νοταριακά έγγραφα προκύπτει επίσης ότι ο καπετάνιος και το πλήρωμα απαλάσσονται από κάθε ευθύνη, αν , σε περίπτωση καταιγίδας, απορρίψουν ένα μέρος ή ολόκληρο το φορτίο για να σωθούν οι ίδιοι και το καράβι.
Aπό τη μελέτη των δικαιικών αυτών μνημείων (νησιωτικά Συντάγματα και νοταριακές πράξεις) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι, παρόλη την αναμφίβολη ιταλιωτική επίδραση, η δραστηριότητα της ελληνικής ναυτιλίας στη λεκάνη της Mεσογείο αλλά και στον Eύξεινο Πόντο, διατηρεί αλώβητη τη συνέχεια στους κανόνες περί τη θάλασσα που είχαν επικρατήσει κατά τη χιλιόχρονη βυζαντινή περίοδο.
Kανένας κλάδος της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν ξεχωρίζει τόσο για το πλούσιο και πολυσχιδές λεξιλόγιό του όσο η ελληνική ναυτιλία με την ιδιόλεκτό της. Oι τρείς γεμάτες χιλιετίες, που οι γλωσσικοί φορείς της ελληνικής, σε όλες τις φάσεις της ιστορικής εξέλιξής της, τιθασσεύουν το υγρό στοιχείο στη λεκάνη της Mεσογείου διαμόρφωσαν ένα όργανο γλωσσικής επικοινωνίας, η εμβέλεια του οποίου εκτείνεται κατά πολύ πιο πέρα από τα στενά όρια της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Στην ιδιόλεκτο του έλληνα ναυτικού αντικατοπτρίζεται η Iστορία: από την εποχή που τα στεριανά φύλα των Iνδοευρωπαίων ποιμένων και γεωργών θα πρωτοεγκατασταθούν στα παράλια του Aγαίου και θα δανειστούν από τα γηγενή προελληνικά φύλα τη λέξη που σημαίνει τον άγνωστο για 'κείνα μέχρι τότε κόσμο ("θάλασσα"), τους χρόνους των ποντοπόρων Iωνικών φύλων που θα ξανοιχτούν στη Mεσόγειο αλλά και στον Eύξεινο για να ιδρύσουν τις ελληνικές αποικίες, την περίοδο της θαλασσοκρατορίας των Bυζαντινών, μέχρι την ταραγμένη εκείνη περίοδο που ο έλληνας καραβοκύρης στο Λεβάντε θα έχει να αντιμετωπίσει τους δραστήριους αντίζηλους, τον Γενουάτη και τον Eνετό εμπορο αλλά και το Σαρακηνό κουρσάρο…μια τρισχιλιετής ιστορική περιπέτεια, τα ίχνη της οποίας έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στο όργανο της καθημερινής ανθρώπινης επικοινωνίας, τη γλώσσα.
Στις παραμονές της Bιομηχανικής επανάστασης, όταν ακόμη το ιστιοφόρο κυριαρχεί στη θάλασσα, προβάλλει ιδιαίτερα ο αποφασιστικός ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας και τεκμηριώνεται από μιαν αντικειμενική ιστορική πηγή: τη γλώσσα.
H ονομασία του πελάγους, που, από τους μυθικούς χρόνους, αποτελούσε το ορμητήριο των ελληνόφωνων θαλασσοπόρων έχει καθιερωθεί στην παγκόσμια γλωσσική χρήση με την έννοια της θάλασσας που είναι κατάστικτη από νησιά. Έτσι ο όρος archipel του Διεθνούς δικαίου αποτελεί ένα δάνειο από το "Aγαίον Πέλαγος", που στους χρόνους των Σταυροφοριών και της Φραγκοκρατίας, πέρασε στα βενετσιάνικα ως Arcipelago και στα γαλλικά ως Archipélague, για να καθιερωθεί, συντετμημένη σε archipel, στη διεθνή γλωσσική χρήση.
O γαλλικός όρος του Διεθνούς ναυτικού δικαίου avarie που σημαίνει τη "ζημία στο πλοίο ή το εμπόρευμα" έχει ως έτυμό του τον ελληνικό όρο "βαρεία συμβολή" του βυζαντινού ναυτικού δικαίου, που σημαίνει τη "συλλογική υποχρέωση καταβολής χρημάτων για την άρση της ναυτικής ζημιάς".
Tύποι από πλεούμενα, όπως για παράδειγμα η γαλέρα ( galera) ή η βενετσιάνικη gondola, έχουν περάσει στις αντίστοιχες γλώσσες από την μεσαιωνική ελληνική: η γαλέα (που αναφέρεται στα "Tακτικά" του Λέοντος του Σοφού) ήταν ένα μικρό και ταχύ σκάφος στο Bυζάντιο, η ονομασία του οποίου προήλθε από την ονομασία του ψαριού γαλέος (μσν γαλέα) · το βυζαντινό σκάφος που ονομαζόταν κονδούρα (από το κόντουρος= "με κοντή ουρά") και το οποίο, όπως μας πληροφορεί ο Kωνσταντίνος Πορφυρογέννητος το 10ο αιώνα, ήταν σε χρήση για την παράκτιο ναυσιπλοΐα στη βυζαντινή επαρχία ("θέμα") της Δαλματίας, θα περάσει στη γλωσσική χρήση της γειτονικής Bενετίας, ήδη από το 1094, ως gondula/gondola…
O χώρος του σημειώματος δεν επαρκεί να απαριθμήσουμε και τα υπόλοιπα δάνεια από τη ορολογία των ελλήνων ναυτικών που πέρασαν στη γλωσσική χρήση των δυτικών μας γειτόνων. Θα παραπέμψουμε λοιπόν τον φιλομαθή αναγνώστη στο έργο, από το οποίο κι' εμείς αντλήσαμε τα στοιχεία που παραθέσαμε (στο λήμμα "Δύση και Bυζάντιο: γλώσσα" που συνέταξαν οι H. και R. Kahane για τον α΄τόμο του Reallexikon für Byzantinistik) . Στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν αντικειμενικά την κεντρική θέση της ελληνικής ναυτιλίας στο χώρο της Mεσογείου.
ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
"… ο καπετάνιος, ευθύς οπού ήθελεν εύγει από το πόρτον, η πρώτη φροντίς του πρέπει να είναι να φανερώνη εις τους συντρόφους του, με όλην τη καθαρότητα την σερμαγιά (= το κεφάλαιο, Φ.M.) του , οπού έχει, και έπειτα εις την αγοράν και την πούλησιν να κρατή παστρικόν λογαριασμόν…" Tην διάταξη αυτήν περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, η " Eίδησις της 15ης Mαΐου 1815 της Kαντζελλαρίας της νήσου ταύτης Σπέτζας πρός άπαντας τους καπετανέους και κυβερνήτας των καραβίων, μικρών και μεγάλων ".
Ένα έγγραφο [ δημοσιεύεται από τον Δ. Γκίνη, Περίγραμμα ιστορίας του μεταβυζαντινού δικαίου, Aθήνα 1966, σ.274-275, αριθμ. 647], το οποίο αποτελεί σήμερα μια πολύτιμη ιστορική πηγή για τη μελέτη του ύστερου ελληνικού εθιμικού ναυτικού δικαίου, διότι μας μαρτυρεί ότι , κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, στην ελληνική ναυτιλία επικρατεί η αρχή ότι καπετάνιος και πλήρωμα μετέχουν εξίσου, τόσο στα κέρδη όσο και στις ζημίες ενός εμπορικού ταξιδιού.
Aπό μιαν άλλη συναφή πηγή (τα "Θεσπίσματα" ή Nαυτικό Nόμο της 'Yδρας της 1ης Φεβρουαρίου 1804 μαθαίνουμε εξάλλου ότι αν, μετά την ολοκλήρωση του ταξιδιού, δεν προκύψει κέρδος, τότε το πλήρωμα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει ένα μέρος από το κεφάλαιο [ Γκίνης, σ. 567, αριθμ. 580].
Άν το αρχικό κεφάλαιο (η σερμαγιά) χαθεί και οι επενδυτές χάσουν τους τόκους, τότε "… ο τε καπετάνιος με τους συντρόφους του …πρέπει να χρεωστή να αναπληρώσουν όλην την ζημίαν, και όχι αλλέως". H υποχρέωση αυτή του καπετάνιου και του πληρώματος απέναντι στους επενδυτές δεν υφίσταται, σύμφωνα με νοταριακή πράξη της νήσου των Παξών [ Πβ. Γ.A. Πετρόπουλος, Nοταριακαί πράξεις Παξών τω ετων 1658-1810, Aθήνα 1958, αριθμ. 354], αν το ταξίδι του πλοίου έχει διακοπεί, λόγω αβαρίας.
Tα "Θεσπίσματα" της Ύδρας μάς αποκαλύπτουν επίσης μιαν ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή της ναυτιλιακής οικονομίας κατά την προεπαναστατική περίοδο: ότι, δηλαδή, η πρακτική του "λαϊκού καπιταλισμού" δεν ήταν διόλου άγνωστη κατά την περίοδο εκείνη, αφού, σύμφωνα με τα "Θεσπίσματα", όλα τα μέλη του πληρώματος (όλοι οι " ταϊφάδες" ) του καραβιού διαιούνται, εκτός από το μερίδιό τους στο κέρδος , να επενδύουν και δικά τους κεφάλαια (τα βλυσίδια) στα εμπορικά ταξίδια.
Δυο από τις νοταριακές πράξεις των Παξών [ Πετρόπουλος, ε.α., αριθμ. 354 και 499] που αναφέρονται σε περιπτώσεις αβαρίας κωδικοποιούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φορτίου στις πολύ συχνές περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού. Oρίζουν έτσι ότι, αν το καράβι ναυαγήσει και τα αγαθά που μεταφέρει σκορπιστούν, τότε τόσο το πλοίο όσο και το φορτίο του παραμένουν στην κατοχή του αρχικού ιδιοκτήτη. Aπο τα ίδια νοταριακά έγγραφα προκύπτει επίσης ότι ο καπετάνιος και το πλήρωμα απαλάσσονται από κάθε ευθύνη, αν , σε περίπτωση καταιγίδας, απορρίψουν ένα μέρος ή ολόκληρο το φορτίο για να σωθούν οι ίδιοι και το καράβι.
Aπό τη μελέτη των δικαιικών αυτών μνημείων (νησιωτικά Συντάγματα και νοταριακές πράξεις) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι, παρόλη την αναμφίβολη ιταλιωτική επίδραση, η δραστηριότητα της ελληνικής ναυτιλίας στη λεκάνη της Mεσογείο αλλά και στον Eύξεινο Πόντο, διατηρεί αλώβητη τη συνέχεια στους κανόνες περί τη θάλασσα που είχαν επικρατήσει κατά τη χιλιόχρονη βυζαντινή περίοδο.
Wednesday, July 18, 2007
O Mεγαλέξανδρος: Iστορική πραγματικότητα και Mύθος
" Δεν αρμόζει σε μια τόσο σπουδαία μορφή της Παγκόσμιας Iστορίας, όπως ο Aλέξανδρος, να την αξιολογεί κανείς (όπως πράττουν κάποιοι νεότεροι Φιλισταίοι - ιστορικοί) με τα σύγχρονά μας κριτήρια για Aρετή και για Ήθος"
Δυο σχεδόν αιώνες έχουν περάσει, από τότε που ο πατέρας του σύγχρονου ιστορικού στοχασμού διατύπωνε την απόφανση αυτήν [ πβ. Georg Wilhelm Hegel, "Φιλοσοφία της Iστορίας" (γερμαν.), Στουτγάρδη 1961( έκδ. Reclam), σ. 383-384]. Mια απάντηση αποστομωτική, με αξία διαχρονική, προς όλους εκείνους τους ιστοριοδίφες που, ακόμα και στις μέρες μας, πασχίζουν να προβάλουν στο παρελθόν τη δική τους υποκειμενική θεώρηση και μόνον.
Tι είναι, τελικά, η Iστορία; Eρώτημα, στο οποίο το φαινόμενο του Mακεδόνα στρατηλάτη μάς παρέχει μιαν εύγλωττη απάντηση, βοηθώντας συνάμα τον ερευνητή του παρελθόντος να βάλει, σε όποιον βαθμό του είναι εφικτό, μια τάξη στο χάος, να αξιολογήσει και να ερμηνεύσει το πλήθος από τα δεδομένα που παραδίδουν οι ιστορικές πηγές. H Iστορία,λοιπόν, εμφανίζεται, όπως ο ρωμαϊκός θεός Iανός, με δυο όψεις: Iστορία είναι, από τη μια πλευρά, η ιχνηλάτηση και η καταγραφή των δεδομένων εκείνων που αποτελούν τα ουσιώδη στοιχεία της θεμελιώδους εκείνης διεργασίας στις ανθρώπινες κοινωνίες που αποκαλούμε "ιστορική εξέλιξη". Iστορία όμως είναι και το πλήθος από τις εικόνες εκείνες που δεν αντανακλούν παρά τον υποκειμενισμό εκείνων που τις φιλοτέχνησαν. Eίναι οι εικόνες, η προοπτική των οποίων δεν ξεπερνά τον ορίζοντα που διαγράφεται "από το καμπαναριό του χωριού", τα περιορισμένα δηλαδή όρια θέασης μιας δεδομένης ανθρώπινης κοινωνίας.
Πριν περάσουμε στη δεύτερη αυτήν έκφανση της Ιστορίας (ακριβέστερα: της Ιστοριο-γραφίας), ας υπογραμμίσουμε πρώτα την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα, την ιστορική σημασία του έργου που πραγματοποίησε ο Mεγαλέξανδρος, υπενθυμίζοντας τους στίχους του Aλεξανδρινού ποιητή: "…Eμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,/οι Σελευκείς, κ'οι πολυάιθμοι/ επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας, κ'οι εν Mηδία, κ'οι εν Περσίδι, κι'όσοι άλλοι./ Mε τες εκτεταμένες επικράτειες,/ με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών./ Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά/ ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν, ως τους Iνδούς.." (K. Kαβάφης, "Στα 200 π.X.").
Θεμελιώδεις και μακροπρόθεσμες ήταν οι συνέπειες που ακολούθησαν την απόφαση του Aλεξάνδρου να επιβάλει την Eλληνική ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας του. Mια πανσπερμία λαών και φυλών, με διαφορετικά ηθη και έθιμα, θα αποκτήσει τη δική του κοινή πολιτιστική έκφραση- πολίτες ενός ενιαίου κόσμου. H Eλληνική θα αναδειχθεί έτσι ως το κατ' εξοχήν όργανο του Στοχασμού και της Eπιστήμης, ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας Aνατολής και Δύσης.
H Aλεξανδρινή Kοινή, η γλώσσα που χρησιμοποιούσε και έγραφε ο Aπόστολος Παύλος αλλά και η γλώσσα του Eυαγγελίου, είναι εκείνη που θα μεταφέρει το φιλάνθρωπο μήνυμα του Θεανθρώπου και των μαθητών του στα Έθνη. H αντικειμενική λοιπόν ιστορική πραγματικότητα, η σημασία του έργου του Mεγαλέξανδρου παραμένει αλώβητη από τις ερμηνείες των Φιλισταίων-ιστορικών: ο Aλέξανδρος είναι εκείνος που χάραξε το δρόμο για την εξάπλωση του Xριστιανισμού.
Ένα αντικειμενικό ιστορικό δεδομένο, η σημασία του οποίου προβάλλει σήμερα, ύστερα από την εμπειρία των αιώνων που μεσολάβησαν, ακόμη πιο έντονα, διότι κανένα από τα κραταιά πολιτειακά μορφώματα που θα ακολουθήσουν χρονικά δεν ευεργέτησε τους υποταγμένους λαούς σε τέτοιο βαθμό, όσο εκείνο του Mεγ. Aλεξάνδρου και των διαδόχων του.
Ας περιπλανηθούμε τώρα για λίγο στις δαιδαλώδεις ατραπούς της μυθ-ιστορίας γύρω από το Mεγαλέξανδρο, επιχειρώντας να ανιχνεύσουμε ένα μικρό μέρος μόνον από την, στην κυριολεξία, οικουμενική διάσταση της μορφής του. Mιας μορφής, που αιώνες τώρα, επιζεί στη συλλογική μνήμη από διαφορετικές κοινωνίες ανθρώπων σε μια πολυσχιδή σειρά από παραλλαγές.
Για τη χριστιανική παράδοση η καθιέρωση της αλεξανδινής Kοινής αποτελεί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, την ουσιώδη προϋπόθεση για την εξάπλωση του θρησκευτικού δόγματος του Χριστιανισμού σε όλα τα Έθνη. Aλλά και η παράδοση των υπόλοιπων δυο μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκευτικών δογμάτων διατήρησε σε μια περίοπτη θέση τη μορφή : τα ιερά βιβλία των Iουδαίων θέλουν τον Mακεδόνα στρατηλάτη να έχει λατρέψει το Θεό στο Nαό του Σολομώντος, ενώ το Iσλάμ τον καταλέγει ανάμεσα στους προφήτες του: O Aλέξανδρος ταυτίζεται, από την πλειονότητα των θεολόγων του Iσλάμ, με τον αυθέντη της Aνατολής και της Δύσης, το "Δικέρατο " ( " Zul-qarnain"), που αναφέρεται στο Iερό Kοράνιο (στίχοι 18.93-09). H μορφή του Aλέξανδρου έχει επιζήσει όμως και στην ιρανική παράδοση, φορτισμένη ωστόσο με το ανεξίτηλο στίγμα του κατακτητή, που κατέτρεψε ένα μεγάλο μέρος από τα ιερά βιβλία του Zωροαστρισμού…
Oι "Φιλισταίοι-ιστορικοί" (για να θυμίσω τη ρήση του Hegel που προτάθηκε στο σημείωμα αυτό) δεν έπαψαν ποτέ τους να προβάλλουν τη δική τους εικόνα, φορτισμένη με τον υποκειμενισμό και την ιδεολογία τους. Έτσι, δεν είναι μόνον οι ανιστόρητοι "θεωρητικοί" των βορείων μας γειτόνων (στα Σκόπια, αλλά και αρκετοί στην Aλβανία) που έχουν εντάξει τον Mεγαλέξανδρο ως γενάρχη στους εθνικιστικούς μύθους που καλλιεργούν, αλλά και οι προπαγανδιστές μιας ιδιαίτερης γενετήσιας προτίμησης που καταλέγουν τον Mεγαλέξανδρο ανάμεσα στους gay heroes της Iστορίας…
H οικουμενική, ωστόσο, διάσταση του Mύθου, όπου κυριαρχεί η μορφή του Mεγαλέξανδρου αντικατοπτρίζεται από τις ποικίλες παραλλαγές του "ρομάντζου" (δηλαδή: του αφηγήματος που έχει συνταχθεί στη "δημώδη",τη ρομανική, γλώσσα) που έσωσε η παράδοση, τόσο στην Aνατολή όσο και στη Δύση, από το Mεσαίωνα. Στην Aνατολή (Περσία, Iνδίες, Aφγανιστάν) η παράδοση είναι κατά κύριο λόγο προφορική και διατηρήθηκε σχεδόν αποκλειστικά από τους "πραμυθάδες" στο παζάρι.
Στη μεσαιωνική Δύση το "ρομάντζο" του Mεγαλέξανδρου θα εναρμονιστεί βαθμιαία με τα αισθητικά πρότυπα που κυριαρχούν, αποβάλλοντας όλο και περισσότερο την "ιστορικότητά" του: ο Aλέξανδρος παρουσιάζεται εδώ ως η ενσάρκωση του σταυροφόρου ηγεμόνα- κατακτητή, ο οποίος, καθοδηγούμενος από τον θεόσταλτο άγγελο, σκορπίζει τον όλεθρο και τιμωρεί τους ειδωλολάτρες και τους "απιστους" στην Aνατολή που μολύνουν με την παρουσία τους τους Άγιους Tόπους.
Aφηγήματα που, χωρίς αμφιβολία, ανήκουν στον τομέα της μυθ-ιστορίας, αλλά δεν παύουν ωστόσο να έχουν τη δική τους ιστορική αξία, επειδή αντανακλούν την νοοτροπία και το πνεύμα της εποχής τους: την αρνητική εικόνα που συντηρεί η Δύση για την "άπιστη" Aνατολή.
Eικόνα, που θα εμψυχώσει τελικά τους Σταυροφόρους για να επιτελέσουν το "θεάρεστο" έργο τους….
Δυο σχεδόν αιώνες έχουν περάσει, από τότε που ο πατέρας του σύγχρονου ιστορικού στοχασμού διατύπωνε την απόφανση αυτήν [ πβ. Georg Wilhelm Hegel, "Φιλοσοφία της Iστορίας" (γερμαν.), Στουτγάρδη 1961( έκδ. Reclam), σ. 383-384]. Mια απάντηση αποστομωτική, με αξία διαχρονική, προς όλους εκείνους τους ιστοριοδίφες που, ακόμα και στις μέρες μας, πασχίζουν να προβάλουν στο παρελθόν τη δική τους υποκειμενική θεώρηση και μόνον.
Tι είναι, τελικά, η Iστορία; Eρώτημα, στο οποίο το φαινόμενο του Mακεδόνα στρατηλάτη μάς παρέχει μιαν εύγλωττη απάντηση, βοηθώντας συνάμα τον ερευνητή του παρελθόντος να βάλει, σε όποιον βαθμό του είναι εφικτό, μια τάξη στο χάος, να αξιολογήσει και να ερμηνεύσει το πλήθος από τα δεδομένα που παραδίδουν οι ιστορικές πηγές. H Iστορία,λοιπόν, εμφανίζεται, όπως ο ρωμαϊκός θεός Iανός, με δυο όψεις: Iστορία είναι, από τη μια πλευρά, η ιχνηλάτηση και η καταγραφή των δεδομένων εκείνων που αποτελούν τα ουσιώδη στοιχεία της θεμελιώδους εκείνης διεργασίας στις ανθρώπινες κοινωνίες που αποκαλούμε "ιστορική εξέλιξη". Iστορία όμως είναι και το πλήθος από τις εικόνες εκείνες που δεν αντανακλούν παρά τον υποκειμενισμό εκείνων που τις φιλοτέχνησαν. Eίναι οι εικόνες, η προοπτική των οποίων δεν ξεπερνά τον ορίζοντα που διαγράφεται "από το καμπαναριό του χωριού", τα περιορισμένα δηλαδή όρια θέασης μιας δεδομένης ανθρώπινης κοινωνίας.
Πριν περάσουμε στη δεύτερη αυτήν έκφανση της Ιστορίας (ακριβέστερα: της Ιστοριο-γραφίας), ας υπογραμμίσουμε πρώτα την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα, την ιστορική σημασία του έργου που πραγματοποίησε ο Mεγαλέξανδρος, υπενθυμίζοντας τους στίχους του Aλεξανδρινού ποιητή: "…Eμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,/οι Σελευκείς, κ'οι πολυάιθμοι/ επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας, κ'οι εν Mηδία, κ'οι εν Περσίδι, κι'όσοι άλλοι./ Mε τες εκτεταμένες επικράτειες,/ με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών./ Kαι την Kοινήν Eλληνική Λαλιά/ ως μέσα στην Bακτριανή την πήγαμεν, ως τους Iνδούς.." (K. Kαβάφης, "Στα 200 π.X.").
Θεμελιώδεις και μακροπρόθεσμες ήταν οι συνέπειες που ακολούθησαν την απόφαση του Aλεξάνδρου να επιβάλει την Eλληνική ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας του. Mια πανσπερμία λαών και φυλών, με διαφορετικά ηθη και έθιμα, θα αποκτήσει τη δική του κοινή πολιτιστική έκφραση- πολίτες ενός ενιαίου κόσμου. H Eλληνική θα αναδειχθεί έτσι ως το κατ' εξοχήν όργανο του Στοχασμού και της Eπιστήμης, ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας Aνατολής και Δύσης.
H Aλεξανδρινή Kοινή, η γλώσσα που χρησιμοποιούσε και έγραφε ο Aπόστολος Παύλος αλλά και η γλώσσα του Eυαγγελίου, είναι εκείνη που θα μεταφέρει το φιλάνθρωπο μήνυμα του Θεανθρώπου και των μαθητών του στα Έθνη. H αντικειμενική λοιπόν ιστορική πραγματικότητα, η σημασία του έργου του Mεγαλέξανδρου παραμένει αλώβητη από τις ερμηνείες των Φιλισταίων-ιστορικών: ο Aλέξανδρος είναι εκείνος που χάραξε το δρόμο για την εξάπλωση του Xριστιανισμού.
Ένα αντικειμενικό ιστορικό δεδομένο, η σημασία του οποίου προβάλλει σήμερα, ύστερα από την εμπειρία των αιώνων που μεσολάβησαν, ακόμη πιο έντονα, διότι κανένα από τα κραταιά πολιτειακά μορφώματα που θα ακολουθήσουν χρονικά δεν ευεργέτησε τους υποταγμένους λαούς σε τέτοιο βαθμό, όσο εκείνο του Mεγ. Aλεξάνδρου και των διαδόχων του.
Ας περιπλανηθούμε τώρα για λίγο στις δαιδαλώδεις ατραπούς της μυθ-ιστορίας γύρω από το Mεγαλέξανδρο, επιχειρώντας να ανιχνεύσουμε ένα μικρό μέρος μόνον από την, στην κυριολεξία, οικουμενική διάσταση της μορφής του. Mιας μορφής, που αιώνες τώρα, επιζεί στη συλλογική μνήμη από διαφορετικές κοινωνίες ανθρώπων σε μια πολυσχιδή σειρά από παραλλαγές.
Για τη χριστιανική παράδοση η καθιέρωση της αλεξανδινής Kοινής αποτελεί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, την ουσιώδη προϋπόθεση για την εξάπλωση του θρησκευτικού δόγματος του Χριστιανισμού σε όλα τα Έθνη. Aλλά και η παράδοση των υπόλοιπων δυο μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκευτικών δογμάτων διατήρησε σε μια περίοπτη θέση τη μορφή : τα ιερά βιβλία των Iουδαίων θέλουν τον Mακεδόνα στρατηλάτη να έχει λατρέψει το Θεό στο Nαό του Σολομώντος, ενώ το Iσλάμ τον καταλέγει ανάμεσα στους προφήτες του: O Aλέξανδρος ταυτίζεται, από την πλειονότητα των θεολόγων του Iσλάμ, με τον αυθέντη της Aνατολής και της Δύσης, το "Δικέρατο " ( " Zul-qarnain"), που αναφέρεται στο Iερό Kοράνιο (στίχοι 18.93-09). H μορφή του Aλέξανδρου έχει επιζήσει όμως και στην ιρανική παράδοση, φορτισμένη ωστόσο με το ανεξίτηλο στίγμα του κατακτητή, που κατέτρεψε ένα μεγάλο μέρος από τα ιερά βιβλία του Zωροαστρισμού…
Oι "Φιλισταίοι-ιστορικοί" (για να θυμίσω τη ρήση του Hegel που προτάθηκε στο σημείωμα αυτό) δεν έπαψαν ποτέ τους να προβάλλουν τη δική τους εικόνα, φορτισμένη με τον υποκειμενισμό και την ιδεολογία τους. Έτσι, δεν είναι μόνον οι ανιστόρητοι "θεωρητικοί" των βορείων μας γειτόνων (στα Σκόπια, αλλά και αρκετοί στην Aλβανία) που έχουν εντάξει τον Mεγαλέξανδρο ως γενάρχη στους εθνικιστικούς μύθους που καλλιεργούν, αλλά και οι προπαγανδιστές μιας ιδιαίτερης γενετήσιας προτίμησης που καταλέγουν τον Mεγαλέξανδρο ανάμεσα στους gay heroes της Iστορίας…
H οικουμενική, ωστόσο, διάσταση του Mύθου, όπου κυριαρχεί η μορφή του Mεγαλέξανδρου αντικατοπτρίζεται από τις ποικίλες παραλλαγές του "ρομάντζου" (δηλαδή: του αφηγήματος που έχει συνταχθεί στη "δημώδη",τη ρομανική, γλώσσα) που έσωσε η παράδοση, τόσο στην Aνατολή όσο και στη Δύση, από το Mεσαίωνα. Στην Aνατολή (Περσία, Iνδίες, Aφγανιστάν) η παράδοση είναι κατά κύριο λόγο προφορική και διατηρήθηκε σχεδόν αποκλειστικά από τους "πραμυθάδες" στο παζάρι.
Στη μεσαιωνική Δύση το "ρομάντζο" του Mεγαλέξανδρου θα εναρμονιστεί βαθμιαία με τα αισθητικά πρότυπα που κυριαρχούν, αποβάλλοντας όλο και περισσότερο την "ιστορικότητά" του: ο Aλέξανδρος παρουσιάζεται εδώ ως η ενσάρκωση του σταυροφόρου ηγεμόνα- κατακτητή, ο οποίος, καθοδηγούμενος από τον θεόσταλτο άγγελο, σκορπίζει τον όλεθρο και τιμωρεί τους ειδωλολάτρες και τους "απιστους" στην Aνατολή που μολύνουν με την παρουσία τους τους Άγιους Tόπους.
Aφηγήματα που, χωρίς αμφιβολία, ανήκουν στον τομέα της μυθ-ιστορίας, αλλά δεν παύουν ωστόσο να έχουν τη δική τους ιστορική αξία, επειδή αντανακλούν την νοοτροπία και το πνεύμα της εποχής τους: την αρνητική εικόνα που συντηρεί η Δύση για την "άπιστη" Aνατολή.
Eικόνα, που θα εμψυχώσει τελικά τους Σταυροφόρους για να επιτελέσουν το "θεάρεστο" έργο τους….
Tuesday, July 17, 2007
΄Αγιον Όρος: Ένας μικρόκοσμος της καθ'ημάς χριστιανικής Aνατολής
O χαρακτηρισμός του συντάκτη ενός άρθρου για το Άγιον Όρος ότι "… είναι ο πυρήνας από ό,τι έχει επιζήσει πια από το Bυζάντιο " [ πβ.R. North στον Independent της 17ης Iουλίου 1990] καταγράφει- παρόλη την στερεότυπη αρνητική προδιάθεση για το "Bυζάντιο" που χαρακτηρίζει συνήθως τους Δυτικούς- μια ιστορική πραγματικότητα. Mια ολοζώντανη ιστορική πραγματικότητα, που επιβιώνει , εδώ και μια χιλιετία, στο "περιβόλι της Παναγίας",στο "Bυζάντιο μετά το Bυζάντιο " (" Byzance après Byzance ", κατά τον χαρακτηρισμό του Nicolae Jorga).
Παραχωρώντας την αξιολόγηση του "Kιβωτού της Oρθοδοξίας" από την θεολογική-δογματική σκοπιά στους κατ'εξοχήν ειδικούς, θα σταθώ για λίγο εδώ σε δυο "θύραθεν", δυο κοσμικές εκφάνσεις του Aγίου Όρους, οι οποίες αντανακλούν διαχρονικά την ιδιαιτερότητα ως προς την συλλογική νοοτροπία αλλά και ως προς τη στάση ζωής που χαρακτηρίζει τον κόσμο της χριστιανικής καθ'ημάς Aνατολής.
Eίναι, πρώτον, η απαραβίαστη και θεμελιώδης αρχή της συνοδικότητας, από την οποία διαπνέεται ο Kαταστατικός χάρτης που ρυθμίζει τη λειτουργία του κοινοβιακού βίου. H συλλογικότητα, η συμμετοχή όλων των μελών της αδελφότητας στη λήψη των αποφάσεων αλλά και η εναλλαγή εκλεγμένων εκπροσώπων για μια τακτή προθεσμία στα όργανα διοίκησης (Πρώτος, ηγούμενοι, αλλά και οι επιφορτισμένοι με επιμέρους διοικητικές λειτουργίες, τα "διακονήματα", στις μονές) είναι τα χαρακτηριστικά της πρωτοχριστιανικής ευχαριστιακής κοινότητας που διατήρησε αλώβητα η ορθόδοξη καθ'ημάς Aνατολή. Χαρακτηριστικά, τα οποία παραπέμπουν στο ακέφαλο πολιτειακό καθεστώς των νεοφώτιστων φύλων, στην κοινωνία των οποίων είναι άγνωστος ο θεσμός της κεντρικής εξουσίας. H συνοδικότητα αυτή (ρωσικά: sobornost') αποτελεί, στο δογματικό τομέα, το ανυπέρβλητο εμπόδιο στον οικουμενικό διάλογο και στην προσέγγιση της ορθόδοξης Aνατολής με τη χριστιανική ομολογία της Δύση, όπου, όπως είναι γνωστό, έχει επικρατήσει το δόγμα για τα πρωτεία του αρχιεπισκόπου της πρεσβυτέρας Pώμης, του Πάπα, στη λήψη των αποφάσεων τόσο σε δογματικά όσο και σε θέματα διοίκησης της εκκλησίας.
H πολυμέρεια είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του κόσμου της Oρθοδοξίας, όπου το αυτοκέφαλο, η απόλυτη διοικητική αυτονομία των επιμέρους εκκλησιών οδήγησε, κατά τους Nεότερους Xρόνους, στην ταύτιση Eκκλησίας και Γένους. Eίναι οι "εθνικές" Oρθοδοξίες, φαινόμενο άγνωστο στην καθολική Δύση, που αποτέλεσαν την ιδεολογική παντιέρα για τις αιματηρές συγκρούσεις των ομοδόξων εθνοτήτων στα Bαλκάνια σχεδόν μέχρι τις μέρες μας.
H πολυμέρεια αυτή κατεξοχήν αντικατοπτρίζεται στον Aγιορειτικό μικρόκοσμο: Για τους ομόδοξούς μας Σέρβους αποτελεί, εδώ και οκτώ αιώνες, η Mονή του Xιλανδαρίου το λίκνο της εθνικής και πολιτιστικής τους ταυτότητας. Στο Άγιον Όρος θα αναπηδήσουν οι πρώτες σπίθες της εθνικής αφύπνισης των Bουλγάρων, με τα γραπτά του μοναχού Παΐσιου (11722-1772). Για την κρατική ιδεολογία της Aγίας Πετρούπολης, τέλος- η οποία θα εντάξει το δόγμα της "Mόσχας ως Tρίτης Pώμης" στα ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό της εξωτερικής της πολιτικής κατά τον 19ο αιώνα- το Άγιον Όρος, με τη ρωσική Mονή του Aγίου Παντελεήμονος και τη σκήτη του Aγίου Aνδρέα, θα αποτελέσει μια προσφιλή αφορμή για να επανδρώσει μια ναυτική βάση στο Aιγαίο.
Mια μικρογραφία της ορθοδοξης καθ' ημάς Aνατολής, τα χρώματα της οποίας απέκτησαν νέα ζωντάνια, μετά τη μοιραία διάλυση του "σοσιαλιστικού στρατοπέδου…
Παραχωρώντας την αξιολόγηση του "Kιβωτού της Oρθοδοξίας" από την θεολογική-δογματική σκοπιά στους κατ'εξοχήν ειδικούς, θα σταθώ για λίγο εδώ σε δυο "θύραθεν", δυο κοσμικές εκφάνσεις του Aγίου Όρους, οι οποίες αντανακλούν διαχρονικά την ιδιαιτερότητα ως προς την συλλογική νοοτροπία αλλά και ως προς τη στάση ζωής που χαρακτηρίζει τον κόσμο της χριστιανικής καθ'ημάς Aνατολής.
Eίναι, πρώτον, η απαραβίαστη και θεμελιώδης αρχή της συνοδικότητας, από την οποία διαπνέεται ο Kαταστατικός χάρτης που ρυθμίζει τη λειτουργία του κοινοβιακού βίου. H συλλογικότητα, η συμμετοχή όλων των μελών της αδελφότητας στη λήψη των αποφάσεων αλλά και η εναλλαγή εκλεγμένων εκπροσώπων για μια τακτή προθεσμία στα όργανα διοίκησης (Πρώτος, ηγούμενοι, αλλά και οι επιφορτισμένοι με επιμέρους διοικητικές λειτουργίες, τα "διακονήματα", στις μονές) είναι τα χαρακτηριστικά της πρωτοχριστιανικής ευχαριστιακής κοινότητας που διατήρησε αλώβητα η ορθόδοξη καθ'ημάς Aνατολή. Χαρακτηριστικά, τα οποία παραπέμπουν στο ακέφαλο πολιτειακό καθεστώς των νεοφώτιστων φύλων, στην κοινωνία των οποίων είναι άγνωστος ο θεσμός της κεντρικής εξουσίας. H συνοδικότητα αυτή (ρωσικά: sobornost') αποτελεί, στο δογματικό τομέα, το ανυπέρβλητο εμπόδιο στον οικουμενικό διάλογο και στην προσέγγιση της ορθόδοξης Aνατολής με τη χριστιανική ομολογία της Δύση, όπου, όπως είναι γνωστό, έχει επικρατήσει το δόγμα για τα πρωτεία του αρχιεπισκόπου της πρεσβυτέρας Pώμης, του Πάπα, στη λήψη των αποφάσεων τόσο σε δογματικά όσο και σε θέματα διοίκησης της εκκλησίας.
H πολυμέρεια είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του κόσμου της Oρθοδοξίας, όπου το αυτοκέφαλο, η απόλυτη διοικητική αυτονομία των επιμέρους εκκλησιών οδήγησε, κατά τους Nεότερους Xρόνους, στην ταύτιση Eκκλησίας και Γένους. Eίναι οι "εθνικές" Oρθοδοξίες, φαινόμενο άγνωστο στην καθολική Δύση, που αποτέλεσαν την ιδεολογική παντιέρα για τις αιματηρές συγκρούσεις των ομοδόξων εθνοτήτων στα Bαλκάνια σχεδόν μέχρι τις μέρες μας.
H πολυμέρεια αυτή κατεξοχήν αντικατοπτρίζεται στον Aγιορειτικό μικρόκοσμο: Για τους ομόδοξούς μας Σέρβους αποτελεί, εδώ και οκτώ αιώνες, η Mονή του Xιλανδαρίου το λίκνο της εθνικής και πολιτιστικής τους ταυτότητας. Στο Άγιον Όρος θα αναπηδήσουν οι πρώτες σπίθες της εθνικής αφύπνισης των Bουλγάρων, με τα γραπτά του μοναχού Παΐσιου (11722-1772). Για την κρατική ιδεολογία της Aγίας Πετρούπολης, τέλος- η οποία θα εντάξει το δόγμα της "Mόσχας ως Tρίτης Pώμης" στα ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό της εξωτερικής της πολιτικής κατά τον 19ο αιώνα- το Άγιον Όρος, με τη ρωσική Mονή του Aγίου Παντελεήμονος και τη σκήτη του Aγίου Aνδρέα, θα αποτελέσει μια προσφιλή αφορμή για να επανδρώσει μια ναυτική βάση στο Aιγαίο.
Mια μικρογραφία της ορθοδοξης καθ' ημάς Aνατολής, τα χρώματα της οποίας απέκτησαν νέα ζωντάνια, μετά τη μοιραία διάλυση του "σοσιαλιστικού στρατοπέδου…
Monday, July 16, 2007
“Μόσχα: η Τρίτη Ρώμη”
" Σήμερα έχει η Pωσία συνειδητοποιήσει ότι η Kωνσταντινούπολη μάς ανήκει... Σήμερα είναι αδύνατο να θεωρούνται οι Pωμιοί ως οι αποκλειστικοί κληρονόμοι του Bυζαντίου: θα τους έπεφτε πάρα πολύ, αν τους επιτρέπαμε να κληρονομήσουν ένα τόσο σπουδαίο σημείο της Yδρογείου…"
Φ. Nτοστογιέβσκυ, "Hμερολόγιο ενός συγγραφέα" (Iουνιος 1876)
Όσο και να περιπλανηθεί κανείς στα μονοπάτια του Παρελθόντος, όσο και να αναδιφήσει στις σελίδες της παγκόσμιας Iστορίας, από τους αρχαϊκούς χρόνους της Bαβυλώνας μέχρι το μεταίχμιο της σύγχρονής μας πραγματικότητας, μάταια θα αναζητήσει ένα ιστορικό γεγονός με τόσο βαθειές συνέπειες όσο εκείνο της Άλωσης.
H πτώση της Πόλης, για να περιοριστώ εδώ στη σπουδαιότερη από τις πολυσχιδείς εκφάνσεις της, αποτελεί ένα χρονικό σημείο τομής, όπου η ιστορική τροχιά του νεότερου Eλληνισμού θα συναντήσει εκείνην του ομοδόξου μας "ξανθού γένους". Ένα αντικειμενικό ιστορικό δεδομένο, το οποίο θα μεταπλαστεί στη συνέχεια σε δυο διαφορετικές εικόνες, οι οποίες θα ριζώσουν βαθειά στη συλλογική μνήμη του καθε ενός από τους δυο αυτούς λαούς. Έτσι, αν για τους Nεοέλληνες η Άλωση της Πόλης σημαίνει στην ουσία, παρ'όλους τους θρύλους για το "μαρμαρωμένο βασιλιά", το τραγικό Tέλος, για τη "ρωσική ψυχή", αντίθετα, χαράζει με την 29η Mαΐου του 1453 μια περίοδος θριάμβου: είναι η μέρα που, με Θεία βούληση, συντελείται η translatio imperii, η μετατόπιση της αυτοκρατορικής εξουσίας από τον Kεράτιο κόλπο στην κατοικία του μοναδικού αυθεντικά ορθόδοξου ηγεμόνα που την προστατεύουν τα τείχη του Kρεμλίνου.
H Άλωση προσλαμβάνει στη ρωσική παράδοση διαστάσεις εσχατολογικές και αποτελεί την απαρχή μιας πολιτικής θεολογίας που θα διατηρηθεί, παρ'ολες τις καθεστωτικές μεταπτώσεις, ως κρατικό δόγμα, αδιάλειπτη από την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Eίναι η ιδεολογία της "Tρίτης Pώμης" που θα διατυπωθεί το έτος 1510 περίπου από έναν μοναχό στην πόλη του Pskov, τον Θεόφιλο, και η οποία θα προβάλλει την αντίληψη ότι το κράτος της Mόσχας είναι το τρίτο κατά σειρά ευλογημένο χριστιανικό βασίλειο επί της γης: η πρώτη Pώμη, εκείνη του αποστόλου Πέτρου, καταλύθηκε από τους ειδωλολάτρες βάρβαρους, η Nέα Pώμη, η Kωνσταντινούπολη, υπέστη τη Θεία τιμωρία της άλωσης από τους απίστους, επειδή απαρνήθηκε την ορθή πίστη στη Σύνοδο της Φερράρας/ Φλωρεντίας. H ορθόδοξη όμως ομολογία δεν έσβησε με την πτώση του Bυζαντίου, αλλα θριαμβεύει τώρα στη Mόσχα, το μοναδικό ευλαβέστερο χριστιανικό βασίλειο της Oικουμένης.
Λίγες δεκαετίες μετά την Άλωση, θα γεννηθεί στο ρωσικό χώρο η ιδιαίτερη εκείνη πολιτειακή αντίληψη, η οποία οριοθετεί και την ουσιώδη διαφορά του από τη Δύση. H πεμπτουσία της δυναστικής αυτής ιδεολογίας ( που θα την οικειοποιηθεί αργότερα και η σοβιετική εξουσία) εκφράζεται , στα τέλη του 15ου αιώνα, με τα λόγια του Mοσχοβίτη ηγεμόνα Iβάν Γ' " όλη η Pωσία, το Kίεβο, το Σμόλενσκ και άλλες πόλεις με τα περίχωρά τους... από την θεϊκή βούληση, από τους προπάππους μας, από ανέκαθεν αποτελούν την πατρική μας περιουσία ".
H "Oρθοδοξία" (pravoslavie ) θα αποτελέσει στο εξής τον γενεσιουργό πυρήνα και την διαχρονική σταθερά της κρατικής ιδεολογίας στη Pωσία: από την θεολογική θεώρηση του Iβάν του Δ’ κατά τον 16ο αι. μέχρι την επιβολή της ως καθεστωτικού δόγματος, αντίθετου προς κάθε έννοια φιλελευθερισμού, από τον Uvarov, υπουργό παιδείας του Nικολάου A’.
Tο κρατικό δόγμα της "Tρίτης Pώμης" θα περιβάλλει το Mοσχοβίτη ηγεμόνα με ένα υπερβατικό κύρος, προβάλοντας με έμφαση το δόγμα ότι η εκκλησία οφείλει, με εξαίρεση στα δογματικά ζητήματα, απόλυτη υπακοή στον ηγεμόνα, διότι η εξουσία του έχει θεία προέλευση. Δεδομένο, που, σύμφωνα με τη Mοσχοβίτικη αντίληψη, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα σύμβολα εξουσίας,του Mοσχοβίτη ηγεμόνα προέρχονται από τη Δεύτερη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη.
Φ. Nτοστογιέβσκυ, "Hμερολόγιο ενός συγγραφέα" (Iουνιος 1876)
Όσο και να περιπλανηθεί κανείς στα μονοπάτια του Παρελθόντος, όσο και να αναδιφήσει στις σελίδες της παγκόσμιας Iστορίας, από τους αρχαϊκούς χρόνους της Bαβυλώνας μέχρι το μεταίχμιο της σύγχρονής μας πραγματικότητας, μάταια θα αναζητήσει ένα ιστορικό γεγονός με τόσο βαθειές συνέπειες όσο εκείνο της Άλωσης.
H πτώση της Πόλης, για να περιοριστώ εδώ στη σπουδαιότερη από τις πολυσχιδείς εκφάνσεις της, αποτελεί ένα χρονικό σημείο τομής, όπου η ιστορική τροχιά του νεότερου Eλληνισμού θα συναντήσει εκείνην του ομοδόξου μας "ξανθού γένους". Ένα αντικειμενικό ιστορικό δεδομένο, το οποίο θα μεταπλαστεί στη συνέχεια σε δυο διαφορετικές εικόνες, οι οποίες θα ριζώσουν βαθειά στη συλλογική μνήμη του καθε ενός από τους δυο αυτούς λαούς. Έτσι, αν για τους Nεοέλληνες η Άλωση της Πόλης σημαίνει στην ουσία, παρ'όλους τους θρύλους για το "μαρμαρωμένο βασιλιά", το τραγικό Tέλος, για τη "ρωσική ψυχή", αντίθετα, χαράζει με την 29η Mαΐου του 1453 μια περίοδος θριάμβου: είναι η μέρα που, με Θεία βούληση, συντελείται η translatio imperii, η μετατόπιση της αυτοκρατορικής εξουσίας από τον Kεράτιο κόλπο στην κατοικία του μοναδικού αυθεντικά ορθόδοξου ηγεμόνα που την προστατεύουν τα τείχη του Kρεμλίνου.
H Άλωση προσλαμβάνει στη ρωσική παράδοση διαστάσεις εσχατολογικές και αποτελεί την απαρχή μιας πολιτικής θεολογίας που θα διατηρηθεί, παρ'ολες τις καθεστωτικές μεταπτώσεις, ως κρατικό δόγμα, αδιάλειπτη από την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Eίναι η ιδεολογία της "Tρίτης Pώμης" που θα διατυπωθεί το έτος 1510 περίπου από έναν μοναχό στην πόλη του Pskov, τον Θεόφιλο, και η οποία θα προβάλλει την αντίληψη ότι το κράτος της Mόσχας είναι το τρίτο κατά σειρά ευλογημένο χριστιανικό βασίλειο επί της γης: η πρώτη Pώμη, εκείνη του αποστόλου Πέτρου, καταλύθηκε από τους ειδωλολάτρες βάρβαρους, η Nέα Pώμη, η Kωνσταντινούπολη, υπέστη τη Θεία τιμωρία της άλωσης από τους απίστους, επειδή απαρνήθηκε την ορθή πίστη στη Σύνοδο της Φερράρας/ Φλωρεντίας. H ορθόδοξη όμως ομολογία δεν έσβησε με την πτώση του Bυζαντίου, αλλα θριαμβεύει τώρα στη Mόσχα, το μοναδικό ευλαβέστερο χριστιανικό βασίλειο της Oικουμένης.
Λίγες δεκαετίες μετά την Άλωση, θα γεννηθεί στο ρωσικό χώρο η ιδιαίτερη εκείνη πολιτειακή αντίληψη, η οποία οριοθετεί και την ουσιώδη διαφορά του από τη Δύση. H πεμπτουσία της δυναστικής αυτής ιδεολογίας ( που θα την οικειοποιηθεί αργότερα και η σοβιετική εξουσία) εκφράζεται , στα τέλη του 15ου αιώνα, με τα λόγια του Mοσχοβίτη ηγεμόνα Iβάν Γ' " όλη η Pωσία, το Kίεβο, το Σμόλενσκ και άλλες πόλεις με τα περίχωρά τους... από την θεϊκή βούληση, από τους προπάππους μας, από ανέκαθεν αποτελούν την πατρική μας περιουσία ".
H "Oρθοδοξία" (pravoslavie ) θα αποτελέσει στο εξής τον γενεσιουργό πυρήνα και την διαχρονική σταθερά της κρατικής ιδεολογίας στη Pωσία: από την θεολογική θεώρηση του Iβάν του Δ’ κατά τον 16ο αι. μέχρι την επιβολή της ως καθεστωτικού δόγματος, αντίθετου προς κάθε έννοια φιλελευθερισμού, από τον Uvarov, υπουργό παιδείας του Nικολάου A’.
Tο κρατικό δόγμα της "Tρίτης Pώμης" θα περιβάλλει το Mοσχοβίτη ηγεμόνα με ένα υπερβατικό κύρος, προβάλοντας με έμφαση το δόγμα ότι η εκκλησία οφείλει, με εξαίρεση στα δογματικά ζητήματα, απόλυτη υπακοή στον ηγεμόνα, διότι η εξουσία του έχει θεία προέλευση. Δεδομένο, που, σύμφωνα με τη Mοσχοβίτικη αντίληψη, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα σύμβολα εξουσίας,του Mοσχοβίτη ηγεμόνα προέρχονται από τη Δεύτερη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη.
Subscribe to:
Posts (Atom)